| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 23339 | καταγεγραμμένος | , η, ο κα-τα-γε-γραμ-μέ-νος επίθ. (επίσ.) & (προφ.) καταγραμμένος: που έχει καταγραφεί: ~ος: πληθυσμός. ~η: άποψη/ομιλία/πληροφορία. ~ο: ποσοστό (ανεργίας). ~οι: μετανάστες/τίτλοι βιβλίων. ~α: είδη (πουλιών). Υλικό ~ο λεπτομερώς/σε αρχείο. Ο αριθμός των επισήμως ~ων κρουσμάτων. ΑΝΤ. ακαταχώριστος, εγγεγραμμένος. ● βλ. καταγράφω [< αρχ. καταγεγραμμένος, μτχ. παθ. παρακ. του ρ. καταγράφω] | |
| 23340 | καταγέλαστος | , η, ο κα-τα-γέ-λα-στος επίθ. (λόγ.-επιτατ.-μειωτ.): που προκαλεί τον χλευασμό και την ειρωνεία, πολύ γελοίος: ~ο: επιχείρημα/πρόσχημα.|| (για πρόσ.) Κινδυνεύει να γίνει ~ με τέτοιες δηλώσεις. Πβ. περίγελος. ΣΥΝ. περιγέλαστος [< αρχ. καταγέλαστος] | |
| 23341 | καταγής | [καταγῆς] κα-τα-γής επίρρ. (λαϊκό): στο έδαφος ή στο δάπεδο: ξαπλωμένοι ~. Έπεσε/σωριάστηκε ~. ΣΥΝ. κατάχαμα [< αρχ. κατά γῆς] | |
| 23342 | καταγίνομαι | κα-τα-γί-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {στο θ. του ενεστ.}: ασχολούμαι με κάτι, συνήθ. συστηματικά και με ζήλο: ~ με τη ζωγραφική/τους παραδοσιακούς χορούς. Οι κάτοικοι του νησιού ~ονταν με τη ναυτιλία. Πβ. ενασχολούμαι, ενδιατρίβω, καταπιάνομαι.|| Το βιβλίο ~εται με ... (= πραγματεύεται). [< μτγν. καταγίνομαι] | |
| 23343 | κάταγμα | κά-ταγ-μα ουσ. (ουδ.) {κατάγμ-ατος | -ατα}: ΙΑΤΡ. σπάσιμο οστού ή χόνδρου: βαρύ κρανιοεγκεφαλικό/ρωγμώδες/σπονδυλικό ~. Ανοιχτό ή κλειστό ~ (: με ή χωρίς τραύμα). Παθολογικά ~ατα (λόγω όγκων σπονδύλου). ~ ισχίου/καρπού/κλείδας/κνήμης/λεκάνης/μεταταρσίου/περόνης. ~ στον αυχένα (βλ. κολάρο)/στη μύτη. Ανάταξη/πώρωση του ~ατος. ~ατα κόπωσης (: λόγω καταπόνησης των οστών· βλ. περιοστίτιδα). Χειρουργική αποκατάσταση ~άτων (βλ. οστεοσύνθεση). Ο κίνδυνος ~ατος αυξάνει με την ηλικία (: οστεοπορωτικό ~). Υπέστη διπλό ~ στο ζυγωματικό. Επέζησε με/φέρει πολλαπλά ~ατα. Βλ. διάστρεμμα, θλάση, κάκωση. ● ΣΥΜΠΛ.: συντριπτικό κάταγμα βλ. συντριπτικός [< αρχ. κάταγμα] | |
| 23344 | καταγματικός | , ή, ό κα-ταγ-μα-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που έχει υποστεί κάταγμα ή σχετίζεται με αυτό: ~ή: εστία/περιοχή. ~ό: άκρο. Οστική απώλεια και ~ κίνδυνος. [< μτγν. καταγματικός, αγγλ. catagmatic, γαλλ. catagmatique] | |
