Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [24120-24140]

IDΛήμμαΕρμηνεία
23367καταδικάζωκα-τα-δι-κά-ζω ρ. (μτβ.) {καταδίκα-σα, καταδικά-σει, -στηκα (λόγ.) -σθηκα, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, καταδικάζ-οντας} 1. ΝΟΜ. κηρύσσω ένοχο τον κατηγορούμενο και του επιβάλλω ποινή: Tο δικαστήριο τον ~σε ερήμην σε έξι μήνες φυλάκιση. ~στηκε για ανθρωποκτονία/πλαστογραφία/υπεξαίρεση. ~στηκε σε θάνατο/ισόβια κάθειρξη. Έχουν ~στεί αμετάκλητα. ΑΝΤ. αθωώνω, απαλλάσσω (3) 2. (μτφ.) αποδοκιμάζω έντονα, καταγγέλλω: ~ει τη στάση τους. ~σαν τη βία/τον πόλεμο. ~ουμε απερίφραστα/με βδελυγμία/με τον πιο έντονο τρόπο/κατηγορηματικά/ρητά την αποτρόπαια πράξη. Πβ. επι-, κατα-κρίνω, στηλιτεύω. 3. (μτφ.) δημιουργώ δυσμενείς προϋποθέσεις· καθιστώ αναπόφευκτο κάτι, συνήθ. αρνητικό: ~ουμε τις μελλοντικές γενιές να ζήσουν σε άσχημες περιβαλλοντικές συνθήκες. ● βλ. καταδικασμένος [< αρχ. καταδικάζω, γαλλ. condamner]
23368καταδικασθείς, είσα, έν κα-τα-δι-κα-σθείς επίθ./ουσ. {καταδικασθ-έντος (θηλ. -είσας (λόγ.) -είσης), -έντα | -έντες (θηλ. -είσες, ουδ. -έντα), -έντων (θηλ. -εισών)}: ΝΟΜ. (για πρόσ.) που καταδικάστηκε: (ως ουσ.) ~ σε τρεις φορές ισόβια. ~ για ληστεία. Οι ~έντες έκαναν έφεση.|| (ως επίθ.) ~είς: κατηγορούμενος. ~έν: πρόσωπο. Πβ. καταδικασμένος. [< αρχ. καταδικασθείς]
23369καταδικάσιμος, η, ο κα-τα-δι-κά-σι-μος επίθ. (λόγ.): που πρέπει να καταδικαστεί: ~ες: ενέργειες. Πβ. καταδικαστέος, κολάσιμος. Βλ. -ιμος. [< μτγν. καταδικάσιμος]
23370καταδικασμένος, η, ο κα-τα-δι-κα-σμέ-νος επίθ. 1. (μτφ.) αναγκασμένος να υποστεί κάτι αρνητικό, να μην έχει καλή έκβαση: ~ος: έρωτας. Προσπάθεια ~η (εκ των προτέρων) σε αποτυχία.|| Ιστορικές μορφές ~ες στην αφάνεια.|| (ειρων.) ~ να κερδίζει πάντα. 2. ΝΟΜ. (για πρόσ.) που έχει καταδικαστεί: (κυρ. ως ουσ.) ~ ισόβια. ~ για φόνο.|| (ως επίθ.) ~ος: εγκληματίας. Πβ. καταδικασθείς. ● βλ. καταδικάζω [< αρχ. καταδεδικασμένος, γαλλ. condamné]
23371καταδικαστέος, α, ο κα-τα-δι-κα-στέ-ος επίθ. (λόγ.): κατακριτέος: ~α: απόφαση/συμπεριφορά. ~ο: επεισόδιο/φαινόμενο. ~ες: ενέργειες/μέθοδοι. Πράξεις απορριπτέες και (ηθικά) ~ες (από την κοινωνία). Πβ. αξιοκατάκριτος, καταδικάσιμος. Βλ. -τέος. [< μτγν. καταδικαστέον, γαλλ. condamnable]
23372καταδικαστικός, ή, ό κα-τα-δι-κα-στι-κός επίθ. 1. ΝΟΜ. που επιφέρει καταδίκη: ~ή: απόφαση/ετυμηγορία/ποινή/πρόταση/ψήφος. ΑΝΤ. αθωωτ-, απαλλακτ-ικός. 2. (μτφ.) έντονα αποδοκιμαστικός, καταγγελτικός: ~ός: λόγος. ~ή: δήλωση/έκθεση. ~ό: συμπέρασμα/ψήφισμα. Πβ. επι-, κατα-κριτικός, επιτιμητικός. 3. (μτφ.) που προκαλεί σοβαρό πλήγμα σε κάποιον· που έχει αρνητικό, ζημιογόνο αποτέλεσμα: (ΑΘΛ.) ~ή: διαιτησία/ήττα/ισοπαλία. ● επίρρ.: καταδικαστικά [< μτγν. καταδικαστικός, γαλλ. condamnatoire]
