Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [24240-24260]

IDΛήμμαΕρμηνεία
23476κατακύρωσηκα-τα-κύ-ρω-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κατακυρώνω: οριστική/τελική/τυπική ~. ~ βαθμών/(ποδοσφαιρικού) αγώνα/σύμβασης στην εταιρεία. ~ των αποτελεσµάτων του διαγωνισμού. Δημοπράτηση και ~ ενός έργου. Έγκριση/κριτήριο (π.χ. συμφερότερη προσφορά) ~ης. [< γαλλ. adjudication]
23477κατακυρωτικός, ή, ό κα-τα-κυ-ρω-τι-κός επίθ.: ΝΟΜ. που σχετίζεται με την κατακύρωση: επίδοση ~ής απόφασης/~ού αποτελέσματος. Περίληψη ~ής έκθεσης ακινήτου. [< γαλλ. adjudicatif]
23479καταλαγιάζεικα-τα-λα-γιά-ζει ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {καταλάγια-σε, καταλαγιά-σει, καταλαγιάζ-οντας, καταλαγια-σμένος}: γίνεται λιγότερο ισχυρός, έντονος: Η κατάσταση δεν φαίνεται να ~ (= ηρεμεί). ~σε ο ενθουσιασμός/θόρυβος/πόνος (πβ. μαλακώνω, σβήνω). Άσε το μίσος να ~σει! Τα προβλήματα δεν λένε να ~σουν.|| Οι άνεμοι άρχισαν να ~ουν (= να γαληνεύουν, εξασθενούν, κοπάζουν). Η φλόγα ~σε (ΑΝΤ. φούντωσε). ~ η σκόνη (= κατακάθεται, πέφτει). Θα περιμένουμε να ~σει η βροχή (ΑΝΤ. δυναμώνει).καταλαγιάζω: μετριάζω την ένταση, κάνω κάτι ηπιότερο: ~ την ανησυχία (πβ. κατευνάζω)/τον θυμό (πβ. καλμάρω)/τους φόβους κάποιου. Προσπάθησε να ~σει τις αντιδράσεις του πλήθους. Πβ. ησυχάζω, καταπραΰνω. [< μεσν. καταλαγιάζω]
23480καταλάγιασμακα-τα-λά-για-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καταλαγιάζω: ~ της επιθυμίας/του θορύβου (πβ. μείωση)/της οργής (πβ. κατευνασμός)/του πόνου (πβ. καλμάρισμα, καταπράυνση).
23481καταλαλιάκα-τα-λα-λιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό, κυρ. σε εκκλησιαστικά κείμενα): διαβολή, συκοφαντία. Πβ. κακο-γλωσσιά, -λογία. [< μτγν. καταλαλιά]
23482καταλαλώ[καταλαλῶ] κα-τα-λα-λώ ρ. (μτβ.) {καταλαλ-εί} (κυρ. σε εκκλησιαστικά κείμενα): διαβάλλω, συκοφαντώ. [< αρχ. καταλαλῶ]
23483καταλαμβάνωκα-τα-λαμ-βά-νω ρ. (μτβ.) {καταλάμβανε & (λόγ.) κατελάμβανε, κατέλαβε, καταλάβει, καταλήφ-θηκε (λόγ. κατελήφ-θη, -θησαν, μτχ. καταληφ-θείς, -θείσα, -θέν), -θεί, κατειλη-μμένος, καταλαμβάν-οντας} (λόγ.) 1. ΣΤΡΑΤ. θέτω υπό την κατοχή μου με τη χρήση όπλων: Ο στρατός κατέλαβε (μετά από πολιορκία) το οχυρό. Ο στόλος κατέλαβε αιφνιδιαστικά το νησί/τα παράλια. Η πόλη ~θηκε και καταστράφηκε/λεηλατήθηκε. Πβ. (εκ)πορθώ. Βλ. ανα~, προ~. ΣΥΝ. κατακτώ (2) 2. παίρνω μια θέση σε ιεραρχική κλίμακα ή σε ένα σύνολο ομοειδών στοιχείων: Κατέλαβε το αξίωμα του Γενικού Γραμματέα. Κατέλαβαν την εξουσία αυθαίρετα/με τη βία/πραξικοπηματικά.