Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [24220-24240]

IDΛήμμαΕρμηνεία
23459κατακρεουργώ[κατακρεουργῶ] κα-τα-κρε-ουρ-γώ ρ. (μτβ.) {κατακρεουργ-εί ... | κατακρεούργ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας} 1. σκοτώνω κάποιον με μεγάλη μανία και βάναυσο τρόπο, καταφέροντάς του πολλά χτυπήματα με αιχμηρό αντικείμενο: ~ήθηκε άγρια. Φρικτά ~ημένα πτώματα. Βρέθηκε ~ημένη. Πβ. κατα-κομματιάζω, -σφάζω, πετσοκόβω. 2. (μτφ.) καταστρέφω ολοκληρωτικά: Το δάσος ~ήθηκε (βλ. αποδάσωση). ~ημένη: χώρα (: διαμελισμένη, κατακερματισμένη).|| Σύστημα που ~εί την ανθρώπινη ύπαρξη.|| (για ανεπιτυχή επεξεργασία, εκτέλεση) Το ~ησε το κείμενο/κομμάτι (= το αλλοίωσε πολύ, το απέδωσε με λάθος τρόπο). Πβ. δολοφονώ, (κατα)σκοτώνω. [< 1: αρχ. κατακρεουργῶ 2: γαλλ. massacrer]
23460κατακρημνίζωκα-τα-κρη-μνί-ζω ρ. (μτβ.) {κατακρήμνι-σε, κατακρημνί-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, κατακρημνίζ-οντας} 1. (επίσ.) γκρεμίζω: Σεισμός ~σε το νότιο τμήμα της αρχαίας πόλης.|| ~στηκε από βράχο/σε χαράδρα (πβ. γκρεμοτσακίζομαι).|| (μτφ.) ~ονται παγιωμένες αντιλήψεις. ~στηκε από το αξίωμα του (= ανατράπηκε, έπεσε, καθαιρέθηκε). Έχουν ~στεί οι ελπίδες/τα όνειρά του. Πβ. κατα-ποντίζω, -στρέφω. 2. ΧΗΜ. δημιουργώ απόθεση, ίζημα: Τα άλατα ~στηκαν στον πυθμένα του δοχείου. [< 1: αρχ. κατακρημνίζω 2: γαλλ. précipiter]
23461κατακρήμνισηκα-τα-κρή-μνι-ση ουσ. (θηλ.) 1. (επιστ.) πτώση στερεού ή υγρού σώματος, με αποτέλεσμα συνήθ. την πρόκληση φθοράς στο ίδιο ή στον χώρο: ~ βράχων (= κατολίσθηση). ~ της οροφής (= κατάρρευση). ~ίσεις λεκανών απορροής/σπηλαίων. Κίνδυνος ~ίσεων. Πβ. γκρέμισμα, κατεδάφιση.|| (ΜΕΤΕΩΡ.) Ατμοσφαιρικές ~ίσεις (= κατακρημνίσματα).|| (μτφ.) ~ των τιμών (= μείωση· πβ. καταβαράθρωση). 2. ΧΗΜ. απόθεση, καθίζηση: ~ αλάτων/ασβεστίου. Πβ. καταβύθιση. [< μεσν. κατακρήμνησις]
23462κατακρημνίσματακα-τα-κρη-μνί-σμα-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. κατακρήμνισμα}: ΜΕΤΕΩΡ. πτώση νερού σε υγρή (βροχή, ψιχάλα, χιονόνερο) ή στερεή μορφή (χαλάζι, χιόνι), ως αποτέλεσμα των διαδικασιών που συμβαίνουν στα σύννεφα: ατμοσφαιρικά/όξινα (βλ. όξινη βροχή)/υδατώδη ~. Πβ. υδρομετέωρα, υετός.
