| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 23320 | καταβολή | κα-τα-βο-λή ουσ. (θηλ.) 1. (επίσ.) εξόφληση, πληρωμή χρηματικού ποσού: αχρεώστητη/ελάχιστη/μηνιαία ~. ~ αναδρομικών/αποζημίωσης/δεδουλευμένων/εισφορών/ενοικίου/επιδόματος/επιχορήγησης/μερίσματος/μετρητών/μισθού/νοσηλίων/οφειλής/προστίμου/συντάξεων/τόκων/φόρων. Βλ. αντι~, κατάθεση, προ~. ΑΝΤ. είσπραξη 2. κατανάλωση ενέργειας για συγκεκριμένο σκοπό: ~ κόπου (και χρόνου). ~ προσπαθειών για επίλυση του προβλήματος. 3. εξάντληση, εξασθένηση, καταπόνηση: ~ και άλγος σπονδυλικής στήλης. 4. (σπάν.-λόγ.) κάμψη της αντίστασης του αντιπάλου, νίκη. Πβ. εξουδετέρωση. ● καταβολές (οι) 1. αξίες, αρχές, συνήθειες που έχουν μεταβιβαστεί σε πρόσωπο ή σε σύνολο ατόμων από την οικογένειά του ή από γενιά σε γενιά αντίστοιχα, και αποτελούν ξεχωριστά γνωρίσματα της φυσιογνωμίας του: συμβίωση λαών με διαφορετικές πολιτισμικές ~. Έχουν κοινές ιδεολογικές/κοινωνικές/πολιτικές ~. Πβ. καταγωγή. Βλ. επιρροή. 2. απαρχές, ρίζες: οι ιστορικές ~ μιας θεωρίας/ενός κινήματος. Έθιμο με πανάρχαιες ~. ● ΣΥΜΠΛ.: καταβολή δυνάμεων & (προφ.) καταβολή: ΙΑΤΡ. εξάντληση, εξουθένωση: η ~ ~ ως σύμπτωμα της αναιμίας. Εμφανίζει ~ ~. Πβ. αδυναμία, κόπωση.|| Νιώθω μεγάλη ~. ● ΦΡ.: από καταβολής κόσμου (λόγ.): ανέκαθεν, από πολύ παλιά: Θέματα που απασχολούν τον άνθρωπο ~ ~. ΣΥΝ. από αρχαιοτάτων χρόνων, από κτίσεως κόσμου/Ρώμης (1), έναντι καταβολής (επίσ.): με (προ)πληρωμή: Έκδοση άδειας ~ ~ του καθορισμένου τέλους. Βλ. έναντι αμοιβής. [< αρχ., μτγν. καταβολή ‘θεμελίωση, γένεση, πληρωμή, παροξυσμός’] | |
| 50904 | Καταβολη | το-κο-χρε-ο-λύ-σι-ο ουσ. (ουδ.) & τοκοχρεωλύσιο: ΟΙΚΟΝ. καταβολή τόκου και μέρους του κεφαλαίου σε τακτά προσυμφωνημένα διαστήματα για αποπληρωμή δανείου: ετήσιο/μηνιαίο ~. [< γαλλ. amortissement] | |
| 23321 | καταβολικός | , ή, ό κα-τα-βο-λι-κός επίθ.: ΒΙΟΧ. που σχετίζεται με τον καταβολισμό: ~ές: ορμόνες (βλ. αδρεναλίνη, γλυκαγόνη, κορτιζόλη, σωματοστατίνη). ~ά: ένζυμα (βλ. πρωτεάση). Ισορροπία αναβολικών και ~ών διεργασιών. Βλ. ανα-, μετα-βολικός. [< αγγλ. catabolic, γαλλ. catabolique, 1905] | |
