| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 23439 | κατακλύζω | κα-τα-κλύ-ζω ρ. (μτβ.) {κατέκλυ-σε (σπανιότ. προφ.) κατάκλυ-σε, κατακλύ-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, κατακλύζ-οντας, κατακλυ-σμένος}: (μτφ.) γεμίζω ασφυκτικά: Τουρίστες ~σαν το νησί. Οι διαδηλωτές ~σαν τους δρόμους. Τα σκουπίδια ~ουν τα πεζοδρόμια. Οι νέες συσκευές αναμένονται να ~σουν την αγορά. Τα γραφεία της εφημερίδας ~στηκαν από καταγγελίες/τηλεφωνήματα.|| Τον ~σε ο φόβος. ● κατακλύζει: πλημμυρίζει: Τα νερά έχουν ~σει χιλιάδες στρέμματα γης. Ο τόπος ~στηκε από λάσπη. ~σμένες: εκτάσεις. [< αρχ. κατακλύζω] | |
| 23440 | κατάκλυση | κα-τά-κλυ-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): κάλυψη επιφάνειας συνήθ. με νερό, πλημμύρισμα: ~ πεδιάδας. Λεκάνη ~ης (φράγματος). Άρδευση με τη μέθοδο της ~ης (βλ. καταιονισμός). Τεχνητές ~ύσεις. [< αρχ. κατάκλυσις] | |
| 23441 | κατακλυσμιαίος | , α, ο [κατακλυσμιαῖος] κα-τα-κλυ-σμι-αί-ος επίθ. & κατακλυσμικός, ή, ό: που αναφέρεται σε κατακλυσμό, καταρρακτώδης· ραγδαίος ή ολέθριος: ~α: βροχή. Βλ. προ~.|| (μτφ.) ~ο: κύμα (βίας). ~ες: αλλαγές (= ριζικές)/συνέπειες. Το φαινόμενο έχει πάρει ~ες διαστάσεις (= ανεξέλεγκτες, απειλητικές, τρομακτικά μεγάλες). Βλ. -ιαίος. ● ΣΥΜΠΛ.: βιβλική καταστροφή βλ. βιβλικός [< γαλλ. diluvien] | |
| 23442 | κατακλυσμός | κα-τα-κλυ-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ισχυρή βροχόπτωση που προκαλεί πλημμύρες και καταστροφές: Έρχεται (μεγάλος) ~. Έκανε έναν ~ό! Έξω ρίχνει ~ό! Πβ. νεροποντή.|| (ΠΔ, συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Κ, κατάκλυση της Γης από ύδατα) Βιβλικός ~ (βλ. Κιβωτός του Νώε). (ΜΥΘ.) Ο ~ του Δευκαλίωνα. 2. (μτφ.) αδιάκοπη διαδοχή· πληθώρα, σωρεία: ~ διαμαρτυριών/ερωτήσεων/μηνυμάτων (πβ. βροχή, καταιγίδα, καταιγισμός, ορυμαγδός, πλήθος, χείμαρρος, χιονοστιβάδα). ~ της αγοράς από εισαγόμενα.|| ~ από πρόσφυγες. ● ΦΡ.: κατακλυσμός του Νώε (μτφ.-εμφατ.): για μεγάλη νεροποντή: Έξω γίνεται (ο) ~ ~! Πβ. βρέχει/ρίχνει καρεκλοπόδαρα/καρέκλες/παπάδες., φέρνει την καταστροφή βλ. καταστροφή [< αρχ. κατακλυσμός, γαλλ. cataclysme , αγγλ. cataclysm] | |
| 23443 | κατακόβω | κα-τα-κό-βω ρ. (μτβ.) {κατέκο-ψα, κατακό-ψει, -πηκε, -πεί, κατακομμένος, κατακόβ-οντας} (επιτατ.): κόβω σε πολλά σημεία, σε πολλά κομμάτια ή πολύ βαθιά: Έχω ~ψει τα χέρια μου μ' αυτό το χαρτί. ~πηκε απ' τα γυαλιά/στο ξύρισμα. Πβ. πετσοκόβω. [< αρχ. κατακόπτω] | |
| 23444 | κατάκοιτος | , η, ο κα-τά-κοι-τος επίθ.: που δεν μπορεί να σηκωθεί από το κρεβάτι, λόγω ασθένειας ή γηρατειών: Έπαθε εγκεφαλικό και έμεινε ~. Η αρρώστια την άφησε/έριξε ~η.|| (ως ουσ.) Παροχή φροντίδας σε ~ους ή υπερήλικες. Βλ. ανάπηρος. [< αρχ. κατάκοιτος] | |
| 23445 | κατακοκκινίζω | κα-τα-κοκ-κι-νί-ζω ρ. (αμτβ.) {κατακοκκίνι-σα, κατακοκκινί-σει, -σμένος, συνήθ. στον αόρ.} (επιτατ.): γίνομαι κατακόκκινος: ~σε (ολόκληρος) από θυμό/ντροπή. Τα μάτια της είχαν ~σει από τα δάκρυα/το κλάμα. | |
