| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 23468 | κατακτάω | βλ. κατακτώ | |
| 23469 | κατάκτηση | κα-τά-κτη-ση ουσ. (θηλ.) & (προφ.) κατάχτηση 1. απόκτηση κυρ. πνευματικού αγαθού με κόπο και προσπάθεια: ~ της αλήθειας/της ανεξαρτησίας/της αρετής/της γνώσης/ενός δικαιώματος (πβ. κατοχύρωση)/της ελευθερίας/της εξουσίας/της επιτυχίας/της ευτυχίας. Αγωνίζονται για την ~ (= επίτευξη, πραγματοποίηση) των στόχων τους.|| Βαθμιαία/σταδιακή ~ της γλώσσας/της γραφής/δεξιοτήτων/του λεξιλογίου/των (μαθηματικών) εννοιών από το παιδί. Πβ. εκμάθηση. Βλ. πρόσληψη.|| (ΑΘΛ.) ~ του κυπέλλου/της νίκης/του πρωταθλήματος/του τίτλου/του χρυσού μεταλλίου.|| ~ της αγάπης/της εμπιστοσύνης/της συμπάθειας (κάποιου). 2. (συνεκδ.) (για πράγμα) απόκτημα· (για πρόσ.) ερωτικός σύντροφος, συνήθ. όχι μόνιμος: Η τελευταία του ~ είναι ένα σπορ αμάξι.|| Η καινούργια/νέα του ~. Πβ. γκόμενα, φιλενάδα. 3. διαδικασία κατά την οποία εδαφική έκταση τίθεται υπό τον έλεγχο, την κατοχή εχθρικών δυνάμεων με χρήση όπλων: στρατιωτικές ~ήσεις. ~ της πόλης/του φρουρίου. Εκστρατεία ~ης της χώρας. ΣΥΝ. κατάληψη, κυρίευση. Πβ. άλωση, καθυπόταξη, υποδούλωση. Βλ. ανα~, εισβολή, επιδρομή.|| (μτφ., για χώρο που δεν είχε μέχρι πρότινος εξερευνηθεί) ~ του Διαστήματος/ενός πλανήτη/της Σελήνης. ~ του αέρα/των θαλασσών/του κόσμου/της ψηλότερης κορυφής (ενός βουνού). ● κατακτήσεις (οι) 1. επιτεύγματα, κατορθώματα, επιτυχίες: δημοκρατικές/εργασιακές/θεσμικές/πνευματικές/πολιτιστικές ~. Οι επιστημονικές και τεχνολογικές ~ της ανθρωπότητας.|| Ερωτικές ~. 2. κατεχόμενες περιοχές: Έχασαν τις ~ (= κτήσεις) τους. ● ΦΡ.: έχει πολλές κατακτήσεις: έχει πολλές επιτυχίες στο αντίθετο φύλο. Βλ. γυναικο-, καρδιο-κατακτητής. [< μτγν. κατάκτησις, γαλλ. conquête] | |
| 23470 | κατακτητής | κα-τα-κτη-τής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. κατακτήτρια} & (προφ.) καταχτητής 1. πρόσωπο που κατέκτησε με χρήση στρατιωτικής βίας ξένα εδάφη· κατ' επέκτ. δυνάμεις κατοχής: πολεμοχαρής ~. Πβ. πορθητής.|| Έδιωξαν τον ~ή. Απελευθερώθηκαν από τους ~ές. Τόπος που γνώρισε πολλούς ~ές. Στο έλεος των ~ών. Αντίσταση κατά των ~ών. Η χώρα έπεσε στα χέρια των ~ών.|| (ως επίθ.) ~ βασιλιάς/στρατηγός. 2. (μτφ.) πρόσωπο που απέκτησε με προσπάθεια ένα αγαθό, που πέτυχε κάτι σημαντικό: ~ της κορυφής.|| Εξερευνητής και ~ του Βόρειου Πόλου. 3. (για άνδρα) που έχει ερωτικές επιτυχίες: (κ. ειρων.) μέγας ~! Πβ. γόης, γυναικο~, καρδιο~, δον Ζουάν, καζανόβας. ● ΣΥΜΠΛ.: η μπότα του κατακτητή βλ. μπότα [< γαλλ. conquérant] | |