23463κατακρίνωκα-τα-κρί-νω ρ. (μτβ.) {κατέκριν-α, κατακρί-θηκε, -θεί, κατακρίν-οντας}: διατυπώνω αρνητική γνώμη για κάποιον ή κάτι: ~ τις πράξεις και τη συμπεριφορά κάποιου. ~ε αμείλικτα/απροκάλυπτα/αυστηρά/δημοσίως/έμμεσα/ευθέως/με δριμύτητα την κυβέρνηση. Έχει ~θεί σφοδρά από τον Τύπο. Πβ. επιτιμώ, κατηγορώ, μέμφομαι, στηλιτεύω, στιγματίζω, ψέγω. ΣΥΝ. επικρίνω ΑΝΤ. εγκρίνω (2), επαινώ, επιδοκιμάζω, επικροτώ [< αρχ. κατακρίνω]
23464κατάκρισηκα-τά-κρι-ση ουσ. (θηλ.): έντονη αποδοκιμασία, κατηγορία: άξιος ~ης (= κατακριτέος). Πβ. επιτίμηση, μομφή, στηλίτευση, στιγματισμός, ψόγος. ΣΥΝ. επίκριση ΑΝΤ. έγκριση (2), έπαινος (1), επιδοκιμασία, επικρότηση [< μτγν. κατάκρισις
23465κατακριτέος, α, ο κα-τα-κρι-τέ-ος επίθ. (λόγ.): που πρέπει ή αξίζει να κατακριθεί: ~α: συμπεριφορά. ~ο: γεγονός. Ηθικά/κοινωνικά ~α πράξη. Απόψεις ~ες από όλους. Δεν το θεωρώ ιδιαίτερα/καθόλου ~ο να ...|| (ως ουσ.) Δεν έκανε τίποτα το ~ο. Πβ. αξιόμεμπτος, επιλήψιμος, επίμεμπτος. Βλ. -τέος. ΣΥΝ. αξιοκατάκριτος, καταδικαστέος ΑΝΤ. αξιέπαινος, επαινετέος [< μτγν. κατακριτέος, γαλλ. critiquable]
23466κατακριτήςκα-τα-κρι-τής ουσ. (αρσ.): αυτός που κατακρίνει κάποιον ή κάτι: οι ~ές της απόφασής του. Αποστόμωσε τους ~ές του. Πβ. (επι)κριτής, κατήγορος, τιμητής. ΑΝΤ. υποστηρικτής [< μεσν. κατακριτής]
23467κατακριτικός, ή, ό κα-τα-κρι-τι-κός επίθ.: που κατακρίνει: ~ή: αντιμετώπιση/διάθεση/στάση. ~ και καταγγελτικός λόγος. Πβ. στηλιτευτικός. ΣΥΝ. επικριτικός, επιτιμητικός ΑΝΤ. επαινετικός ● επίρρ.: κατακριτικά [< μεσν. κατακριτικός]
23468κατακτάωβλ. κατακτώ
23469κατάκτησηκα-τά-κτη-ση ουσ. (θηλ.) & (προφ.) κατάχτηση 1. απόκτηση κυρ. πνευματικού αγαθού με κόπο και προσπάθεια: ~ της αλήθειας/της ανεξαρτησίας/της αρετής/της γνώσης/ενός δικαιώματος (πβ. κατοχύρωση)/της ελευθερίας/της εξουσίας/της επιτυχίας/της ευτυχίας. Αγωνίζονται για την ~ (= επίτευξη, πραγματοποίηση) των στόχων τους.|| Βαθμιαία/σταδιακή ~ της γλώσσας/της γραφής/δεξιοτήτων/του λεξιλογίου/των (μαθηματικών) εννοιών από το παιδί. Πβ. εκμάθηση. Βλ. πρόσληψη.|| (ΑΘΛ.) ~ του κυπέλλου/της νίκης/του πρωταθλήματος/του τίτλου/του χρυσού μεταλλίου.|| ~ της αγάπης/της εμπιστοσύνης/της συμπάθειας (κάποιου). 2. (συνεκδ.) (για πράγμα) απόκτημα· (για πρόσ.) ερωτικός σύντροφος, συνήθ. όχι μόνιμος: Η τελευταία του ~ είναι ένα σπορ αμάξι.|| Η καινούργια/νέα του ~. Πβ. γκόμενα, φιλενάδα. 3. διαδικασία κατά την οποία εδαφική έκταση τίθεται υπό τον έλεγχο, την κατοχή εχθρικών δυνάμεων με χρήση όπλων: στρατιωτικές ~ήσεις. ~ της πόλης/του φρουρίου. Εκστρατεία ~ης της χώρας. ΣΥΝ. κατάληψη, κυρίευση. Πβ. άλωση, καθυπόταξη, υποδούλωση. Βλ. ανα~, εισβολή, επιδρομή.