Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [24260-24280]

IDΛήμμαΕρμηνεία
23508καταλογιστικός, ή, ό κα-τα-λο-γι-στι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: καταλογιστική πράξη: ΝΟΜ. έγγραφη απόφαση καταβολής χρηματικού ποσού, συνήθ. προστίμου ή φόρου, από κρατικό όργανο: Εκδόθηκε ~ ~ σε βάρος του ... [< αγγλ. notice of assessment/assessment notice, 1973]
23509καταλογιστό(ν)κα-τα-λο-γι-στό(ν) ουσ. (ουδ.): ΝΟΜ. απόδοση ευθύνης για αξιόποινη πράξη: το ~ της παραβατικής συμπεριφοράς. Πβ. υπαιτιότητα, υπευθυνότητα. ΑΝΤ. ακαταλόγιστο [< γαλλ. imputabilité]
23510καταλογογράφησηκα-τα-λο-γο-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.): καταγραφή σε κατάλογο: αναδρομική/ηλεκτρονική/θεματική ~. ~ των βιβλίων/των μνημείων/της συλλογής/των χειρογράφων. Βλ. αποδελτίωση, αρχειοθέτηση, ευρετηρίαση, ταξινόμηση, -γράφηση. [< γαλλ. catalogage, 1928]
23511καταλογογραφώ[καταλογογραφῶ] κα-τα-λο-γο-γρα-φώ ρ. (μτβ.) {καταλογογράφ-ησε, -ήθηκε, -ηθεί, (σπάν.) -ημένος, -ώντας}: καταγράφω σε κατάλογο: Το υλικό της βιβλιοθήκης ~ήθηκε σε βάση δεδομένων. ~ημένα: αρχεία. Βλ. αποδελτιώνω, αρχειοθετώ, -γραφώ, ευρετηριάζω, ταξι-θετώ, -νομώ. [< γαλλ. cataloguer]
23512κατάλογοςκα-τά-λο-γος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -όγου} 1. παράθεση στοιχείων με κάποιο κοινό χαρακτηριστικό, που γίνεται κατά συστηματικό τρόπο σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή: αλφαβητικός (πβ. ίντεξ)/δημόσιος/διαδικτυακός/δίγλωσσος/διεθνής/εκτενής/επαγγελματικός/επίσημος/επιχειρηματικός/ονομαστικός/συλλογικός/συνοδευτικός/χρονολογικός/ψηφιακός ~. Αναλυτικοί/βαθμολογικοί (πβ. βαθμολόγιο)/διαφημιστικοί ~οι. ~ βιβλίων/δημοσιεύσεων/διευθύνσεων/εκδηλώσεων/εκδόσεων/εκθέσεων/ελέγχου/έργων/καταστημάτων/μαθημάτων/φαρμάκων/φωτογραφιών. ~ (με τα ονόματα των) ενδιαφερομένων/επιλαχόντων/μελών/υποψηφίων. Δημοσίευση/ενημέρωση/κατάρτιση ~όγου. Πβ. κατάσταση, λίστα, πίνακας. Βλ. ευρετήριο, -λόγιο.|| ~ κρασιών/ποτών/φαγητών. Πβ. εδεσματολόγιο, μενού, τιμο~.|| (μτφ.) Μακραίνει διαρκώς ο ~ (= αριθμός) των θυμάτων. Βλ. -λογος. 2. ΠΛΗΡΟΦ. ιεραρχικά δομημένο σύνολο στοιχείων, συνήθ. αρχείων, με πληροφορίες σχετικά με το περιεχόμενό τους. Βλ. υπο~. ● Υποκ.: καταλογάκι (το): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: εκλογικός κατάλογος: λίστα με τα ονόματα των εκλογέων μιας περιφέρειας., κατάλογος βιβλιοθήκης: ΠΛΗΡΟΦ. βάση δεδομένων με βιβλιογραφικές εγγραφές που αφορούν ολόκληρο το υλικό μιας βιβλιοθήκης: αυτοματοποιημένος/θεματικός ~ ~., τηλεφωνικός κατάλογος: που περιέχει τα στοιχεία (όνομα, επάγγελμα, διεύθυνση) και το τηλέφωνο των συνδρομητών. Βλ. Χρυσός Οδηγός., βραχεία λίστα βλ. λίστα, πληροφορίες (τηλεφωνικού) καταλόγου βλ. πληροφορία ● ΦΡ.: φωνάζω τον κατάλογο (προφ.): εκφωνώ τα ονόματα ενός καταλόγου. Βλ. παίρνω παρουσίες. [< 1: αρχ. κατάλογος, γαλλ.-αγγλ. catalogue 2: αγγλ. catalog]
