| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 23497 | καταλήφθηκε | βλ. καταλαμβάνω | |
| 23498 | κατάληψη | κα-τά-λη-ψη ουσ. (θηλ.) 1. αυθαίρετη κατοχή ενός χώρου και παρεμπόδιση της λειτουργίας του, συνήθ. σε ένδειξη διαμαρτυρίας: παράνομη ~ δημόσιου κτιρίου. Ειρηνική/συμβολική ~ του δρόμου. ~ της Πρυτανείας/του Πολυτεχνείου από τους φοιτητές. ~ των φυλακών από τους κρατούμενους. ~ αεροσκάφους από τρομοκράτες (πβ. αεροπειρατεία). Λήξη/συνέχιση της ~ης. Μαθητικές ~ήψεις και αποχές. ~ήψεις διαρκείας. Κινητοποιήσεις/πορείες και ~ήψεις. Τα μαθήματα δεν έγιναν λόγω ~ης. Η Σχολή βρίσκεται/είναι/τελεί υπό ~. Οι εργαζόμενοι έκαναν/πραγματοποίησαν/προχώρησαν σε ~ του εργοστασίου/της εταιρείας.|| (για άτομο που έχει εγκατασταθεί σε ξένο χώρο) Θα συνεχιστεί για πολύ ακόμα η ~ στο γραφείο/δωμάτιό μου; Βλ. προ~. 2. κατάκτηση ξένου εδάφους και βίαιη επιβολή εξουσίας: ένοπλη/ολοκληρωτική/πλήρης ~ και λεηλασία της χώρας. ~ του λιμανιού/του νησιού/του οχυρού/της πόλης/της στρατιωτικής βάσης από δυνάμεις εισβολέων. Απόπειρα/επιχείρηση/σχέδιο ~ης του στρατοπέδου. Πβ. άλωση, εκπόρθηση, κυρίευση, πάρσιμο. Βλ. ανα~. 3. (επίσ.) απόκτηση θέσης ή αξιώματος: ~ της εξουσίας. Υποψήφιος για την ~ της βουλευτικής έδρας.|| ~ της πρώτης θέσης (στο πρωτάθλημα). Πβ. κατάκτηση. [< 1,3: γαλλ. occupation 2: αρχ. κατάληψις] | |
| 23499 | καταληψία | κα-τα-λη-ψί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΙΑΤΡ. σύμπτωμα της υστερίας, σχιζοφρένειας ή ψύχωσης, που χαρακτηρίζεται από παροδική απώλεια της εκούσιας κινητικότητας και ευκαμψίας των μυών, με αποτέλεσμα ο ασθενής να παραμένει στην ίδια θέση για παρατεταμένο χρονικό διάστημα: Βρίσκεται/είναι σε ~. Πβ. κατατονία. Βλ. παράλυση.|| (κατ' επέκτ., στην ύπνωση) Μέντιουμ σε ~. Βλ. έκσταση, -ληψία. [< γαλλ. catalepsie, αγγλ. catalepsy] | |
| 23500 | καταληψίας | κα-τα-λη-ψί-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που πραγματοποιεί κατάληψη ενός χώρου: νεαροί ~ες. Οι ~ες προκάλεσαν εκτεταμένες καταστροφές/σημαντικές ζημιές στο κτίριο.|| (ως επίθ.) ~ες: μαθητές/φοιτητές. | |
| 23501 | καταλλαγή | κα-ταλ-λα-γή ουσ. (θηλ.) (συνήθ. σε εκκλησιαστικά κείμενα): συμφιλίωση: πνεύμα ~ής. Προώθηση της ειρήνης και της ~ής μεταξύ των λαών. Πβ. συν-αδέλφωση, -διαλλαγή. Βλ. ειρήνευση. [< αρχ. καταλλαγή] | |