| 23322 | καταβολισμός | κα-τα-βο-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΧ. φάση του μεταβολισμού, κατά την οποία οι σύνθετες ουσίες διασπώνται σε απλούστερες, απελευθερώνοντας ενέργεια: ~ γλυκόζης/λιπαρών οξέων/πρωτεϊνών/υδατανθράκων. Προϊόν ~ού (βλ. άζωτο). Αντιμετώπιση του μυϊκού ~ού. Βλ. αναβολισμός, -ισμός. [< γαλλ. catabolisme, αγγλ. catabolism] | |
| 23323 | κατάβρεγμα | κα-τά-βρεγ-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καταβρέχω: ~ αυλών. ~ με το λάστιχο/με ποτιστήρι. Συχνό ~ των φύλλων (βλ. πότισμα, ράντισμα). Πβ. βρέξιμο, μούσκεμα, μπουγέλωμα. ΣΥΝ. κατάβρεξη | |
| 23324 | κατάβρεξη | κα-τά-βρε-ξη ουσ. (θηλ.) (επίσ.): κατάβρεγμα. [< μτγν. κατάβρεξις] | |
| 23325 | καταβρεχτήρας | κα-τα-βρε-χτή-ρας ουσ. (αρσ.) ΤΕΧΝΟΛ. 1. βυτιοφόρο (Δήμου), εφοδιασμένο με σύστημα κατάβρεξης για καθαρισμό των δρόμων και των πεζοδρομίων. 2. συσκευή ή σύστημα κατάβρεξης. Βλ. καταιονη-, ψεκασ-τήρας. [< γαλλ. arroseuse] | |
| 23326 | καταβρεχτήρι | κα-τα-βρε-χτή-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.): δοχείο για κατάβρεγμα, εφοδιασμένο συνήθ. με ψεκαστήρα· ειδικότ. ποτιστήρι: ~ ρούχων (για σιδέρωμα). Βλ. -τήρι. [< γαλλ. arrosoir] | |
| 23327 | καταβρέχω | κα-τα-βρέ-χω ρ. (μτβ.) {κατάβρεχ-α (λόγ.) κατέβρεχ-α, κατάβρε-ξα (λόγ.) κατέβρε-ξα, καταβρέ-ξω, καταβρά-χηκα, -χεί, καταβρε-γμένος, καταβρέχ-οντας} (επιτατ.): βρέχω πολύ: ~ε το πεζοδρόμιο με το λάστιχο. Τα παιδιά ~αν το ένα το άλλο με τα νεροπίστολα. Γύρισε στο σπίτι ~γμένος (= βρεγμένος ως το κόκαλο, μούσκεμα). Βλ. μουσκεύω, ποτ-, ραντ-ίζω, ψεκάζω. [< αρχ. καταβρέχω] | |
| 23328 | καταβροχθίζω | κα-τα-βρο-χθί-ζω ρ. (μτβ.) {καταβρόχθι-σε, καταβροχθί-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, (σπάν.) -σμένος, καταβροχθίζ-οντας} (επιτατ.) 1. τρώω πολύ και λαίμαργα: ~ει ό,τι βρει μπροστά του. ~σε με βουλιμία όλο το φαγητό. Πβ. κατεβάζω, ταράζω, τσακίζω, χάφτω, χλαπακιάζω.|| Το λιοντάρι ~σε (= κατασπάραξε) τη λεία του. 2. (μτφ.) κατασπαταλώ, καταξοδεύω: ~σε την περιουσία των γονιών του. Πβ. ξεκοκαλ-, σκορπ-ίζω.|| Μηχανήματα που ~ουν μεγάλες ποσότητες ενέργειας. 3. (μτφ.) αφανίζω, καταστρέφω ολοσχερώς: Οι φλόγες ~σαν (= κατέκαψαν) τα σπίτια. Πβ. ρημάζω.|| ~στηκε από τα κύματα (= πνίγηκε). 4. (μτφ.) απολαμβάνω κάτι με μεγάλο ενδιαφέρον: Καταβρόχθιζαν με τα μάτια τους τις βιτρίνες. Έχει ~σει (= έχει διαβάσει, μελετήσει) όλους τους αρχαίους συγγραφείς. ● ΦΡ.: τρώω/καταβροχθίζω/ρουφάω ένα βιβλίο βλ. βιβλίο [< 1: αρχ. καταβροχθίζω 2-4: γαλλ. engloutir] | |
