| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 23348 | καταγραφή | κα-τα-γρα-φή ουσ. (θηλ.) 1. καταχώριση στοιχείων ή πληροφοριών, συχνά με ταξινόμηση: ακριβής/αναλυτική/αριθμητική/επίσημη/ηλεκτρονική/ημερήσια/λεπτομερής/πλήρης/στατιστική/συνοπτική/συστηµατική ~. ~ αυξήσεων/δαπανών/εξόδων/ζημιών/μεταβολών/πληθυσμού (πβ. απογραφή). ~ σε βάση δεδομένων/ψηφιακή μορφή. Αρχείο/σύστηµα ~ής. Βιβλίο ~ής περιουσιακών στοιχείων.|| (γενικότ.) ~ των αναγκών/των γεγονότων/της είδησης/της κατάστασης/των καταστροφών. ~ παρατηρήσεων/προβλημάτων/συμπερασμάτων. ~-παρουσίαση. Πβ. αποθησαύριση. Βλ. επισήμανση. 2. ΤΕΧΝΟΛ. αποτύπωση οπτικού ή ακουστικού υλικού με ειδική συσκευή: τηλεοπτική/φωτογραφική/ψηφιακή ~. ~ βίντεο (πβ. βιντεοσκόπηση)/κλήσεων/μουσικής/συνομιλίας/φωνής (πβ. μαγνητοφώνηση). Όργανο/ταχύτητα ~ής.|| (μτφ.) ~ στη μνήμη. Πβ. εγγραφή. [< 1: μτγν. καταγραφή, γαλλ. enregistrement 2: αγγλ. recording] | |
| 23349 | καταγραφικός | , ή, ό κα-τα-γρα-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την καταγραφή: ~ός: εξοπλισμός/σταθμός. ~ή: ανάλυση. ~ό: σύστημα. ● Ουσ.: καταγραφικό (το): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο, συσκευή καταγραφής: ηλεκτρονικό/ψηφιακό ~. Αυτόματο ~ θερμοκρασίας και υγρασίας. ~ κλήσεων/σεισμικών δεδομένων. Πβ. εγ-, κατα-γραφέας. [< γαλλ. enregistreur, αγγλ. recorder] [< γαλλ. enregistreur] | |
| 23350 | καταγράφω | κα-τα-γρά-φω ρ. (μτβ.) {κατέγρα-ψα, καταγρά-ψω, καταγρά-φηκε (προφ.) καταγρά-φτηκε (λόγ. κατεγράφ-η, -ησαν, μτχ. καταγραφ-είς, -είσα, -έν), -φεί (προφ.) -φτεί, -μμένος (λόγ.) καταγεγραμμένος, καταγράφ-οντας} 1. γράφω, σημειώνω, δηλώνω στοιχεία ή πληροφορίες, συνήθ. με ταξινόμηση: ~ τα αποτελέσματα της έρευνας/τις μετρήσεις σε πίνακες/τις τιμές. Ο οικονομικός δείκτης ~ει το ποσοστό των ανέργων. Άνοδο/κέρδη ~ψε το χρηματιστήριο. Η ~είσα βροχόπτωση. Τα ~έντα στοιχεία.|| (γενικότ.) ~ τις ανησυχίες/απόψεις/προτάσεις/σκέψεις/τάσεις. ~φηκε αθρόα προσέλευση επισκεπτών. Πβ. απαριθμώ, αποθησαυρίζω. 2. ΤΕΧΝΟΛ. αποτυπώνω οπτικό ή ακουστικό υλικό, καταχωρώ δεδομένα σε ειδική συσκευή: ~ εικόνα (πβ. βιντεοσκοπώ)/ήχο (πβ. ηχογραφώ). Τηλεφωνική συσκευή που ~ει τις εισερχόμενες και εξερχόμενες κλήσεις. Η κάμερα ~ψε συγκλονιστικές στιγμές. Οι σεισμογράφοι ~ψαν δόνηση. ~φηκε η συνομιλία τους με μαγνητόφωνο (= μαγνητοφωνήθηκε). ~φηκαν τα στιγμιότυπα σε βίντεο. Πβ. (εγ)γράφω.|| (μτφ.) Εμπειρίες ανεπανάληπτες έχουν ~φεί (= εντυπωθεί) στη μνήμη όλων μας. ● βλ. καταγεγραμμένος [< 1: αρχ. καταγράφω, γαλλ. enregistrer 2: αγγλ. record] | |
| 23351 | κατάγω | κα-τά-γω ρ. (μτβ.) {κατήγαγε, καταγάγει, κατάγ-οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.): κατορθώνω, πετυχαίνω. Κυρ. στη ● ΦΡ.: κατήγαγε νίκη/θρίαμβο: νίκησε, θριάμβευσε: ~ περιφανή/σαρωτική νίκη. [< μτγν. κατάγω] | |
