| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 23408 | καταιγίδα | κα-ται-γί-δα ουσ. (θηλ.) 1. ΜΕΤΕΩΡ. δυνατή βροχή που μπορεί να συνοδεύεται από ισχυρούς ανέμους, αστραπές, βροντές ή/και χαλάζι: επερχόμενη/καλοκαιρινή/καταστροφική/τροπική/φονική ~. Σποραδικές/τοπικές ~ες. Εκδήλωση/πιθανότητα/σύννεφα ~ας. Πλημμύρες και ~ες. Άστατος καιρός με ~ες. Έπιασε/ξέσπασε/πλησιάζει ~. Η ~ δυναμώνει/κατευθύνεται προς .../κόπασε/μαίνεται. Σφοδρές ~ες έπληξαν/σάρωσαν τον τόπο. Αναμένονται/θα σημειωθούν ~ες. Πβ. μπόρα, μπουρίνι. Βλ. χιονο~, δρολάπι, θύελλα, κυκλώνας. 2. (μτφ.) για κάτι, συνήθ. αρνητικό, που εκδηλώνεται με ένταση και σε μεγάλο βαθμό, προκαλώντας αναταραχή: αντεργατική/αντιδραστική ~. Επικοινωνιακή ~ εναντίον της κυβέρνησης. ~ αποκαλύψεων/μηνύσεων/σκανδάλων. Έρχεται ~ νέων μέτρων/φόρων (φορο~). Οι διώξεις έχουν πάρει τη μορφή ~ας. Πβ. βροχή, καταιγισμός, λαίλαπα, ορυμαγδός, χείμαρρος, χιονοστιβάδα. ΣΥΝ. θύελλα (2) ● ΣΥΜΠΛ.: γεωμαγνητική/μαγνητική καταιγίδα: ΓΕΩΦ. προσωρινή διαταραχή του μαγνητικού πεδίου της Γης, που οφείλεται στην ηλιακή δράση., ηλεκτρική καταιγίδα: ΜΕΤΕΩΡ. που συνοδεύεται από κεραυνούς (μερικές φορές χωρίς βροχή). [< αγγλ. electric(al) storm] , τέλεια καταιγίδα: πολύ σοβαρή κατάσταση η οποία δημιουργείται από μια σειρά αστάθμητων και αρνητικών παραγόντων που εμφανίζονται ταυτόχρονα: Η ~ ~ επιδεινώνει την επισιτιστική κρίση/πλήττει την παγκόσμια οικονομία. [< αγγλ. perfect storm, 1998] [< 1: αρχ. καταιγίς, γαλλ. orage, αγγλ. storm] | |
| 23409 | καταιγιδοφόρος | , α, ο κα-ται-γι-δο-φό-ρος επίθ.: ΜΕΤΕΩΡ. (για σύννεφα) που φέρνουν καταιγίδα. Βλ. σωρειτομελανίες, -φόρος. [< γαλλ. orageux] | |
| 23410 | καταιγισμός | κα-ται-γι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. (μτφ.) αδιάκοπη διαδοχή, πληθώρα συνήθ. αρνητικών στοιχείων: ~ αντιδράσεων/αποκαλύψεων/διαφημίσεων/ειδήσεων/ιδεών (= ιδεοθύελλα)/πληροφοριών. Μετά από έναν ~ό δηλώσεων, ... Μέσα στον ~ό των εικόνων, ... Ακολούθησε/άρχισε ένας ~ ερωτήσεων. Αντιμετωπίζουν (καθημερινά)/βομβαρδίζονται από/υφίστανται έναν (ανελέητο) ~ό παραπόνων/ύβρεων. Πβ. βροχή, καταιγίδα, κατακλυσμός, καταρράκτης, ομοβροντία, ορυμαγδός, χείμαρρος, χιονοστιβάδα. 2. συνεχής εξαπόλυση πλήθους βλημάτων: Ακολούθησε ~ πυροβολισμών (πβ. μπαταριά)/πυρών (= ομοβροντία). Η πόλη δέχτηκε (έναν) ~ό πυραύλων/ρουκετών. Πβ. βομβαρδισμός.|| (κατ' επέκτ.) ~ δακρυγόνων/πυροτεχνημάτων/(ΑΘΛ.) τριπόντων. ~ από πέτρες. [< μτγν. καταιγισμός ‘θύελλα (για σωματικά πάθη’, γαλλ. rafale] | |