| 23471 | κατακτητικός | , ή, ό κα-τα-κτη-τι-κός επίθ. & (προφ.) καταχτητικός: που στοχεύει στην κατάκτηση: ~ός: πόλεμος.|| ~ή: πολιτική. ~ά: σχέδια. ~ές: βλέψεις. Πβ. αποικιοκρατ-, επεκτατ-, ιμπεριαλιστ-ικός. Βλ. χωρο~. ● επίρρ.: κατακτητικά | |
| 23472 | κατακτώ | [κατακτῶ] κα-τα-κτώ ρ. (μτβ.) {κατακτ-άς, -ά κ. -άει ... | κατέκτ-ησε (προφ.) κατάκτ-ησε, -ήσει, κατακτ-άται (προφ.) -ιέται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας} & κατακτάω & (προφ.) καταχτώ 1. (μτφ.) αποκτώ κυρ. πνευματικό αγαθό με προσπάθεια, αγώνα: ~ την αλήθεια/την αρετή/τη γνώση/την ευτυχία/τους στόχους μου (= επιτυγχάνω). ~ησε την εξουσία/(με σκληρή δουλειά) τη θέση του διευθυντή. ~ησαν(= έλαβαν, πήραν) τη διάκριση … Η ομάδα ~ησε την κορυφή/το κύπελλο/τη νίκη. Προϊόν που έχει ~ήσει την πρώτη θέση (στις πωλήσεις). Τίποτα στη ζωή δεν χαρίζεται, αλλά ~άται με θυσίες. Δικαιώματα ~ημένα με κόπο και ιδρώτα (πβ. κατοχυρωμένος).|| ~ τη γραφή/δεξιότητες/έννοιες/το λεξιλόγιο/τη μητρική γλώσσα (πβ. μαθαίνω).|| ~ την αγάπη/την εμπιστοσύνη/τον σεβασμό των γύρω μου. 2. θέτω υπό τον έλεγχό μου, καταλαμβάνω εδαφική έκταση με τη χρήση όπλων: Τα εχθρικά στρατεύματα ~ησαν και λεηλάτησαν την πόλη. Εισέβαλαν και ~ησαν με τη βία τη χώρα. Κατακτητές και ~ημένοι. ~ημένα: εδάφη. Πβ. κυριεύω, υποτάσσω.|| (για ανεξερεύνητο τόπο:) Ο άνθρωπος ~ησε τους αιθέρες/το Διάστημα/τη Σελήνη. Θέλει να ~ήσει τον κόσμο/το Σύμπαν. 3. (μτφ.) κερδίζω κυρ. το ερωτικό ενδιαφέρον: Προσπαθεί να την ~ήσει. Πβ. γοητεύω, σαγηνεύω.|| (κατ' επέκτ.) Με ~ησε με την ειλικρίνειά του. Πβ. (προσ)ελκύω. ● ΦΡ.: καίω/κατακτώ/κερδίζω/κλέβω/παίρνω την καρδιά κάποιου βλ. καρδιά [< αρχ. κατακτῶμαι, γαλλ. conquérir] | |
| 23473 | κατακυρίευση | κα-τα-κυ-ρί-ευ-ση ουσ. (θηλ.) (επιτατ.): απόλυτη κυριαρχία, επικράτηση: ~ της αγοράς/της φύσης. Βλ. κατα-δυνάστευση, -πίεση. [< μεσν. κατακυρίευσις] | |
| 23474 | κατακυριεύω | κα-τα-κυ-ρι-εύ-ω ρ. (μτβ.) {κατακυρίευ-σε, κατακυριεύ-σει, -τηκε (λόγ.) -θηκε, -τεί (λόγ.) -θεί, -μένος, -οντας} (επιτατ.): (κυρ. μτφ.) κυριεύω ολοκληρωτικά: Εμμονή/επιθυμία που ~ει (= καταλαμβάνει) την ψυχή και το μυαλό. Τον έχει ~σει η αλαζονεία/ο φανατισμός. Μην αφήσεις το άγχος να σε ~σει! ~μένος από τύψεις. [< μτγν. κατακυριεύω] | |
| 23475 | κατακυρώνω | κα-τα-κυ-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {κατακύρω-σε, κατακυρώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος, κατακυρών-οντας}: ΝΟΜ. αποδέχομαι επίσημα την ανάληψη ενός έργου ή την κυριότητα ενός αγαθού από φυσικό ή νομικό πρόσωπο: Η επιτροπή ~σε τον διαγωνισμό στην εταιρεία ... ~θηκε ομόφωνα/οριστικά η ανάθεση της μελέτης/η σύμβαση υλοποίησης του έργου.|| (σε δημοπρασία:) Ο πίνακας ~θηκε έναντι του ποσού των ... ευρώ.|| (ΑΘΛ.) Ο διαιτητής ~σε το γκολ.|| (μτφ.) Έκθεση που έχει ~θεί ως το καλλιτεχνικό γεγονός του φθινοπώρου. [< αρχ. κατακυρῶ] | |
