| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 1430 | αίρμπολ | [αἴρμπολ] αίρ-μπολ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & έρμπολ: (στο μπάσκετ) τελείως άστοχο σουτ, που δεν βρίσκει ούτε το ταμπλό ούτε το στεφάνι: Στην τελευταία κρίσιμη προσπάθεια έκανε ~. [< αμερικ. Airball, 1967] | |
| 1431 | αίρω | [αἴρω] αί-ρω ρ. (μτβ.) {αόρ. ήρε, άρει, ήρ-θη, -θησαν, αρ-θεί, αίρ-οντας} (επίσ.) 1. ενεργώ έτσι ώστε κάτι να πάψει να ισχύει ή να υφίσταται: ~ουν το αδιέξοδο/την απαγόρευση/τον αποκλεισμό/την απόφαση/το άσυλο/το εμπάργκο/το εμπόδιο (= ξεπερνώ)/τις επιφυλάξεις/τις κατηγορίες/τον κίνδυνο/τα μέτρα/την ποινή/τις συνέπειες/τις υποψίες/τους φραγμούς. ~ονται οι αμφιβολίες/αντιρρήσεις. Η Βουλή ήρε την ασυλία του βουλευτή. Πρέπει να αρθούν οι μισθολογικές ανισότητες. ΣΥΝ. ακυρώνω (1), αναιρώ (2), καταργώ 2. {συνήθ. μεσοπαθ.} ανυψώνω ηθικά: Πρέπει να αρθούμε πάνω από τα προσωπικά συμφέροντα. Πβ. εξυψώνω. Βλ. εξ~. ● ΦΡ.: αίρω/σηκώνω το(ν) σταυρό του μαρτυρίου (σπάν.-μτφ.): αναλαμβάνω δύσκολο έργο και υφίσταμαι πολύ μεγάλη ταλαιπωρία, βάσανα., άρον τον κράβατόν σου και περιπάτει [ἆρον τὸν κράβατόν σου καὶ περιπάτει] (ΚΔ): ως προτροπή κινητοποίησης για κάποιον που αδρανεί: ~ ~· μην περιμένεις να σε βοηθήσει κάποιος άλλος., άρον-άρον [ἆρον-ἆρον] (ως επίρρ.) (ΚΔ): πολύ βιαστικά, με τη βία, με το ζόρι: Eπέστρεψε ~ ~! Τον πήραν ~ ~ και έφυγαν. Πβ. κατεπειγόντως., αίρει τις αμαρτίες βλ. αμαρτία, στέκεται στο ύψος του/στο ύψος των περιστάσεων βλ. στέκομαι [< αρχ. αἴρω ‘σηκώνω, υψώνω’ 1: γαλλ. lever 2: γαλλ. élever] | |
| 1432 | αισθάνομαι | [αἰσθάνομαι] αι-σθά-νο-μαι ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {αισθάν-θηκα, -θεί, -όμενος} 1. αντιλαμβάνομαι μέσω των αισθήσεων και κατ' επέκτ. βιώνω ένα (συν)αίσθημα, νιώθω: (κυρ. αρνητ. συνυποδ., συχνά ως απολεξικοποιημένο ρήμα) ~ δίψα (= διψώ)/δυσφορία/ενοχλήσεις/ζαλάδα (= ζαλίζομαι)/πόνο (= πονώ). ~ τσούξιμο (στα μάτια)/σουβλιές/φαγούρα. ~θηκε τα χέρια του να τρέμουν/την καρδιά του να χτυπά. Δεν ~ τα πόδια μου απ' την κούραση. Δεν ~ καλά (= είμαι αδιάθετος). (μτφ.) ~θηκε να υποχωρεί το έδαφος κάτω από τα πόδια του.