| 23502 | κατάλληλος | , η, ο κα-τάλ-λη-λος επίθ. {καταλληλότ-ερος, -ατος}: που διαθέτει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά για να εφαρμοστεί σε δεδομένη περίσταση, να χρησιμοποιηθεί για συγκεκριμένο σκοπό ή να κάνει κάτι: ~ος: εξοπλισμός/φωτισμός. Ο ~ τρόπος (= ευνοϊκός, πρόσφορος). Η ~η απάντηση (= ανάλογη, δέουσα)/θεραπεία (= ενδεδειγμένη)/λύση/στιγμή. Το ~ο λογισμικό/φάρμακο. Οι ~ες διαδικασίες/προϋποθέσεις (: αναγκαίες)/συνθήκες. Ταινία ~η για άτομα άνω των δεκαπέντε ετών. Δημιουργία του ~ου πλαισίου. Δεν μπορώ να βρω τον ~ο όρο/την ~η λέξη για να περιγράψω ... (πβ. δόκιμος). Δεν είναι η ~η στιγμή/ώρα να ... Του δόθηκε η ~η ευκαιρία. Δεν έχει τις ~ες γνώσεις/τα ~α προσόντα για τη θέση (πβ. επαρκής). Προχώρησαν στις ~ες ενέργειες/στους ~ους χειρισμούς. Λήφθηκαν τα ~α μέτρα/οι ~ες προφυλάξεις (πβ. απαραίτητος).|| Αναζήτηση των ~ων συνεργατών. Ο μόνος/πιο/πλέον ~ (= αρμόδιος, ειδικός) για να σε συμβουλεύσει είναι ο γιατρός σου. Δεν είναι ~ για τη δουλειά (πβ. ικανός). (σε δημοσκόπηση:) Ποιον θεωρείτε ~ότερο για πρωθυπουργό; Πβ. αρμόζων, ενδεικνυόμενος, επαρκής, πρέπων. ΑΝΤ. ακατάλληλος (1) ● επίρρ.: κατάλληλα & (λόγ.) καταλλήλως: ~ ντυμένος.|| (απειλητ.) Θα σου απαντούσα ~ως (= αναλόγως), αλλά έχε χάρη! Θα σε περιποιηθώ ~ως (: όπως σου αξίζει)! Πβ. δεόντως. ● ΦΡ.: ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση: ο πιο αρμόδιος για μια δουλειά ή ένα αξίωμα: Τοποθέτησαν τον ~ο ~ο ~. [< αγγλ. the right man in the right place] [< μτγν. κατάλληλος] | |
| 23503 | καταλληλότητα | κα-ταλ-λη-λό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του κατάλληλου: ~ των μεθόδων διδασκαλίας/των σχολικών βιβλίων. Μελέτη ~ας. Οικιστική ~ εδάφους. Σήματα ~ας τηλεοπτικών εκπομπών. Άδεια/δείκτης/έλεγχος/εξέταση/κριτήρια/πιστοποιητικό/προδιαγραφές/σήμανση ~ας (τροφίμων/υλικών). (σε δημοσκόπηση:) Υπερέχει στην ~ για την πρωθυπουργία. Ελέγχθηκε η ~ του κτιρίου (μετά τον σεισμό). Αμφισβητήθηκε/διαπιστώθηκε/εξακριβώθηκε/επισημάνθηκε η ~ (και η ποιότητα) του προϊόντος/χώρου (για τη διεξαγωγή της συναυλίας).|| Η ~ των διδασκόντων/του υποψηφίου. Πβ. επάρκεια. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. ακαταλληλότητα ● ΣΥΜΠΛ.: φυσική καταλληλότητα: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. (ως προϋπόθεση διορισμού) σωματική ικανότητα εκτέλεσης των καθηκόντων που απαιτεί η συγκεκριμένη θέση εργασίας: υγεία και ~ ~. Πβ. αρτιμέλεια. [< πβ. μτγν. καταλληλότης ‘ορθή σύνταξη’ (γραμμ.)] | |
| 23504 | καταλογάδην | κα-τα-λο-γά-δην επίρρ. (λόγ.): για κάτι που γράφεται ή διαβάζεται σε πεζό λόγο, όχι ποιητικό: (συχνά ως επίθ.) ~ συγγράμματα (ΑΝΤ. έμμετρα). Βλ. -δην. [< αρχ. καταλογάδην] | |
