| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 23448 | κατακομματιάζω | κα-τα-κομ-μα-τιά-ζω ρ. (μτβ.) {κατακομμάτια-σε, κατακομματιά-στηκε, -σμένος} (προφ.-επιτατ.): κόβω σε πολλά και μικρά κομμάτια. Πβ. κατα-κερματίζω, -κρεουργώ, -τεμαχίζω, -τέμνω, λιανίζω. Βλ. κατασπαράζω. | |
| 23449 | κατάκοπος | , η, ο κα-τά-κο-πος επίθ. (επιτατ.): κατακουρασμένος. Πβ. καταπονημένος. Βλ. -κοπος2. [< μτγν. κατάκοπος] | |
| 23450 | κατακόρυφος | , η/ος, ο κα-τα-κό-ρυ-φος επίθ. 1. ΦΥΣ.-ΜΑΘ. που σχηματίζει ορθή γωνία με οριζόντιο επίπεδο και έχει κατεύθυνση από πάνω προς τα κάτω: ~ος: αγωγός/άξονας/προσανατολισμός/σωλήνας/τοίχος. ~η: απόσταση/βολή/γωνία/διάταξη/διεύθυνση/δύναμη/επιφάνεια/μετατόπιση/πίεση/προβολή/ροή/στήλη. ~ο: ρήγμα. Ισορροπία σε ~η θέση. Πβ. κάθετος. ΑΝΤ. οριζόντιος (1) 2. (μτφ.) για κάτι που εκδηλώνεται ξαφνικά και σε πολύ μεγάλο βαθμό: ~η: άνοδος (των τιμών)/κάμψη/μεταβολή/πτώση (των πωλήσεων). Πβ. δραματ-, ριζ-ικός. ΣΥΝ. κάθετος (2) ● Ουσ.: κατακόρυφο (το): ΑΣΤΡΟΝ. το ύψιστο σημείο της ουράνιας σφαίρας, στο οποίο αυτή τέμνεται από την κατακόρυφο του τόπου., κατακόρυφος & (σπάν.) κατακόρυφη (η) 1. ΓΕΩΜ. ενν. γραμμή: διανυσµατική διαφορά της ~ου και της καθέτου. Σώματα που βρίσκονται στην ίδια ~ο. 2. ΓΥΜΝ. (ενν. στάση του σώματος) άσκηση κατά την οποία ο αθλούμενος, στηριζόμενος στα χέρια, σηκώνει τα πόδια τεντωμένα προς τα πάνω. 3. ΑΣΤΡΟΝ. κάθετη προς τον ορίζοντα νοητή γραμμή της ουράνιας σφαίρας, η οποία διέρχεται από το ζενίθ και το ναδίρ. ● επίρρ.: κατακόρυφα ● ΣΥΜΠΛ.: κατακόρυφος κύκλος: ΑΣΤΡΟΝ. η κατακόρυφος. ● ΦΡ.: στο κατακόρυφο (μτφ.): στο ύψιστο σημείο, στο αποκορύφωμα: Η αγωνία βρίσκεται/ήταν/έφθασε ~ ~. Πβ. απόγειο, ζενίθ. [< γαλλ. vertical] | |
| 23451 | κατάκοσμος | , η, ο κα-τά-κο-σμος επίθ. (λόγ.-επιτατ.): υπερβολικά διακοσμημένος: ναός ~ με μωσαϊκά/τοιχογραφίες. Πβ. κατάφορτος. [< αρχ. κατάκοσμος ‘στολισμένος’] | |
| 23452 | κατακουράζω | κα-τα-κου-ρά-ζω ρ. (μτβ.) {-στηκα, -στεί, -σμένος} (προφ.-επιτατ.): κουράζω υπερβολικά: Έχω ~στεί στη δουλειά (= μου βγήκε/μου 'φυγε ο πάτος). Πβ. εξαντλώ, εξουθενώνω, καταπονώ. | |
| 23453 | κατακουρασμένος | , η, ο κα-τα-κου-ρα-σμέ-νος επίθ. (προφ.-επιτατ.): υπερβολικά κουρασμένος: άυπνος και ~. Γύρισε ~η απ' τη δουλειά/το ταξίδι. Πβ. εξαντλη-, εξουθενω-, καταπονη-, ξεθεω-, ξεπατω-μένος. ΣΥΝ. κατάκοπος [< μεσν. κατακουρασμένος] | |
| 23454 | κατακούτελα | κα-τα-κού-τε-λα επίρρ. (προφ.): κατευθείαν στο μέτωπο και κατ' επέκτ. στο κεφάλι: Ο ήλιος μας βάραγε ~.|| (μτφ.) Η ζέστη/ο έρωτας τον χτύπησε ~. Η είδηση της ήρθε ~ (: αναπάντεχα). ΣΥΝ. κατακέφαλα (1) | |