| 23329 | καταβρόχθιση | κα-τα-βρό-χθι-ση ουσ. (θηλ.) & καταβρόχθισμα (το): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καταβροχθίζω: ~ φαγητού. Πβ. χλαπάκιασμα. || (μτφ.) ~ κονδυλίων (πβ. κατασπατάληση, ξεκοκάλισμα). [< μεσν. καταβρόχθισις] | |
| 23330 | καταβυθίζω | κα-τα-βυ-θί-ζω ρ. (μτβ.) {καταβύθι-σε, καταβυθί-σει, -στηκε, -στεί, -σμένος, καταβυθίζ-οντας} (επιτατ.): βυθίζω, βουλιάζω: Ισχυρότατη έκρηξη ηφαιστείου ~σε τμήμα του νησιού. ΣΥΝ. καταποντίζω (1) [< αρχ. καταβυθίζω] | |
| 23331 | καταβύθιση | κα-τα-βύ-θι-ση ουσ. (θηλ.) 1. (επιτατ.) βύθιση, βούλιαγμα: ~ πλοίου (βλ. τορπιλισμός).|| (μτφ.) ~ στα έγκατα της ψυχής.|| (μτφ.) ~ του Γενικού Δείκτη του Χρηματιστηρίου (: μεγάλη πτώση). Πβ. καταποντισμός. 2. ΓΕΩΛ. αργή καθοδική μετακίνηση τμημάτων του γήινου φλοιού, λόγω της συμπίεσης που υφίστανται: τεκτονική ~. ~ πλακών. Ζώνες ~ης. Πβ. καθίζηση, κατακρήμνιση. 3. ΧΗΜ. σχηματισμός ιζήματος: αντιδράσεις ~ης (μετάλλων). [< 2: γαλλ. subsidence 3: γαλλ. sédimentation] | |
| 23332 | καταβυθιστής | κα-τα-βυ-θι-στής ουσ. (αρσ.) : μικρή μολυβένια μπάλα που προσαρτάται στην πετονιά, για να διευκολύνει τη βύθιση του δολώματος: συρτή με ~ή. Βλ. βαρίδι. | |
| 23333 | καταγάλανος | , η, ο κα-τα-γά-λα-νος επίθ. (επιτατ.): πολύ γαλανός: ~η: θάλασσα. ~α: μάτια/νερά (= διαυγή, διάφανα). ΣΥΝ. ολογάλανος | |
| 23334 | καταγγελία | κα-ταγ-γε-λί-α ουσ. (θηλ.) 1. κοινοποίηση αξιόποινης πράξης στις Αρχές ή δημόσια: (ΝΟΜ.) ανυπόστατη/εξώδικη ~. ~ για απαγωγή/κακοποίηση/κλοπή/πλαστογράφηση. ~ εναντίον/κατά της εταιρείας. Κατάθεση ~ας. Το κείμενο της ~ας. Κάνω ~ (= καταγγέλλω). Προβαίνω/προχωρώ σε ~. Αποσύρω την ~. Πβ. αναφορά, έγκληση, μήνυση. Βλ. αγωγή, κατηγορία.|| Έγγραφη/ενυπόγραφη/επίσημη/επώνυμη ~. Συγκέντρωση ~ας (: διαμαρτυρίας) του πολέμου/ρατσισμού. ~ες για κακοδιαχείριση/σκάνδαλο. Επιστολή ~ας (= καταγγελτική). Έγιναν ~ες (στα κανάλια/στο Υπουργείο) ότι ... Βλ. αλληλοκαταγγελίες. 2. ΝΟΜ. μονομερής δήλωση βουλήσεως με την οποία το ένα από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη ανακοινώνει στο άλλο ότι λύεται η μεταξύ τους σύμβαση: ~ του συμβολαίου/της συμφωνίας/της συνθήκης. Λύση-~. Πβ. ακύρωση. [< 1: μτγν. καταγγελία 2: γαλλ. dénonciation] | |
