| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 23399 | κατάθεση | κα-τά-θε-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΝ. τοποθέτηση χρηματικού ποσού σε πιστωτικό ίδρυμα για επένδυση ή/και φύλαξη: ελάχιστη/τραπεζική ~. ~ όψεως (: που παρέχει τη δυνατότητα άμεσης ανάληψης). ~ με πιστωτική κάρτα. Βλ. καταβολή, παρακαταθήκη, πληρωμή, παρα~, προ~. ΑΝΤ. ανάληψη (1) 2. (επίσ.) παράδοση, υποβολή (εγγράφου) σε αρμόδια Αρχή: αυτοπρόσωπη/εκπρόθεσμη/ηλεκτρονική ~. ~ αίτησης/αναφοράς/βαθμολογίας/δικαιολογητικών/μηχανογραφικού δελτίου/πιστοποιητικού/προτάσεων/υπομνήματος/υποψηφιότητας. ~ επερώτησης/νομοσχεδίου/τροπολογίας στη Βουλή.|| (ΝΟΜ.) ~ ένστασης/μήνυσης.|| ~ υπηρεσιακής ταυτότητας (: σε περίπτωση συνταξιοδότησης). Πβ. προσκόμιση. 3. ΝΟΜ. προφορική ή γραπτή αφήγηση συμβάντος ενώπιον δημόσιας Αρχής· μαρτυρία: ανώμοτη/ένορκη/επιβαρυντική/ψευδής (βλ. ψευδορκία) ~. Αντιφατικές ~έσεις. ~ του (αυτόπτη) μάρτυρα (= μαρτυρική ~)/μοναδικού επιζώντα. ~ στοιχείων. ~έσεις από συγγενείς των θυμάτων. Έδωσε ~ στην Αστυνομία. Του πήραν ~. Κατά την/στην ~ή του ενώπιον του ανακριτή δήλωσε ότι ... 4. (επίσ.) επίσημη τοποθέτηση σε συνήθ. ιερό χώρο· απόθεση: ~ του θεμέλιου λίθου (= θεμελίωση) του νέου νοσοκομείου. Πραγματοποιήθηκε ~ στεφάνου στο μνημείο των πεσόντων.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Η ~ της Τιμίας Ζώνης της Θεοτόκου (: εορτάζεται στις 31 Αυγούστου). 5. (μτφ.-επίσ.) έκθεση, παρουσίαση θέσεων και απόψεων: δημόσια/πολιτική ~. ~ γνώμης/γνώσης/επιχειρημάτων. ● καταθέσεις (οι): ΟΙΚΟΝ. χρηματικό ποσό που έχει κατατεθεί: αποταμιευτικές/δεσμευμένες/έντοκες/επενδυτικές/ιδιωτικές/τραπεζικές ~. ~ και ομόλογα. ~ εσωτερικού/με επιτόκιο ...%. ~ σε ευρώ/συνάλλαγμα. Απόδοση/βιβλιάριο/διαχείριση/μεταφορά/όριο ~έσεων. ● ΣΥΜΠΛ.: κατάθεση (της) εντολής (επίσ.): παραίτηση από επίσημη ανάθεση: ~ ~ για σχηματισμό κυβέρνησης., κατάθεση (των) όπλων: ΣΤΡΑΤ. παύση των εχθροπραξιών, των ένοπλων επιθέσεων: ~ ~ και εκεχειρία/συνθηκολόγηση., κατάθεση ψυχής & προσωπική κατάθεση & κατάθεση καρδιάς (μτφ.) 1. ειλικρινής και εκ βαθέων εξομολόγηση: συγκλονιστική ~ ~ από τον διάσημο καλλιτέχνη. Έδωσε/έκανε (μια) ~ ~ ενώπιον του κοινού. 2. & κατάθεση ζωής: καταβολή πολύ μεγάλης προσπάθειας, ψυχική δοκιμασία: Το έργο του αποτελεί ~ ~. Πβ. προσφορά., προθεσμιακή κατάθεση & κατάθεση προθεσμίας: ΟΙΚΟΝ. που η ανάληψή της γίνεται μετά τη λήξη της προθεσμίας, με υψηλότερο επιτόκιο συγκριτικά με το εκάστοτε ισχύον., κατάθεση ταμιευτηρίου βλ. ταμιευτήριο [< μτγν. κατάθεσις, γαλλ. déposition] | |
