| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 23388 | καταδρομικός | , ή, ό κα-τα-δρο-μι-κός επίθ.: ΣΤΡΑΤ. που σχετίζεται με την καταδρομή: ~ή: επίθεση/επιχείρηση. | |
| 23389 | καταδυνάστευση | κα-τα-δυ-νά-στευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.-επιτατ.): καταπίεση: πολιτική ~. Εκμετάλλευση και ~ του ανθρώπου.|| (μτφ.) Προσπάθεια ~ης της ελευθερίας/της κοινής γνώμης. | |
| 23390 | καταδυναστευτικός | , ή, ό κα-τα-δυ-να-στευ-τι-κός επίθ. (λόγ.-επιτατ.): καταπιεστικός: ~ή: πολιτική. Πβ. τυραννικός. | |
| 23391 | καταδυναστεύω | κα-τα-δυ-να-στεύ-ω ρ. (μτβ.) {καταδυνάστευ-σε, καταδυναστεύ-σει, -τηκε (σπάν.) -θηκε, -τεί, -οντας, -όμενος, -μένος} (λόγ.-επιτατ.) 1. (για πρόσ.) συμπεριφέρομαι με αυταρχικότητα, αφαιρώντας από τους άλλους το δικαίωμα να ενεργούν κατά βούληση: ~ει τα παιδιά του. Πβ. καταπιέζω. 2. κυβερνώ, εξουσιάζω αυθαίρετα και αυταρχικά: Πολιτικό καθεστώς που χειραγωγεί και ~ει τον λαό. Πβ. τυραννώ. ● καταδυναστεύει: (μτφ.) εξουσιάζει ολοκληρωτικά κάποιον, περιορίζοντας την ελευθερία του και ταλαιπωρώντας τον: Οι έμμονες ιδέες ~ουν το άτομο (= βασανίζουν, καταδιώκουν). Μην αφήνεις το άγχος να σε ~! Νεαρά παιδιά ~ονται από τη μάστιγα των ναρκωτικών. Πβ. κατατρύχει, κατεξουσιάζω. [< αρχ. καταδυναστεύω] | |
| 23392 | καταδύομαι | κα-τα-δύ-ο-μαι ρ. (αμτβ.) {καταδύ-θηκε, -θεί, -όμενος} (λόγ.) 1. βυθίζομαι, φτάνω κάτω από την επιφάνεια υδάτινου όγκου: ~εται για έρευνες σε ναυάγια. Ο βατραχάνθρωπος/το υποβρύχιο ~θηκε σε βάθος ... μέτρων. ~όμενο: προσωπικό (βλ. αυτοδύτης). Πλωτές ή ~όμενες εξέδρες γεώτρησης. Πβ. βουτώ. ΑΝΤ. αναδύομαι (1) 2. (μτφ.) εισχωρώ, εξετάζω σε βάθος: ~εται στα βάθη της ψυχής/στο παρελθόν. Πβ. εμβαθύνω, εντρυφώ. 3. (μτφ.) ακολουθώ καθοδική πορεία: (ΓΕΩΛ.) Λιθοσφαιρική πλάκα που ~εται κάτω από μια άλλη. Πβ. καταβυθίζω.|| (ΙΑΤΡ.) ~όμενη: βρογχοκήλη (: που ακολουθεί πορεία εντός του μεσοθωρακίου). [< αρχ. καταδύομαι] | |
| 23393 | κατάδυση | κα-τά-δυ-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καταδύομαι: επαγγελματική/νυχτερινή ~ στον θαλάσσιο βυθό. ~ με μπουκάλα/φιάλη. Δίπλωμα/στολή/σχολή ~ης. Υποβρύχιο ψάρεμα και ~ύσεις. ~ύσεις από σκάφος. Εκπαιδευτής/ρολόι ~ύσεων. Οργανώνονται ~ύσεις αναψυχής. Ασχολούμαι με τις/κάνω ~ύσεις. Πβ. βουτιά. Βλ. σπηλαιο~.|| (ΑΘΛ., ως ολυμπιακό άθλημα) ~ύσεις από (σταθερό) βατήρα. Συγχρονισμένες ~ύσεις από πλατφόρμα. Πρωτάθλημα ~ύσεων.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Τελετή ~ης του Τιμίου Σταυρού (: αγιασμός των υδάτων).