| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 23527 | καταμεσήμερα | κα-τα-με-σή-με-ρα επίρρ. (εμφατ.-αρνητ. συνυποδ.): κατά την ώρα του μεσημεριού. | |
| 23528 | καταμεσήμερο | κα-τα-με-σή-με-ρο ουσ. (ουδ.) (εμφατ.-αρνητ. συνυποδ.): στη μέση του μεσημεριού, συνήθ. του καλοκαιριού, τότε που επικρατούν συνήθ. οι υψηλότερες θερμοκρασίες της ημέρας: ντάλα ~. Δεν πάω πουθενά μες στο ~. | |
| 23529 | καταμεσής | [καταμεσῆς] κα-τα-με-σής επίρρ. (προφ.-επιτατ.): (ακριβώς) στη μέση: (τοπικό) Το νησί βρίσκεται ~ στο πέλαγος.|| (χρονικό) ~ του καλοκαιριού (πβ. κατακαλόκαιρο)/της νύχτας. | |
| 23530 | κατάμεστος | , η, ο κα-τά-με-στος επίθ. (λόγ.-επιτατ.): (ασφυκτικά) γεμάτος: ~η: αίθουσα (πβ. υπερπλήρης). ~ο: αμφιθέατρο/λεωφορείο. Θέατρο ~ο από κόσμο. Ο τελικός διεξήχθη στο ~ο (από φιλάθλους) γήπεδο. Πβ. τίγκα, φίσκα. [< μτγν. κατάμεστος ‘ξέχειλος’] | |
| 23531 | καταμετράω | βλ. καταμετρώ | |
| 23532 | καταμέτρηση | κα-τα-μέ-τρη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καταμετρώ: επίσημη/πρόσφατη/πρόχειρη/τελική/τρέχουσα ~. Δημογραφικές/επαναληπτικές (πβ. ανα~)/συνεχείς ~ήσεις. ~ εμπορευμάτων/επισκεπτών/ζημιών/λέξεων/πληθυσμού (βλ. απογραφή). Μηχανή ~ης κερμάτων (= καταμετρητής). Ολοκληρώθηκε/συνεχίζεται η ~ των ψηφοδελτίων. Έγινε ~ του ταμείου. Πβ. υπολογισμός. Βλ. επανα~. [< μτγν. καταμέτρησις] | |
| 23533 | καταμετρητής | κα-τα-με-τρη-τής ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή καταμέτρησης: ηλεκτρονικός ~. ~ και ανιχνευτής πλαστότητας χαρτονομισμάτων/και διαχωριστής κερμάτων. Βλ. -μετρητής. 2. πρόσωπο εντεταλμένο να πραγματοποιεί (επίσημη) καταμέτρηση: ~ές ψήφων.|| (ειδικότ. υπάλληλος που μετράει την κατανάλωση ρεύματος ή νερού) ~ της ΔΕΗ.|| (στην ιστιοπλοΐα, πρόσ. αρμόδιο για τη μέτρηση της χωρητικότητας, των επιδόσεων και του εξοπλισμού πλεούμενου) ~ές σκαφών. [< γαλλ. mesureur] | |
| 23534 | καταμετρώ | [καταμετρῶ] κα-τα-με-τρώ ρ. (μτβ.) {καταμετρ-ά (σπανιότ.) -εί ...| καταμέτρ-ησα, καταμετρ-ήσει, -είται κ. -άται κ. (σπάν.) -ιέται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας} & καταμετράω: μετρώ, υπολογίζω επακριβώς, συνήθ. με ειδικό όργανο ή κατάλληλη μέθοδο: ~ά την απόδοση (του αθλητή)/τις θερμίδες. Πόσα μέλη ~ά (= αριθμεί) ο σύλλογος; Η αστυνομία ~ησε περίπου ... διαδηλωτές. ~ήθηκε η ανεργία/η ρύπανση της περιοχής. Έχουν ~ηθεί επίσημα ... είδη πουλιών. Με ~ημένο το ...% των ψήφων. [< αρχ. καταμετρῶ] | |