|| (μτφ., για χώρο που δεν είχε μέχρι πρότινος εξερευνηθεί) ~ του Διαστήματος/ενός πλανήτη/της Σελήνης. ~ του αέρα/των θαλασσών/του κόσμου/της ψηλότερης κορυφής (ενός βουνού).κατακτήσεις (οι) 1. επιτεύγματα, κατορθώματα, επιτυχίες: δημοκρατικές/εργασιακές/θεσμικές/πνευματικές/πολιτιστικές ~. Οι επιστημονικές και τεχνολογικές ~ της ανθρωπότητας.|| Ερωτικές ~. 2. κατεχόμενες περιοχές: Έχασαν τις ~ (= κτήσεις) τους. ● ΦΡ.: έχει πολλές κατακτήσεις: έχει πολλές επιτυχίες στο αντίθετο φύλο. Βλ. γυναικο-, καρδιο-κατακτητής. [< μτγν. κατάκτησις, γαλλ. conquête]
23470κατακτητήςκα-τα-κτη-τής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. κατακτήτρια} & (προφ.) καταχτητής 1. πρόσωπο που κατέκτησε με χρήση στρατιωτικής βίας ξένα εδάφη· κατ' επέκτ. δυνάμεις κατοχής: πολεμοχαρής ~. Πβ. πορθητής.|| Έδιωξαν τον ~ή. Απελευθερώθηκαν από τους ~ές. Τόπος που γνώρισε πολλούς ~ές. Στο έλεος των ~ών. Αντίσταση κατά των ~ών. Η χώρα έπεσε στα χέρια των ~ών.|| (ως επίθ.) ~ βασιλιάς/στρατηγός. 2. (μτφ.) πρόσωπο που απέκτησε με προσπάθεια ένα αγαθό, που πέτυχε κάτι σημαντικό: ~ της κορυφής.|| Εξερευνητής και ~ του Βόρειου Πόλου. 3. (για άνδρα) που έχει ερωτικές επιτυχίες: (κ. ειρων.) μέγας ~! Πβ. γόης, γυναικο~, καρδιο~, δον Ζουάν, καζανόβας. ● ΣΥΜΠΛ.: η μπότα του κατακτητή βλ. μπότα [< γαλλ. conquérant]
23471κατακτητικός, ή, ό κα-τα-κτη-τι-κός επίθ. & (προφ.) καταχτητικός: που στοχεύει στην κατάκτηση: ~ός: πόλεμος.|| ~ή: πολιτική. ~ά: σχέδια. ~ές: βλέψεις. Πβ. αποικιοκρατ-, επεκτατ-, ιμπεριαλιστ-ικός. Βλ. χωρο~. ● επίρρ.: κατακτητικά
23472κατακτώ[κατακτῶ] κα-τα-κτώ ρ. (μτβ.) {κατακτ-άς, -ά κ. -άει ... | κατέκτ-ησε (προφ.) κατάκτ-ησε, -ήσει, κατακτ-άται (προφ.) -ιέται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας} & κατακτάω & (προφ.) καταχτώ 1. (μτφ.) αποκτώ κυρ. πνευματικό αγαθό με προσπάθεια, αγώνα: ~ την αλήθεια/την αρετή/τη γνώση/την ευτυχία/τους στόχους μου (= επιτυγχάνω). ~ησε την εξουσία/(με σκληρή δουλειά) τη θέση του διευθυντή. ~ησαν(= έλαβαν, πήραν) τη διάκριση … Η ομάδα ~ησε την κορυφή/το κύπελλο/τη νίκη. Προϊόν που έχει ~ήσει την πρώτη θέση (στις πωλήσεις). Τίποτα στη ζωή δεν χαρίζεται, αλλά ~άται με θυσίες. Δικαιώματα ~ημένα με κόπο και ιδρώτα (πβ. κατοχυρωμένος).|| ~ τη γραφή/δεξιότητες/έννοιες/το λεξιλόγιο/τη μητρική γλώσσα (πβ. μαθαίνω).|| ~ την αγάπη/την εμπιστοσύνη/τον σεβασμό των γύρω μου. 2. θέτω υπό τον έλεγχό μου, καταλαμβάνω εδαφική έκταση με τη χρήση όπλων: Τα εχθρικά στρατεύματα ~ησαν και λεηλάτησαν την πόλη. Εισέβαλαν και ~ησαν με τη βία τη χώρα. Κατακτητές και ~ημένοι. ~ημένα: εδάφη. Πβ. κυριεύω, υποτάσσω.|| (για ανεξερεύνητο τόπο:) Ο άνθρωπος ~ησε τους αιθέρες/το Διάστημα/τη Σελήνη. Θέλει να ~ήσει τον κόσμο/το Σύμπαν. 3. (μτφ.) κερδίζω κυρ. το ερωτικό ενδιαφέρον: Προσπαθεί να την ~ήσει. Πβ. γοητεύω, σαγηνεύω.|| (κατ' επέκτ.) Με ~ησε με την ειλικρίνειά του. Πβ. (προσ)ελκύω. ● ΦΡ.: καίω/κατακτώ/κερδίζω/κλέβω/παίρνω την καρδιά κάποιου βλ. καρδιά [< αρχ. κατακτῶμαι, γαλλ. conquérir]