|| ~ υποβρυχίου (πβ. βύθιση). ΑΝΤ. ανάδυση 2. (μτφ.) εισχώρηση, εξέταση σε βάθος: ~ στα εμπειρικά δεδομένα. Πβ. εμβάθυνση, εντρύφηση. ● ΣΥΜΠΛ.: αυτόνομη κατάδυση: που γίνεται με ειδική συσκευή η οποία επιτρέπει στον δύτη να αναπνέει κάτω από το νερό. [< scuba diving, 1962] , ελεύθερη κατάδυση: που γίνεται με κράτημα της αναπνοής του δύτη. [< αγγλ. free-diving, 1955] , τεχνική κατάδυση: κατάδυση σε μεγάλο βάθος και για αρκετή ώρα, η οποία επιτυγχάνεται με τη χρήση ειδικών μεθόδων και εξοπλισμού (μπουκάλες με μεικτά αέρια αναπνοής): ~ ~ σε θαλάσσια σπήλαια/ναυάγια. [< αγγλ. tech(nical) diving] [< μτγν. κατάδυσις, γαλλ. immersion, αγγλ. diving] | |
| 23394 | καταδύτης | κα-τα-δύ-της ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. καταδύτρια}: πρόσωπο που κάνει καταδύσεις επαγγελματικά ή ερασιτεχνικά· κυρ. αθλητής της κατάδυσης: ελεύθεροι ~ες. Δίπλωμα ~η. Εκπαίδευση ~ών. Πβ. δύτης.|| (ΑΘΛ.) Χρυσός/ασημένιος/χάλκινος ~. | |
| 23395 | καταδυτικός | , ή, ό κα-τα-δυ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την κατάδυση: ~ός: εξοπλισμός/τουρισμός. ~ή: εκπαίδευση/ιατρική/στολή/σχολή/φιάλη. ~ό: ατύχημα/πάρκο/ρολόι/σκάφος/συνεργείο. ~ές: εργασίες/υπηρεσίες. ~ό: αντανακλαστικό (: μείωση του καρδιακού ρυθμού κατά την κατάδυση). [< αγγλ. diving, πβ. γαλλ. submersible] | |
| 23396 | καταζήτηση | κα-τα-ζή-τη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ενέργεια του καταζητώ: ~ και δίωξη των δραστών. Ένταλμα ~ης. | |
| 23397 | καταζητούμενος, καταζητούμενη | κα-τα-ζη-τού-με-νος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που καταζητείται: επικίνδυνος ~. ~ για εμπόριο ναρκωτικών/φόνο. Ο υπ' αριθμόν ένα ~. Έκδοση/παράδοση/σύλληψη ~ου.|| (ως επίθ.) ~ος: εγκληματίας/κακοποιός. ~α: μέλη οργάνωσης. Ο πλέον ~ (από την Αστυνομία/Ιντερπόλ) τρομοκράτης. | |
| 23398 | καταζητώ | κα-τα-ζη-τώ ρ. (μτβ.) {καταζητ-εί | -είται, -ούμενος, -ώντας}: προσπαθώ να εντοπίσω πρόσωπο που έχει διαπράξει ποινικό αδίκημα, με σκοπό τη σύλληψή του: Τον ~εί η Αστυνομία. ~είται (από την Ιντερπόλ) για απαγωγή/(από το Διεθνές Δικαστήριο) για εγκλήματα πολέμου. Ο δράστης διέφυγε από τις Αρχές και ~είται. Βλ. επικηρύσσω. [< μτγν. καταζητῶ, γαλλ. poursuivre] | |