| 23352 | καταγωγή | κα-τα-γω-γή ουσ. (θηλ.): προέλευση: αριστοκρατική/βιολογική/θεϊκή/θρησκευτική/ιδεολογική/λαϊκή/πολιτιστική ~. ~ από την πλευρά της μητέρας/του πατέρα. Τόπος/χώρα ~ής. Ίση μεταχείριση ανεξαρτήτως φυλετικής ή εθνικής/εθνοτικής ~ής. Πόντιος στην ~. Είναι ανατολίτικης/ευγενούς/ταπεινής ~ής. Έχει μακρινή ~ από ... Η μισή μου ~ είναι από ... (: ο ένας γονέας μου κατάγεται ...). Πβ. γενιά, γένος, καταβολές. Βλ. ιθαγένεια, υπηκοότητα.|| ~ των ειδών (βλ. δαρβινισμός)/ενός ονόματος. (για προϊόν) Επωνυμία/πιστοποιητικό ~ής. Κοινή ~ (π.χ. ινδοευρωπαϊκή) γλωσσών/λέξεων. ~ και εξέλιξη του ανθρώπινου γένους (βλ. γενετική). Ήχος που έχει ~ από τη βυζαντινή μουσική. Έθιμα που η ~ τους χάνεται στα βάθη των αιώνων. ● ΣΥΜΠΛ.: μονογραμμική καταγωγή: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. που εκτιμάται με γνώμονα τη γενεαλογική γραμμή της μητέρας μόνο ή του πατέρα. [< αγγλ. unilineal descent, 1957] ● ΦΡ.: έλκω το γένος/την καταγωγή/τις ρίζες βλ. έλκω [< μτγν. καταγωγή] | |
| 23353 | καταγωγικός | , ή, ό κα-τα-γω-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την καταγωγή: ~ή σχέση της Δύσης με την Αρχαία Ελλάδα. ~ές: ρίζες. [< μτγν. καταγωγικός 'που επιστρέφει'] | |
| 23354 | καταγώγιο | κα-τα-γώ-γι-ο ουσ. (ουδ.) {καταγωγί-ου} & (προφ.) καταγώγι: κακόφημος, συνήθ. υπόγειος χώρος διασκέδασης όπου συχνάζουν άνθρωποι του υποκόσμου: άθλιο/ύποπτο ~. ~ απατεώνων. Θαμώνες ~ων. Πβ. τεκές, χαμαιτυπείο. Βλ. άντρο. [< αρχ. καταγώγιον ‘κατάλυμα’, γαλλ. repaire] | |
| 23355 | καταδεικνύω | κα-τα-δει-κνύ-ω ρ. (μτβ.) {κατέδει-ξε, καταδεί-ξει, -χτηκε (λόγ.) -χθηκε (λογιότ. κατεδείχθ-η, -ησαν), -χτεί (λόγ.) -χθεί, καταδεικνύ-οντας} (επίσ.) & (προφ.) καταδείχνω: δείχνω ξεκάθαρα, κάνω ολοφάνερο, καθιστώ πασιφανές: Οι έρευνες ~ουν την κατάσταση που επικρατεί. || (εμφατ.) Το βίντεο ~ει σαφώς … Η βαριά ήττα ~ξε τα σοβαρά προβλήματα της ομάδας. Από τη συζήτηση ~χθηκε ότι ... Πβ. αποδεικνύω, φανερώνω. [< αρχ. καταδείκνυμι 'εισάγω κάτι νέο, δείχνω τον τρόπο', γαλλ. démontrer] | |
| 23356 | καταδεικτικός | , ή, ό κα-τα-δει-κτι-κός επίθ. (λόγ.): που καταδεικνύει: (ΦΙΛΟΣ.) ~ός: ορισμός. Πράξεις που είναι ~ές της στάσης του. Πβ. αποδεικτικός. Βλ. ενδεικτικός. | |
| 23357 | κατάδειξη | κα-τά-δει-ξη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καταδεικνύω: ~ των αδυναμιών/των προβλημάτων/των συνεπειών. Πβ. απόδειξη. ● ΣΥΜΠΛ.: συσκευή κατάδειξης/εισόδου: ΠΛΗΡΟΦ. η οποία επιτρέπει στον χρήστη να εισάγει δεδομένα στον υπολογιστή (οθόνη αφής, ποντίκι, τζόιστικ). Βλ. ιχνόσφαιρα. [< αγγλ. pointing device, 1971] [< μτγν. κατάδειξις, γαλλ. démonstration] | |
| 23358 | καταδείχνω | βλ. καταδεικνύω | |
| 23359 | καταδεκτικός | , ή, ό κα-τα-δε-κτι-κός επίθ. & (προφ.) καταδεχτικός: που χαρακτηρίζεται από φιλική διάθεση, ευγένεια, έλλειψη υπεροψίας ή περιφρόνησης: καλοσυνάτος και ~ με όλους. Πβ. ευπροσήγορος, προσηνής, προσιτός, συγκαταβατικός. Βλ. αλαζόνας.|| (συνεκδ.) ~ή: στάση/συμπεριφορά. ΑΝΤ. ακατάδεκτος & ακατάδεχτος ● επίρρ.: καταδεκτικά [< μεσν. καταδεκτικός] | |