|| Η ομάδα κατέλαβε την πρώτη θέση στο πρωτάθλημα.|| Προϊόν που ~ει σημαντικό μερίδιο της συνολικής αγοράς. Τι ποσοστό ~ουν οι άνεργοι;|| (μτφ.) Ζητήματα που ~ουν (= διαδραματίζουν) πρωτεύοντα ρόλο στη ζωή. 3. πραγματοποιώ κατάληψη ενός χώρου, εγκαθίσταμαι αυθαίρετα: Οι εργαζόμενοι κατέλαβαν το εργοστάσιο. Το αεροσκάφος ~θηκε από τρομοκράτες.|| Τα κρεβάτια του νοσοκομείου έχουν ~θεί από εκατοντάδες τραυματίες.|| Κάνε λίγο παραπέρα! Έχεις ~ει (= πιάσει) όλον τον χώρο! 4. βρίσκω, συναντώ (τυχαία) κάποιον την ώρα που διαπράττει συνήθ. κάτι παράνομο: Τον κατέλαβαν εξ απροόπτου. ~θη επ' αυτοφώρω/να οδηγεί χωρίς άδεια κυκλοφορίας. Πβ. πιάνω, συλλαμβάνω. 5. (για αρνητικά συναισθήματα) κυριεύω: Τον κατέλαβε άγχος/αγωνία/πανικός/περιέργεια/φόβος. ~ομαι από έμμονες ιδέες/τύψεις. ~θη από μανία/σπασμούς. Πβ. διακατέχω.καταλαμβάνει: έχει συνολική έκταση σε κάποιον χώρο (ή στον χρόνο): Τα εργαστήρια ~ουν μεγάλο μέρος του ορόφου.|| Σημαντικό μέρος του βιβλίου ~ουν οι φωτογραφίες.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Πόση μνήμη ~ το αρχείο;|| Το έργο ~ (= αναφέρεται σε) μια περίοδο δύο αιώνων. ΣΥΝ. εκτείνεται (1), καλύπτει ● ΦΡ.: καταλαμβάνω/πιάνω εξαπίνης βλ. εξαπίνης ● βλ. κατειλημμένος [< 1,4: αρχ. καταλαμβάνω 2,3: γαλλ. occuper 5: γαλλ. emparer]
23484καταλανικός, ή, ό κα-τα-λα-νι-κός επίθ. & (προφ.) καταλάνικος, η, ο: που σχετίζεται με την Καταλονία ή/και τους Καταλανούς. ● Ουσ.: Καταλανικά (τα) & (επίσ.) Καταλανική (η): η καταλανική γλώσσα. Βλ. ρομανικές/λατινογενείς/νεολατινικές γλώσσες.
23485καταλέγεταικα-τα-λέ-γε-ται ρ. {μόνο στον ενεστ.} (λόγ.): συγκαταλέγεται. [< αρχ. καταλέγω]
23486καταλείπωκα-τα-λεί-πω ρ. (μτβ.) {κατέλιπε, καταλείπ-εται, -οντας} (λόγ.): αφήνω: Το γεγονός δεν ~ει καμία αμφιβολία ότι ... Δεν ~εται κανένα περιθώριο για ...|| (για πρόσ. που έχει πεθάνει) ~ει σύζυγο και τέκνα. Με διαθήκη ~ει το σύνολο της περιουσίας του σε ... (= κληροδοτεί). [< αρχ. καταλείπω]
23487καταλεπτώς[καταλεπτῶς] κα-τα-λε-πτώς επίρρ. (λόγ.): λεπτομερώς. [< μεσν. καταλεπτώς < αρχ. κατά λεπτόν]
23488κατάλευκος, η, ο κα-τά-λευ-κος επίθ. (επιτατ.): εντελώς λευκός: ~ο: δέρμα (βλ. κατάχλομος)/μάρμαρο/χαμόγελο (: που αναδεικνύει τα λευκά δόντια). ~α: μαλλιά.|| ~ες: πλαγιές (: χιονισμένες).|| (ως ουσ.) Ντυμένη στα ~α. ΣΥΝ. κάτασπρος, ολόλευκος, πάλλευκος ΑΝΤ. κατάμαυρος [< μεσν. κατάλευκος]