23513κατάλοιποκα-τά-λοι-πο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -οίπου, συνήθ. στον πληθ.} 1. ό,τι απομένει κατόπιν φυσικής, χημικής ή άλλης διεργασίας· υπόλειμμα: βιομηχανικά (βλ. απόβλητα)/οργανικά/πυρηνικά/τοξικά/τροφικά/υγρά (βλ. λύματα)/φυτικά ~α. ~α απόσταξης/ελαιόλαδου (πβ. μούργα· βλ. κατακάθι)/σαπουνιού/φυτοφαρμάκων. ~α καύσης. Απόρριψη (βλ. ρύπανση)/διαχείριση/συσσώρευση ~οίπων. Στερεό σώμα που (παρα)μένει ως ~ (βλ. ίζημα). Προϊόν που αφαιρεί τα ~α από λίπη. 2. (μτφ.) για κάτι που συνεχίζει να υπάρχει μετά το τέλος συνήθ. αρνητικών καταστάσεων ή γεγονότων: αποικιοκρατικά/ειδωλολατρικά/ιστορικά/κοινωνικά/φασιστικά ~α. ~α του παρελθόντος (βλ. φαντάσματα). Έθιμο που αποτελεί/θεωρείται (γνήσιο/θλιβερό) ~ άλλων εποχών (= απομεινάρι). Βρέθηκαν/σώζονται ~α αρχαίου ναού (= ίχνη, λείψανα).|| Κλινικό ~ εγκεφαλικής βλάβης/παλιάς ασθένειας.|| (στον πληθ.) Τα ~α του ποιητή/συγγραφέα (: έργα που άφησε μετά τον θάνατό του, συνήθ. αδημοσίευτα). ● ΣΥΜΠΛ.: ραδιενεργά κατάλοιπα βλ. ραδιενεργός [< αρχ. κατάλοιπος 1: γαλλ. résidu, αγγλ. residue 2: γαλλ. relique, αγγλ. relic]
23514κατάλυμακα-τά-λυ-μα ουσ. (ουδ.) {καταλύμ-ατος | -ατα} (επίσ.): χώρος προσωρινής διαμονής, διανυκτέρευσης: ενοικιαζόμενο/επιπλωμένο/ορεινό (πβ. καταφύγιο)/παραδοσιακό/ξενοδοχειακό/στρατιωτικό/(αγρο)τουριστικό/φιλόξενο ~. Ιδανικό ~ για διακοπές/οικογένεια. Βρίσκω/εξασφαλίζω/παρέχω/προσφέρω (ασφαλές/πρόχειρο) ~. Βλ. ενοικιαζόμενα δωμάτια, κοιτ-, ξεν-ώνας, στούντιο.|| Τα ~ατα των αστέγων/προσφύγων/σεισμοπαθών. Πβ. καταυλισμός. [< μτγν. κατάλυμα]
23515καταλυπημένος, η, ο κα-τα-λυ-πη-μέ-νος επίθ. (επιτατ.): πάρα πολύ λυπημένος: Με κοίταξε ~η. Πβ. καταστενοχωρημένος, περίλυπος. ΑΝΤ. καταχαρούμενος
23516κατάλυσηκα-τά-λυ-ση ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) παύση της ισχύος, διακοπή της ομαλής λειτουργίας ή της ύπαρξης: ολοκληρωτική/πλήρης ~. ~ των δικαιωμάτων/των θεσμών (= κατάργηση)/του κράτους δικαίου. ~ κάθε έννοιας αξιοκρατίας/νομιμότητας. Απόπειρα/σχέδιο ~ης της δημοκρατίας. Πβ. ανατροπή.|| Η (οριστική) ~ μιας αυτοκρατορίας. Πβ. διάλυση. 2. ΧΗΜ. επιτάχυνση χημικής αντίδρασης με την παρουσία καταλύτη: ενζυμική/ετερογενής/ομογενής ~. Βλ. αυτο~, φωτο~. 3. (λόγ.) προσωρινή διαμονή, διανυκτέρευση: ~ της αποστολής/ομάδας. Φιλοξενήθηκαν για σίτιση και ~. Βλ. κατά-κλιση, -λυμα. 4. ΕΚΚΛΗΣ. κατανάλωση ορισμένων μη νηστίσιμων τροφών (κυρ. σε περίοδο νηστείας): ~ εις πάντα/ιχθύος. Δεν επιτρέπεται η ~ κρέατος. 5. ΙΑΤΡ. διακοπή ή εκτομή, αφαίρεση: ~ ταχυκαρδιών.|| ~ νεοπλασμάτων. [< 1,3: αρχ. κατάλυσις 2: γαλλ. catalyse, αγγλ. catalysis 4: μεσν. ~ 5: γαλλ.-αγγλ. ablation]