| 23411 | καταιγιστικός | , ή, ό κα-ται-γι-στι-κός επίθ.: αδιάκοπος, έντονος, ορμητικός: (μτφ.) ~ός: ρυθμός. ~ή: επίθεση/κριτική/προπαγάνδα. ~ό: χειροκρότημα/χιούμορ. ~ές: αλλαγές/αποκαλύψεις/εξελίξεις (= ραγδαίες, ταχύτατες)/επιδόσεις (βλ. εντυπωσιακός)/ερωτήσεις. ~ά: γεγονότα. (για πρόσ.) ~ στις απαντήσεις του. (ΑΘΛ.) ~οί οι γηπεδούχοι. || ~ός: βομβαρδισμός. ● επίρρ.: καταιγιστικά ● ΣΥΜΠΛ.: καταιγιστικά πυρά 1. ξαφνικές και συνεχείς βολές: Άρματα μάχης άρχισαν να βάλουν με/να ρίχνουν ~ ~. Δέχτηκαν ~ ~ από αυτόματα. Πβ. βολή κατά ριπάς. 2. (μτφ.) αλλεπάλληλες σφοδρές κατηγορίες: Εξαπέλυσε ~ ~ εναντίον των υπευθύνων. | |
| 23412 | καταϊδρωμένος | , η, ο κα-τα-ϊ-δρω-μέ-νος επίθ. (επιτατ.): πάρα πολύ ιδρωμένος: Έφτασε (λαχανιασμένος και)/ξύπνησε ~. Πβ. μούσκεμα στον ιδρώτα. ΣΥΝ. κάθιδρος ● ΦΡ.: τελευταίος (/δεύτερος/τρίτος) και καταϊδρωμένος (ειρων.): καθυστερημένος και κουρασμένος εξαιτίας της προσπάθειάς του να προλάβει· κυρ. κατ' επέκτ. για κάποιον ή κάτι που μόλις και μετά βίας καταλαμβάνει θέση (πολύ) κατώτερη της πρώτης: Τερμάτισε ~ ~.|| Το κόμμα βγήκε τελευταίο και ~ο στις εκλογές. | |
| 23414 | καταιονισμός | κα-ται-ο-νι-σμός ουσ. (αρσ.) & καταιόνηση (η) (επίσ.): εκτόξευση υγρού, συνήθ. νερού, με τη μορφή σταγόνων: αυτόματα συστήματα ~ού. Συσκευή ~ού (= ντους). Πυροπροστασία με ~ό. Πότισμα με κατάκλυση ή ~ό (πβ. τεχνητή βροχή). Βλ. υδρονέφωση.|| Οδοντικός ~ισμός. || (μτφ.) ~ δηλώσεων/σκέψεων (πβ. καταιγισμός). Βλ. -ισμός. [< μεσν. καταιονισμός, μτγν. καταιόνησις 'κατάβρεξη', γαλλ. douche] | |
| 23413 | καταιονιστήρας | κα-ται-ο-νι-στή-ρας ουσ. (αρσ.) & καταιονητήρας: ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή καταιονισμού· (ειδικότ.-επίσ.) ντους: ~ νερού (πβ. εκτοξευτής). Σύστημα πυρόσβεσης με ~α. Βλ. καταβρεχ-, ψεκασ-τήρας. [< γαλλ. irrigateur] | |
| 23415 | καταισχύνη | κα-ται-σχύ-νη ουσ. (θηλ.) (λόγ.-επιτατ.): ντροπή: Είναι μεγίστη/υψίστη ~ να ... Πβ. αίσχος. ΣΥΝ. όνειδος ● ΦΡ.: οποία (κατ)αισχύνη! βλ. αισχύνη [< μεσν. καταισχύνη] | |
| 23416 | καταΐφι | βλ. κανταΐφι | |
| 23417 | κατακαημένος | , η, ο κα-τα-κα-η-μέ-νος επίθ. (προφ.-επιτατ.): καημένος: (συνήθ. επιφωνηματικά) Α ρε ~ε τι τραβάς κι εσύ! Πβ. αξιολύπητος, δύστυχος, κακομοίρης, ταλαίπωρος. [< μεσν. κατακαημένος] | |
| 23418 | κατακάθαρος | , η, ο κα-τα-κά-θα-ρος επίθ. (επιτατ.): πεντακάθαρος. ΣΥΝ. ολοκάθαρος (1) | |