23473κατακυρίευσηκα-τα-κυ-ρί-ευ-ση ουσ. (θηλ.) (επιτατ.): απόλυτη κυριαρχία, επικράτηση: ~ της αγοράς/της φύσης. Βλ. κατα-δυνάστευση, -πίεση. [< μεσν. κατακυρίευσις]
23474κατακυριεύωκα-τα-κυ-ρι-εύ-ω ρ. (μτβ.) {κατακυρίευ-σε, κατακυριεύ-σει, -τηκε (λόγ.) -θηκε, -τεί (λόγ.) -θεί, -μένος, -οντας} (επιτατ.): (κυρ. μτφ.) κυριεύω ολοκληρωτικά: Εμμονή/επιθυμία που ~ει (= καταλαμβάνει) την ψυχή και το μυαλό. Τον έχει ~σει η αλαζονεία/ο φανατισμός. Μην αφήσεις το άγχος να σε ~σει! ~μένος από τύψεις. [< μτγν. κατακυριεύω]
23475κατακυρώνωκα-τα-κυ-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {κατακύρω-σε, κατακυρώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος, κατακυρών-οντας}: ΝΟΜ. αποδέχομαι επίσημα την ανάληψη ενός έργου ή την κυριότητα ενός αγαθού από φυσικό ή νομικό πρόσωπο: Η επιτροπή ~σε τον διαγωνισμό στην εταιρεία ... ~θηκε ομόφωνα/οριστικά η ανάθεση της μελέτης/η σύμβαση υλοποίησης του έργου.|| (σε δημοπρασία:) Ο πίνακας ~θηκε έναντι του ποσού των ... ευρώ.|| (ΑΘΛ.) Ο διαιτητής ~σε το γκολ.|| (μτφ.) Έκθεση που έχει ~θεί ως το καλλιτεχνικό γεγονός του φθινοπώρου. [< αρχ. κατακυρῶ]
23476κατακύρωσηκα-τα-κύ-ρω-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κατακυρώνω: οριστική/τελική/τυπική ~. ~ βαθμών/(ποδοσφαιρικού) αγώνα/σύμβασης στην εταιρεία. ~ των αποτελεσµάτων του διαγωνισμού. Δημοπράτηση και ~ ενός έργου. Έγκριση/κριτήριο (π.χ. συμφερότερη προσφορά) ~ης. [< γαλλ. adjudication]
23477κατακυρωτικός, ή, ό κα-τα-κυ-ρω-τι-κός επίθ.: ΝΟΜ. που σχετίζεται με την κατακύρωση: επίδοση ~ής απόφασης/~ού αποτελέσματος. Περίληψη ~ής έκθεσης ακινήτου. [< γαλλ. adjudicatif]
23479καταλαγιάζεικα-τα-λα-γιά-ζει ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {καταλάγια-σε, καταλαγιά-σει, καταλαγιάζ-οντας, καταλαγια-σμένος}: γίνεται λιγότερο ισχυρός, έντονος: Η κατάσταση δεν φαίνεται να ~ (= ηρεμεί). ~σε ο ενθουσιασμός/θόρυβος/πόνος (πβ. μαλακώνω, σβήνω). Άσε το μίσος να ~σει! Τα προβλήματα δεν λένε να ~σουν.|| Οι άνεμοι άρχισαν να ~ουν (= να γαληνεύουν, εξασθενούν, κοπάζουν). Η φλόγα ~σε (ΑΝΤ. φούντωσε). ~ η σκόνη (= κατακάθεται, πέφτει). Θα περιμένουμε να ~σει η βροχή (ΑΝΤ. δυναμώνει).καταλαγιάζω: μετριάζω την ένταση, κάνω κάτι ηπιότερο: ~ την ανησυχία (πβ. κατευνάζω)/τον θυμό (πβ. καλμάρω)/τους φόβους κάποιου. Προσπάθησε να ~σει τις αντιδράσεις του πλήθους. Πβ. ησυχάζω, καταπραΰνω. [< μεσν. καταλαγιάζω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.