| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 23379 | καταδιώκω | κα-τα-δι-ώ-κω ρ. (μτβ.) {καταδίω-ξε (λόγ.) κατεδίωξε, καταδιώ-ξει, -χτηκε (συχνότ. λόγ.) -χθηκε, -χτεί (συχνότ. λόγ.) -χθεί, καταδιώκ-οντας, καταδιω-γμένος} 1. τρέχω πίσω από κάποιον, τον διώκω με σκοπό συνήθ. την σύλληψη ή την εξόντωσή του: Η Αστυνομία/το περιπολικό ~ξε τους υπόπτους. Το δουλεμπορικό ~χτηκε από σκάφος του Λιμενικού. Πβ. κυνηγώ.|| ~εται από τις Αρχές (= του έχει ασκηθεί ποινική δίωξη). Βλ. καταζητώ. 2. στρέφομαι βίαια εναντίον κάποιου, απομακρύνοντάς τον από τον τόπο του, φυλακίζοντας, βασανίζοντας ή σκοτώνοντάς τον: ~χτηκαν άγρια για τις πολιτικές τους πεποιθήσεις. Πρόσφυγες ~γμένοι από το καθεστώς (: εκπατρισμένοι, ξεριζωμένοι). Βλ. εκδιώκω, εκτοπίζω, εξορίζω. 3. (μτφ.) κατατρέχω: Τον ~ουν οι αναμνήσεις/οι τύψεις. [< αρχ. καταδιώκω, γαλλ. poursuivre, persécuter] | |
| 23380 | καταδίωξη | κα-τα-δί-ω-ξη ουσ. (θηλ.) 1. προσπάθεια εντοπισμού, σύλληψης ή/και εξόντωσης προσώπου που επιχειρεί να διαφύγει: άγρια/αιματηρή/ανελέητη/επικίνδυνη ~. ~ των κακοποιών/των ληστών (από αστυνομικούς). ~ με πυροβολισμούς. Επιχείρηση/σκηνές ~ης. Το υπό ~ αυτοκίνητο. Πβ. κυνήγημα, κυνηγητό.|| ~ των εχθρικών στρατευμάτων. Βλ. απώθηση.|| ~ θηράματος. Πβ. κυνήγι.|| (ΑΘΛ., στην ποδηλασία πίστας) Ατομική/ομαδική ~. Βλ. σπριντ. 2. διωγμός, κατατρεγμός: Υπέστησαν βάσανα και ~ώξεις. Βλ. (εκ)δίωξη, εκπατρισμός, εκτόπιση, εξορία, ξεριζωμός. ● ΣΥΜΠΛ.: μανία καταδίωξης/καταδιώξεως & σύνδρομο καταδίωξης: ΨΥΧΙΑΤΡ. αυταπάτη, συνεχής φόβος ενός ατόμου ότι το κυνηγούν, το καταδιώκουν. [< μτγν. καταδίωξις, γαλλ. poursuite, persécution] | |
| 23381 | καταδολίευση | κα-τα-δο-λί-ευ-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. εξαπάτηση· παράβαση ή καταστρατήγηση νόμου ή δικαιώματος με δόλιο τρόπο: ~ δανειστών.|| ~ εισαγωγικών εξετάσεων/συμφερόντων του Δημοσίου. [< γαλλ. fraude] | |
| 23382 | καταδολιευτικός | , ή, ό κα-τα-δο-λι-ευ-τι-κός επίθ.: ΝΟΜ. που σχετίζεται με την καταδολίευση: ~ή: απαλλοτρίωση/δικαιοπραξία. ● επίρρ.: καταδολιευτικά [< γαλλ. frauduleux] | |
| 23383 | κατάδοση | κα-τά-δο-ση ουσ. (θηλ.): προδοσία καταζητούμενων συνήθ. προσώπων ή αποκάλυψη μυστικών πληροφοριών στις Αρχές, κυρ. για προσωπικό όφελος: ~ των συνενόχων (στην Αστυνομία). Πβ. κάρφωμα, ρουφιανιά, σπιουνιά, χαφιεδισμός. [< μεσν. κατάδοσις] | |
| 23384 | καταδότης | κα-τα-δό-της ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. καταδότρια}: πρόσωπο που καταδίδει κάποιον ή κάτι: ~ των συντρόφων του. ~ της Αστυνομίας. Πβ. καρφί, προδότης, ρουφιάνος, σπιούνος, τσάτσος, χαφιές. Βλ. -δότης, δωσίλογος, κατάσκοπος, πληροφοριοδότης. [< μεσν. καταδότης] | |
