Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [24080-24100]

IDΛήμμαΕρμηνεία
23328καταβροχθίζωκα-τα-βρο-χθί-ζω ρ. (μτβ.) {καταβρόχθι-σε, καταβροχθί-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, (σπάν.) -σμένος, καταβροχθίζ-οντας} (επιτατ.) 1. τρώω πολύ και λαίμαργα: ~ει ό,τι βρει μπροστά του. ~σε με βουλιμία όλο το φαγητό. Πβ. κατεβάζω, ταράζω, τσακίζω, χάφτω, χλαπακιάζω.|| Το λιοντάρι ~σε (= κατασπάραξε) τη λεία του. 2. (μτφ.) κατασπαταλώ, καταξοδεύω: ~σε την περιουσία των γονιών του. Πβ. ξεκοκαλ-, σκορπ-ίζω.|| Μηχανήματα που ~ουν μεγάλες ποσότητες ενέργειας. 3. (μτφ.) αφανίζω, καταστρέφω ολοσχερώς: Οι φλόγες ~σαν (= κατέκαψαν) τα σπίτια. Πβ. ρημάζω.|| ~στηκε από τα κύματα (= πνίγηκε). 4. (μτφ.) απολαμβάνω κάτι με μεγάλο ενδιαφέρον: Καταβρόχθιζαν με τα μάτια τους τις βιτρίνες. Έχει ~σει (= έχει διαβάσει, μελετήσει) όλους τους αρχαίους συγγραφείς. ● ΦΡ.: τρώω/καταβροχθίζω/ρουφάω ένα βιβλίο βλ. βιβλίο [< 1: αρχ. καταβροχθίζω 2-4: γαλλ. engloutir]
23329καταβρόχθισηκα-τα-βρό-χθι-ση ουσ. (θηλ.) & καταβρόχθισμα (το): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καταβροχθίζω: ~ φαγητού. Πβ. χλαπάκιασμα. || (μτφ.) ~ κονδυλίων (πβ. κατασπατάληση, ξεκοκάλισμα). [< μεσν. καταβρόχθισις]
23330καταβυθίζωκα-τα-βυ-θί-ζω ρ. (μτβ.) {καταβύθι-σε, καταβυθί-σει, -στηκε, -στεί, -σμένος, καταβυθίζ-οντας} (επιτατ.): βυθίζω, βουλιάζω: Ισχυρότατη έκρηξη ηφαιστείου ~σε τμήμα του νησιού. ΣΥΝ. καταποντίζω (1) [< αρχ. καταβυθίζω]
23331καταβύθισηκα-τα-βύ-θι-ση ουσ. (θηλ.) 1. (επιτατ.) βύθιση, βούλιαγμα: ~ πλοίου (βλ. τορπιλισμός).|| (μτφ.) ~ στα έγκατα της ψυχής.|| (μτφ.) ~ του Γενικού Δείκτη του Χρηματιστηρίου (: μεγάλη πτώση). Πβ. καταποντισμός. 2. ΓΕΩΛ. αργή καθοδική μετακίνηση τμημάτων του γήινου φλοιού, λόγω της συμπίεσης που υφίστανται: τεκτονική ~. ~ πλακών. Ζώνες ~ης. Πβ. καθίζηση, κατακρήμνιση. 3. ΧΗΜ. σχηματισμός ιζήματος: αντιδράσεις ~ης (μετάλλων). [< 2: γαλλ. subsidence 3: γαλλ. sédimentation]
23332καταβυθιστήςκα-τα-βυ-θι-στής ουσ. (αρσ.) : μικρή μολυβένια μπάλα που προσαρτάται στην πετονιά, για να διευκολύνει τη βύθιση του δολώματος: συρτή με ~ή. Βλ. βαρίδι.