| 23400 | καταθετήριο | κα-τα-θε-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): απόδειξη πληρωμής: ονομαστικό ~. ~ της τράπεζας. Βλ. -τήριο. ● ΣΥΜΠΛ.: ιδρυματικό καταθετήριο/αποθετήριο: ψηφιακή βιβλιοθήκη που παρέχει ελεύθερη και χωρίς περιορισμό πρόσβαση στο επιστημονικό και ερευνητικό υλικό ακαδημαϊκού ιδρύματος: ~ ~ για τις διδακτορικές διατριβές και τις μεταπτυχιακές εργασίες που έχουν εκπονηθεί στο Πανεπιστήμιο. [< αγγλ. Institutional Repository] | |
| 23401 | καταθέτης | κα-τα-θέ-της ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. καταθέτρια}: πρόσωπο που καταθέτει χρήματα ή σπανιότ. έγγραφο: (ΟΙΚΟΝ.) στοιχεία ~η. Οι ~ες του ταμιευτηρίου/των τραπεζών. ~ες και επενδυτές/μέτοχοι. Βλ. μεγαλο~, μικρο~, παρα~.|| (επίσ.) Ο ~ της αίτησης (βλ. αιτών). Βλ. -θέτης. [< γαλλ. déposant] | |
| 23402 | καταθετικός | , ή, ό κα-τα-θε-τι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με την κατάθεση χρημάτων: ~ός: λογαριασμός. ~ό: πρόγραμμα/(και επενδυτικό) προϊόν. Η τράπεζα εμφάνισε ενισχυμένη την ~ή της βάση κατά ...%. | |
| 23403 | καταθέτω | κα-τα-θέ-τω ρ. (μτβ.) {κατέθε-σα (προφ.) κατάθε-σα, καταθέ-σω, κατατίθ-εται, -ενται (προφ.-εσφαλμ. καταθέτ-εται, -ονται), κατατέ-θηκε (λόγ. κατετέθ-η, -ησαν, μτχ. κατατεθ-είς, -είσα, -έν), κατατε-θεί, κατατιθέμενος, κατατεθειμένος, καταθέτ-οντας} 1. ΟΙΚΟΝ. κάνω κατάθεση: ~ χρήματα σε θυρίδα/σε ξένο συνάλλαγμα/στο ταμιευτήριο. Ο μισθός ~εται κάθε μήνα στην τράπεζα. Το ποσό ~θηκε σε κοινό λογαριασμό. ~μένα: κεφάλαια.|| (μτφ.) ~σε (= αφιέρωσε) την ψυχή του στο τραγούδι. 2. (επίσ.) προσκομίζω, υποβάλλω (έγγραφο): ~ αίτημα/έκθεση πεπραγμένων/φάκελο (με στοιχεία). ~ τα χαρτιά μου στη γραμματεία/(αυτοπροσώπως/εγγράφως) την παραίτησή μου. Ο βουλευτής ~σε επερώτηση. Τα βιογραφικά ~ενται εντός της προθεσμίας. ~θηκε στη Βουλή για ψήφιση ο νέος νόμος. Κατατεθειμένη: αίτηση/πρόταση.|| (ΝΟΜ.) ~ αγωγή/ασφαλιστικά μέτρα/ένορκη βεβαίωση/ένσταση/έφεση/μήνυση/προσφυγή. 3. ΝΟΜ. δίνω προφορική ή γραπτή μαρτυρία: ~ ως μάρτυρας σε δίκη. Ο εγκαλών ~σε ενόρκως/ψευδώς ότι ... Κλήθηκε να ~σει ενώπιον του ανακριτή/δικαστηρίου/εισαγγελέα. 4. (μτφ.-επίσ.) παρουσιάζω, εκθέτω (τις απόψεις μου): ~σε (δημόσια) τις ανησυχίες/τις θέσεις/τις προτάσεις/τους προβληματισμούς του. 5. (επίσ.) αποθέτω: ~θηκε στεφάνι στο μνημείο των πεσόντων.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) ~θηκαν τα λείψανα του Αγίου (στον ναό). ● ΦΡ.: καταθέτω την εντολή (επίσ.): παραιτούμαι από κάτι που μου έχει επίσημα ανατεθεί: Τα μέλη της Επιτροπής υπέβαλαν συλλογική παραίτηση και κατέθεσαν ~ τους., καταθέτω/παραδίδω τα όπλα 1. (μτφ.-συνήθ. σε αρνητ. πρόταση) εγκαταλείπω τον αγώνα, παραιτούμαι από την προσπάθεια: Μην καταθέτεις ~ στην πρώτη δυσκολία/τόσο γρήγορα! Πβ. παραδίδομαι, υποκύπτω. 2. σταματώ τις εχθροπραξίες, παύω τον ένοπλο αγώνα: Τα αντίπαλα στρατεύματα παρέδωσαν ~ τους και συνθηκολόγησαν. ● βλ. κατατεθείς [< αρχ. κατατίθημι, μεσν. καταθέτω, γαλλ. déposer] | |