| 23505 | καταλογι | κα-τα-λο-γί-ζω ρ. (μτβ.) {καταλόγι-σε, καταλογί-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, καταλογίζ-οντας} 1. αποδίδω σε κάποιον κατακριτέα πράξη ή συμπεριφορά, τον θεωρώ υπεύθυνο για κάτι επιλήψιμο: Του ~ουν (ευθέως) άγνοια/αδράνεια/ασυνέπεια/ευθύνες (= επιρρίπτουν)/μεροληψία/παραλείψεις. Δεν έχω καμία σχέση με όσα μου ~ουν (= καταμαρτυρούν, προσάπτουν). Του ~σε ότι ... 2. ΝΟΜ. καθιστώ κάποιον υπόχρεο να καταβάλει χρηματικό ποσό, τον χρεώνω: Του ~σαν έξοδα ύψους ... Σε περίπτωση φθοράς, ~εται στον χρήστη η αποζημίωση (του βιβλίου). Τους ~στηκε πρόστιμο/φόρος. ~σμένο: κόστος. 3. ΑΘΛ. (για διαιτητή) υποδεικνύω παράβαση αθλητή, επιβάλλω ποινή: ~σε την εσχάτη των ποινών (= πέναλτι)/οφσάιντ/φάουλ. [< αρχ. καταλογίζομαι 'συγκαταλέγω, αριθμώ', γαλλ. imputer] | |
| 23506 | καταλογισμός | κα-τα-λο-γι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. απόδοση, επίρριψη ευθυνών: αδυναμία/διαδικασία/έλλειψη ~ού (της υπαιτιότητας) του δράστη/κατηγορούμενου. Έγινε/επήλθε/ζητήθηκε/ξεκίνησε ο άμεσος ~ προσωπικών ευθυνών (στους αρμόδιους για την τραγωδία). Προχώρησαν σε ~ό σοβαρών παραβάσεων.|| (ΝΟΜ.) Έχει ελαττωμένη/μειωμένη ικανότητα για ~ό εξαιτίας ψυχιατρικής ασθένειας (: ικανότητα να αντιλαμβάνεται το καταλογιστό της πράξης του). 2. ΝΟΜ. υποχρέωση κάποιου να καταβάλει χρηματικό ποσό· συνεκδ. το ίδιο το χρηματικό ποσό: Έγινε ~ δαπάνης/ζημίας/προστίμου. Διαδικασία/πράξη ~ού.|| Η χώρα επιβαρύνθηκε με κοινοτικούς ~ούς ύψους ... ευρώ. 3. ΑΘΛ. (για διαιτητή) επιβολή ποινής: ~ πέναλτι/φάουλ. Βλ. -ισμός. [< μτγν. καταλογισμός 'υπολογισμός', γαλλ. imputation] | |
| 23507 | καταλογιστέος | , α, ο κα-τα-λο-γι-στέ-ος επίθ.: ΝΟΜ. που πρέπει να καταλογιστεί σε κάποιον: ~ο: κόστος. Άμεσα ~ες δαπάνες.|| ~ες: πράξεις. Βλ. -τέος. [< μτγν. καταλογιστέον, γαλλ. imputable] | |
| 23508 | καταλογιστικός | , ή, ό κα-τα-λο-γι-στι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: καταλογιστική πράξη: ΝΟΜ. έγγραφη απόφαση καταβολής χρηματικού ποσού, συνήθ. προστίμου ή φόρου, από κρατικό όργανο: Εκδόθηκε ~ ~ σε βάρος του ... [< αγγλ. notice of assessment/assessment notice, 1973] | |
| 23509 | καταλογιστό(ν) | κα-τα-λο-γι-στό(ν) ουσ. (ουδ.): ΝΟΜ. απόδοση ευθύνης για αξιόποινη πράξη: το ~ της παραβατικής συμπεριφοράς. Πβ. υπαιτιότητα, υπευθυνότητα. ΑΝΤ. ακαταλόγιστο [< γαλλ. imputabilité] | |