| 23335 | καταγγελλόμενος | , η, ο κα-ταγ-γελ-λό-με-νος επίθ.: ΝΟΜ. που καταγγέλλεται: ~ος: βιασμός. ~η: παραβίαση. Επιμένει ότι το ~ο γεγονός/περιστατικό δεν συνέβη ποτέ.|| ~ες: συμβάσεις.|| (ως ουσ., για πρόσ. κατά του οποίου υποβάλλεται καταγγελία:) Ο ~ για σεξουαλική παρενόχληση/ως εκβιαστής. Πβ. εγκαλού-, εναγό-, κατηγορού-μενος. ΑΝΤ. καταγγέλλων ● Ουσ.: καταγγελλόμενα (τα) {καταγγελλομέν-ων}: καταγγελίες: διάψευση/διερεύνηση των ~ων. Σύμφωνα με τα ~ ... [< μτγν. καταγγελλόμενος, γαλλ. dénoncé] | |
| 23336 | καταγγέλλω | κα-ταγ-γέλ-λω ρ. (μτβ.) {παρατ. κατήγγ-ελλα, αόρ. -ειλα (προφ.) κατάγγ-ειλα, καταγγ-είλω, καταγγέλλ-οντας (λόγ.) μτχ. ενεστ. -ων, -ουσα, -ον | καταγγέλ-θηκε (λόγ. μτχ. -θείς, -θείσα, -θέν), -θεί, καταγγελλ-όμενος} 1. γνωστοποιώ στις αρμόδιες Αρχές ή δημόσια μια αξιόποινη πράξη: (ΝΟΜ.) Τον ~ειλε (στη Δικαιοσύνη) για καταπάτηση περιουσίας/ψευδή συκοφάντηση. Πβ. αναφέρω, εγκαλώ, ενάγω, μηνύω. Βλ. κατηγορώ.|| ~ειλαν φαινόμενο ρατσισμού. ~θηκε στην Επιτροπή/στα ΜΜΕ περιστατικό οικονομικής κατάχρησης. Βλ. επι-, κατα-κρίνω, αποδοκιμάζω, καταδικάζω. 2. ΝΟΜ. δηλώνω στον αντισυμβαλλόμενο τη λύση της μεταξύ μας έννομης σχέσης: ~θηκε η σύμβαση. [< 1: αρχ. καταγγέλλω 2: γαλλ. dénoncer] | |
| 23337 | καταγγέλλων | , ουσα, ον κα-ταγ-γέλ-λων επίθ./ουσ. {καταγγέλλ-οντος (θηλ. -ουσας (λόγ.) -ούσης), -οντα | -οντες (θηλ. -ουσες, ουδ. -οντα), -όντων (θηλ. -ουσών)}: ΝΟΜ. που καταγγέλλει: η ~ουσα εταιρεία. Το ~ον μέρος.|| (ως ουσ.) Δικαιώθηκε ο ~ το σκάνδαλο. Ο δηλών και ~. Η ~ουσα αναφέρει/κατέθεσε/υποστηρίζει ότι ... Απορρίφθηκαν οι ισχυρισμοί των ~όντων. Βλ. εγκαλών, ενάγων, κατήγορος, μηνυτής. ΑΝΤ. καταγγελλόμενος [< μτγν. καταγγέλλων, γαλλ. dénonciateur] | |
| 23338 | καταγγελτικός | , ή, ό κα-ταγ-γελ-τι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με καταγγελία: ~ός: τόνος. ~ή: ανακοίνωση/γλώσσα/γραφή/δημοσιογραφία/ρητορική. ~ό: δημοσίευμα/σχόλιο/ύφος. Δηλώσεις/επιστολή ~ού περιεχομένου. Ο ~ λόγος της αντιπολίτευσης. Πβ. αποδοκιμαστ-, επικριτ-, επιτιμητ-, καταδικαστ-, κατακριτ-ικός.|| (για πρόσ.) Ήταν εριστικός και ~. ● επίρρ.: καταγγελτικά [< μτγν. καταγγελτικός 'που γνωστοποιεί', γαλλ. dénonciateur] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