|| ~ αγάπη (= αγαπώ)/αμηχανία/ανακούφιση/βαθιά ευγνωμοσύνη/δέος/έλξη/λύπη (= λυπάμαι)/ντροπή (= ντρέπομαι)/τύψεις/φόβο (= φοβάμαι)/χαρά (= χαίρομαι). ~ (λίγο/πολύ) άβολα/αμήχανα/άνετα. ~ απαίσια/μειονεκτικά/υπέροχα/χάλια. ~ ανεπιθύμητος/δικαιωμένος/έτοιμος για .../ηλίθιος/κουρασμένος/μόνος/ξένος/προσβεβλημένος/σαν χαμένος/σίγουρος για τον εαυτό μου/ταπεινωμένος/τυχερός που .../υπερήφανος. Τι ~εσαι; Πώς ~θηκες τη στιγμή που/όταν ...; Πες αυτό που ~εσαι! Δεν ~ τίποτα. ~ άλλος άνθρωπος/παιδί/σαν στο σπίτι μου. ~ το άγχος να με κυριεύει. ~ έντονη την επιθυμία να ... ~ βαθύτατα συγκινημένος για την τιμή που μου κάνετε. ~ κοντά με κάποιον. ~εται τη μουσική (πβ. εκτιμά). 2. έχω την εντύπωση, θεωρώ: ~ ότι όλοι με κοιτάζουν περίεργα/τα πράγματα δεν πάνε καλά. ~ (= μου φαίνεται) πως κάτι λείπει. ~ ότι κάτι κακό θα γίνει (πβ. δι~, προ~, ψυχανεμίζομαι).|| ~ κάποιον δικό μου άνθρωπο/φίλο. ΣΥΝ. νομίζω 3. έχω επίγνωση, συναίσθηση μιας κατάστασης, κατανοώ: Δεν ~εται (= αντιλαμβάνεται, καταλαβαίνει) τη δύναμή του/το κακό που κάνει στο παιδί του. ΣΥΝ. συναισθάνομαι (1), συνειδητοποιώ ● ΦΡ.: γνώρισα/ένιωσα/αισθάνθηκα στο πετσί μου βλ. πετσί, νιώθω/αισθάνομαι/είμαι κάπως βλ. κάπως [< αρχ. αἰσθάνομαι, γαλλ. sentir] | |
| 1433 | αισθαντικός | , ή, ό [αἰσθαντικός] αι-σθα-ντι-κός επίθ. (λόγ.): που διακρίνεται από λεπτά συναισθήματα ή τα προκαλεί, που αγγίζει συναισθηματικά κάποιον: ~ός: στίχος (πβ. συγκινητικός). ~ή: ατμόσφαιρα/ερμηνεία/ψυχή (= ευαίσθητη, συναισθηματική). ● επίρρ.: αισθαντικά [< γαλλ. sensible, sensitif] | |
| 1434 | αισθαντικότητα | [αἰσθαντικότητα] αι-σθα-ντι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του αισθαντικού: ποιητική ~ (πβ. ευαισθησία, συναισθηματισμός). Φωνή γεμάτη ~. Η μουσική του ξεχωρίζει για την ~ά της. Βλ. -ότητα. | |
| 1435 | αίσθημα | [αἴσθημα] αί-σθη-μα ουσ. (ουδ.) {αισθήμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. συναίσθημα: αγνό/αληθινό/γνήσιο/διάχυτο/έντονο/ερωτικό/μητρικό/ρομαντικό/τρυφερό ~. ~ αγάπης/αλληλεγγύης/ανασφάλειας/ανησυχίας/απόρριψης/αποτυχίας/ευφορίας/θλίψης/ικανοποίησης/κενού/μίσους/πανικού/πληρότητας/φόβου/χαράς. Αδελφικά/ακραία/αμοιβαία/ανάμεικτα/ανώτερα/βίαια/γενναιόδωρα/ευγενικά/καλοπροαίρετα/κατώτερα/λεπτά/φιλικά ~ατα. Άνθρωπος με ~ατα (= ευαισθησίες). Αρμονία/εναλλαγή ~άτων. Συναυλία με ~ (πβ. ένταση, συγκίνηση). Απαλύνω/βιώνω/εκδηλώνω/εκτονώνω/εκφράζω/καλλιεργώ ένα ~. Εμπνέουν ~ατα εμπιστοσύνης στους συνεργάτες τους. Μας συνδέει (ένα) δυνατό ~. Δεν άλλαξαν/δεν κρύβω τα ~ατά μου για σένα. Πλήγωσε/πρόδωσε τα ~ατά της. Γενικευμένο ~ αγανάκτησης. 