| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 23420 | κατακάθι | κα-τα-κά-θι ουσ. (ουδ.) 1. ό,τι κατακάθεται, ίζημα: το ~ του καφέ/κρασιού (= τρυγία)/λαδιού (= μούργα). Βλ. ιλύς.|| (σπάν.-μτφ.) Τα ~ια της μνήμης. Πβ. απομεινάρι, κατακάθισμα, κατάλοιπο, καταστάλαγμα, λείψανο, υπόλειμμα. 2. (μτφ.-μειωτ.) απόβρασμα, κάθαρμα, παλιάνθρωπος. Πβ. καθίκι, τομάρι, χαμένο κορμί. | |
| 23421 | κατακάθισμα | κα-τα-κά-θι-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): απόθεση, συσσώρευση στον πάτο· συνεκδ. κατακάθι: ~ του κονιορτού. Πβ. καθίζηση.|| Το ~ του κρασιού. Πβ. καταστάλαγμα.|| (μτφ.) ~ κουρνιαχτού (= καταλάγιασμα). | |
| 23422 | κατακαίνουργιος | , α, ο κα-τα-καί-νουρ-γιος επίθ. & κατακαίνουριος & (σπάν.) κατακαίνουργος (προφ.-επιτατ.): ολοκαίνουργιος. | |
| 23423 | κατακαίω | κα-τα-καί-ω ρ. (μτβ.) {κατέκα-ψε (προφ.) κατάκα-ψε, κατακαί-οντας} & (σπάν.-λαϊκό) κατακαίγω (επιτατ.): καίω εντελώς, ολοκληρωτικά: Η πυρκαγιά ~ψε το κτίριο/τα πάντα. Πβ. απανθρακ-, αποτεφρ-ώνω, καρβουνιάζω, πυρπολώ. [< αρχ. κατακαίω] | |
| 23424 | κατακάλι | κα-τα-κά-λι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (κ. με κεφαλ. το αρχικό Κ): ΘΕΑΤΡ. παραδοσιακό ινδικό χοροθέατρο που εξιστορεί επεισόδια από τα ινδικά έπη και από τη ζωή των ινδικών θεοτήτων. [< αγγλ. Kathakali, 1900, γαλλ. ~. 1926] | |
| 23425 | κατακαλόκαιρα | κα-τα-κα-λό-και-ρα επίρρ. (προφ.-εμφατ.): στα μέσα του καλοκαιριού: Άρχισε να βρέχει ~. ΣΥΝ. μεσοκαλόκαιρα ΑΝΤ. καταχείμωνα | |
| 23426 | κατακαλόκαιρο | κα-τα-κα-λό-και-ρο ουσ. (ουδ.) (προφ.-εμφατ.): τα μέσα του καλοκαιριού, την περίοδο που επικρατεί η πιο πολλή ζέστη: μες στο ~ (= ντάλα καλοκαίρι). ΣΥΝ. μεσοκαλόκαιρο ΑΝΤ. καταχείμωνο | |
| 23427 | κατάκαρδα | κα-τά-καρ-δα επίρρ. (προφ.-επιτατ.): μέχρι τα βάθη της ψυχής, πάρα πολύ. Κυρ. στη ● ΦΡ.: το πήρε κατάκαρδα: στενοχωρήθηκε πάρα πολύ: Του μίλησε απότομα και το έχει πάρει ~.|| Μην το παίρνεις (τόσο) ~! Πβ. παίρνω (κάτι) επί πόνου. ΣΥΝ. το πήρε βαριά | |
| 23428 | κατακεραυνώνω | κα-τα-κε-ραυ-νώ-νω ρ. (μτβ.) {κατακεραύνω-σε, κατακεραυνώ-θηκε, κατακεραυνών-οντας, συνήθ. στην ενεργ. φωνή} (απαιτ. λεξιλόγ.-επιτατ.-μτφ.) 1. φέρνω κάποιον σε δύσκολη θέση, αποστομώνοντάς τον: Με ~σε με την απάντησή του/με το βλέμμα της. ΣΥΝ. κεραυνοβολώ (2) 2. ασκώ έντονη κριτική: Στο έργο του ~ει τα κακώς κείμενα. Η ταινία ~θηκε από τους κριτικούς. Πβ. επι-, κατα-κρίνω. ● κατακεραυνώνει (κυρ. ΜΥΘΟΛ., για τον Δία): χτυπάει, σκοτώνει με κεραυνό. Πβ. κεραυνοβολεί. [< μτγν. κατακεραυνῶ] [< γαλλ. foudroyer] | |