| 23404 | καταθλίβω | κα-τα-θλί-βω ρ. (μτβ.) {κατέθλι-ψε, καταθλί-ψει, καταθλίβ-ομαι, -οντας, καταθλι-μμένος} (λόγ.-επιτατ.): προκαλώ κατάθλιψη: Οι δυσάρεστες ειδήσεις με ~ουν. ~ομαι όταν βρέχει. Πβ. καταστενοχωρώ, ψυχοπλακώνω. [< μτγν. καταθλίβω] | |
| 23405 | καταθλιπτικός | , ή, ό κα-τα-θλι-πτι-κός επίθ. 1. που χαρακτηρίζεται από βαριά μελαγχολία, έντονη θλίψη ή/και προκαλεί το ανάλογο συναίσθημα: ~ός: καιρός (βλ. μουντός). ~ή: ατμόσφαιρα/εικόνα/ταινία. ~ό: τραγούδι. ~ά τα νέα οικονομικά μέτρα (βλ. επαχθής). Πβ. ψυχοπλακωτικός. 2. ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την κατάθλιψη: ~ή: συμπεριφορά/συμπτωματολογία. ~ό: επεισόδιο/σύνδρομο. ~ές: διαταραχές/τάσεις. ~ά: φαινόμενα. ΑΝΤ. αντι~.|| (για πρόσ.) ~ός: ασθενής. Χρόνια ~ό άτομο. (ως ουσ.) ~οί και σχιζοφρενείς. Βλ. μανιο~. 3. ΤΕΧΝΟΛ. που συμπιέζει ρευστό: ~ός: αγωγός/σωλήνας λυμάτων. Αναρροφητική-~ή αντλία. ● επίρρ.: καταθλιπτικά [< 1,2: γαλλ. déprimant, dépressif] | |
| 23406 | κατάθλιψη | κα-τά-θλι-ψη ουσ. (θηλ.) 1. ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. διαταραχή που χαρακτηρίζεται κυρ. από επίμονα και ισχυρά συναισθήματα θλίψης και απαισιοδοξίας, έλλειψη αυτοεκτίμησης και μείωση του ενδιαφέροντος για οποιαδήποτε δραστηριότητα· γενικότ. συναίσθημα έντονης θλίψης: αντιδραστική (: οφείλεται σε εξωτερικό παράγοντα και παύει όταν αυτός εκλείψει)/γεροντική/ενδογενής/επιλόχεια/εφηβική/κλινική/μείζων/μόνιμη/νευρωτική/σοβαρή/ψυχωτική ~. Βαριάς/ήπιας (πβ. δυσθυμική διαταραχή) μορφής ~. Αίτια/κίνδυνος/συμπτώματα (: κόπωση, λήθαργος, τάσεις αυτοκτονίας) ~ης. Φάρμακα κατά της ~ης (= αντικαταθλιπτικά). Περνάει φάση ~ης. Έπαθε/έχει ~. Βυθίζεται/είναι/έπεσε σε ~. Ξεπέρασε την ~. Βλ. κατατονία, μανιο~, ψύχωση.|| (προφ.) Η ~ του χειμώνα (πβ. εποχική συναισθηματική διαταραχή). Με πιάνει/μου 'ρχεται (μαύρη) ~, όταν σκέφτομαι ότι ... Η κατάσταση με οδηγεί σε/μου προκαλεί ~. Πβ. μαυρίλα, μελαγχολία, ψυχοπλάκωμα. 2. ΤΕΧΝΟΛ. συμπίεση ρευστού: (σε αντλία:) στόμιο (αναρρόφησης και) ~ης. Βλ. σύνθλιψη. ● ΣΥΜΠΛ.: μονοπολική διαταραχή/κατάθλιψη βλ. μονοπολικός [< 1: γαλλ. dépression 2: μτγν. κατάθλιψις] | |