| 23535 | καταμήνιος | , ος/α, ο κα-τα-μή-νι-ος επίθ. (λόγ.): ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την εμμηνόρροια: ~α: ημικρανία (ή ημικρανία της περιόδου). ΣΥΝ. εμμηνορροϊκός ● Ουσ.: καταμήνια (τα) (παρωχ.): έμμηνος ρύση. [< αρχ. τά καταμήνια] ● ΣΥΜΠΛ.: έμμηνος/καταμήνιος/γεννητικός/εμμηνορροϊκός κύκλος βλ. κύκλος [< μτγν. καταμήνιος] | |
| 23536 | καταμήνυση | κα-τα-μή-νυ-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. μήνυση: δίωξη/καταδίκη για ψευδή ~ κατά/σε βάρος ... [< μεσν. καταμήνυσις] | |
| 23537 | καταμηνύω | κα-τα-μη-νύ-ω ρ. (μτβ.) {καταμήνυ-σε κ. κατεμήνυ-σε, καταμηνύ-σει, -θηκε, -θεί, -οντας}: ΝΟΜ. υποβάλλω μήνυση: Τον ~σε ως πλαστογράφο. [< αρχ. καταμηνύω] | |
| 23538 | κατάμονος | , η, ο κα-τά-μο-νος επίθ. & καταμόναχος (επιτατ.): ολομόναχος. [< πβ. αρχ. κατάμονος ‘διαρκής, μόνιμος’] | |
| 23539 | κατάμουτρα | κα-τά-μου-τρα επίρρ. (προφ.) ΣΥΝ. καταπρόσωπο 1. (μτφ.) με θράσος, χωρίς δισταγμό ή ντροπή: Μας έβρισε ~. Του είπε/του πέταξε ~ ότι θα φύγει/την αλήθεια (= ευθέως, στα ίσια, χωρίς περιστροφές). Της έκλεισε ~ το τηλέφωνο.|| Τους έφτυσε ~ (: τους περιφρόνησε επιδεικτικά) και έφυγε. Πβ. κατάφατσα. 2. απευθείας στο πρόσωπο· βίαια, επιθετικά: Του πέταξε ~ το βιβλίο. ● ΦΡ.: κλείνω την πόρτα (στα μούτρα/στη μούρη/κατάμουτρα) σε κάποιον βλ. πόρτα, τον κοροϊδεύει μες στα μούτρα του/μπροστά στα μάτια του/κατάμουτρα βλ. μούτρο | |
| 23540 | κατάνα | κα-τά-να ουσ. (θηλ.): μακρύ ατσάλινο σπαθί των σαμουράι. Βλ. ξίφος. [< ιαπων. katana] | |
| 23541 | καταναγκάζω | κα-τα-να-γκά-ζω ρ. (μτβ.) {κατανάγκα-σε, καταναγκά-στηκε, -στεί, -σμένος, καταναγκάζ-οντας} (επιτατ.): υποχρεώνω κάποιον να κάνει κάτι με χρήση σωματικής ή ψυχολογικής βίας: ~στηκε να δεχτεί/σε παραίτηση. Πβ. εξ-, πειθ-αναγκάζω, καταπιέζω. [< αρχ. καταναγκάζω, γαλλ. contraindre] | |
| 23542 | καταναγκασμός | κα-τα-να-γκα-σμός ουσ. (αρσ.) 1. (επιτατ.) η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καταναγκάζω: εξωτερικός/εσωτερικός/σεξουαλικός/ψυχολογικός ~. Μέτρα ~ού. Απαλλαγή από κάθε ~ό. Ασκείται ~. Πράξεις που γίνονται με ~ό (= καταναγκαστικές). Υπόκειμαι σε/υφίσταμαι ~ούς. Πβ. εξ-, πειθ-αναγκασμός, καταπίεση. Βλ. βία. 2. ΨΥΧΙΑΤΡ. ψυχαναγκασμός. Πβ. έμμονη ιδέα, ιδεοληψία, ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή. Βλ. μανία, νεύρωση. [< 1: γαλλ. contrainte] | |