| 23429 | κατακερματίζω | κα-τα-κερ-μα-τί-ζω ρ. (μτβ.) {κατακερμάτι-σε, κατακερματί-στηκε, -σμένος, κατακερματίζ-οντας} (λόγ.-επιτατ.) 1. {συνήθ. μεσοπαθ.} διαιρώ, χωρίζω σε πολλά μικρά μέρη: Η αυτοκρατορία ~στηκε (= διαμελίστηκε). Αφήγηση ~σμένη σε μικρές ενότητες. Πβ. κατα-κομματιάζω, -τεμαχίζω, -τέμνω, πολυδιασπάται.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~σμένα: αρχεία (: που έχουν διασπαστεί και αποθηκευτεί σε διάφορα σημεία του σκληρού δίσκου). 2. (μτφ.) διαλύω, καταστρέφω ολοκληρωτικά: Πολιτική που ~ει την κοινωνική συνοχή. Το κίνημα έχει ~στεί. Η αγορά παρουσιάζεται ~σμένη. [< 1: αρχ. κατακερματίζω, αγγλ. fragment 2: γαλλ. fragmenter] | |
| 23430 | κατακερματισμός | κα-τα-κερ-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.-επιτατ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κατακερματίζω: ~ του βασιλείου σε μικρότερα κρατίδια (= διαμελισμός). ~ της γης.|| (μτφ.) ~ αρμοδιοτήτων (πβ. καταμερισμός). ~ της γνώσης σε γνωστικούς τομείς/της αφήγησης σε κεφάλαια (πβ. διαίρεση). Πβ. κατατεμαχισμός, κατάτμηση, τμηματοποίηση.|| (μτφ.) ~ του κόμματος (= διάλυση).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ δίσκου (: διαμέριση, διάσπαση και αποθήκευση των αρχείων σε διάφορα σημεία του σκληρού δίσκου). Πβ. κερματισμός. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. πολυδιάσπαση, πολυκερματισμός [< μτγν. κατακερματισμός ‘θρυμμάτισμα’, αγγλ.-γαλλ. fragmentation] | |
| 23431 | κατακέφαλα | κα-τα-κέ-φα-λα επίρρ. (προφ.) 1. κατευθείαν στο κεφάλι: Η βολή τον πέτυχε ~. Έφαγε/του πέταξε το βιβλίο ~.|| (μτφ., για κάτι αναπάντεχο, ξαφνικό) Η είδηση τους ήρθε ~. ΣΥΝ. κατακούτελα 2. (σπάν.) με το κεφάλι προς τα εμπρός ή προς τα κάτω: Έπεσε ~. ● ΦΡ.: χτυπάει/βαράει (κάποιον) στο κεφάλι βλ. κεφάλι [< μτγν. κατακέφαλα] | |
| 23432 | κατακεφαλιά | κα-τα-κε-φα-λιά ουσ. (θηλ.) & κατακέφαλο (το) (προφ.): καρπαζιά, κατραπακιά, φάπα: Του 'δωσε/'ριξε μια ~. Έφαγε ~. Έπεσαν ~ιές. Τον πλάκωσε στις ~ιές. Βλ. κουτουλιά, σφαλιάρα.|| (μτφ., για αιφνιδιαστικό δυσάρεστο γεγονός:) Η χθεσινή ήττα ήταν μια ακόμη ~ για την ομάδα. Πβ. χαστούκι. | |
| 23433 | κατακίτρινος | , η, ο κα-τα-κί-τρι-νος επίθ. (επιτατ.): που έχει έντονο κίτρινο χρώμα: ~ος: ήλιος.|| (κατ' επέκτ.) Έγινε ~ από τον φόβο του. Πβ. κάτασπρος, κατάχλομος, κάτωχρος. | |