| 23419 | κατακάθεται | κα-τα-κά-θε-ται ρ. (αμτβ.) {κατακάθι-σε, κατακαθί-σει (προφ.) κατακά-τσει} & (λόγ.) κατακαθίζει: (για ουσία διαλυμένη σε ρευστό) συγκεντρώνεται συνήθ. στον πυθμένα· (για πλήθος σωματιδίων) πέφτει πάνω σε μια επιφάνεια: Το ίζημα ~σε στον θαλάσσιο βυθό. ΣΥΝ. καθιζάνει, κατασταλάζει.|| Η άμμος/σκόνη/στάχτη ~.|| (μτφ.) Περίμενε να ~τσει (= καταλαγιάσει) ο κουρνιαχτός από το σκάνδαλο. [< μτγν. κατακαθίζω] | |
| 23420 | κατακάθι | κα-τα-κά-θι ουσ. (ουδ.) 1. ό,τι κατακάθεται, ίζημα: το ~ του καφέ/κρασιού (= τρυγία)/λαδιού (= μούργα). Βλ. ιλύς.|| (σπάν.-μτφ.) Τα ~ια της μνήμης. Πβ. απομεινάρι, κατακάθισμα, κατάλοιπο, καταστάλαγμα, λείψανο, υπόλειμμα. 2. (μτφ.-μειωτ.) απόβρασμα, κάθαρμα, παλιάνθρωπος. Πβ. καθίκι, τομάρι, χαμένο κορμί. | |
| 23421 | κατακάθισμα | κα-τα-κά-θι-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): απόθεση, συσσώρευση στον πάτο· συνεκδ. κατακάθι: ~ του κονιορτού. Πβ. καθίζηση.|| Το ~ του κρασιού. Πβ. καταστάλαγμα.|| (μτφ.) ~ κουρνιαχτού (= καταλάγιασμα). | |
| 23422 | κατακαίνουργιος | , α, ο κα-τα-καί-νουρ-γιος επίθ. & κατακαίνουριος & (σπάν.) κατακαίνουργος (προφ.-επιτατ.): ολοκαίνουργιος. | |
| 23423 | κατακαίω | κα-τα-καί-ω ρ. (μτβ.) {κατέκα-ψε (προφ.) κατάκα-ψε, κατακαί-οντας} & (σπάν.-λαϊκό) κατακαίγω (επιτατ.): καίω εντελώς, ολοκληρωτικά: Η πυρκαγιά ~ψε το κτίριο/τα πάντα. Πβ. απανθρακ-, αποτεφρ-ώνω, καρβουνιάζω, πυρπολώ. [< αρχ. κατακαίω] | |
| 23424 | κατακάλι | κα-τα-κά-λι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (κ. με κεφαλ. το αρχικό Κ): ΘΕΑΤΡ. παραδοσιακό ινδικό χοροθέατρο που εξιστορεί επεισόδια από τα ινδικά έπη και από τη ζωή των ινδικών θεοτήτων. [< αγγλ. Kathakali, 1900, γαλλ. ~. 1926] | |
| 23425 | κατακαλόκαιρα | κα-τα-κα-λό-και-ρα επίρρ. (προφ.-εμφατ.): στα μέσα του καλοκαιριού: Άρχισε να βρέχει ~. ΣΥΝ. μεσοκαλόκαιρα ΑΝΤ. καταχείμωνα | |
| 23426 | κατακαλόκαιρο | κα-τα-κα-λό-και-ρο ουσ. (ουδ.) (προφ.-εμφατ.): τα μέσα του καλοκαιριού, την περίοδο που επικρατεί η πιο πολλή ζέστη: μες στο ~ (= ντάλα καλοκαίρι). ΣΥΝ. μεσοκαλόκαιρο ΑΝΤ. καταχείμωνο | |
| 23427 | κατάκαρδα | κα-τά-καρ-δα επίρρ. (προφ.-επιτατ.): μέχρι τα βάθη της ψυχής, πάρα πολύ. Κυρ. στη ● ΦΡ.: το πήρε κατάκαρδα: στενοχωρήθηκε πάρα πολύ: Του μίλησε απότομα και το έχει πάρει ~.|| Μην το παίρνεις (τόσο) ~! Πβ. παίρνω (κάτι) επί πόνου. ΣΥΝ. το πήρε βαριά |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