2. εντύπωση που δημιουργείται στη συνείδηση μέσω των αισθήσεων: ακουστικό/γευστικό/οπτικό ~ (βλ. μετ~). ~ ασφυξίας/βάρους (στο στήθος)/δίψας/δυσφορίας/ευεξίας/καύσου (= κάψιμο)/κοπώσεως/κορεσμού/ναυτίας/ξηρότητας/παλμών (: η συναίσθηση των χτύπων της καρδιάς)/πείνας/πίεσης/πόνου/φαγούρας. Βλ. προ~. 3. συνείδηση που διαμορφώνεται σχετικά με κάτι, συναίσθηση, φρόνημα: δημοκρατικό/εθνικό/θρησκευτικό/κοινωνικό/λαϊκό/συλλογικό ~. ~ δικαιοσύνης/ενοχής/της ιδιοκτησίας/του καθήκοντος/ντροπής/τιμής/χρέους. Υψηλό ~ ευθύνης. Προσβολή του δημοσίου ~ατος (= της δημοσίας αιδούς, πβ. κοινό/δημόσιο αίσθημα). Διαπνέεται από ανθρωπιστικά/αντιπολεμικά/φιλειρηνικά ~ατα (= ιδεώδη). 4. (προφ.-οικ.) έρωτας, ερωτική σχέση και συνεκδ. ερωτικός σύντροφος: επιπόλαιο/σοβαρό/φλογερό ~. Γάμος από/χωρίς ~.|| (αργκό) Να σου συστήσω το ~. Πβ. αμόρε, γκόμενος, γκόμενα, φίλος, φίλη. ● Υποκ. αισθηματάκι (το) στη σημ. 4. ● ΣΥΜΠΛ.: γλωσσικό αίσθημα: η αντίληψη μιας γλωσσικής κοινότητας για την ορθή χρήση της γλώσσας: Έχει έντονα ανεπτυγμένο το ~ ~ (= γλωσσικό αισθητήριο)., το κοινό/το δημόσιο αίσθημα: το σύνολο των αντιλήψεων και πεποιθήσεων ενός κοινωνικού συνόλου, κυρ. σχετικά με ζητήματα ηθικής φύσεως: το ~ ~ δικαιοσύνης (πβ. το αίσθημα δικαίου/το περί δικαίου αίσθημα). Προκλητική για το ~ ~ συμπεριφορά. Πβ. χρηστά ήθη., σύμπλεγμα/κόμπλεξ/αίσθημα ανωτερότητας/κατωτερότητας (/μειονεξίας) βλ. σύμπλεγμα ● ΦΡ.: παίζω με τα αισθήματα κάποιου (μτφ.): αντιμετωπίζω επιπόλαια ή εκμεταλλεύομαι τα συναισθήματά του: Δεν τον αγαπούσε πραγματικά, έπαιζε ~ ~ά του., το αίσθημα δικαίου/το περί δικαίου αίσθημα: η επικρατούσα άποψη μιας κοινωνίας σχετικά με το δίκαιο, το σωστό: κοινό αίσθημα δικαίου (ή ~ ~ της κοινής γνώμης). Ικανοποιείται ~ ~. Τα λάθη και οι παραλείψεις των Αρχών πλήττουν ~ ~ του λαού., τρέφω αισθήματα (για κάποιον): νιώθω κάτι (για κάποιον): Έτρεφε (ερωτικά/φιλικά) ~ για κείνη. ~ουν ~ θαυμασμού για τον μεγάλο ηγέτη. [< 1,3,4: γαλλ. sentiment, αγγλ. feeling, sense 2: αρχ. αἴσθημα] | |