| 23360 | καταδεκτικότητα | κα-τα-δε-κτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) & καταδεχτικότητα: η ιδιότητα του καταδεκτικού: Μας φέρθηκε με απλότητα/γλυκύτητα και ~. Πβ. ευπροσηγορία, προσήνεια, προσιτ-, συγκαταβατικ-ότητα. Βλ. αλαζονεία, υπεροψία. ΑΝΤ. ακαταδεξιά | |
| 23361 | κατάδεσμος | κα-τά-δε-σμος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -έσμου}: ΛΑΟΓΡ. (στην αρχαιότητα) μολύβδινη πλάκα, χαραγμένη με κατάρες ή ξόρκια· κυρ. η αντίστοιχη επιγραφή ή μαγική πρακτική. Βλ. δέσιμο, μάγια. [< αρχ. κατάδεσμος] | |
| 23362 | καταδέχομαι | κα-τα-δέ-χο-μαι ρ. (μτβ.) {καταδέχ-θηκα κ. -τηκα, -θεί κ. -τεί, καταδεχ-όμενος} (συνήθ. με άρνηση, συχνά ειρων.): συμπεριφέρομαι με καταδεκτικότητα στους άλλους, τους θεωρώ αντάξιούς μου· δέχομαι να κάνω ή να γίνεται κάτι που κρίνω ότι είναι μειωτικό, υποτιμητικό για τον εαυτό μου: Δεν μας ~εσαι πια (= μας σνομπάρεις);|| Δεν ~εται να ζητήσει βοήθεια. Ούτε ~τηκαν να μας κοιτάξουν/μιλήσουν. Απορώ πώς ~ονται και κάθονται μαζί τους. Βλ. απαξιώ. [< μεσν. καταδέχομαι] | |
| 23363 | καταδεχτικός | , ή, ό βλ. καταδεκτικός | |
| 23364 | καταδεχτικότητα | βλ. καταδεκτικότητα | |
| 23365 | κατάδηλος | , η, ο κα-τά-δη-λος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): ολοφάνερος, προφανής: ~ες: προθέσεις (= εμφανείς). Γίνεται/είναι ~ο ότι ... ΣΥΝ. καταφανής, πασίδηλος, πασιφανής, πρόδηλος ΑΝΤ. άδηλος ● επίρρ.: κατάδηλα & (λόγ.) καταδήλως [< αρχ. κατάδηλος] | |
| 23366 | καταδίδω | κα-τα-δί-δω ρ. (μτβ.) {κατέδω-σα, καταδώ-σει, καταδό-θηκε, -θεί, καταδίδ-οντας} & (προφ.) καταδίνω: προδίδω καταζητούμενο συνήθ. πρόσωπο ή αποκαλύπτω μυστική πληροφορία στις Αρχές, κυρ. για προσωπικό όφελος: Τον ~σε έναντι αμοιβής/καθ' υπόδειξη/ψευδώς. Αρνήθηκε να ~σει τους συνεργάτες/τους συνεργούς του. ~θηκε στην αστυνομία από ...|| ~σε το κρησφύγετο. Πβ. καρφώνω, μαρτυρώ, ρουφιανεύω. [< μεσν. καταδίδω] | |
| 23367 | καταδικάζω | κα-τα-δι-κά-ζω ρ. (μτβ.) {καταδίκα-σα, καταδικά-σει, -στηκα (λόγ.) -σθηκα, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, καταδικάζ-οντας} 1. ΝΟΜ. κηρύσσω ένοχο τον κατηγορούμενο και του επιβάλλω ποινή: Tο δικαστήριο τον ~σε ερήμην σε έξι μήνες φυλάκιση. ~στηκε για ανθρωποκτονία/πλαστογραφία/υπεξαίρεση. ~στηκε σε θάνατο/ισόβια κάθειρξη. Έχουν ~στεί αμετάκλητα. ΑΝΤ. αθωώνω, απαλλάσσω (3) 2. (μτφ.) αποδοκιμάζω έντονα, καταγγέλλω: ~ει τη στάση τους. ~σαν τη βία/τον πόλεμο. ~ουμε απερίφραστα/με βδελυγμία/με τον πιο έντονο τρόπο/κατηγορηματικά/ρητά την αποτρόπαια πράξη. Πβ. επι-, κατα-κρίνω, στηλιτεύω. 3. (μτφ.) δημιουργώ δυσμενείς προϋποθέσεις· καθιστώ αναπόφευκτο κάτι, συνήθ. αρνητικό: ~ουμε τις μελλοντικές γενιές να ζήσουν σε άσχημες περιβαλλοντικές συνθήκες. ● βλ. καταδικασμένος [< αρχ. καταδικάζω, γαλλ. condamner] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