| 23407 | καταθορυβώ | [καταθορυβῶ] κα-τα-θο-ρυ-βώ ρ. (μτβ.) {καταθορύβ-ησε, -ήθηκε, -ημένος} (επιτατ.): προκαλώ σε κάποιον πολύ μεγάλη ανησυχία, ψυχική αναστάτωση: Οι άσχημες εξελίξεις μας έχουν ~ήσει. ~ήθηκε από τα αποτελέσματα της έρευνας. Ήταν ~ημένος (πβ. αναστατω-, κατατρομαγ-, ταραγ-μένος). ΑΝΤ. καθησυχάζω [< μτγν. καταθορυβῶ] | |
| 23408 | καταιγίδα | κα-ται-γί-δα ουσ. (θηλ.) 1. ΜΕΤΕΩΡ. δυνατή βροχή που μπορεί να συνοδεύεται από ισχυρούς ανέμους, αστραπές, βροντές ή/και χαλάζι: επερχόμενη/καλοκαιρινή/καταστροφική/τροπική/φονική ~. Σποραδικές/τοπικές ~ες. Εκδήλωση/πιθανότητα/σύννεφα ~ας. Πλημμύρες και ~ες. Άστατος καιρός με ~ες. Έπιασε/ξέσπασε/πλησιάζει ~. Η ~ δυναμώνει/κατευθύνεται προς .../κόπασε/μαίνεται. Σφοδρές ~ες έπληξαν/σάρωσαν τον τόπο. Αναμένονται/θα σημειωθούν ~ες. Πβ. μπόρα, μπουρίνι. Βλ. χιονο~, δρολάπι, θύελλα, κυκλώνας. 2. (μτφ.) για κάτι, συνήθ. αρνητικό, που εκδηλώνεται με ένταση και σε μεγάλο βαθμό, προκαλώντας αναταραχή: αντεργατική/αντιδραστική ~. Επικοινωνιακή ~ εναντίον της κυβέρνησης. ~ αποκαλύψεων/μηνύσεων/σκανδάλων. Έρχεται ~ νέων μέτρων/φόρων (φορο~). Οι διώξεις έχουν πάρει τη μορφή ~ας. Πβ. βροχή, καταιγισμός, λαίλαπα, ορυμαγδός, χείμαρρος, χιονοστιβάδα. ΣΥΝ. θύελλα (2) ● ΣΥΜΠΛ.: γεωμαγνητική/μαγνητική καταιγίδα: ΓΕΩΦ. προσωρινή διαταραχή του μαγνητικού πεδίου της Γης, που οφείλεται στην ηλιακή δράση., ηλεκτρική καταιγίδα: ΜΕΤΕΩΡ. που συνοδεύεται από κεραυνούς (μερικές φορές χωρίς βροχή). [< αγγλ. electric(al) storm] , τέλεια καταιγίδα: πολύ σοβαρή κατάσταση η οποία δημιουργείται από μια σειρά αστάθμητων και αρνητικών παραγόντων που εμφανίζονται ταυτόχρονα: Η ~ ~ επιδεινώνει την επισιτιστική κρίση/πλήττει την παγκόσμια οικονομία. [< αγγλ. perfect storm, 1998] [< 1: αρχ. καταιγίς, γαλλ. orage, αγγλ. storm] | |
| 23409 | καταιγιδοφόρος | , α, ο κα-ται-γι-δο-φό-ρος επίθ.: ΜΕΤΕΩΡ. (για σύννεφα) που φέρνουν καταιγίδα. Βλ. σωρειτομελανίες, -φόρος. [< γαλλ. orageux] | |
| 23410 | καταιγισμός | κα-ται-γι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. (μτφ.) αδιάκοπη διαδοχή, πληθώρα συνήθ. αρνητικών στοιχείων: ~ αντιδράσεων/αποκαλύψεων/διαφημίσεων/ειδήσεων/ιδεών (= ιδεοθύελλα)/πληροφοριών. Μετά από έναν ~ό δηλώσεων, ... Μέσα στον ~ό των εικόνων, ... Ακολούθησε/άρχισε ένας ~ ερωτήσεων. Αντιμετωπίζουν (καθημερινά)/βομβαρδίζονται από/υφίστανται έναν (ανελέητο) ~ό παραπόνων/ύβρεων. Πβ. βροχή, καταιγίδα, κατακλυσμός, καταρράκτης, ομοβροντία, ορυμαγδός, χείμαρρος, χιονοστιβάδα. 2. συνεχής εξαπόλυση πλήθους βλημάτων: Ακολούθησε ~ πυροβολισμών (πβ. μπαταριά)/πυρών (= ομοβροντία). Η πόλη δέχτηκε (έναν) ~ό πυραύλων/ρουκετών. Πβ. βομβαρδισμός.|| (κατ' επέκτ.) ~ δακρυγόνων/πυροτεχνημάτων/(ΑΘΛ.) τριπόντων. ~ από πέτρες. [< μτγν. καταιγισμός ‘θύελλα (για σωματικά πάθη’, γαλλ. rafale] | |