| 1436 | αισθηματίας | [αἰσθηματίας] αι-σθη-μα-τί-ας ουσ. (αρσ.): άνθρωπος ευαίσθητος και εκδηλωτικός, που δένεται συναισθηματικά -συνήθ. ερωτικά- με κάποιον/α: ρομαντικός/ονειροπόλος και ~. Βλ. αγαπησιάρης. ΣΥΝ. συναισθηματικός (2) [< γαλλ. sentimentaliste] | |
| 1437 | αισθηματικός | , ή, ό [αἰσθηματικός] αι-σθη-μα-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται στα αισθήματα και ειδικότ. τα ερωτικά: ~ός: κόσμος (ΣΥΝ. συναισθηματικός)/τομέας. ~ή: ζωή/ιστορία/κωμωδία/περιπέτεια/σχέση/ταινία. ~ό: δράμα/μυθιστόρημα. ~ά: προβλήματα. Βλ. αγαπησιάρης. ● Ουσ.: αισθηματικά (τα) (προφ.): οι ερωτικές υποθέσεις, η ερωτική ζωή κάποιου: Μην μπλέκετε τα ~ με τα επαγγελματικά. (ΑΣΤΡΟΛ.) Εξελίξεις τον τελευταίο καιρό στα ~ σας. Πβ. γκομενικά. ΣΥΝ. ερωτικά (τα) ● επίρρ.: αισθηματικά [< γαλλ. sentimental] | |
| 1438 | αισθηματικότητα | [αἰσθηματικότητα] αι-σθη-μα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του αισθηματικού. Βλ. αισθαντικότητα, -ότητα. ΣΥΝ. συναισθηματικότητα [< γαλλ. sentimentalité] | |
| 1439 | αισθηματισμός | [αἰσθηματισμός] αι-σθη-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): συναισθηματισμός, αισθηματολογία: ο ~ του Ρομαντισμού. Έργα με πλούσιο ~ό. Ύφος εκφραστικό χωρίς ~ούς. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. sentimentalisme] | |
| 1440 | αισθηματολογία | [αἰσθηματολογία] αι-σθη-μα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (αρνητ. συνυποδ.): υπερβολικός συναισθηματισμός στην έκφραση· (συνεκδ. στον πληθ.) λόγος με αντίστοιχα χαρακτηριστικά: Έντονη ~ που αγγίζει τον μελοδραματισμό.|| Ποίηση ερωτική/λυρική χωρίς ~ες. Βλ. -λογία. | |
| 1441 | αίσθηση | [αἴσθηση] αί-σθη-ση ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -ήσεως | -ήσεις, -ήσεων} 1. καθεμία από τις λειτουργίες μέσω των οποίων γίνονται αντιληπτά τα ερεθίσματα του περιβάλλοντος και συνεκδ. το αποτέλεσμα της λειτουργίας αυτής, αίσθημα: ακουστική/απτική/γευστική/οπτική/οσφραντική ~. Άμβλυνση/ανάπτυξη/απουσία/απώλεια/διαταραχή/μείωση/όξυνση μιας ~ης. Ανθρώπινες/εξωτερικές (: οι πέντε ~ήσεις: ακοή, αφή, γεύση, όραση, όσφρηση)/εσωτερικές (: πόνος, πείνα)/σωματικές/χημικές (: όσφρηση, γεύση) ~ήσεις. Μυϊκή (: η αντίληψη των μυϊκών κινήσεων)/οργανική ~. Η ~ της ισορροπίας. Ανεπτυγμένη/οξυμμένη ~ της ακοής. Ο νους και οι ~ήσεις. Χάνω τις ~ήσεις μου (= λιποθυμώ). (Επ)ανακτώ/ξαναβρίσκω τις ~ήσεις μου (: συνέρχομαι από λιποθυμία). Διατηρώ/έχω τις ~ήσεις μου (: έχω επαφή με το περιβάλλον). Αντιλαμβάνομαι/γνωρίζω/προσλαμβάνω τον κόσμο μέσω των ~ήσεων.