| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 23428 | κατακεραυνώνω | κα-τα-κε-ραυ-νώ-νω ρ. (μτβ.) {κατακεραύνω-σε, κατακεραυνώ-θηκε, κατακεραυνών-οντας, συνήθ. στην ενεργ. φωνή} (απαιτ. λεξιλόγ.-επιτατ.-μτφ.) 1. φέρνω κάποιον σε δύσκολη θέση, αποστομώνοντάς τον: Με ~σε με την απάντησή του/με το βλέμμα της. ΣΥΝ. κεραυνοβολώ (2) 2. ασκώ έντονη κριτική: Στο έργο του ~ει τα κακώς κείμενα. Η ταινία ~θηκε από τους κριτικούς. Πβ. επι-, κατα-κρίνω. ● κατακεραυνώνει (κυρ. ΜΥΘΟΛ., για τον Δία): χτυπάει, σκοτώνει με κεραυνό. Πβ. κεραυνοβολεί. [< μτγν. κατακεραυνῶ] [< γαλλ. foudroyer] | |
| 23429 | κατακερματίζω | κα-τα-κερ-μα-τί-ζω ρ. (μτβ.) {κατακερμάτι-σε, κατακερματί-στηκε, -σμένος, κατακερματίζ-οντας} (λόγ.-επιτατ.) 1. {συνήθ. μεσοπαθ.} διαιρώ, χωρίζω σε πολλά μικρά μέρη: Η αυτοκρατορία ~στηκε (= διαμελίστηκε). Αφήγηση ~σμένη σε μικρές ενότητες. Πβ. κατα-κομματιάζω, -τεμαχίζω, -τέμνω, πολυδιασπάται.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~σμένα: αρχεία (: που έχουν διασπαστεί και αποθηκευτεί σε διάφορα σημεία του σκληρού δίσκου). 2. (μτφ.) διαλύω, καταστρέφω ολοκληρωτικά: Πολιτική που ~ει την κοινωνική συνοχή. Το κίνημα έχει ~στεί. Η αγορά παρουσιάζεται ~σμένη. [< 1: αρχ. κατακερματίζω, αγγλ. fragment 2: γαλλ. fragmenter] | |
| 23430 | κατακερματισμός | κα-τα-κερ-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.-επιτατ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κατακερματίζω: ~ του βασιλείου σε μικρότερα κρατίδια (= διαμελισμός). ~ της γης.|| (μτφ.) ~ αρμοδιοτήτων (πβ. καταμερισμός). ~ της γνώσης σε γνωστικούς τομείς/της αφήγησης σε κεφάλαια (πβ. διαίρεση). Πβ. κατατεμαχισμός, κατάτμηση, τμηματοποίηση.|| (μτφ.) ~ του κόμματος (= διάλυση).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ δίσκου (: διαμέριση, διάσπαση και αποθήκευση των αρχείων σε διάφορα σημεία του σκληρού δίσκου). Πβ. κερματισμός. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. πολυδιάσπαση, πολυκερματισμός [< μτγν. κατακερματισμός ‘θρυμμάτισμα’, αγγλ.-γαλλ. fragmentation] | |
| 23431 | κατακέφαλα | κα-τα-κέ-φα-λα επίρρ. (προφ.) 1. κατευθείαν στο κεφάλι: Η βολή τον πέτυχε ~. Έφαγε/του πέταξε το βιβλίο ~.|| (μτφ., για κάτι αναπάντεχο, ξαφνικό) Η είδηση τους ήρθε ~. ΣΥΝ. κατακούτελα 2. (σπάν.) με το κεφάλι προς τα εμπρός ή προς τα κάτω: Έπεσε ~. ● ΦΡ.: χτυπάει/βαράει (κάποιον) στο κεφάλι βλ. κεφάλι [< μτγν. κατακέφαλα] | |
| 23432 | κατακεφαλιά | κα-τα-κε-φα-λιά ουσ. (θηλ.) & κατακέφαλο (το) (προφ.): καρπαζιά, κατραπακιά, φάπα: Του 'δωσε/'ριξε μια ~. Έφαγε ~. Έπεσαν ~ιές. Τον πλάκωσε στις ~ιές. Βλ. κουτουλιά, σφαλιάρα.|| (μτφ., για αιφνιδιαστικό δυσάρεστο γεγονός:) Η χθεσινή ήττα ήταν μια ακόμη ~ για την ομάδα. Πβ. χαστούκι. | |
| 23433 | κατακίτρινος | , η, ο κα-τα-κί-τρι-νος επίθ. (επιτατ.): που έχει έντονο κίτρινο χρώμα: ~ος: ήλιος.|| (κατ' επέκτ.) Έγινε ~ από τον φόβο του. Πβ. κάτασπρος, κατάχλομος, κάτωχρος. | |