| 23446 | κατακόκκινος | , η, ο κα-τα-κόκ-κι-νος επίθ. (επιτατ.): έντονα κόκκινος: ~η: μύτη (λόγω του κρύου). ~ο: κραγιόν. ~α: μάτια (από το κλάμα). Λιβάδι ~ο από τις παπαρούνες. Βλ. βαθυκόκκινος, πορφυρός.|| ~ (στο πρόσωπο) από τη ζέστη/τον ήλιο (πβ. σαν αστακός)/θυμό/ντροπή/το ποτό. ~ και λαχανιασμένος (πβ. αναψοκοκκινισμένος). [< μεσν. κατακόκκινος] | |
| 23447 | κατακόμβες | κα-τα-κόμ-βες ουσ. (θηλ.) (οι) {κατακομβ-ών | σπανιότ. στον εν. κατακόμβη}: ΑΡΧΑΙΟΛ. υπόγειος χώρος με δαιδαλώδεις στοές, στα τοιχώματα του οποίου υπάρχουν σκαλιστοί τάφοι σε επάλληλες σειρές: (πρωτο)χριστιανικές ~. Τοιχογραφίες των ~ών. Βλ. αρκοσόλιο.|| (κατ' επέκτ., για υπόγειο πέρασμα που μοιάζει με λαβύρινθο) Οι ~ της πόλης. [< ιταλ. catacomba < μτγν. κατακοῦμβαι] | |
| 23448 | κατακομματιάζω | κα-τα-κομ-μα-τιά-ζω ρ. (μτβ.) {κατακομμάτια-σε, κατακομματιά-στηκε, -σμένος} (προφ.-επιτατ.): κόβω σε πολλά και μικρά κομμάτια. Πβ. κατα-κερματίζω, -κρεουργώ, -τεμαχίζω, -τέμνω, λιανίζω. Βλ. κατασπαράζω. | |
| 23449 | κατάκοπος | , η, ο κα-τά-κο-πος επίθ. (επιτατ.): κατακουρασμένος. Πβ. καταπονημένος. Βλ. -κοπος2. [< μτγν. κατάκοπος] | |
| 23450 | κατακόρυφος | , η/ος, ο κα-τα-κό-ρυ-φος επίθ. 1. ΦΥΣ.-ΜΑΘ. που σχηματίζει ορθή γωνία με οριζόντιο επίπεδο και έχει κατεύθυνση από πάνω προς τα κάτω: ~ος: αγωγός/άξονας/προσανατολισμός/σωλήνας/τοίχος. ~η: απόσταση/βολή/γωνία/διάταξη/διεύθυνση/δύναμη/επιφάνεια/μετατόπιση/πίεση/προβολή/ροή/στήλη. ~ο: ρήγμα. Ισορροπία σε ~η θέση. Πβ. κάθετος. ΑΝΤ. οριζόντιος (1) 2. (μτφ.) για κάτι που εκδηλώνεται ξαφνικά και σε πολύ μεγάλο βαθμό: ~η: άνοδος (των τιμών)/κάμψη/μεταβολή/πτώση (των πωλήσεων). Πβ. δραματ-, ριζ-ικός. ΣΥΝ. κάθετος (2) ● Ουσ.: κατακόρυφο (το): ΑΣΤΡΟΝ. το ύψιστο σημείο της ουράνιας σφαίρας, στο οποίο αυτή τέμνεται από την κατακόρυφο του τόπου., κατακόρυφος & (σπάν.) κατακόρυφη (η) 1. ΓΕΩΜ. ενν. γραμμή: διανυσµατική διαφορά της ~ου και της καθέτου. Σώματα που βρίσκονται στην ίδια ~ο. 2. ΓΥΜΝ. (ενν. στάση του σώματος) άσκηση κατά την οποία ο αθλούμενος, στηριζόμενος στα χέρια, σηκώνει τα πόδια τεντωμένα προς τα πάνω. 3. ΑΣΤΡΟΝ. κάθετη προς τον ορίζοντα νοητή γραμμή της ουράνιας σφαίρας, η οποία διέρχεται από το ζενίθ και το ναδίρ. ● επίρρ.: κατακόρυφα ● ΣΥΜΠΛ.: κατακόρυφος κύκλος: ΑΣΤΡΟΝ. η κατακόρυφος. ● ΦΡ.: στο κατακόρυφο (μτφ.): στο ύψιστο σημείο, στο αποκορύφωμα: Η αγωνία βρίσκεται/ήταν/έφθασε ~ ~. Πβ. απόγειο, ζενίθ. [< γαλλ. vertical] | |
| 23451 | κατάκοσμος | , η, ο κα-τά-κο-σμος επίθ. (λόγ.-επιτατ.): υπερβολικά διακοσμημένος: ναός ~ με μωσαϊκά/τοιχογραφίες. Πβ. κατάφορτος. [< αρχ. κατάκοσμος ‘στολισμένος’] | |
| 23452 | κατακουράζω | κα-τα-κου-ρά-ζω ρ. (μτβ.) {-στηκα, -στεί, -σμένος} (προφ.-επιτατ.): κουράζω υπερβολικά: Έχω ~στεί στη δουλειά (= μου βγήκε/μου 'φυγε ο πάτος). Πβ. εξαντλώ, εξουθενώνω, καταπονώ. | |