| 23455 | κατακράτηση | κα-τα-κρά-τη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΝΟΜ. παράνομη κατοχή, κράτηση: ~ δεδομένων/περιουσιακών στοιχείων/χρημάτων. Βλ. εγκλεισμός, περιορισμός, φυλάκιση. 2. ΙΑΤΡ. διατήρηση από τον οργανισμό ουσίας ή συστατικού που κανονικά θα έπρεπε να είχε αποβληθεί: οξεία/παθολογική/χρόνια ~ ούρων (βλ. ανουρία). ~ κοπράνων/νατρίου και νερού. Κυτταρίτιδα/υπέρταση και ~ υγρών. Βλ. οίδημα. 3. (επιστ.) συγκράτηση, μη απελευθέρωση: (ελάχιστη/επαρκής) ~ θερμότητας/οσμών/ρύπων/σκόνης/στερεών σωµατιδίων. ~ υγρασίας από το χώμα. Σύστημα/φίλτρο ~ης. [< 1: μτγν. κατακράτησις, γαλλ. détention 2,3: γαλλ. rétention] | |
| 23456 | κατακρατώ | [κατακρατῶ] κα-τα-κρα-τώ ρ. (μτβ.) {-εί κ. -ά | κατακράτ-ησε, κατακρατ-ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας}: ΝΟΜ. κρατώ κάτι ή κάποιον συνήθ. παράνομα: ~ούν έγγραφα/περιουσιακά στοιχεία/χρηματικά ποσά. Εδάφη/κέρδη/υπερωρίες που ~ούνται αυθαίρετα. Βλ. παρακρατώ.|| ~ούν αιχμαλώτους/ομήρους. Πβ. περιορίζω, φυλακίζω.|| ~ήθηκαν οχήματα από την Τροχαία. Βλ. κατάσχω. ● κατακρατεί 1. (επιστ.) συγκρατεί, δεν αφήνει να απελευθερωθεί: Το φίλτρο ~ τα άλατα του νερού. Το βαμβακερό ύφασμα ~ τον ιδρώτα. 2. ΙΑΤΡ. (κυρ. για τον οργανισμό) διατηρεί, συσσωρεύει ουσία ή συστατικό που θα έπρεπε κανονικά να έχει αποβάλει: Το σώμα ~ υγρά. [< γαλλ. retenir] [< αρχ. κατακρατῶ 'επικρατώ΄, γαλλ. détenir] | |
| 23457 | κατακραυγή | κα-τα-κραυ-γή ουσ. (θηλ.): εντονότατη αντίθεση, αποδοκιμασία: δημόσια/διεθνής/καθολική/κοινωνική/μαζική/παγκόσμια ~. ~ για την ακρίβεια/κατά της κυβέρνησης. Αντιμέτωποι με τη λαϊκή ~. Πράξη που επέσυρε/ξεσήκωσε/προκάλεσε κύμα ~ής/τη γενική ~. Αντιμετωπίζει/εισέπραξε/συνάντησε/φοβάται την ~ της κοινής γνώμης. Κάτω/μετά/ύστερα από την ~ ... Υπό το βάρος της ~ής του κόσμου. Πβ. επίκριση, καταφορά. Βλ. επευφημία, ζητωκραυγή. [< μεσν. κατακραυγή, γαλλ. clameur] | |
| 23458 | κατακρεούργηση | κα-τα-κρε-ούρ-γη-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.-επιτατ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κατακρεουργώ: (κυρ. μτφ.) ~ της γλώσσας/της τέχνης (πβ. αλλοίωση, βιασμός, κακο-, παρα-ποίηση). Προσπάθεια ~ης (= καταπάτησης) των εργασιακών δικαιωμάτων/των οραμάτων και των ιδεών. Πβ. πετσόκομμα. [< γαλλ. massacre] | |
| 23459 | κατακρεουργώ | [κατακρεουργῶ] κα-τα-κρε-ουρ-γώ ρ. (μτβ.) {κατακρεουργ-εί ... | κατακρεούργ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας} 1. σκοτώνω κάποιον με μεγάλη μανία και βάναυσο τρόπο, καταφέροντάς του πολλά χτυπήματα με αιχμηρό αντικείμενο: ~ήθηκε άγρια. Φρικτά ~ημένα πτώματα. Βρέθηκε ~ημένη. Πβ. κατα-κομματιάζω, -σφάζω, πετσοκόβω. 2. (μτφ.) καταστρέφω ολοκληρωτικά: Το δάσος ~ήθηκε (βλ. αποδάσωση). ~ημένη: χώρα (: διαμελισμένη, κατακερματισμένη).|| Σύστημα που ~εί την ανθρώπινη ύπαρξη.|| (για ανεπιτυχή επεξεργασία, εκτέλεση) Το ~ησε το κείμενο/κομμάτι (= το αλλοίωσε πολύ, το απέδωσε με λάθος τρόπο). Πβ. δολοφονώ, (κατα)σκοτώνω. [< 1: αρχ. κατακρεουργῶ 2: γαλλ. massacrer] | |