| 23399 | κατάθεση | κα-τά-θε-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΝ. τοποθέτηση χρηματικού ποσού σε πιστωτικό ίδρυμα για επένδυση ή/και φύλαξη: ελάχιστη/τραπεζική ~. ~ όψεως (: που παρέχει τη δυνατότητα άμεσης ανάληψης). ~ με πιστωτική κάρτα. Βλ. καταβολή, παρακαταθήκη, πληρωμή, παρα~, προ~. ΑΝΤ. ανάληψη (1) 2. (επίσ.) παράδοση, υποβολή (εγγράφου) σε αρμόδια Αρχή: αυτοπρόσωπη/εκπρόθεσμη/ηλεκτρονική ~. ~ αίτησης/αναφοράς/βαθμολογίας/δικαιολογητικών/μηχανογραφικού δελτίου/πιστοποιητικού/προτάσεων/υπομνήματος/υποψηφιότητας. ~ επερώτησης/νομοσχεδίου/τροπολογίας στη Βουλή.|| (ΝΟΜ.) ~ ένστασης/μήνυσης.|| ~ υπηρεσιακής ταυτότητας (: σε περίπτωση συνταξιοδότησης). Πβ. προσκόμιση. 3. ΝΟΜ. προφορική ή γραπτή αφήγηση συμβάντος ενώπιον δημόσιας Αρχής· μαρτυρία: ανώμοτη/ένορκη/επιβαρυντική/ψευδής (βλ. ψευδορκία) ~. Αντιφατικές ~έσεις. ~ του (αυτόπτη) μάρτυρα (= μαρτυρική ~)/μοναδικού επιζώντα. ~ στοιχείων. ~έσεις από συγγενείς των θυμάτων. Έδωσε ~ στην Αστυνομία. Του πήραν ~. Κατά την/στην ~ή του ενώπιον του ανακριτή δήλωσε ότι ... 4. (επίσ.) επίσημη τοποθέτηση σε συνήθ. ιερό χώρο· απόθεση: ~ του θεμέλιου λίθου (= θεμελίωση) του νέου νοσοκομείου. Πραγματοποιήθηκε ~ στεφάνου στο μνημείο των πεσόντων.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Η ~ της Τιμίας Ζώνης της Θεοτόκου (: εορτάζεται στις 31 Αυγούστου). 5. (μτφ.-επίσ.) έκθεση, παρουσίαση θέσεων και απόψεων: δημόσια/πολιτική ~. ~ γνώμης/γνώσης/επιχειρημάτων. ● καταθέσεις (οι): ΟΙΚΟΝ. χρηματικό ποσό που έχει κατατεθεί: αποταμιευτικές/δεσμευμένες/έντοκες/επενδυτικές/ιδιωτικές/τραπεζικές ~. ~ και ομόλογα. ~ εσωτερικού/με επιτόκιο ...%. ~ σε ευρώ/συνάλλαγμα. Απόδοση/βιβλιάριο/διαχείριση/μεταφορά/όριο ~έσεων. ● ΣΥΜΠΛ.: κατάθεση (της) εντολής (επίσ.): παραίτηση από επίσημη ανάθεση: ~ ~ για σχηματισμό κυβέρνησης., κατάθεση (των) όπλων: ΣΤΡΑΤ. παύση των εχθροπραξιών, των ένοπλων επιθέσεων: ~ ~ και εκεχειρία/συνθηκολόγηση., κατάθεση ψυχής & προσωπική κατάθεση & κατάθεση καρδιάς (μτφ.) 1. ειλικρινής και εκ βαθέων εξομολόγηση: συγκλονιστική ~ ~ από τον διάσημο καλλιτέχνη. Έδωσε/έκανε (μια) ~ ~ ενώπιον του κοινού. 2. & κατάθεση ζωής: καταβολή πολύ μεγάλης προσπάθειας, ψυχική δοκιμασία: Το έργο του αποτελεί ~ ~. Πβ. προσφορά., προθεσμιακή κατάθεση & κατάθεση προθεσμίας: ΟΙΚΟΝ. που η ανάληψή της γίνεται μετά τη λήξη της προθεσμίας, με υψηλότερο επιτόκιο συγκριτικά με το εκάστοτε ισχύον., κατάθεση ταμιευτηρίου βλ. ταμιευτήριο [< μτγν. κατάθεσις, γαλλ. déposition] | |
| 23400 | καταθετήριο | κα-τα-θε-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): απόδειξη πληρωμής: ονομαστικό ~. ~ της τράπεζας. Βλ. -τήριο. ● ΣΥΜΠΛ.: ιδρυματικό καταθετήριο/αποθετήριο: ψηφιακή βιβλιοθήκη που παρέχει ελεύθερη και χωρίς περιορισμό πρόσβαση στο επιστημονικό και ερευνητικό υλικό ακαδημαϊκού ιδρύματος: ~ ~ για τις διδακτορικές διατριβές και τις μεταπτυχιακές εργασίες που έχουν εκπονηθεί στο Πανεπιστήμιο. [< αγγλ. Institutional Repository] | |