| 23453 | κατακουρασμένος | , η, ο κα-τα-κου-ρα-σμέ-νος επίθ. (προφ.-επιτατ.): υπερβολικά κουρασμένος: άυπνος και ~. Γύρισε ~η απ' τη δουλειά/το ταξίδι. Πβ. εξαντλη-, εξουθενω-, καταπονη-, ξεθεω-, ξεπατω-μένος. ΣΥΝ. κατάκοπος [< μεσν. κατακουρασμένος] | |
| 23454 | κατακούτελα | κα-τα-κού-τε-λα επίρρ. (προφ.): κατευθείαν στο μέτωπο και κατ' επέκτ. στο κεφάλι: Ο ήλιος μας βάραγε ~.|| (μτφ.) Η ζέστη/ο έρωτας τον χτύπησε ~. Η είδηση της ήρθε ~ (: αναπάντεχα). ΣΥΝ. κατακέφαλα (1) | |
| 23455 | κατακράτηση | κα-τα-κρά-τη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΝΟΜ. παράνομη κατοχή, κράτηση: ~ δεδομένων/περιουσιακών στοιχείων/χρημάτων. Βλ. εγκλεισμός, περιορισμός, φυλάκιση. 2. ΙΑΤΡ. διατήρηση από τον οργανισμό ουσίας ή συστατικού που κανονικά θα έπρεπε να είχε αποβληθεί: οξεία/παθολογική/χρόνια ~ ούρων (βλ. ανουρία). ~ κοπράνων/νατρίου και νερού. Κυτταρίτιδα/υπέρταση και ~ υγρών. Βλ. οίδημα. 3. (επιστ.) συγκράτηση, μη απελευθέρωση: (ελάχιστη/επαρκής) ~ θερμότητας/οσμών/ρύπων/σκόνης/στερεών σωµατιδίων. ~ υγρασίας από το χώμα. Σύστημα/φίλτρο ~ης. [< 1: μτγν. κατακράτησις, γαλλ. détention 2,3: γαλλ. rétention] | |
| 23456 | κατακρατώ | [κατακρατῶ] κα-τα-κρα-τώ ρ. (μτβ.) {-εί κ. -ά | κατακράτ-ησε, κατακρατ-ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας}: ΝΟΜ. κρατώ κάτι ή κάποιον συνήθ. παράνομα: ~ούν έγγραφα/περιουσιακά στοιχεία/χρηματικά ποσά. Εδάφη/κέρδη/υπερωρίες που ~ούνται αυθαίρετα. Βλ. παρακρατώ.|| ~ούν αιχμαλώτους/ομήρους. Πβ. περιορίζω, φυλακίζω.|| ~ήθηκαν οχήματα από την Τροχαία. Βλ. κατάσχω. ● κατακρατεί 1. (επιστ.) συγκρατεί, δεν αφήνει να απελευθερωθεί: Το φίλτρο ~ τα άλατα του νερού. Το βαμβακερό ύφασμα ~ τον ιδρώτα. 2. ΙΑΤΡ. (κυρ. για τον οργανισμό) διατηρεί, συσσωρεύει ουσία ή συστατικό που θα έπρεπε κανονικά να έχει αποβάλει: Το σώμα ~ υγρά. [< γαλλ. retenir] [< αρχ. κατακρατῶ 'επικρατώ΄, γαλλ. détenir] | |
| 23457 | κατακραυγή | κα-τα-κραυ-γή ουσ. (θηλ.): εντονότατη αντίθεση, αποδοκιμασία: δημόσια/διεθνής/καθολική/κοινωνική/μαζική/παγκόσμια ~. ~ για την ακρίβεια/κατά της κυβέρνησης. Αντιμέτωποι με τη λαϊκή ~. Πράξη που επέσυρε/ξεσήκωσε/προκάλεσε κύμα ~ής/τη γενική ~. Αντιμετωπίζει/εισέπραξε/συνάντησε/φοβάται την ~ της κοινής γνώμης. Κάτω/μετά/ύστερα από την ~ ... Υπό το βάρος της ~ής του κόσμου. Πβ. επίκριση, καταφορά. Βλ. επευφημία, ζητωκραυγή. [< μεσν. κατακραυγή, γαλλ. clameur] | |
| 23458 | κατακρεούργηση | κα-τα-κρε-ούρ-γη-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.-επιτατ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κατακρεουργώ: (κυρ. μτφ.) ~ της γλώσσας/της τέχνης (πβ. αλλοίωση, βιασμός, κακο-, παρα-ποίηση). Προσπάθεια ~ης (= καταπάτησης) των εργασιακών δικαιωμάτων/των οραμάτων και των ιδεών. Πβ. πετσόκομμα. [< γαλλ. massacre] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