| 23345 | καταγοητεύω | κα-τα-γο-η-τεύ-ω ρ. (μτβ.) {καταγοήτευ-σε, -μένος, καταγοητεύ-οντας} (επιτατ.): γοητεύω πάρα πολύ: Με ~σε με το ταλέντο του/με τη φωνή της. ~τηκαν από τη θέα (= μαγεύτηκαν). Έμεινε ~μένος από/με την ελληνική φιλοξενία. Πβ. θέλγω, ξετρελαίνω, σαγηνεύω, συνεπαίρνω. [< αρχ. καταγοητεύω 'εξαπατώ', γαλλ. enchanter, fasciner] | |
| 23346 | κατάγομαι | κα-τά-γο-μαι ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ., καταγ-όμενος}: έχω καταγωγή, προέρχομαι: ~ από ορεινό χωριό (: έχω γεννηθεί εκεί ο ίδιος ή ένας από τους γονείς μου). Από ποια περιοχή/από πού ~εσαι (= είσαι); ~όταν από αγροτική/επιφανή/ναυτική/πολύτεκνη οικογένεια (: ήταν απόγονος ή παιδί). Πβ. βαστώ, κρατώ, ορμώμαι.|| Ήχος που ~εται από το λαϊκό τραγούδι (= αποτελεί εξέλιξή του, έχει τις ρίζες του σε αυτό). Δέντρα που ~ονται από την αφρικανική ήπειρο (βλ. ιθαγενής). [< αρχ. κατάγομαι] | |
| 23347 | καταγραφέας | κα-τα-γρα-φέ-ας ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή καταγραφής: αυτόματος/ψηφιακός ~. ~ εικόνας (= βίντεο)/ήχου ή φωνής (= μαγνητόφωνο)/στοιχείων πτήσης (= μαύρο κουτί)/σφαλμάτων. Αναγνώστης-~ DVD. ΣΥΝ. εγγραφέας, καταγραφικό 2. (σπανιότ.) πρόσωπο που καταγράφει κάτι: Δεν είναι απλός ~ γεγονότων, αλλά και κριτής τους. [< 1: γαλλ. enregistreur, αγγλ. recorder 2: μτγν. καταγραφεύς] | |
| 23348 | καταγραφή | κα-τα-γρα-φή ουσ. (θηλ.) 1. καταχώριση στοιχείων ή πληροφοριών, συχνά με ταξινόμηση: ακριβής/αναλυτική/αριθμητική/επίσημη/ηλεκτρονική/ημερήσια/λεπτομερής/πλήρης/στατιστική/συνοπτική/συστηµατική ~. ~ αυξήσεων/δαπανών/εξόδων/ζημιών/μεταβολών/πληθυσμού (πβ. απογραφή). ~ σε βάση δεδομένων/ψηφιακή μορφή. Αρχείο/σύστηµα ~ής. Βιβλίο ~ής περιουσιακών στοιχείων.|| (γενικότ.) ~ των αναγκών/των γεγονότων/της είδησης/της κατάστασης/των καταστροφών. ~ παρατηρήσεων/προβλημάτων/συμπερασμάτων. ~-παρουσίαση. Πβ. αποθησαύριση. Βλ. επισήμανση. 2. ΤΕΧΝΟΛ. αποτύπωση οπτικού ή ακουστικού υλικού με ειδική συσκευή: τηλεοπτική/φωτογραφική/ψηφιακή ~. ~ βίντεο (πβ. βιντεοσκόπηση)/κλήσεων/μουσικής/συνομιλίας/φωνής (πβ. μαγνητοφώνηση). Όργανο/ταχύτητα ~ής.|| (μτφ.) ~ στη μνήμη. Πβ. εγγραφή. [< 1: μτγν. καταγραφή, γαλλ. enregistrement 2: αγγλ. recording] | |