| 23510 | καταλογογράφηση | κα-τα-λο-γο-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.): καταγραφή σε κατάλογο: αναδρομική/ηλεκτρονική/θεματική ~. ~ των βιβλίων/των μνημείων/της συλλογής/των χειρογράφων. Βλ. αποδελτίωση, αρχειοθέτηση, ευρετηρίαση, ταξινόμηση, -γράφηση. [< γαλλ. catalogage, 1928] | |
| 23511 | καταλογογραφώ | [καταλογογραφῶ] κα-τα-λο-γο-γρα-φώ ρ. (μτβ.) {καταλογογράφ-ησε, -ήθηκε, -ηθεί, (σπάν.) -ημένος, -ώντας}: καταγράφω σε κατάλογο: Το υλικό της βιβλιοθήκης ~ήθηκε σε βάση δεδομένων. ~ημένα: αρχεία. Βλ. αποδελτιώνω, αρχειοθετώ, -γραφώ, ευρετηριάζω, ταξι-θετώ, -νομώ. [< γαλλ. cataloguer] | |
| 23512 | κατάλογος | κα-τά-λο-γος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -όγου} 1. παράθεση στοιχείων με κάποιο κοινό χαρακτηριστικό, που γίνεται κατά συστηματικό τρόπο σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή: αλφαβητικός (πβ. ίντεξ)/δημόσιος/διαδικτυακός/δίγλωσσος/διεθνής/εκτενής/επαγγελματικός/επίσημος/επιχειρηματικός/ονομαστικός/συλλογικός/συνοδευτικός/χρονολογικός/ψηφιακός ~. Αναλυτικοί/βαθμολογικοί (πβ. βαθμολόγιο)/διαφημιστικοί ~οι. ~ βιβλίων/δημοσιεύσεων/διευθύνσεων/εκδηλώσεων/εκδόσεων/εκθέσεων/ελέγχου/έργων/καταστημάτων/μαθημάτων/φαρμάκων/φωτογραφιών. ~ (με τα ονόματα των) ενδιαφερομένων/επιλαχόντων/μελών/υποψηφίων. Δημοσίευση/ενημέρωση/κατάρτιση ~όγου. Πβ. κατάσταση, λίστα, πίνακας. Βλ. ευρετήριο, -λόγιο.|| ~ κρασιών/ποτών/φαγητών. Πβ. εδεσματολόγιο, μενού, τιμο~.|| (μτφ.) Μακραίνει διαρκώς ο ~ (= αριθμός) των θυμάτων. Βλ. -λογος. 2. ΠΛΗΡΟΦ. ιεραρχικά δομημένο σύνολο στοιχείων, συνήθ. αρχείων, με πληροφορίες σχετικά με το περιεχόμενό τους. Βλ. υπο~. ● Υποκ.: καταλογάκι (το): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: εκλογικός κατάλογος: λίστα με τα ονόματα των εκλογέων μιας περιφέρειας., κατάλογος βιβλιοθήκης: ΠΛΗΡΟΦ. βάση δεδομένων με βιβλιογραφικές εγγραφές που αφορούν ολόκληρο το υλικό μιας βιβλιοθήκης: αυτοματοποιημένος/θεματικός ~ ~., τηλεφωνικός κατάλογος: που περιέχει τα στοιχεία (όνομα, επάγγελμα, διεύθυνση) και το τηλέφωνο των συνδρομητών. Βλ. Χρυσός Οδηγός., βραχεία λίστα βλ. λίστα, πληροφορίες (τηλεφωνικού) καταλόγου βλ. πληροφορία ● ΦΡ.: φωνάζω τον κατάλογο (προφ.): εκφωνώ τα ονόματα ενός καταλόγου. Βλ. παίρνω παρουσίες. [< 1: αρχ. κατάλογος, γαλλ.-αγγλ. catalogue 2: αγγλ. catalog] | |