| 23411 | καταιγιστικός | , ή, ό κα-ται-γι-στι-κός επίθ.: αδιάκοπος, έντονος, ορμητικός: (μτφ.) ~ός: ρυθμός. ~ή: επίθεση/κριτική/προπαγάνδα. ~ό: χειροκρότημα/χιούμορ. ~ές: αλλαγές/αποκαλύψεις/εξελίξεις (= ραγδαίες, ταχύτατες)/επιδόσεις (βλ. εντυπωσιακός)/ερωτήσεις. ~ά: γεγονότα. (για πρόσ.) ~ στις απαντήσεις του. (ΑΘΛ.) ~οί οι γηπεδούχοι. || ~ός: βομβαρδισμός. ● επίρρ.: καταιγιστικά ● ΣΥΜΠΛ.: καταιγιστικά πυρά 1. ξαφνικές και συνεχείς βολές: Άρματα μάχης άρχισαν να βάλουν με/να ρίχνουν ~ ~. Δέχτηκαν ~ ~ από αυτόματα. Πβ. βολή κατά ριπάς. 2. (μτφ.) αλλεπάλληλες σφοδρές κατηγορίες: Εξαπέλυσε ~ ~ εναντίον των υπευθύνων. | |
| 23412 | καταϊδρωμένος | , η, ο κα-τα-ϊ-δρω-μέ-νος επίθ. (επιτατ.): πάρα πολύ ιδρωμένος: Έφτασε (λαχανιασμένος και)/ξύπνησε ~. Πβ. μούσκεμα στον ιδρώτα. ΣΥΝ. κάθιδρος ● ΦΡ.: τελευταίος (/δεύτερος/τρίτος) και καταϊδρωμένος (ειρων.): καθυστερημένος και κουρασμένος εξαιτίας της προσπάθειάς του να προλάβει· κυρ. κατ' επέκτ. για κάποιον ή κάτι που μόλις και μετά βίας καταλαμβάνει θέση (πολύ) κατώτερη της πρώτης: Τερμάτισε ~ ~.|| Το κόμμα βγήκε τελευταίο και ~ο στις εκλογές. | |
| 23413 | καταιονιστήρας | κα-ται-ο-νι-στή-ρας ουσ. (αρσ.) & καταιονητήρας: ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή καταιονισμού· (ειδικότ.-επίσ.) ντους: ~ νερού (πβ. εκτοξευτής). Σύστημα πυρόσβεσης με ~α. Βλ. καταβρεχ-, ψεκασ-τήρας. [< γαλλ. irrigateur] | |
| 23415 | καταισχύνη | κα-ται-σχύ-νη ουσ. (θηλ.) (λόγ.-επιτατ.): ντροπή: Είναι μεγίστη/υψίστη ~ να ... Πβ. αίσχος. ΣΥΝ. όνειδος ● ΦΡ.: οποία (κατ)αισχύνη! βλ. αισχύνη [< μεσν. καταισχύνη] | |
| 23416 | καταΐφι | βλ. κανταΐφι | |
| 23417 | κατακαημένος | , η, ο κα-τα-κα-η-μέ-νος επίθ. (προφ.-επιτατ.): καημένος: (συνήθ. επιφωνηματικά) Α ρε ~ε τι τραβάς κι εσύ! Πβ. αξιολύπητος, δύστυχος, κακομοίρης, ταλαίπωρος. [< μεσν. κατακαημένος] | |
| 23418 | κατακάθαρος | , η, ο κα-τα-κά-θα-ρος επίθ. (επιτατ.): πεντακάθαρος. ΣΥΝ. ολοκάθαρος (1) | |
| 23419 | κατακάθεται | κα-τα-κά-θε-ται ρ. (αμτβ.) {κατακάθι-σε, κατακαθί-σει (προφ.) κατακά-τσει} & (λόγ.) κατακαθίζει: (για ουσία διαλυμένη σε ρευστό) συγκεντρώνεται συνήθ. στον πυθμένα· (για πλήθος σωματιδίων) πέφτει πάνω σε μια επιφάνεια: Το ίζημα ~σε στον θαλάσσιο βυθό. ΣΥΝ. καθιζάνει, κατασταλάζει.|| Η άμμος/σκόνη/στάχτη ~.|| (μτφ.) Περίμενε να ~τσει (= καταλαγιάσει) ο κουρνιαχτός από το σκάνδαλο. [< μτγν. κατακαθίζω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