| 23349 | καταγραφικός | , ή, ό κα-τα-γρα-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την καταγραφή: ~ός: εξοπλισμός/σταθμός. ~ή: ανάλυση. ~ό: σύστημα. ● Ουσ.: καταγραφικό (το): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο, συσκευή καταγραφής: ηλεκτρονικό/ψηφιακό ~. Αυτόματο ~ θερμοκρασίας και υγρασίας. ~ κλήσεων/σεισμικών δεδομένων. Πβ. εγ-, κατα-γραφέας. [< γαλλ. enregistreur, αγγλ. recorder] [< γαλλ. enregistreur] | |
| 23350 | καταγράφω | κα-τα-γρά-φω ρ. (μτβ.) {κατέγρα-ψα, καταγρά-ψω, καταγρά-φηκε (προφ.) καταγρά-φτηκε (λόγ. κατεγράφ-η, -ησαν, μτχ. καταγραφ-είς, -είσα, -έν), -φεί (προφ.) -φτεί, -μμένος (λόγ.) καταγεγραμμένος, καταγράφ-οντας} 1. γράφω, σημειώνω, δηλώνω στοιχεία ή πληροφορίες, συνήθ. με ταξινόμηση: ~ τα αποτελέσματα της έρευνας/τις μετρήσεις σε πίνακες/τις τιμές. Ο οικονομικός δείκτης ~ει το ποσοστό των ανέργων. Άνοδο/κέρδη ~ψε το χρηματιστήριο. Η ~είσα βροχόπτωση. Τα ~έντα στοιχεία.|| (γενικότ.) ~ τις ανησυχίες/απόψεις/προτάσεις/σκέψεις/τάσεις. ~φηκε αθρόα προσέλευση επισκεπτών. Πβ. απαριθμώ, αποθησαυρίζω. 2. ΤΕΧΝΟΛ. αποτυπώνω οπτικό ή ακουστικό υλικό, καταχωρώ δεδομένα σε ειδική συσκευή: ~ εικόνα (πβ. βιντεοσκοπώ)/ήχο (πβ. ηχογραφώ). Τηλεφωνική συσκευή που ~ει τις εισερχόμενες και εξερχόμενες κλήσεις. Η κάμερα ~ψε συγκλονιστικές στιγμές. Οι σεισμογράφοι ~ψαν δόνηση. ~φηκε η συνομιλία τους με μαγνητόφωνο (= μαγνητοφωνήθηκε). ~φηκαν τα στιγμιότυπα σε βίντεο. Πβ. (εγ)γράφω.|| (μτφ.) Εμπειρίες ανεπανάληπτες έχουν ~φεί (= εντυπωθεί) στη μνήμη όλων μας. ● βλ. καταγεγραμμένος [< 1: αρχ. καταγράφω, γαλλ. enregistrer 2: αγγλ. record] | |
| 23351 | κατάγω | κα-τά-γω ρ. (μτβ.) {κατήγαγε, καταγάγει, κατάγ-οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.): κατορθώνω, πετυχαίνω. Κυρ. στη ● ΦΡ.: κατήγαγε νίκη/θρίαμβο: νίκησε, θριάμβευσε: ~ περιφανή/σαρωτική νίκη. [< μτγν. κατάγω] | |
| 23352 | καταγωγή | κα-τα-γω-γή ουσ. (θηλ.): προέλευση: αριστοκρατική/βιολογική/θεϊκή/θρησκευτική/ιδεολογική/λαϊκή/πολιτιστική ~. ~ από την πλευρά της μητέρας/του πατέρα. Τόπος/χώρα ~ής. Ίση μεταχείριση ανεξαρτήτως φυλετικής ή εθνικής/εθνοτικής ~ής. Πόντιος στην ~. Είναι ανατολίτικης/ευγενούς/ταπεινής ~ής. Έχει μακρινή ~ από ... Η μισή μου ~ είναι από ... (: ο ένας γονέας μου κατάγεται ...). Πβ. γενιά, γένος, καταβολές. Βλ. ιθαγένεια, υπηκοότητα.