23373καταδίκηκα-τα-δί-κη ουσ. (θηλ.) 1. ΝΟΜ. επιβολή ποινής με δικαστική απόφαση: αµετάκλητη/βαριά/ποινική/πρωτόδικη/τελεσίδικη ~. Θανατική/ισόβια ~ (= ~ σε θάνατο/σε ισόβια). Εξάμηνη ~ με αναστολή. ~ σε φυλάκιση. ~ για απάτη/κλοπή/ναρκωτικά/φόνο. Απόφαση ~ης (= καταδικαστική). Ο εισαγγελέας εισηγήθηκε την ~ του κατηγορουμένου. Δεν εκκρεμούν ~ες σε βάρος τους. ΑΝΤ. αθώωση, απαλλαγή.|| (μτφ.) ~ σε δυστυχία/μοναξιά. Η ζωή του είναι σκέτη ~ (= βάσανο, δοκιμασία, ταλαιπωρία)! 2. (μτφ.) έντονη αποδοκιμασία, καταγγελία: διεθνής/ηθική/λεκτική/ομόφωνη/φραστική ~. Δημόσια ~ των βίαιων επεισοδίων. Ανακοίνωση/συλλαλητήριο/ψήφισμα ~ης της τρομοκρατικής επίθεσης. Πβ. επί-, κατά-κριση, στηλίτευση. Βλ. αυτο~. ● ΦΡ.: υπογράφω τη θανατική μου καταδίκη/την καταδίκη μου βλ. υπογράφω [< αρχ. καταδίκη, γαλλ. condamnation]
23374καταδικός, ή/ιά, ό κα-τα-δι-κός κτητ. αντων. (+ μου, σου, του/της, μας, σας, τους) (προφ.-επιτατ.): εντελώς δικός μου: Είναι δικός μου, ~ μου! Η απόφαση ήταν ~ή μου. Αγόρασα ένα σπίτι κατάδικό μου. ΣΥΝ. ολοδικός
23375κατάδικοςκα-τά-δι-κος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (λόγ.) -ίκου}: ΝΟΜ. πρόσωπο που έχει καταδικαστεί και εκτίει ποινή φυλάκισης: ποινικός/πολιτικός/πρώην ~. ~ για τρομοκρατία/φόνο/χρέη. Έκδοση/εκτέλεση ~ου. Απελευθέρωση/μεταγωγή/μεταφορά ~ίκων. Πβ. εγκάθειρκτος, έγκλειστος, δεσμώτης, κρατούμενος, φυλακισμένος. Βλ. ισοβίτης. [< μτγν. κατάδικος]
23376καταδίνωβλ. καταδίδω
23377καταδιωκτικόκα-τα-δι-ω-κτι-κό ουσ. (ουδ.): ΣΤΡΑΤ. ταχύτατο και ευέλικτο αεροσκάφος της Πολεμικής Αεροπορίας, προορισμένο για αερομαχίες: ~-βομβαρδιστικό. Βλ. αναχαιτιστ-, καταδρομ-, μαχητ-, μεταγωγ-ικό. [< γαλλ. chasseur, avion de chasse]
23378καταδιωκτικός, ή, ό κα-τα-δι-ω-κτι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την καταδίωξη: (ΝΟΜ.) ~ό: έγγραφο (π.χ. ένταλμα σύλληψης). ~ές: Αρχές (= διωκτικές).|| (ΨΥΧΙΑΤΡ.) ~ή: μανία. ~ό: παραλήρημα.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ό: απόσπασμα. [< μτγν. καταδιωκτικός, αγγλ. prosecuting]
23379καταδιώκωκα-τα-δι-ώ-κω ρ. (μτβ.) {καταδίω-ξε (λόγ.) κατεδίωξε, καταδιώ-ξει, -χτηκε (συχνότ. λόγ.) -χθηκε, -χτεί (συχνότ. λόγ.) -χθεί, καταδιώκ-οντας, καταδιω-γμένος} 1. τρέχω πίσω από κάποιον, τον διώκω με σκοπό συνήθ. την σύλληψη ή την εξόντωσή του: Η Αστυνομία/το περιπολικό ~ξε τους υπόπτους. Το δουλεμπορικό ~χτηκε από σκάφος του Λιμενικού. Πβ. κυνηγώ.|| ~εται από τις Αρχές (= του έχει ασκηθεί ποινική δίωξη). Βλ. καταζητώ. 2. στρέφομαι βίαια εναντίον κάποιου, απομακρύνοντάς τον από τον τόπο του, φυλακίζοντας, βασανίζοντας ή σκοτώνοντάς τον: ~χτηκαν άγρια για τις πολιτικές τους πεποιθήσεις. Πρόσφυγες ~γμένοι από το καθεστώς (: εκπατρισμένοι, ξεριζωμένοι). Βλ. εκδιώκω, εκτοπίζω, εξορίζω. 3. (μτφ.) κατατρέχω: Τον ~ουν οι αναμνήσεις/οι τύψεις. [< αρχ. καταδιώκω, γαλλ. poursuivre, persécuter]