| 23476 | κατακύρωση | κα-τα-κύ-ρω-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κατακυρώνω: οριστική/τελική/τυπική ~. ~ βαθμών/(ποδοσφαιρικού) αγώνα/σύμβασης στην εταιρεία. ~ των αποτελεσµάτων του διαγωνισμού. Δημοπράτηση και ~ ενός έργου. Έγκριση/κριτήριο (π.χ. συμφερότερη προσφορά) ~ης. [< γαλλ. adjudication] | |
| 23477 | κατακυρωτικός | , ή, ό κα-τα-κυ-ρω-τι-κός επίθ.: ΝΟΜ. που σχετίζεται με την κατακύρωση: επίδοση ~ής απόφασης/~ού αποτελέσματος. Περίληψη ~ής έκθεσης ακινήτου. [< γαλλ. adjudicatif] | |
| 23479 | καταλαγιάζει | κα-τα-λα-γιά-ζει ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {καταλάγια-σε, καταλαγιά-σει, καταλαγιάζ-οντας, καταλαγια-σμένος}: γίνεται λιγότερο ισχυρός, έντονος: Η κατάσταση δεν φαίνεται να ~ (= ηρεμεί). ~σε ο ενθουσιασμός/θόρυβος/πόνος (πβ. μαλακώνω, σβήνω). Άσε το μίσος να ~σει! Τα προβλήματα δεν λένε να ~σουν.|| Οι άνεμοι άρχισαν να ~ουν (= να γαληνεύουν, εξασθενούν, κοπάζουν). Η φλόγα ~σε (ΑΝΤ. φούντωσε). ~ η σκόνη (= κατακάθεται, πέφτει). Θα περιμένουμε να ~σει η βροχή (ΑΝΤ. δυναμώνει). ● καταλαγιάζω: μετριάζω την ένταση, κάνω κάτι ηπιότερο: ~ την ανησυχία (πβ. κατευνάζω)/τον θυμό (πβ. καλμάρω)/τους φόβους κάποιου. Προσπάθησε να ~σει τις αντιδράσεις του πλήθους. Πβ. ησυχάζω, καταπραΰνω. [< μεσν. καταλαγιάζω] | |
| 23480 | καταλάγιασμα | κα-τα-λά-για-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καταλαγιάζω: ~ της επιθυμίας/του θορύβου (πβ. μείωση)/της οργής (πβ. κατευνασμός)/του πόνου (πβ. καλμάρισμα, καταπράυνση). | |
| 23481 | καταλαλιά | κα-τα-λα-λιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό, κυρ. σε εκκλησιαστικά κείμενα): διαβολή, συκοφαντία. Πβ. κακο-γλωσσιά, -λογία. [< μτγν. καταλαλιά] | |
| 23482 | καταλαλώ | [καταλαλῶ] κα-τα-λα-λώ ρ. (μτβ.) {καταλαλ-εί} (κυρ. σε εκκλησιαστικά κείμενα): διαβάλλω, συκοφαντώ. [< αρχ. καταλαλῶ] | |
| 23483 | καταλαμβάνω | κα-τα-λαμ-βά-νω ρ. (μτβ.) {καταλάμβανε & (λόγ.) κατελάμβανε, κατέλαβε, καταλάβει, καταλήφ-θηκε (λόγ. κατελήφ-θη, -θησαν, μτχ. καταληφ-θείς, -θείσα, -θέν), -θεί, κατειλη-μμένος, καταλαμβάν-οντας} (λόγ.) 1. ΣΤΡΑΤ. θέτω υπό την κατοχή μου με τη χρήση όπλων: Ο στρατός κατέλαβε (μετά από πολιορκία) το οχυρό. Ο στόλος κατέλαβε αιφνιδιαστικά το νησί/τα παράλια. Η πόλη ~θηκε και καταστράφηκε/λεηλατήθηκε. Πβ. (εκ)πορθώ. Βλ. ανα~, προ~. ΣΥΝ. κατακτώ (2) 2. παίρνω μια θέση σε ιεραρχική κλίμακα ή σε ένα σύνολο ομοειδών στοιχείων: Κατέλαβε το αξίωμα του Γενικού Γραμματέα. Κατέλαβαν την εξουσία αυθαίρετα/με τη βία/πραξικοπηματικά.