| 23401 | καταθέτης | κα-τα-θέ-της ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. καταθέτρια}: πρόσωπο που καταθέτει χρήματα ή σπανιότ. έγγραφο: (ΟΙΚΟΝ.) στοιχεία ~η. Οι ~ες του ταμιευτηρίου/των τραπεζών. ~ες και επενδυτές/μέτοχοι. Βλ. μεγαλο~, μικρο~, παρα~.|| (επίσ.) Ο ~ της αίτησης (βλ. αιτών). Βλ. -θέτης. [< γαλλ. déposant] | |
| 23402 | καταθετικός | , ή, ό κα-τα-θε-τι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με την κατάθεση χρημάτων: ~ός: λογαριασμός. ~ό: πρόγραμμα/(και επενδυτικό) προϊόν. Η τράπεζα εμφάνισε ενισχυμένη την ~ή της βάση κατά ...%. | |
| 23403 | καταθέτω | κα-τα-θέ-τω ρ. (μτβ.) {κατέθε-σα (προφ.) κατάθε-σα, καταθέ-σω, κατατίθ-εται, -ενται (προφ.-εσφαλμ. καταθέτ-εται, -ονται), κατατέ-θηκε (λόγ. κατετέθ-η, -ησαν, μτχ. κατατεθ-είς, -είσα, -έν), κατατε-θεί, κατατιθέμενος, κατατεθειμένος, καταθέτ-οντας} 1. ΟΙΚΟΝ. κάνω κατάθεση: ~ χρήματα σε θυρίδα/σε ξένο συνάλλαγμα/στο ταμιευτήριο. Ο μισθός ~εται κάθε μήνα στην τράπεζα. Το ποσό ~θηκε σε κοινό λογαριασμό. ~μένα: κεφάλαια.|| (μτφ.) ~σε (= αφιέρωσε) την ψυχή του στο τραγούδι. 2. (επίσ.) προσκομίζω, υποβάλλω (έγγραφο): ~ αίτημα/έκθεση πεπραγμένων/φάκελο (με στοιχεία). ~ τα χαρτιά μου στη γραμματεία/(αυτοπροσώπως/εγγράφως) την παραίτησή μου. Ο βουλευτής ~σε επερώτηση. Τα βιογραφικά ~ενται εντός της προθεσμίας. ~θηκε στη Βουλή για ψήφιση ο νέος νόμος. Κατατεθειμένη: αίτηση/πρόταση.|| (ΝΟΜ.) ~ αγωγή/ασφαλιστικά μέτρα/ένορκη βεβαίωση/ένσταση/έφεση/μήνυση/προσφυγή. 3. ΝΟΜ. δίνω προφορική ή γραπτή μαρτυρία: ~ ως μάρτυρας σε δίκη. Ο εγκαλών ~σε ενόρκως/ψευδώς ότι ... Κλήθηκε να ~σει ενώπιον του ανακριτή/δικαστηρίου/εισαγγελέα. 4. (μτφ.-επίσ.) παρουσιάζω, εκθέτω (τις απόψεις μου): ~σε (δημόσια) τις ανησυχίες/τις θέσεις/τις προτάσεις/τους προβληματισμούς του. 5. (επίσ.) αποθέτω: ~θηκε στεφάνι στο μνημείο των πεσόντων.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) ~θηκαν τα λείψανα του Αγίου (στον ναό). ● ΦΡ.: καταθέτω την εντολή (επίσ.): παραιτούμαι από κάτι που μου έχει επίσημα ανατεθεί: Τα μέλη της Επιτροπής υπέβαλαν συλλογική παραίτηση και κατέθεσαν ~ τους., καταθέτω/παραδίδω τα όπλα 1. (μτφ.-συνήθ. σε αρνητ. πρόταση) εγκαταλείπω τον αγώνα, παραιτούμαι από την προσπάθεια: Μην καταθέτεις ~ στην πρώτη δυσκολία/τόσο γρήγορα! Πβ. παραδίδομαι, υποκύπτω. 2. σταματώ τις εχθροπραξίες, παύω τον ένοπλο αγώνα: Τα αντίπαλα στρατεύματα παρέδωσαν ~ τους και συνθηκολόγησαν. ● βλ. κατατεθείς [< αρχ. κατατίθημι, μεσν. καταθέτω, γαλλ. déposer] | |