|| ~ των ειδών (βλ. δαρβινισμός)/ενός ονόματος. (για προϊόν) Επωνυμία/πιστοποιητικό ~ής. Κοινή ~ (π.χ. ινδοευρωπαϊκή) γλωσσών/λέξεων. ~ και εξέλιξη του ανθρώπινου γένους (βλ. γενετική). Ήχος που έχει ~ από τη βυζαντινή μουσική. Έθιμα που η ~ τους χάνεται στα βάθη των αιώνων. ● ΣΥΜΠΛ.: μονογραμμική καταγωγή: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. που εκτιμάται με γνώμονα τη γενεαλογική γραμμή της μητέρας μόνο ή του πατέρα. [< αγγλ. unilineal descent, 1957] ● ΦΡ.: έλκω το γένος/την καταγωγή/τις ρίζες βλ. έλκω [< μτγν. καταγωγή] | |
| 23353 | καταγωγικός | , ή, ό κα-τα-γω-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την καταγωγή: ~ή σχέση της Δύσης με την Αρχαία Ελλάδα. ~ές: ρίζες. [< μτγν. καταγωγικός 'που επιστρέφει'] | |
| 23354 | καταγώγιο | κα-τα-γώ-γι-ο ουσ. (ουδ.) {καταγωγί-ου} & (προφ.) καταγώγι: κακόφημος, συνήθ. υπόγειος χώρος διασκέδασης όπου συχνάζουν άνθρωποι του υποκόσμου: άθλιο/ύποπτο ~. ~ απατεώνων. Θαμώνες ~ων. Πβ. τεκές, χαμαιτυπείο. Βλ. άντρο. [< αρχ. καταγώγιον ‘κατάλυμα’, γαλλ. repaire] | |
| 23355 | καταδεικνύω | κα-τα-δει-κνύ-ω ρ. (μτβ.) {κατέδει-ξε, καταδεί-ξει, -χτηκε (λόγ.) -χθηκε (λογιότ. κατεδείχθ-η, -ησαν), -χτεί (λόγ.) -χθεί, καταδεικνύ-οντας} (επίσ.) & (προφ.) καταδείχνω: δείχνω ξεκάθαρα, κάνω ολοφάνερο, καθιστώ πασιφανές: Οι έρευνες ~ουν την κατάσταση που επικρατεί. || (εμφατ.) Το βίντεο ~ει σαφώς … Η βαριά ήττα ~ξε τα σοβαρά προβλήματα της ομάδας. Από τη συζήτηση ~χθηκε ότι ... Πβ. αποδεικνύω, φανερώνω. [< αρχ. καταδείκνυμι 'εισάγω κάτι νέο, δείχνω τον τρόπο', γαλλ. démontrer] | |
| 23356 | καταδεικτικός | , ή, ό κα-τα-δει-κτι-κός επίθ. (λόγ.): που καταδεικνύει: (ΦΙΛΟΣ.) ~ός: ορισμός. Πράξεις που είναι ~ές της στάσης του. Πβ. αποδεικτικός. Βλ. ενδεικτικός. | |
| 23357 | κατάδειξη | κα-τά-δει-ξη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καταδεικνύω: ~ των αδυναμιών/των προβλημάτων/των συνεπειών. Πβ. απόδειξη. ● ΣΥΜΠΛ.: συσκευή κατάδειξης/εισόδου: ΠΛΗΡΟΦ. η οποία επιτρέπει στον χρήστη να εισάγει δεδομένα στον υπολογιστή (οθόνη αφής, ποντίκι, τζόιστικ). Βλ. ιχνόσφαιρα. [< αγγλ. pointing device, 1971] [< μτγν. κατάδειξις, γαλλ. démonstration] | |
| 23358 | καταδείχνω | βλ. καταδεικνύω |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