|| ~ αδυναμίας/κνησμού/ναυτίας. Η ~ της δίψας/του κρύου. Βλ. παρ~, ψευδ~. 2. αντίληψη, συνείδηση, συναίσθηση, επίγνωση: γλωσσική (ΣΥΝ. γλωσσικό αίσθημα, αισθητήριο)/ηθική/κριτική ~. Η ~ του ανήκειν/της ατομικότητας/του γελοίου/του καθήκοντος/του κινδύνου/της υπεροχής/του χρέους/του ωραίου. Έχει (ανεπτυγμένη/καλή) ~ του χιούμορ. Δεν έχει καμία/έχει χάσει την ~ της κατάστασης/της πραγματικότητας. Βλ. δι~, προ~. 3. εντύπωση, συναίσθημα: Εμπνέω/μεταδίδω/παρέχω/προσφέρω (μια) ~ ασφάλειας/εμπιστοσύνης/σιγουριάς. Αποπνέει (μια) ~ αυτοπεποίθησης/γαλήνης/μυστηρίου/υπεροχής. Κρέμα που αφήνει/χαρίζει απαράμιλλη/βελούδινη ~. Αποτελεί κοινή ~ ότι ... Έχω την ~ (= νομίζω, μου φαίνεται) ότι ... Η ~ή μου/η ~ που αποκομίζει κανείς είναι ότι κάτι δεν πάει καλά. Διάχυτη είναι η/καλλιεργείται η ~ ότι η κατάσταση βελτιώνεται (πβ. άποψη). Οι δηλώσεις του δημιούργησαν/έκαναν/προκάλεσαν/προξένησαν ~ (: ζωηρή εντύπωση, είχαν μεγάλη απήχηση). ● αισθήσεις (οι): οι ερωτικές κυρ. επιθυμίες, οι ορμές: απελευθέρωση/έκρηξη/έξαρση/ικανοποίηση των ~ήσεων. Δέσμιος των ~ήσεων. Άρωμα που αναστατώνει/απογειώνει/διεγείρει/εξάπτει/ξεσηκώνει/ξυπνά/προκαλεί τις ~. ● ΣΥΜΠΛ.: αίσθηση του μέτρου: επίγνωση των ορίων: Αναπτύσσω/έχω/με διακρίνει (εξαιρετική/ισχυρή/μοναδική) ~ ~. Έχασε παντελώς την ~ ~ στο φαγητό. Παρεκτρέπεται συνεχώς, δεν έχει καθόλου/καμία ~ ~. [< γαλλ. sens de (la) mesure] , έκτη αίσθηση: διαίσθηση, ενόραση: προικισμένος με την ~ ~. Πβ. τρίτο μάτι, υπεραισθητική αντίληψη., αίσθηση του χρόνου βλ. χρόνος, αίσθηση του χώρου βλ. χώρος ● ΦΡ.: κάνει αίσθηση: δημιουργεί εντύπωση, κινητοποιεί το ενδιαφέρον: Το βιβλίο/η ταινία έχει ~ ~ (: έχει αφήσει τις καλύτερες εντυπώσεις). Δεν μου ~ ~ (: δεν έχω διάθεση/όρεξη) να πάω για μπάνιο. [< 1: αρχ. αἴσθησις 2: αγγλ.-γαλλ. sensation 3: γαλλ. sentiment, αγγλ. sense] | |