| 23404 | καταθλίβω | κα-τα-θλί-βω ρ. (μτβ.) {κατέθλι-ψε, καταθλί-ψει, καταθλίβ-ομαι, -οντας, καταθλι-μμένος} (λόγ.-επιτατ.): προκαλώ κατάθλιψη: Οι δυσάρεστες ειδήσεις με ~ουν. ~ομαι όταν βρέχει. Πβ. καταστενοχωρώ, ψυχοπλακώνω. [< μτγν. καταθλίβω] | |
| 23405 | καταθλιπτικός | , ή, ό κα-τα-θλι-πτι-κός επίθ. 1. που χαρακτηρίζεται από βαριά μελαγχολία, έντονη θλίψη ή/και προκαλεί το ανάλογο συναίσθημα: ~ός: καιρός (βλ. μουντός). ~ή: ατμόσφαιρα/εικόνα/ταινία. ~ό: τραγούδι. ~ά τα νέα οικονομικά μέτρα (βλ. επαχθής). Πβ. ψυχοπλακωτικός. 2. ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την κατάθλιψη: ~ή: συμπεριφορά/συμπτωματολογία. ~ό: επεισόδιο/σύνδρομο. ~ές: διαταραχές/τάσεις. ~ά: φαινόμενα. ΑΝΤ. αντι~.|| (για πρόσ.) ~ός: ασθενής. Χρόνια ~ό άτομο. (ως ουσ.) ~οί και σχιζοφρενείς. Βλ. μανιο~. 3. ΤΕΧΝΟΛ. που συμπιέζει ρευστό: ~ός: αγωγός/σωλήνας λυμάτων. Αναρροφητική-~ή αντλία. ● επίρρ.: καταθλιπτικά [< 1,2: γαλλ. déprimant, dépressif] | |
| 23406 | κατάθλιψη | κα-τά-θλι-ψη ουσ. (θηλ.) 1. ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. διαταραχή που χαρακτηρίζεται κυρ. από επίμονα και ισχυρά συναισθήματα θλίψης και απαισιοδοξίας, έλλειψη αυτοεκτίμησης και μείωση του ενδιαφέροντος για οποιαδήποτε δραστηριότητα· γενικότ. συναίσθημα έντονης θλίψης: αντιδραστική (: οφείλεται σε εξωτερικό παράγοντα και παύει όταν αυτός εκλείψει)/γεροντική/ενδογενής/επιλόχεια/εφηβική/κλινική/μείζων/μόνιμη/νευρωτική/σοβαρή/ψυχωτική ~. Βαριάς/ήπιας (πβ. δυσθυμική διαταραχή) μορφής ~. Αίτια/κίνδυνος/συμπτώματα (: κόπωση, λήθαργος, τάσεις αυτοκτονίας) ~ης. Φάρμακα κατά της ~ης (= αντικαταθλιπτικά). Περνάει φάση ~ης. Έπαθε/έχει ~. Βυθίζεται/είναι/έπεσε σε ~. Ξεπέρασε την ~. Βλ. κατατονία, μανιο~, ψύχωση.|| (προφ.) Η ~ του χειμώνα (πβ. εποχική συναισθηματική διαταραχή). Με πιάνει/μου 'ρχεται (μαύρη) ~, όταν σκέφτομαι ότι ... Η κατάσταση με οδηγεί σε/μου προκαλεί ~. Πβ. μαυρίλα, μελαγχολία, ψυχοπλάκωμα. 2. ΤΕΧΝΟΛ. συμπίεση ρευστού: (σε αντλία:) στόμιο (αναρρόφησης και) ~ης. Βλ. σύνθλιψη. ● ΣΥΜΠΛ.: μονοπολική διαταραχή/κατάθλιψη βλ. μονοπολικός [< 1: γαλλ. dépression 2: μτγν. κατάθλιψις] | |
| 23407 | καταθορυβώ | [καταθορυβῶ] κα-τα-θο-ρυ-βώ ρ. (μτβ.) {καταθορύβ-ησε, -ήθηκε, -ημένος} (επιτατ.): προκαλώ σε κάποιον πολύ μεγάλη ανησυχία, ψυχική αναστάτωση: Οι άσχημες εξελίξεις μας έχουν ~ήσει. ~ήθηκε από τα αποτελέσματα της έρευνας. Ήταν ~ημένος (πβ. αναστατω-, κατατρομαγ-, ταραγ-μένος). ΑΝΤ. καθησυχάζω [< μτγν. καταθορυβῶ] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