23380καταδίωξηκα-τα-δί-ω-ξη ουσ. (θηλ.) 1. προσπάθεια εντοπισμού, σύλληψης ή/και εξόντωσης προσώπου που επιχειρεί να διαφύγει: άγρια/αιματηρή/ανελέητη/επικίνδυνη ~. ~ των κακοποιών/των ληστών (από αστυνομικούς). ~ με πυροβολισμούς. Επιχείρηση/σκηνές ~ης. Το υπό ~ αυτοκίνητο. Πβ. κυνήγημα, κυνηγητό.|| ~ των εχθρικών στρατευμάτων. Βλ. απώθηση.|| ~ θηράματος. Πβ. κυνήγι.|| (ΑΘΛ., στην ποδηλασία πίστας) Ατομική/ομαδική ~. Βλ. σπριντ. 2. διωγμός, κατατρεγμός: Υπέστησαν βάσανα και ~ώξεις. Βλ. (εκ)δίωξη, εκπατρισμός, εκτόπιση, εξορία, ξεριζωμός. ● ΣΥΜΠΛ.: μανία καταδίωξης/καταδιώξεως & σύνδρομο καταδίωξης: ΨΥΧΙΑΤΡ. αυταπάτη, συνεχής φόβος ενός ατόμου ότι το κυνηγούν, το καταδιώκουν. [< μτγν. καταδίωξις, γαλλ. poursuite, persécution]
23381καταδολίευσηκα-τα-δο-λί-ευ-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. εξαπάτηση· παράβαση ή καταστρατήγηση νόμου ή δικαιώματος με δόλιο τρόπο: ~ δανειστών.|| ~ εισαγωγικών εξετάσεων/συμφερόντων του Δημοσίου. [< γαλλ. fraude]
23382καταδολιευτικός, ή, ό κα-τα-δο-λι-ευ-τι-κός επίθ.: ΝΟΜ. που σχετίζεται με την καταδολίευση: ~ή: απαλλοτρίωση/δικαιοπραξία. ● επίρρ.: καταδολιευτικά [< γαλλ. frauduleux]
23383κατάδοσηκα-τά-δο-ση ουσ. (θηλ.): προδοσία καταζητούμενων συνήθ. προσώπων ή αποκάλυψη μυστικών πληροφοριών στις Αρχές, κυρ. για προσωπικό όφελος: ~ των συνενόχων (στην Αστυνομία). Πβ. κάρφωμα, ρουφιανιά, σπιουνιά, χαφιεδισμός. [< μεσν. κατάδοσις]
23384καταδότηςκα-τα-δό-της ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. καταδότρια}: πρόσωπο που καταδίδει κάποιον ή κάτι: ~ των συντρόφων του. ~ της Αστυνομίας. Πβ. καρφί, προδότης, ρουφιάνος, σπιούνος, τσάτσος, χαφιές. Βλ. -δότης, δωσίλογος, κατάσκοπος, πληροφοριοδότης. [< μεσν. καταδότης]
23385καταδρομέαςκα-τα-δρο-μέ-ας ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΣΤΡΑΤ. αξιωματικός ή στρατιώτης που υπηρετεί στις Ειδικές Δυνάμεις: αμφίβιος/έφεδρος/ορεινός (= λοκατζής, πρασινοσκούφης) ~. Ομάδα ~έων. Βλ. αλεξιπτωτιστής, βατραχάνθρωπος, πεζοναύτης. ΣΥΝ. κομάντο (1)
23386καταδρομήκα-τα-δρο-μή ουσ. (θηλ.): ΣΤΡΑΤ. γρήγορη και αιφνιδιαστική επίθεση κατά του εχθρού, με σκοπό την πρόκληση σύγχυσης και καταστροφών. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: Δυνάμεις Καταδρομών & (προφ.) Καταδρομές: άνδρες των Ειδικών Δυνάμεων εκπαιδευμένοι κατάλληλα για επικίνδυνες αποστολές. Βλ. ΛΟΚ, ΜΑΚ, ΟΥΚ. [< αρχ. καταδρομή ‘επιδρομή, επέλαση’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.