23517καταλύτηςκα-τα-λύ-της ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή στο σύστημα εξαγωγής καυσαερίων του οχήματος, η οποία μειώνει την εκπομπή ρυπογόνων αερίων: μεταλλικός ~. ΣΥΝ. καταλυτικός μετατροπέας 2. (μτφ.) παράγοντας που διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη μιας κατάστασης, συνήθ. επιταχύνοντάς την: (Ισχυρός/κρίσιμος) ~ για την ανάπτυξη της οικονομίας οι επενδύσεις. Στοιχείο που δρα/λειτουργεί ως ~ αλλαγής/εξελίξεων. Η προσπάθεια αποτελεί/συνιστά ~η επιτυχίας.|| (ως επίθ.) Ο ~ χρόνος. 3. ΧΗΜ. ουσία που επιταχύνει μια χημική αντίδραση, παραμένοντας αμετάβλητη μετά το τέλος της: ενεργός ~. ~ες καύσης/οξείδωσης. Ένζυμο που δρα ως ~ (βλ. βιοκαταλύτες).|| Αρνητικός ~ (: που λειτουργεί επιβραδυντικά). Βλ. προωθητής. [< 1: αγγλ. catalytic converter, 1955, 2: γαλλ. catalyseur 3: αγγλ. catalyst, 1902]
23518καταλυτικός, ή, ό κα-τα-λυ-τι-κός επίθ. 1. (μτφ.) αποφασιστικός, καθοριστικός, ουσιαστικός: ~ή: βοήθεια/επίδραση/παρέμβαση/παρουσία/συμμετοχή. ~ό: γεγονός/επιχείρημα/χιούμορ/χτύπημα. ~ές: αλλαγές/συνέπειες. Ήττα ~ής σημασίας. Ο ρόλος του αποδείχτηκε/υπήρξε ~. Στοιχείο που αποτελεί ~ό παράγοντα στην εξέλιξη της υπόθεσης. 2. ΧΗΜ. που σχετίζεται με την κατάλυση: ~ός: αντιδραστήρας. ~ή: δράση (των ενζύμων)/πυρόλυση/τεχνολογία/υδρογόνωση. ~ές: αντιδράσεις/ιδιότητες. ~ά: υλικά. Βλ. φωτο~. 3. ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με τον καταλύτη οχημάτων: ~ός: καθαρισμός (των καυσαερίων)/κινητήρας. ~ή: εξάτμιση. ~ό: φίλτρο.|| (ως ουσ.) Αγόρασα ~ό (ενν. αυτοκίνητο). ● επίρρ.: καταλυτικά & (σπάν.-λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: καταλυτικός μετατροπέας βλ. μετατροπέας [< μτγν. καταλυτικός, γαλλ. catalytique, αγγλ. catalytic]
23519καταλύωκα-τα-λύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κατέλυ-σε, καταλύ-σει, -θηκε (λόγ. κατελύθ-η, -ησαν), -θεί, -μένος, -οντας} 1. προκαλώ τη διακοπή της ομαλής λειτουργίας ή της ύπαρξης οργανωμένου συνόλου, καταργώ έναν θεσμό, ένα σύστημα: ~σαν με τη βία/με πραξικόπημα το πολίτευμα/το Σύνταγμα. ~εται η έννομη τάξη (ΑΝΤ. τηρείται). ~ονται (στην πράξη) οι αρχές/αξίες. Πβ. ανατρέπω, καταστρέφω. Βλ. αποκαθιστώ, εγκαθιδρύω.|| Η ηγεμονία ~θηκε. 2. (λόγ.) (συνήθ. για οργανωμένη ομάδα ατόμων) διαμένω, διανυκτερεύω προσωρινά: Οι εκδρομείς ~σαν στον ξενώνα. Οι πρόσφυγες ~σαν στον καταυλισμό/σε σκηνές. Πβ. σταθμεύω. 3. ΕΚΚΛΗΣ. καταναλώνω μη νηστίσιμες τροφές, κυρ. κατά τη διάρκεια νηστείας: ~εται το λάδι/ψάρι.καταλύει: ΧΗΜ. δρα ως καταλύτης: Ένζυμο που ~ την οξείδωση ουσιών/την υδρόλυση των λιπιδίων (βλ. λιπάση). Αντιδράσεις που ~ονται από βάσεις/βιταμίνες/οξέα. [< γαλλ. catalyser, αγγλ. catalyse] [< 1,2: αρχ. καταλύω 3: μεσν. ~]