|| Η ομάδα κατέλαβε την πρώτη θέση στο πρωτάθλημα.|| Προϊόν που ~ει σημαντικό μερίδιο της συνολικής αγοράς. Τι ποσοστό ~ουν οι άνεργοι;|| (μτφ.) Ζητήματα που ~ουν (= διαδραματίζουν) πρωτεύοντα ρόλο στη ζωή. 3. πραγματοποιώ κατάληψη ενός χώρου, εγκαθίσταμαι αυθαίρετα: Οι εργαζόμενοι κατέλαβαν το εργοστάσιο. Το αεροσκάφος ~θηκε από τρομοκράτες.|| Τα κρεβάτια του νοσοκομείου έχουν ~θεί από εκατοντάδες τραυματίες.|| Κάνε λίγο παραπέρα! Έχεις ~ει (= πιάσει) όλον τον χώρο! 4. βρίσκω, συναντώ (τυχαία) κάποιον την ώρα που διαπράττει συνήθ. κάτι παράνομο: Τον κατέλαβαν εξ απροόπτου. ~θη επ' αυτοφώρω/να οδηγεί χωρίς άδεια κυκλοφορίας. Πβ. πιάνω, συλλαμβάνω. 5. (για αρνητικά συναισθήματα) κυριεύω: Τον κατέλαβε άγχος/αγωνία/πανικός/περιέργεια/φόβος. ~ομαι από έμμονες ιδέες/τύψεις. ~θη από μανία/σπασμούς. Πβ. διακατέχω. ● καταλαμβάνει: έχει συνολική έκταση σε κάποιον χώρο (ή στον χρόνο): Τα εργαστήρια ~ουν μεγάλο μέρος του ορόφου.|| Σημαντικό μέρος του βιβλίου ~ουν οι φωτογραφίες.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Πόση μνήμη ~ το αρχείο;|| Το έργο ~ (= αναφέρεται σε) μια περίοδο δύο αιώνων. ΣΥΝ. εκτείνεται (1), καλύπτει ● ΦΡ.: καταλαμβάνω/πιάνω εξαπίνης βλ. εξαπίνης ● βλ. κατειλημμένος [< 1,4: αρχ. καταλαμβάνω 2,3: γαλλ. occuper 5: γαλλ. emparer] | |
| 23484 | καταλανικός | , ή, ό κα-τα-λα-νι-κός επίθ. & (προφ.) καταλάνικος, η, ο: που σχετίζεται με την Καταλονία ή/και τους Καταλανούς. ● Ουσ.: Καταλανικά (τα) & (επίσ.) Καταλανική (η): η καταλανική γλώσσα. Βλ. ρομανικές/λατινογενείς/νεολατινικές γλώσσες. | |
| 23485 | καταλέγεται | κα-τα-λέ-γε-ται ρ. {μόνο στον ενεστ.} (λόγ.): συγκαταλέγεται. [< αρχ. καταλέγω] | |
| 23486 | καταλείπω | κα-τα-λεί-πω ρ. (μτβ.) {κατέλιπε, καταλείπ-εται, -οντας} (λόγ.): αφήνω: Το γεγονός δεν ~ει καμία αμφιβολία ότι ... Δεν ~εται κανένα περιθώριο για ...|| (για πρόσ. που έχει πεθάνει) ~ει σύζυγο και τέκνα. Με διαθήκη ~ει το σύνολο της περιουσίας του σε ... (= κληροδοτεί). [< αρχ. καταλείπω] | |
| 23487 | καταλεπτώς | [καταλεπτῶς] κα-τα-λε-πτώς επίρρ. (λόγ.): λεπτομερώς. [< μεσν. καταλεπτώς < αρχ. κατά λεπτόν] | |
| 23488 | κατάλευκος | , η, ο κα-τά-λευ-κος επίθ. (επιτατ.): εντελώς λευκός: ~ο: δέρμα (βλ. κατάχλομος)/μάρμαρο/χαμόγελο (: που αναδεικνύει τα λευκά δόντια). ~α: μαλλιά.|| ~ες: πλαγιές (: χιονισμένες).|| (ως ουσ.) Ντυμένη στα ~α. ΣΥΝ. κάτασπρος, ολόλευκος, πάλλευκος ΑΝΤ. κατάμαυρος [< μεσν. κατάλευκος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