23333καταγάλανος, η, ο κα-τα-γά-λα-νος επίθ. (επιτατ.): πολύ γαλανός: ~η: θάλασσα. ~α: μάτια/νερά (= διαυγή, διάφανα). ΣΥΝ. ολογάλανος
23334καταγγελίακα-ταγ-γε-λί-α ουσ. (θηλ.) 1. κοινοποίηση αξιόποινης πράξης στις Αρχές ή δημόσια: (ΝΟΜ.) ανυπόστατη/εξώδικη ~. ~ για απαγωγή/κακοποίηση/κλοπή/πλαστογράφηση. ~ εναντίον/κατά της εταιρείας. Κατάθεση ~ας. Το κείμενο της ~ας. Κάνω ~ (= καταγγέλλω). Προβαίνω/προχωρώ σε ~. Αποσύρω την ~. Πβ. αναφορά, έγκληση, μήνυση. Βλ. αγωγή, κατηγορία.|| Έγγραφη/ενυπόγραφη/επίσημη/επώνυμη ~. Συγκέντρωση ~ας (: διαμαρτυρίας) του πολέμου/ρατσισμού. ~ες για κακοδιαχείριση/σκάνδαλο. Επιστολή ~ας (= καταγγελτική). Έγιναν ~ες (στα κανάλια/στο Υπουργείο) ότι ... Βλ. αλληλοκαταγγελίες. 2. ΝΟΜ. μονομερής δήλωση βουλήσεως με την οποία το ένα από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη ανακοινώνει στο άλλο ότι λύεται η μεταξύ τους σύμβαση: ~ του συμβολαίου/της συμφωνίας/της συνθήκης. Λύση-~. Πβ. ακύρωση. [< 1: μτγν. καταγγελία 2: γαλλ. dénonciation]
23335καταγγελλόμενος, η, ο κα-ταγ-γελ-λό-με-νος επίθ.: ΝΟΜ. που καταγγέλλεται: ~ος: βιασμός. ~η: παραβίαση. Επιμένει ότι το ~ο γεγονός/περιστατικό δεν συνέβη ποτέ.|| ~ες: συμβάσεις.|| (ως ουσ., για πρόσ. κατά του οποίου υποβάλλεται καταγγελία:) Ο ~ για σεξουαλική παρενόχληση/ως εκβιαστής. Πβ. εγκαλού-, εναγό-, κατηγορού-μενος. ΑΝΤ. καταγγέλλων ● Ουσ.: καταγγελλόμενα (τα) {καταγγελλομέν-ων}: καταγγελίες: διάψευση/διερεύνηση των ~ων. Σύμφωνα με τα ~ ... [< μτγν. καταγγελλόμενος, γαλλ. dénoncé]
23336καταγγέλλωκα-ταγ-γέλ-λω ρ. (μτβ.) {παρατ. κατήγγ-ελλα, αόρ. -ειλα (προφ.) κατάγγ-ειλα, καταγγ-είλω, καταγγέλλ-οντας (λόγ.) μτχ. ενεστ. -ων, -ουσα, -ον | καταγγέλ-θηκε (λόγ. μτχ. -θείς, -θείσα, -θέν), -θεί, καταγγελλ-όμενος} 1. γνωστοποιώ στις αρμόδιες Αρχές ή δημόσια μια αξιόποινη πράξη: (ΝΟΜ.) Τον ~ειλε (στη Δικαιοσύνη) για καταπάτηση περιουσίας/ψευδή συκοφάντηση. Πβ. αναφέρω, εγκαλώ, ενάγω, μηνύω. Βλ. κατηγορώ.|| ~ειλαν φαινόμενο ρατσισμού. ~θηκε στην Επιτροπή/στα ΜΜΕ περιστατικό οικονομικής κατάχρησης. Βλ. επι-, κατα-κρίνω, αποδοκιμάζω, καταδικάζω. 2. ΝΟΜ. δηλώνω στον αντισυμβαλλόμενο τη λύση της μεταξύ μας έννομης σχέσης: ~θηκε η σύμβαση. [< 1: αρχ. καταγγέλλω 2: γαλλ. dénoncer]