| 23434 | κατακλέβω | κα-τα-κλέ-βω ρ. (μτβ.) {κατάκλεψε (λόγ.) κατέκλεψε, κατακλέ-ψει, κατακλέβ-οντας} (προφ.-επιτατ.) ΣΥΝ. καταληστεύω 1. πραγματοποιώ πολλές ληστείες, παίρνοντας συνήθ. όλα τα χρήματα ή τα πράγματα αξίας: Η σπείρα έχει ~ψει βενζινάδικα/εξοχικές κατοικίες. Πβ. γδύνω, ξεγυμνώνω. 2. (μτφ.) ζημιώνω οικονομικά κάποιον ή κάτι σε μεγάλο βαθμό: ~ουν το Δημόσιο/τον κοσμάκη/τα ταμεία. Πβ. γδέρνω, μαδώ. | |
| 23435 | κατακλείδα | κα-τα-κλεί-δα ουσ. (θηλ.): το τελικό μέρος κειμένου ή η τελευταία περίοδος παραγράφου, όπου περιέχονται συνήθ. τα συμπεράσματα ή/και η σύνοψη: η ~ του άρθρου/του βιβλίου/της επιστολής (π.χ. 'Με θερμούς χαιρετισμούς'). Στην ~ του λόγου του αναφέρει ότι ... Πβ. επίλογος, κλείσιμο.|| (ΜΟΥΣ.) ~ κομματιού/συναυλίας.|| (κατ' επέκτ.) Η ~ της διαδικασίας. ● ΦΡ.: εν κατακλείδι (λόγ.) & ως/σαν κατακλείδα: ολοκληρώνοντας, συμπερασματικά: ~ ~ μπορούμε να πούμε/προκύπτει ότι ... ΣΥΝ. τέλος (6) [πβ. γαλλ. en conclusion] [< μτγν. κατακλείς ‘κλειδαριά, συμπέρασμα’] | |
| 23436 | κατάκλειστος | , η, ο κα-τά-κλει-στος επίθ. (επιτατ.): εντελώς ή ερμητικά κλειστός, πολύ καλά κλεισμένος. Πβ. θεόκλειστος. ΣΥΝ. ολόκλειστος ΑΝΤ. ορθάνοιχτος [< μεσν. κατάκλειστος] | |
| 23437 | κατακλίνομαι | κα-τα-κλί-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {κατακλί-θηκε} (λόγ.): ξαπλώνω, συνήθ. για ύπνο· πλαγιάζω. [< αρχ. κατακλίνω] | |
| 23438 | κατάκλιση | κα-τά-κλι-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. ξάπλωμα, συνήθ. για ύπνο: βραδινή/μεσημεριανή (βλ. σιέστα) ~. (σε κατασκήνωση:) ~ και σιωπητήριο. Λήψη του φαρμάκου δύο ώρες πριν την ~. Ο τραυματίας χρειάζεται ~. Πβ. πλάγιασμα.|| (ΓΥΜΝ.) Πλάγια/πρηνής/ύπτια ~. 2. ΙΑΤΡ. καθήλωση ασθενών ή ηλικιωμένων στο κρεβάτι: Ασθενείς με/σε χρόνια ~. Πβ. κλινοστατισμός. ● κατακλίσεις (οι) & έλκη από κατάκλιση/(λόγ.) εκ κατακλίσεως: ΙΑΤΡ. πληγές που εμφανίζονται σε σημεία του σώματος (κυρ. αγκώνες, αστραγάλους, γοφούς, ιερό οστό, φτέρνες, ωμοπλάτη) ανθρώπων που είναι κατάκοιτοι: επιθέματα ~ων. Αερόστρωμα/(για αμαξίδιο:) μαξιλάρι ~ων (: για την πρόληψή τους). [< αγγλ. decubitus ulcers] [< αρχ. κατάκλισις] | |
| 23439 | κατακλύζω | κα-τα-κλύ-ζω ρ. (μτβ.) {κατέκλυ-σε (σπανιότ. προφ.) κατάκλυ-σε, κατακλύ-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, κατακλύζ-οντας, κατακλυ-σμένος}: (μτφ.) γεμίζω ασφυκτικά: Τουρίστες ~σαν το νησί. Οι διαδηλωτές ~σαν τους δρόμους. Τα σκουπίδια ~ουν τα πεζοδρόμια. Οι νέες συσκευές αναμένονται να ~σουν την αγορά. Τα γραφεία της εφημερίδας ~στηκαν από καταγγελίες/τηλεφωνήματα.|| Τον ~σε ο φόβος. ● κατακλύζει: πλημμυρίζει: Τα νερά έχουν ~σει χιλιάδες στρέμματα γης. Ο τόπος ~στηκε από λάσπη. ~σμένες: εκτάσεις. [< αρχ. κατακλύζω] | |
| 23440 | κατάκλυση | κα-τά-κλυ-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): κάλυψη επιφάνειας συνήθ. με νερό, πλημμύρισμα: ~ πεδιάδας. Λεκάνη ~ης (φράγματος). Άρδευση με τη μέθοδο της ~ης (βλ. καταιονισμός). Τεχνητές ~ύσεις. [< αρχ. κατάκλυσις] | |