| 23434 | κατακλέβω | κα-τα-κλέ-βω ρ. (μτβ.) {κατάκλεψε (λόγ.) κατέκλεψε, κατακλέ-ψει, κατακλέβ-οντας} (προφ.-επιτατ.) ΣΥΝ. καταληστεύω 1. πραγματοποιώ πολλές ληστείες, παίρνοντας συνήθ. όλα τα χρήματα ή τα πράγματα αξίας: Η σπείρα έχει ~ψει βενζινάδικα/εξοχικές κατοικίες. Πβ. γδύνω, ξεγυμνώνω. 2. (μτφ.) ζημιώνω οικονομικά κάποιον ή κάτι σε μεγάλο βαθμό: ~ουν το Δημόσιο/τον κοσμάκη/τα ταμεία. Πβ. γδέρνω, μαδώ. | |
| 46128 | κατακλείδα | σκη-νο-ποι-ός ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.-παλαιότ.): αυτός που κατασκευάζει σκηνές. Βλ. -ποιός. [< μτγν. σκηνοποιός] | |
| 23435 | κατακλείδα | κα-τα-κλεί-δα ουσ. (θηλ.): το τελικό μέρος κειμένου ή η τελευταία περίοδος παραγράφου, όπου περιέχονται συνήθ. τα συμπεράσματα ή/και η σύνοψη: η ~ του άρθρου/του βιβλίου/της επιστολής (π.χ. 'Με θερμούς χαιρετισμούς'). Στην ~ του λόγου του αναφέρει ότι ... Πβ. επίλογος, κλείσιμο.|| (ΜΟΥΣ.) ~ κομματιού/συναυλίας.|| (κατ' επέκτ.) Η ~ της διαδικασίας. ● ΦΡ.: εν κατακλείδι (λόγ.) & ως/σαν κατακλείδα: ολοκληρώνοντας, συμπερασματικά: ~ ~ μπορούμε να πούμε/προκύπτει ότι ... ΣΥΝ. τέλος (6) [πβ. γαλλ. en conclusion] [< μτγν. κατακλείς ‘κλειδαριά, συμπέρασμα’] | |
| 23436 | κατάκλειστος | , η, ο κα-τά-κλει-στος επίθ. (επιτατ.): εντελώς ή ερμητικά κλειστός, πολύ καλά κλεισμένος. Πβ. θεόκλειστος. ΣΥΝ. ολόκλειστος ΑΝΤ. ορθάνοιχτος [< μεσν. κατάκλειστος] | |
| 23437 | κατακλίνομαι | κα-τα-κλί-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {κατακλί-θηκε} (λόγ.): ξαπλώνω, συνήθ. για ύπνο· πλαγιάζω. [< αρχ. κατακλίνω] | |
| 23438 | κατάκλιση | κα-τά-κλι-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. ξάπλωμα, συνήθ. για ύπνο: βραδινή/μεσημεριανή (βλ. σιέστα) ~. (σε κατασκήνωση:) ~ και σιωπητήριο. Λήψη του φαρμάκου δύο ώρες πριν την ~. Ο τραυματίας χρειάζεται ~. Πβ. πλάγιασμα.|| (ΓΥΜΝ.) Πλάγια/πρηνής/ύπτια ~. 2. ΙΑΤΡ. καθήλωση ασθενών ή ηλικιωμένων στο κρεβάτι: Ασθενείς με/σε χρόνια ~. Πβ. κλινοστατισμός. ● κατακλίσεις (οι) & έλκη από κατάκλιση/(λόγ.) εκ κατακλίσεως: ΙΑΤΡ. πληγές που εμφανίζονται σε σημεία του σώματος (κυρ. αγκώνες, αστραγάλους, γοφούς, ιερό οστό, φτέρνες, ωμοπλάτη) ανθρώπων που είναι κατάκοιτοι: επιθέματα ~ων. Αερόστρωμα/(για αμαξίδιο:) μαξιλάρι ~ων (: για την πρόληψή τους). [< αγγλ. decubitus ulcers] [< αρχ. κατάκλισις] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