23520καταμαράνκα-τα-μα-ράν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μηχανοκίνητο ή ιστιοφόρο σκάφος που επιπλέει πάνω σε δύο παράλληλους πλωτήρες: (για αθλητισμό, ψυχαγωγία) ταχύπλοο ~. Κρουαζιέρα με ~.|| (κυρ. ειδικότ., ανάλογος τύπος ταχύπλοου επιβατηγού ή και οχηματαγωγού) Ιπτάμενα δελφίνια και ~. Βλ. τριμαράν, υδροποδήλατο. [< αγγλ. catamaran, γαλλ. ~, 1942]
23521καταμαρτυρώ[καταμαρτυρῶ] κα-τα-μαρ-τυ-ρώ ρ. (μτβ.) {καταμαρτυρ-εί κ. -ά ... | καταμαρτύρ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ώντας} 1. αποδίδω, καταλογίζω ενοχοποιητικά, επιβαρυντικά στοιχεία σε κάποιον: Του ~ούν αδιαφορία/λάθη και παραλείψεις. Αληθεύουν/ευσταθούν όσα ~ούν εναντίον του. Πβ. επιρρίπτω, προσάπτω. 2. (επιτατ.) αποδεικνύω, αποκαλύπτω, φανερώνω: Γεγονός που ~εί (με τον πλέον κραυγαλέο τρόπο) ότι ... Όπως ~ούν τα στοιχεία της έρευνας ... ~είται από πλήθος πηγές.|| Παρόμοια περιστατικά δεν έχουν ~ηθεί (: αναφερθεί ως μαρτυρία) ποτέ. [< αρχ. καταμαρτυρῶ]
23522κατάματακα-τά-μα-τα επίρρ. (επιτατ.) 1. (μτφ.) χωρίς δειλία ή ντροπή, άφοβα: Δεν τολμά να αντιμετωπίσει τους αντιπάλους/φόβους του ~. Είναι καιρός να δούμε την αλήθεια/πραγματικότητα ~. Αντίκρισε τον θάνατο ~ (: κινδύνεψε να πεθάνει). 2. κατευθείαν στα μάτια: Με κοίταξε ~. [< μεσν. κατάματα]
23523καταματωμένος, η, ο κα-τα-μα-τω-μέ-νος επίθ. (επιτατ.): γεμάτος αίματα: ~ο: πουκάμισο. ~α: γόνατα. Πβ. καθημαγμένος. [< μεσν. καταματωμένος]
23524κατάμαυρος, η, ο κα-τά-μαυ-ρος επίθ. (επιτατ.): εντελώς μαύρος: ~ος: ουρανός (: γεμάτος σύννεφα). ~ο: σκοτάδι (πβ. ζόφος). ~α: μαλλιά/μάτια. Πβ. κατράμι.|| (μτφ.) ~η: ατμόσφαιρα (: μελαγχολική)/ζωή/ψυχή (: δυστυχισμένη). ΣΥΝ. ολόμαυρος ΑΝΤ. κάτασπρος [< μεσν. κατάμαυρος]
25331κατάμερα

κο-λε-γιά ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} & (σπάν.) κολλεγιά, κολιγιά, κολληγιά (προφ.): συνεργασία, συνήθ. προς εξυπηρέτηση ιδιοτελών συμφερόντων: ~ μεταξύ δύο κομμάτων. Χάλασε η ~. Πβ. κουμπαριά.

23525καταμερίζωκα-τα-με-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {(σπάν.) καταμέρι-σε, καταμερί-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, καταμερίζ-οντας} (λόγ.): διαιρώ και μοιράζω, κατανέμω: ~στηκαν (δίκαια) τα καθήκοντα/κέρδη. Οι ευθύνες θα ~στούν στους αρμόδιους. Πβ. επιμερίζω, χωρίζω. [< αρχ. καταμερίζω]
23526καταμερισμόςκα-τα-με-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): κατανομή, διανομή: άνισος/δίκαιος/κατάλληλος/σωστός ~. ~ των καθηκόντων/των ρόλων/του χρόνου. ~ του πλούτου. Έγινε ~ ευθυνών μεταξύ των φορέων. Προέβησαν σε ~ό των αρμοδιοτήτων. Πβ. επιμερ-, χωρ-ισμός, μοίρασμα. ● ΣΥΜΠΛ.: καταμερισμός (της) εργασίας: ΟΙΚΟΝ. διαίρεση έργου σε επιμέρους στάδια και εκτέλεση του καθενός από διαφορετικά άτομα ή ομάδες, με σκοπό την επίτευξη ταχύτερου και ποιοτικότερου παραγωγικού αποτελέσματος: αστικός/κοινωνικός ~ ~. [< μτγν. καταμερισμός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.