| 23385 | καταδρομέας | κα-τα-δρο-μέ-ας ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΣΤΡΑΤ. αξιωματικός ή στρατιώτης που υπηρετεί στις Ειδικές Δυνάμεις: αμφίβιος/έφεδρος/ορεινός (= λοκατζής, πρασινοσκούφης) ~. Ομάδα ~έων. Βλ. αλεξιπτωτιστής, βατραχάνθρωπος, πεζοναύτης. ΣΥΝ. κομάντο (1) | |
| 23386 | καταδρομή | κα-τα-δρο-μή ουσ. (θηλ.): ΣΤΡΑΤ. γρήγορη και αιφνιδιαστική επίθεση κατά του εχθρού, με σκοπό την πρόκληση σύγχυσης και καταστροφών. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: Δυνάμεις Καταδρομών & (προφ.) Καταδρομές: άνδρες των Ειδικών Δυνάμεων εκπαιδευμένοι κατάλληλα για επικίνδυνες αποστολές. Βλ. ΛΟΚ, ΜΑΚ, ΟΥΚ. [< αρχ. καταδρομή ‘επιδρομή, επέλαση’] | |
| 23387 | καταδρομικό | κα-τα-δρο-μι-κό ουσ. (ουδ.) ΣΤΡΑΤ. 1. ταχύ πολεμικό σκάφος: βαρύ/ελαφρύ ~. Θωρηκτό-~. ~ κατευθυνόμενων βλημάτων/μάχης. Βλ. αντιτορπιλικό, αρματαγωγό, υποβρύχιο. 2. μαχητικό αεροσκάφος που προορίζεται για καταδρομές. Βλ. καταδιωκτικό. [< γαλλ. croiseur] | |
| 23388 | καταδρομικός | , ή, ό κα-τα-δρο-μι-κός επίθ.: ΣΤΡΑΤ. που σχετίζεται με την καταδρομή: ~ή: επίθεση/επιχείρηση. | |
| 23389 | καταδυνάστευση | κα-τα-δυ-νά-στευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.-επιτατ.): καταπίεση: πολιτική ~. Εκμετάλλευση και ~ του ανθρώπου.|| (μτφ.) Προσπάθεια ~ης της ελευθερίας/της κοινής γνώμης. | |
| 23390 | καταδυναστευτικός | , ή, ό κα-τα-δυ-να-στευ-τι-κός επίθ. (λόγ.-επιτατ.): καταπιεστικός: ~ή: πολιτική. Πβ. τυραννικός. | |
| 23391 | καταδυναστεύω | κα-τα-δυ-να-στεύ-ω ρ. (μτβ.) {καταδυνάστευ-σε, καταδυναστεύ-σει, -τηκε (σπάν.) -θηκε, -τεί, -οντας, -όμενος, -μένος} (λόγ.-επιτατ.) 1. (για πρόσ.) συμπεριφέρομαι με αυταρχικότητα, αφαιρώντας από τους άλλους το δικαίωμα να ενεργούν κατά βούληση: ~ει τα παιδιά του. Πβ. καταπιέζω. 2. κυβερνώ, εξουσιάζω αυθαίρετα και αυταρχικά: Πολιτικό καθεστώς που χειραγωγεί και ~ει τον λαό. Πβ. τυραννώ. ● καταδυναστεύει: (μτφ.) εξουσιάζει ολοκληρωτικά κάποιον, περιορίζοντας την ελευθερία του και ταλαιπωρώντας τον: Οι έμμονες ιδέες ~ουν το άτομο (= βασανίζουν, καταδιώκουν). Μην αφήνεις το άγχος να σε ~! Νεαρά παιδιά ~ονται από τη μάστιγα των ναρκωτικών. Πβ. κατατρύχει, κατεξουσιάζω. [< αρχ. καταδυναστεύω] | |
| 23392 | καταδύομαι | κα-τα-δύ-ο-μαι ρ. (αμτβ.) {καταδύ-θηκε, -θεί, -όμενος} (λόγ.) 1. βυθίζομαι, φτάνω κάτω από την επιφάνεια υδάτινου όγκου: ~εται για έρευνες σε ναυάγια. Ο βατραχάνθρωπος/το υποβρύχιο ~θηκε σε βάθος ... μέτρων. ~όμενο: προσωπικό (βλ. αυτοδύτης). Πλωτές ή ~όμενες εξέδρες γεώτρησης. Πβ. βουτώ. ΑΝΤ. αναδύομαι (1) 2. (μτφ.) εισχωρώ, εξετάζω σε βάθος: ~εται στα βάθη της ψυχής/στο παρελθόν. Πβ. εμβαθύνω, εντρυφώ. 3. (μτφ.) ακολουθώ καθοδική πορεία: (ΓΕΩΛ.) Λιθοσφαιρική πλάκα που ~εται κάτω από μια άλλη. Πβ. καταβυθίζω.|| (ΙΑΤΡ.) ~όμενη: βρογχοκήλη (: που ακολουθεί πορεία εντός του μεσοθωρακίου). [< αρχ. καταδύομαι] | |