| 23460 | κατακρημνίζω | κα-τα-κρη-μνί-ζω ρ. (μτβ.) {κατακρήμνι-σε, κατακρημνί-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, κατακρημνίζ-οντας} 1. (επίσ.) γκρεμίζω: Σεισμός ~σε το νότιο τμήμα της αρχαίας πόλης.|| ~στηκε από βράχο/σε χαράδρα (πβ. γκρεμοτσακίζομαι).|| (μτφ.) ~ονται παγιωμένες αντιλήψεις. ~στηκε από το αξίωμα του (= ανατράπηκε, έπεσε, καθαιρέθηκε). Έχουν ~στεί οι ελπίδες/τα όνειρά του. Πβ. κατα-ποντίζω, -στρέφω. 2. ΧΗΜ. δημιουργώ απόθεση, ίζημα: Τα άλατα ~στηκαν στον πυθμένα του δοχείου. [< 1: αρχ. κατακρημνίζω 2: γαλλ. précipiter] | |
| 23461 | κατακρήμνιση | κα-τα-κρή-μνι-ση ουσ. (θηλ.) 1. (επιστ.) πτώση στερεού ή υγρού σώματος, με αποτέλεσμα συνήθ. την πρόκληση φθοράς στο ίδιο ή στον χώρο: ~ βράχων (= κατολίσθηση). ~ της οροφής (= κατάρρευση). ~ίσεις λεκανών απορροής/σπηλαίων. Κίνδυνος ~ίσεων. Πβ. γκρέμισμα, κατεδάφιση.|| (ΜΕΤΕΩΡ.) Ατμοσφαιρικές ~ίσεις (= κατακρημνίσματα).|| (μτφ.) ~ των τιμών (= μείωση· πβ. καταβαράθρωση). 2. ΧΗΜ. απόθεση, καθίζηση: ~ αλάτων/ασβεστίου. Πβ. καταβύθιση. [< μεσν. κατακρήμνησις] | |
| 23462 | κατακρημνίσματα | κα-τα-κρη-μνί-σμα-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. κατακρήμνισμα}: ΜΕΤΕΩΡ. πτώση νερού σε υγρή (βροχή, ψιχάλα, χιονόνερο) ή στερεή μορφή (χαλάζι, χιόνι), ως αποτέλεσμα των διαδικασιών που συμβαίνουν στα σύννεφα: ατμοσφαιρικά/όξινα (βλ. όξινη βροχή)/υδατώδη ~. Πβ. υδρομετέωρα, υετός. | |
| 23463 | κατακρίνω | κα-τα-κρί-νω ρ. (μτβ.) {κατέκριν-α, κατακρί-θηκε, -θεί, κατακρίν-οντας}: διατυπώνω αρνητική γνώμη για κάποιον ή κάτι: ~ τις πράξεις και τη συμπεριφορά κάποιου. ~ε αμείλικτα/απροκάλυπτα/αυστηρά/δημοσίως/έμμεσα/ευθέως/με δριμύτητα την κυβέρνηση. Έχει ~θεί σφοδρά από τον Τύπο. Πβ. επιτιμώ, κατηγορώ, μέμφομαι, στηλιτεύω, στιγματίζω, ψέγω. ΣΥΝ. επικρίνω ΑΝΤ. εγκρίνω (2), επαινώ, επιδοκιμάζω, επικροτώ [< αρχ. κατακρίνω] | |
| 23464 | κατάκριση | κα-τά-κρι-ση ουσ. (θηλ.): έντονη αποδοκιμασία, κατηγορία: άξιος ~ης (= κατακριτέος). Πβ. επιτίμηση, μομφή, στηλίτευση, στιγματισμός, ψόγος. ΣΥΝ. επίκριση ΑΝΤ. έγκριση (2), έπαινος (1), επιδοκιμασία, επικρότηση [< μτγν. κατάκρισις | |
| 23465 | κατακριτέος | , α, ο κα-τα-κρι-τέ-ος επίθ. (λόγ.): που πρέπει ή αξίζει να κατακριθεί: ~α: συμπεριφορά. ~ο: γεγονός. Ηθικά/κοινωνικά ~α πράξη. Απόψεις ~ες από όλους. Δεν το θεωρώ ιδιαίτερα/καθόλου ~ο να ...|| (ως ουσ.) Δεν έκανε τίποτα το ~ο. Πβ. αξιόμεμπτος, επιλήψιμος, επίμεμπτος. Βλ. -τέος. ΣΥΝ. αξιοκατάκριτος, καταδικαστέος ΑΝΤ. αξιέπαινος, επαινετέος [< μτγν. κατακριτέος, γαλλ. critiquable] | |
| 23466 | κατακριτής | κα-τα-κρι-τής ουσ. (αρσ.): αυτός που κατακρίνει κάποιον ή κάτι: οι ~ές της απόφασής του. Αποστόμωσε τους ~ές του. Πβ. (επι)κριτής, κατήγορος, τιμητής. ΑΝΤ. υποστηρικτής [< μεσν. κατακριτής] | |
| 23467 | κατακριτικός | , ή, ό κα-τα-κρι-τι-κός επίθ.: που κατακρίνει: ~ή: αντιμετώπιση/διάθεση/στάση. ~ και καταγγελτικός λόγος. Πβ. στηλιτευτικός. ΣΥΝ. επικριτικός, επιτιμητικός ΑΝΤ. επαινετικός ● επίρρ.: κατακριτικά [< μεσν. κατακριτικός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