23337καταγγέλλων, ουσα, ον κα-ταγ-γέλ-λων επίθ./ουσ. {καταγγέλλ-οντος (θηλ. -ουσας (λόγ.) -ούσης), -οντα | -οντες (θηλ. -ουσες, ουδ. -οντα), -όντων (θηλ. -ουσών)}: ΝΟΜ. που καταγγέλλει: η ~ουσα εταιρεία. Το ~ον μέρος.|| (ως ουσ.) Δικαιώθηκε ο ~ το σκάνδαλο. Ο δηλών και ~. Η ~ουσα αναφέρει/κατέθεσε/υποστηρίζει ότι ... Απορρίφθηκαν οι ισχυρισμοί των ~όντων. Βλ. εγκαλών, ενάγων, κατήγορος, μηνυτής. ΑΝΤ. καταγγελλόμενος [< μτγν. καταγγέλλων, γαλλ. dénonciateur]
23338καταγγελτικός, ή, ό κα-ταγ-γελ-τι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με καταγγελία: ~ός: τόνος. ~ή: ανακοίνωση/γλώσσα/γραφή/δημοσιογραφία/ρητορική. ~ό: δημοσίευμα/σχόλιο/ύφος. Δηλώσεις/επιστολή ~ού περιεχομένου. Ο ~ λόγος της αντιπολίτευσης. Πβ. αποδοκιμαστ-, επικριτ-, επιτιμητ-, καταδικαστ-, κατακριτ-ικός.|| (για πρόσ.) Ήταν εριστικός και ~. ● επίρρ.: καταγγελτικά [< μτγν. καταγγελτικός 'που γνωστοποιεί', γαλλ. dénonciateur]
23339καταγεγραμμένος, η, ο κα-τα-γε-γραμ-μέ-νος επίθ. (επίσ.) & (προφ.) καταγραμμένος: που έχει καταγραφεί: ~ος: πληθυσμός. ~η: άποψη/ομιλία/πληροφορία. ~ο: ποσοστό (ανεργίας). ~οι: μετανάστες/τίτλοι βιβλίων. ~α: είδη (πουλιών). Υλικό ~ο λεπτομερώς/σε αρχείο. Ο αριθμός των επισήμως ~ων κρουσμάτων. ΑΝΤ. ακαταχώριστος, εγγεγραμμένος. ● βλ. καταγράφω [< αρχ. καταγεγραμμένος, μτχ. παθ. παρακ. του ρ. καταγράφω]
23340καταγέλαστος, η, ο κα-τα-γέ-λα-στος επίθ. (λόγ.-επιτατ.-μειωτ.): που προκαλεί τον χλευασμό και την ειρωνεία, πολύ γελοίος: ~ο: επιχείρημα/πρόσχημα.|| (για πρόσ.) Κινδυνεύει να γίνει ~ με τέτοιες δηλώσεις. Πβ. περίγελος. ΣΥΝ. περιγέλαστος [< αρχ. καταγέλαστος]
23341καταγής[καταγῆς] κα-τα-γής επίρρ. (λαϊκό): στο έδαφος ή στο δάπεδο: ξαπλωμένοι ~. Έπεσε/σωριάστηκε ~. ΣΥΝ. κατάχαμα [< αρχ. κατά γῆς]
23342καταγίνομαικα-τα-γί-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {στο θ. του ενεστ.}: ασχολούμαι με κάτι, συνήθ. συστηματικά και με ζήλο: ~ με τη ζωγραφική/τους παραδοσιακούς χορούς. Οι κάτοικοι του νησιού ~ονταν με τη ναυτιλία. Πβ. ενασχολούμαι, ενδιατρίβω, καταπιάνομαι.|| Το βιβλίο ~εται με ... (= πραγματεύεται). [< μτγν. καταγίνομαι]