| 23441 | κατακλυσμιαίος | , α, ο [κατακλυσμιαῖος] κα-τα-κλυ-σμι-αί-ος επίθ. & κατακλυσμικός, ή, ό: που αναφέρεται σε κατακλυσμό, καταρρακτώδης· ραγδαίος ή ολέθριος: ~α: βροχή. Βλ. προ~.|| (μτφ.) ~ο: κύμα (βίας). ~ες: αλλαγές (= ριζικές)/συνέπειες. Το φαινόμενο έχει πάρει ~ες διαστάσεις (= ανεξέλεγκτες, απειλητικές, τρομακτικά μεγάλες). Βλ. -ιαίος. ● ΣΥΜΠΛ.: βιβλική καταστροφή βλ. βιβλικός [< γαλλ. diluvien] | |
| 23442 | κατακλυσμός | κα-τα-κλυ-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ισχυρή βροχόπτωση που προκαλεί πλημμύρες και καταστροφές: Έρχεται (μεγάλος) ~. Έκανε έναν ~ό! Έξω ρίχνει ~ό! Πβ. νεροποντή.|| (ΠΔ, συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Κ, κατάκλυση της Γης από ύδατα) Βιβλικός ~ (βλ. Κιβωτός του Νώε). (ΜΥΘ.) Ο ~ του Δευκαλίωνα. 2. (μτφ.) αδιάκοπη διαδοχή· πληθώρα, σωρεία: ~ διαμαρτυριών/ερωτήσεων/μηνυμάτων (πβ. βροχή, καταιγίδα, καταιγισμός, ορυμαγδός, πλήθος, χείμαρρος, χιονοστιβάδα). ~ της αγοράς από εισαγόμενα.|| ~ από πρόσφυγες. ● ΦΡ.: κατακλυσμός του Νώε (μτφ.-εμφατ.): για μεγάλη νεροποντή: Έξω γίνεται (ο) ~ ~! Πβ. βρέχει/ρίχνει καρεκλοπόδαρα/καρέκλες/παπάδες., φέρνει την καταστροφή βλ. καταστροφή [< αρχ. κατακλυσμός, γαλλ. cataclysme , αγγλ. cataclysm] | |
| 23443 | κατακόβω | κα-τα-κό-βω ρ. (μτβ.) {κατέκο-ψα, κατακό-ψει, -πηκε, -πεί, κατακομμένος, κατακόβ-οντας} (επιτατ.): κόβω σε πολλά σημεία, σε πολλά κομμάτια ή πολύ βαθιά: Έχω ~ψει τα χέρια μου μ' αυτό το χαρτί. ~πηκε απ' τα γυαλιά/στο ξύρισμα. Πβ. πετσοκόβω. [< αρχ. κατακόπτω] | |
| 23444 | κατάκοιτος | , η, ο κα-τά-κοι-τος επίθ.: που δεν μπορεί να σηκωθεί από το κρεβάτι, λόγω ασθένειας ή γηρατειών: Έπαθε εγκεφαλικό και έμεινε ~. Η αρρώστια την άφησε/έριξε ~η.|| (ως ουσ.) Παροχή φροντίδας σε ~ους ή υπερήλικες. Βλ. ανάπηρος. [< αρχ. κατάκοιτος] | |
| 23445 | κατακοκκινίζω | κα-τα-κοκ-κι-νί-ζω ρ. (αμτβ.) {κατακοκκίνι-σα, κατακοκκινί-σει, -σμένος, συνήθ. στον αόρ.} (επιτατ.): γίνομαι κατακόκκινος: ~σε (ολόκληρος) από θυμό/ντροπή. Τα μάτια της είχαν ~σει από τα δάκρυα/το κλάμα. | |
| 23446 | κατακόκκινος | , η, ο κα-τα-κόκ-κι-νος επίθ. (επιτατ.): έντονα κόκκινος: ~η: μύτη (λόγω του κρύου). ~ο: κραγιόν. ~α: μάτια (από το κλάμα). Λιβάδι ~ο από τις παπαρούνες. Βλ. βαθυκόκκινος, πορφυρός.|| ~ (στο πρόσωπο) από τη ζέστη/τον ήλιο (πβ. σαν αστακός)/θυμό/ντροπή/το ποτό. ~ και λαχανιασμένος (πβ. αναψοκοκκινισμένος). [< μεσν. κατακόκκινος] | |
| 23447 | κατακόμβες | κα-τα-κόμ-βες ουσ. (θηλ.) (οι) {κατακομβ-ών | σπανιότ. στον εν. κατακόμβη}: ΑΡΧΑΙΟΛ. υπόγειος χώρος με δαιδαλώδεις στοές, στα τοιχώματα του οποίου υπάρχουν σκαλιστοί τάφοι σε επάλληλες σειρές: (πρωτο)χριστιανικές ~. Τοιχογραφίες των ~ών. Βλ. αρκοσόλιο.|| (κατ' επέκτ., για υπόγειο πέρασμα που μοιάζει με λαβύρινθο) Οι ~ της πόλης. [< ιταλ. catacomba < μτγν. κατακοῦμβαι] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