23489καταλήγωκα-τα-λή-γω ρ. (αμτβ.) {κατέλη-ξα, καταλή-ξω, καταλήγ-οντας} 1. σχηματίζω και διατυπώνω τελική κρίση: Μετά από πολλή σκέψη, ~ουμε στο συμπέρασμα ότι ... Πού ~ξατε τελικά (= τι συμπεράνατε); Πού θες να ~ξεις (= τι προσπαθείς να πεις); ~οντας, είπε ... (= ολοκληρώνοντας· πβ. εν κατακλείδι).|| Δεν έχει ~ξει ακόμα στο θέμα της διατριβής του (: δεν έχει αποφασίσει). 2. καταντώ: ~ξε να κοιμάται στα παγκάκια. ~ξε στα ναρκωτικά (= έπεσε)/στο τρελοκομείο/στη φυλακή.καταλήγει 1. έχει ως τέλος ένα συγκεκριμένο σημείο: Το μονοπάτι ~ στον κεντρικό δρόμο (πβ. οδηγεί). Ο ποταμός ξεκινάει από το βουνό και ~ στη θάλασσα (= εκβάλλει). Το καλώδιο ~ στην πρίζα. ΣΥΝ. απολήγει.|| Τρόφιμα που ~ουν στα σκουπίδια/στις χωματερές. Η πορεία ~ξε στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου (βλ. τερματίζω, φτάνω).|| (αρνητ. συνυποδ.) Πολύτιμοι θησαυροί ~ουν σε ιδιωτικές συλλογές.|| (ΑΘΛ.) Η μπάλα ~ξε άουτ/κόρνερ/στα δίχτυα. 2. οδηγείται σε συγκεκριμένο αποτέλεσμα, έχει ορισμένη έκβαση: Η συζήτηση ~ξε σε αντιπαράθεση/διαμάχη/καβγά. Οι διαπραγματεύσεις ~ξαν σε αδιέξοδο/αποτυχία/συμβιβασμό/συμφωνία.|| Το συνέδριο ~ξε (= τελείωσε) με ψήφισμα., κατέληξε (επίσ.): πέθανε: Ο ασθενής ~. ● ΦΡ.: καταλήγει στο μηδέν (μτφ.): δεν έχει κανένα αποτέλεσμα: Τόσες προσπάθειες ~ξαν ~ (= απέτυχαν). [< αρχ. καταλήγω, γαλλ. finir par, aboutir]
23490καταληκτήριος, ος/α, ο κα-τα-λη-κτή-ρι-ος επίθ. (λόγ.): που σηματοδοτεί την κατάληξη ενός έργου ή μιας διαδικασίας: ~α: ομιλία/συνεδρία/τελετή. ~ο: μάθημα. Πβ. καταληκτικός. Βλ. -τήριος. ΑΝΤ. εναρκτήριος
23491καταληκτικός, ή, ό κα-τα-λη-κτι-κός επίθ. (λόγ.): με τον οποίο τελειώνει κάτι: ~ός: μισθός (ΑΝΤ. αρχικός). ~ή: ομιλία (ΑΝΤ. εναρκτήριος). (ΙΑΤΡ.) Ασθενείς με ~ές παθήσεις (βλ. κακοήθεια). Πβ. καταληκτήριος.|| ~ός: χρόvoς (υποβολής). ~ή: ημερομηνία/πορεία/προθεσμία (βλ. εκπνοή). ~ό: μέρος/συμπέρασμα/τμήμα//ψηφίο. ΣΥΝ. τελικός.|| ~ό: κεφάλαιο (= επιλογικό)/στάδιο. ΣΥΝ. τελευταίος.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ός: βαθμός (ΑΝΤ. εισαγωγικός). (ΓΛΩΣΣ.) ~ό: επίθημα/μόρφημα. ● επίρρ.: καταληκτικά: ~, αξίζει να σημειωθεί ότι ... Πβ. εν κατακλείδι, συμπερασματικά. ● ΣΥΜΠΛ.: καταληκτικός στίχος: ΜΕΤΡ. με ατελή τον τελευταίο πόδα κατά μία ή δύο συλλαβές. ΑΝΤ. ακατάληκτος στίχος [< μτγν. καταληκτικός]