23343κάταγμακά-ταγ-μα ουσ. (ουδ.) {κατάγμ-ατος | -ατα}: ΙΑΤΡ. σπάσιμο οστού ή χόνδρου: βαρύ κρανιοεγκεφαλικό/ρωγμώδες/σπονδυλικό ~. Ανοιχτό ή κλειστό ~ (: με ή χωρίς τραύμα). Παθολογικά ~ατα (λόγω όγκων σπονδύλου). ~ ισχίου/καρπού/κλείδας/κνήμης/λεκάνης/μεταταρσίου/περόνης. ~ στον αυχένα (βλ. κολάρο)/στη μύτη. Ανάταξη/πώρωση του ~ατος. ~ατα κόπωσης (: λόγω καταπόνησης των οστών· βλ. περιοστίτιδα). Χειρουργική αποκατάσταση ~άτων (βλ. οστεοσύνθεση). Ο κίνδυνος ~ατος αυξάνει με την ηλικία (: οστεοπορωτικό ~). Υπέστη διπλό ~ στο ζυγωματικό. Επέζησε με/φέρει πολλαπλά ~ατα. Βλ. διάστρεμμα, θλάση, κάκωση. ● ΣΥΜΠΛ.: συντριπτικό κάταγμα βλ. συντριπτικός [< αρχ. κάταγμα]
23344καταγματικός, ή, ό κα-ταγ-μα-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που έχει υποστεί κάταγμα ή σχετίζεται με αυτό: ~ή: εστία/περιοχή. ~ό: άκρο. Οστική απώλεια και ~ κίνδυνος. [< μτγν. καταγματικός, αγγλ. catagmatic, γαλλ. catagmatique]
23345καταγοητεύωκα-τα-γο-η-τεύ-ω ρ. (μτβ.) {καταγοήτευ-σε, -μένος, καταγοητεύ-οντας} (επιτατ.): γοητεύω πάρα πολύ: Με ~σε με το ταλέντο του/με τη φωνή της. ~τηκαν από τη θέα (= μαγεύτηκαν). Έμεινε ~μένος από/με την ελληνική φιλοξενία. Πβ. θέλγω, ξετρελαίνω, σαγηνεύω, συνεπαίρνω. [< αρχ. καταγοητεύω 'εξαπατώ', γαλλ. enchanter, fasciner]
23346κατάγομαικα-τά-γο-μαι ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ., καταγ-όμενος}: έχω καταγωγή, προέρχομαι: ~ από ορεινό χωριό (: έχω γεννηθεί εκεί ο ίδιος ή ένας από τους γονείς μου). Από ποια περιοχή/από πού ~εσαι (= είσαι); ~όταν από αγροτική/επιφανή/ναυτική/πολύτεκνη οικογένεια (: ήταν απόγονος ή παιδί). Πβ. βαστώ, κρατώ, ορμώμαι.|| Ήχος που ~εται από το λαϊκό τραγούδι (= αποτελεί εξέλιξή του, έχει τις ρίζες του σε αυτό). Δέντρα που ~ονται από την αφρικανική ήπειρο (βλ. ιθαγενής). [< αρχ. κατάγομαι]
23347καταγραφέαςκα-τα-γρα-φέ-ας ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή καταγραφής: αυτόματος/ψηφιακός ~. ~ εικόνας (= βίντεο)/ήχου ή φωνής (= μαγνητόφωνο)/στοιχείων πτήσης (= μαύρο κουτί)/σφαλμάτων. Αναγνώστης-~ DVD. ΣΥΝ. εγγραφέας, καταγραφικό 2. (σπανιότ.) πρόσωπο που καταγράφει κάτι: Δεν είναι απλός ~ γεγονότων, αλλά και κριτής τους. [< 1: γαλλ. enregistreur, αγγλ. recorder 2: μτγν. καταγραφεύς]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.