| 23513 | κατάλοιπο | κα-τά-λοι-πο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -οίπου, συνήθ. στον πληθ.} 1. ό,τι απομένει κατόπιν φυσικής, χημικής ή άλλης διεργασίας· υπόλειμμα: βιομηχανικά (βλ. απόβλητα)/οργανικά/πυρηνικά/τοξικά/τροφικά/υγρά (βλ. λύματα)/φυτικά ~α. ~α απόσταξης/ελαιόλαδου (πβ. μούργα· βλ. κατακάθι)/σαπουνιού/φυτοφαρμάκων. ~α καύσης. Απόρριψη (βλ. ρύπανση)/διαχείριση/συσσώρευση ~οίπων. Στερεό σώμα που (παρα)μένει ως ~ (βλ. ίζημα). Προϊόν που αφαιρεί τα ~α από λίπη. 2. (μτφ.) για κάτι που συνεχίζει να υπάρχει μετά το τέλος συνήθ. αρνητικών καταστάσεων ή γεγονότων: αποικιοκρατικά/ειδωλολατρικά/ιστορικά/κοινωνικά/φασιστικά ~α. ~α του παρελθόντος (βλ. φαντάσματα). Έθιμο που αποτελεί/θεωρείται (γνήσιο/θλιβερό) ~ άλλων εποχών (= απομεινάρι). Βρέθηκαν/σώζονται ~α αρχαίου ναού (= ίχνη, λείψανα).|| Κλινικό ~ εγκεφαλικής βλάβης/παλιάς ασθένειας.|| (στον πληθ.) Τα ~α του ποιητή/συγγραφέα (: έργα που άφησε μετά τον θάνατό του, συνήθ. αδημοσίευτα). ● ΣΥΜΠΛ.: ραδιενεργά κατάλοιπα βλ. ραδιενεργός [< αρχ. κατάλοιπος 1: γαλλ. résidu, αγγλ. residue 2: γαλλ. relique, αγγλ. relic] | |
| 23514 | κατάλυμα | κα-τά-λυ-μα ουσ. (ουδ.) {καταλύμ-ατος | -ατα} (επίσ.): χώρος προσωρινής διαμονής, διανυκτέρευσης: ενοικιαζόμενο/επιπλωμένο/ορεινό (πβ. καταφύγιο)/παραδοσιακό/ξενοδοχειακό/στρατιωτικό/(αγρο)τουριστικό/φιλόξενο ~. Ιδανικό ~ για διακοπές/οικογένεια. Βρίσκω/εξασφαλίζω/παρέχω/προσφέρω (ασφαλές/πρόχειρο) ~. Βλ. ενοικιαζόμενα δωμάτια, κοιτ-, ξεν-ώνας, στούντιο.|| Τα ~ατα των αστέγων/προσφύγων/σεισμοπαθών. Πβ. καταυλισμός. [< μτγν. κατάλυμα] | |
| 23515 | καταλυπημένος | , η, ο κα-τα-λυ-πη-μέ-νος επίθ. (επιτατ.): πάρα πολύ λυπημένος: Με κοίταξε ~η. Πβ. καταστενοχωρημένος, περίλυπος. ΑΝΤ. καταχαρούμενος | |
| 23516 | κατάλυση | κα-τά-λυ-ση ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) παύση της ισχύος, διακοπή της ομαλής λειτουργίας ή της ύπαρξης: ολοκληρωτική/πλήρης ~. ~ των δικαιωμάτων/των θεσμών (= κατάργηση)/του κράτους δικαίου. ~ κάθε έννοιας αξιοκρατίας/νομιμότητας. Απόπειρα/σχέδιο ~ης της δημοκρατίας. Πβ. ανατροπή.|| Η (οριστική) ~ μιας αυτοκρατορίας. Πβ. διάλυση. 2. ΧΗΜ. επιτάχυνση χημικής αντίδρασης με την παρουσία καταλύτη: ενζυμική/ετερογενής/ομογενής ~. Βλ. αυτο~, φωτο~. 3. (λόγ.) προσωρινή διαμονή, διανυκτέρευση: ~ της αποστολής/ομάδας. Φιλοξενήθηκαν για σίτιση και ~. Βλ. κατά-κλιση, -λυμα. 4. ΕΚΚΛΗΣ. κατανάλωση ορισμένων μη νηστίσιμων τροφών (κυρ. σε περίοδο νηστείας): ~ εις πάντα/ιχθύος. Δεν επιτρέπεται η ~ κρέατος. 5. ΙΑΤΡ. διακοπή ή εκτομή, αφαίρεση: ~ ταχυκαρδιών.|| ~ νεοπλασμάτων. [< 1,3: αρχ. κατάλυσις 2: γαλλ. catalyse, αγγλ. catalysis 4: μεσν. ~ 5: γαλλ.-αγγλ. ablation] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