| 23393 | κατάδυση | κα-τά-δυ-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καταδύομαι: επαγγελματική/νυχτερινή ~ στον θαλάσσιο βυθό. ~ με μπουκάλα/φιάλη. Δίπλωμα/στολή/σχολή ~ης. Υποβρύχιο ψάρεμα και ~ύσεις. ~ύσεις από σκάφος. Εκπαιδευτής/ρολόι ~ύσεων. Οργανώνονται ~ύσεις αναψυχής. Ασχολούμαι με τις/κάνω ~ύσεις. Πβ. βουτιά. Βλ. σπηλαιο~.|| (ΑΘΛ., ως ολυμπιακό άθλημα) ~ύσεις από (σταθερό) βατήρα. Συγχρονισμένες ~ύσεις από πλατφόρμα. Πρωτάθλημα ~ύσεων.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Τελετή ~ης του Τιμίου Σταυρού (: αγιασμός των υδάτων).|| ~ υποβρυχίου (πβ. βύθιση). ΑΝΤ. ανάδυση 2. (μτφ.) εισχώρηση, εξέταση σε βάθος: ~ στα εμπειρικά δεδομένα. Πβ. εμβάθυνση, εντρύφηση. ● ΣΥΜΠΛ.: αυτόνομη κατάδυση: που γίνεται με ειδική συσκευή η οποία επιτρέπει στον δύτη να αναπνέει κάτω από το νερό. [< scuba diving, 1962] , ελεύθερη κατάδυση: που γίνεται με κράτημα της αναπνοής του δύτη. [< αγγλ. free-diving, 1955] , τεχνική κατάδυση: κατάδυση σε μεγάλο βάθος και για αρκετή ώρα, η οποία επιτυγχάνεται με τη χρήση ειδικών μεθόδων και εξοπλισμού (μπουκάλες με μεικτά αέρια αναπνοής): ~ ~ σε θαλάσσια σπήλαια/ναυάγια. [< αγγλ. tech(nical) diving] [< μτγν. κατάδυσις, γαλλ. immersion, αγγλ. diving] | |
| 23394 | καταδύτης | κα-τα-δύ-της ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. καταδύτρια}: πρόσωπο που κάνει καταδύσεις επαγγελματικά ή ερασιτεχνικά· κυρ. αθλητής της κατάδυσης: ελεύθεροι ~ες. Δίπλωμα ~η. Εκπαίδευση ~ών. Πβ. δύτης.|| (ΑΘΛ.) Χρυσός/ασημένιος/χάλκινος ~. | |
| 23395 | καταδυτικός | , ή, ό κα-τα-δυ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την κατάδυση: ~ός: εξοπλισμός/τουρισμός. ~ή: εκπαίδευση/ιατρική/στολή/σχολή/φιάλη. ~ό: ατύχημα/πάρκο/ρολόι/σκάφος/συνεργείο. ~ές: εργασίες/υπηρεσίες. ~ό: αντανακλαστικό (: μείωση του καρδιακού ρυθμού κατά την κατάδυση). [< αγγλ. diving, πβ. γαλλ. submersible] | |
| 23396 | καταζήτηση | κα-τα-ζή-τη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ενέργεια του καταζητώ: ~ και δίωξη των δραστών. Ένταλμα ~ης. | |
| 23397 | καταζητούμενος, καταζητούμενη | κα-τα-ζη-τού-με-νος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που καταζητείται: επικίνδυνος ~. ~ για εμπόριο ναρκωτικών/φόνο. Ο υπ' αριθμόν ένα ~. Έκδοση/παράδοση/σύλληψη ~ου.|| (ως επίθ.) ~ος: εγκληματίας/κακοποιός. ~α: μέλη οργάνωσης. Ο πλέον ~ (από την Αστυνομία/Ιντερπόλ) τρομοκράτης. | |
| 23398 | καταζητώ | κα-τα-ζη-τώ ρ. (μτβ.) {καταζητ-εί | -είται, -ούμενος, -ώντας}: προσπαθώ να εντοπίσω πρόσωπο που έχει διαπράξει ποινικό αδίκημα, με σκοπό τη σύλληψή του: Τον ~εί η Αστυνομία. ~είται (από την Ιντερπόλ) για απαγωγή/(από το Διεθνές Δικαστήριο) για εγκλήματα πολέμου. Ο δράστης διέφυγε από τις Αρχές και ~είται. Βλ. επικηρύσσω. [< μτγν. καταζητῶ, γαλλ. poursuivre] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