| 1442 | αισθησιακός | , ή, ό [αἰσθησιακός] αι-σθη-σι-α-κός επίθ.: που προκαλεί ή χαρακτηρίζεται από ερωτική διάθεση, ερωτισμό: ~ός: χορός. ~ή: απόλαυση/εμπειρία/ομορφιά/ταινία/υφή/φωνή/φωτογραφία. ~ό: άρωμα/μασάζ/φιλί. ~ά: μηνύματα/χείλη. Πβ. σεξουαλικός. ΣΥΝ. διεγερτικός, ερεθιστικός (1), ερωτικός (1), ηδονικός (1) ● επίρρ.: αισθησιακά [< γαλλ. sensuel] | |
| 1443 | αισθησιαρχία | [αἰσθησιαρχία] αι-σθη-σι-αρ-χί-α ουσ. (θηλ.): ΦΙΛΟΣ. αισθησιοκρατία. Βλ. -αρχία. ΣΥΝ. σενσουαλισμός | |
| 1444 | αισθησιαρχικός | , ή, ό [αἰσθησιαρχικός] αι-σθη-σι-αρ-χι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΣ. αισθησιοκρατικός. | |
| 1445 | αισθησιασμός | [αἰσθησιασμός] αι-σθη-σι-α-σμός ουσ. (αρσ.): ερωτική διάθεση που αποπνέει, προκαλεί κάποιος ή κάτι, τάση προς τις ερωτικές κυρ. απολαύσεις: Λαγνεία/πάθος και ~. ΣΥΝ. ερωτισμός, ηδυπάθεια (1) [< γαλλ. sensualité] | |
| 1446 | αισθησιοκινητικός | , ή, ό [αἰσθησιοκινητικός] αι-σθη-σι-ο-κι-νη-τι-κός επίθ.: ΠΑΙΔΑΓ. -ΨΥΧΟΛ. που αναφέρεται στη σχέση μεταξύ αισθήσεων και κίνησης: ~ή: αγωγή/δραστηριότητα/νοηµοσύνη/περίοδος. ~ή ανάπτυξη των νηπίων. ~ά γνωστικά σχήματα. Βλ. κιναισθητικός. [< γαλλ. sensorimoteur] | |
| 1447 | αισθησιοκρατία | [αἰσθησιοκρατία] αι-σθη-σι-ο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.): ΦΙΛΟΣ. φιλοσοφική θεωρία σύμφωνα με την οποία η γνώση του ανθρώπου πηγάζει αποκλειστικά από τις αισθήσεις. Βλ. εμπειρισμός, -κρατία. ΣΥΝ. αισθησιαρχία, σενσουαλισμός ΑΝΤ. νοησιαρχία [< γαλλ. sensualisme] | |
| 1448 | αισθησιοκρατικός | , ή, ό [αἰσθησιοκρατικός] αι-σθη-σι-ο-κρα-τι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΣ. που σχετίζεται με την αισθησιοκρατία ή τους οπαδούς της. ΣΥΝ. αισθησιαρχικός ΑΝΤ. νοησιαρχικός, ορθολογικός [< γαλλ. sensualiste] | |
| 1449 | αισθητήρας | [αἰσθητήρας] αι-σθη-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. εξάρτημα συσκευής, μηχανής ή οργάνου που προσλαμβάνει συγκεκριμένα ερεθίσματα από το περιβάλλον και τα μετατρέπει σε κατάλληλη εντολή, σένσορας: αυτόματος/ηλεκτρονικός/μαγνητικός/οπτικός/ψηφιακός ~. ~-ραντάρ. ~ εικόνας/θερμοκρασίας/κίνησης/παρκαρίσματος/φωτός. ~ες αναγνώρισης δακτυλικών αποτυπωμάτων. Βλ. βιο~, -τήρας. [< αγγλ. sensor, περ. 1928, γαλλ. senseur, περ. 1970] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