23492κατάληξηκα-τά-λη-ξη ουσ. (θηλ.) 1. ο τρόπος με τον οποίο τελειώνει ένα γεγονός, μια διαδικασία ή προσπάθεια: υπόθεση με άδοξη/αιματηρή/αίσια/δυσάρεστη/θετική/θλιβερή/καλή/κακή/μοιραία/οδυνηρή/τραγική ~. Η αναπόφευκτη/επιτυχής/ευνοϊκή/πιθανή/τελική ~ του διαλόγου/της ιστορίας (= έκβαση)/των συνομιλιών (= αποτέλεσμα). Η ~ της συνάντησης ήταν ... Ο γάμος τους είχε άσχημη ~ (: χώρισαν). Η πολιτική του είχε σαν φυσική ~ ... Πβ. επίλογος, πέρας, φινάλε.|| (επίσ.) ~ (= θάνατος) του ασθενούς. 2. τοπικό ή χρονικό σημείο στο οποίο κάτι φτάνει στο τέλος του: διάσχιση του βουνού και ~ στο χωριό (πβ. προορισμός). ~ (ΑΝΤ. αφετηρία) της πορείας στο υπουργείο. Πβ. τέρμα, τερματισμός.|| Αξιοπρόσεκτη είναι η ~ (ΑΝΤ. αρχή) της επιστολής του. 3. ΓΡΑΜΜ. πρόσφυμα που προσκολλάται μετά από ρίζα ή θέμα για τον σχηματισμό λέξης ή λεκτικού τύπου: γραμματικές/κλιτικές/παραγωγικές/ρηματικές/υποκοριστικές ~ήξεις. Επιρρήματα με ~ σε -ώς. ~ήξεις ενικού/πληθυντικού. Οι ~ήξεις της οριστικής/προστακτικής/της ενεργητικής/παθητικής φωνής. Βλ. επί-, πρό-θημα. 4. ΠΛΗΡΟΦ. επέκταση: ~ του αρχείου. ΣΥΝ. προέκταση (3) 5. ΜΟΥΣ. {συνήθ. στον πληθ.} (στη βυζαντινή μουσική) οι μελωδικές γραμμές με τις οποίες ένα μέλος τελειώνει ή σταματά για λίγο σε έναν από τους δεσπόζοντες φθόγγους: ατελείς/εντελείς/τελικές ~ήξεις. [< μτγν. κατάληξις 1,2: γαλλ. aboutissement]
23493καταληπτικός, ή, ό κα-τα-λη-πτι-κός επίθ. (σπάν.): ΨΥΧΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την καταληψία: ~ή: ακαμψία. ~ό: επεισόδιο/φαινόμενο.|| (ως ουσ.) Ο ~ός/η ~ή. [< αρχ. καταληπτικός ‘ικανός να (συγ)κρατήσει’, γαλλ. cataleptique , αγγλ. cataleptic]
23494καταληπτός, ή, ό κα-τα-λη-πτός επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): κατανοητός: ~ός: κόσμος (= αισθητός). ~ή: γλώσσα/μορφή. ~ές: έννοιες/οδηγίες. Με τρόπο σαφή και ~ό για όλους. Πβ. αντιληπτός, εύληπτος. ΑΝΤ. ακατάληπτος, ακατανόητος (2) ● επίρρ.: καταληπτά [< μτγν. καταληπτός]
23495καταλήστευσηκα-τα-λή-στευ-ση ουσ. (θηλ.) (επιτατ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καταληστεύω: απροκάλυπτη/κερδοσκοπική/συστηματική ~. ~ των ασφαλιστικών ταμείων/εργαζομένων/φυσικών πόρων. Σύστημα ~ης του εθνικού πλούτου. Πβ. γδάρσ-, γδύσ-ιμο, διαρπαγή, λησταρχία.
23496καταληστεύωκα-τα-λη-στεύ-ω ρ. (μτβ.) {καταλήστε-ψε (λόγ.) καταλήστευ-σε, καταληστέ-ψει (λόγ.) καταληστεύ-σει, καταληστεύ-τηκε (λόγ.) -θηκε, -τεί (λόγ.) -θεί, -μένος, -οντας} (επιτατ.): αποκτώ παράνομα κάτι που δεν μου ανήκει και κατ' επέκτ. προβαίνω σε μεγάλη, κυρ. οικονομική, εκμετάλλευση κάποιου με σκοπό το προσωπικό όφελος: ~ουν τους καταναλωτές/το κράτος. Η δημόσια περιουσία ~τηκε και κατασπαταλήθηκε. ~μένα: αποθεματικά. Πβ. γδέρνω, γδύνω, μαδώ.|| Τους έχουν ~ψει (ενν. οι διαρρήκτες, οι κλέφτες· ΣΥΝ. κατακλέβω). [< μτγν. καταληστεύω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.