| 23543 | καταναγκαστικός | , ή, ό κα-τα-να-γκα-στι-κός επίθ. 1. που γίνεται με καταναγκασμό ή που τον ασκεί: ~ός: (σωματικός) έλεγχος. ~ή: αποδοχή/δουλειά/επιβολή. ~ές: πράξεις. ~ά: μέσα/μέτρα. Πβ. εξαναγκαστ-, υποχρεωτ-ικός. Βλ. εκούσιος.|| ~ό: καθεστώς. 2. ΨΥΧΙΑΤΡ. που πάσχει από καταναγκασμό ή σχετίζεται με αυτόν: ~ά: άτομα.|| ~ή: κατανάλωση/νεύρωση/συμπεριφορά/χρήση (ουσιών). Πβ. ιδεοληπτ-, ψυχαναγκαστ-ικός. ● επίρρ.: καταναγκαστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: καταναγκαστικά έργα & καταναγκαστική εργασία: εξαντλητική σωματική εργασία σε διάφορα δημόσια έργα, που επιβαλλόταν παλαιότ. ως ποινή σε αιχμαλώτους πολέμου, κατάδικους, αντιφρονούντες· κατ' επέκτ. κάθε επίπονη και εξαναγκαστική ασχολία: Καταδικάστηκε σε ~ ~ (π.χ. σε λατομείο). Πβ. κάτεργα. Βλ. γκουλάγκ, στρατόπεδο εργασίας.|| (μτφ.) Αντιμετωπίζει το μάθημα σαν ~ό ~ο. Πβ. αγγαρεία. [< γαλλ. travaux forcés] [< μτγν. καταναγκαστικός, γαλλ. coercitif, forcé] | |
| 23544 | καταναλώνω | κα-τα-να-λώ-νω ρ. (μτβ.) {κατανάλω-σα, καταναλώ-θηκε, -θεί, καταναλών-οντας, καταναλω-μένος} & (λόγ.) καταναλίσκω {μόνο στο ενεστ. θ.} 1. δαπανώ, ξοδεύω, σπαταλώ: ~ει άκριτα/άσκοπα/αφειδώς το εισόδημά του σε προσωπικές αγορές. ~θηκαν τόνοι χαρτιού. Το μεγαλύτερο μέρος των κονδυλίων ~θηκε για την εκπαίδευση. Πβ. αναλώνω. Βλ. υπερ~. 2. τρώω ή πίνω: ~ κρέας/λαχανικά/τρόφιμα πλούσια σε .../φρούτα. Τα αναψυκτικά πρέπει να ~θούν πριν την ηµεροµηνία λήξης τους.|| Πόσα γεύματα/λίτρα νερό ~εις την ημέρα;|| ~ει χάπια αλόγιστα. 3. διαθέτω ενέργεια ή χρόνο σε κάτι: ~ κόπο/όλες μου τις δυνάμεις/πολλή προσπάθεια (πβ. καταβάλλω). ~ει πολλές ώρες βλέποντας τηλεόραση. ● καταναλώνει: χρησιμοποιεί κάτι ως μορφή ενέργειας για να λειτουργήσει: Ο οργανισμός ~ θερμίδες/οξυγόνο.|| Τα καύσιμα που ~ ένα όχημα. Η συσκευή ~ (ισχύ) ... βατ (σε μια ώρα)/πολύ ρεύμα (= καίει). (ΠΛΗΡΟΦ.) Πόση μνήμη/πόσους πόρους ~ το πρόγραμμα; [< αρχ. καταναλίσκω, μεσν. καταναλώνω, γαλλ. consommer, αγγλ. consume] | |
| 23545 | κατανάλωση | κα-τα-νά-λω-ση ουσ. (θηλ.) 1. αγορά και χρήση αγαθών ή υπηρεσιών, με σκοπό την κάλυψη προσωπικών αναγκών· συνεκδ. η αντίστοιχη ποσότητα που καταναλώνεται: αλόγιστη/μαζική/συνετή ~. ~ απορρυπαντικών/λιπασμάτων. Οικιακή και βιομηχανική ~ νερού. Βλ. καταναλωτισμός, αυτο~, υπερ~, υπο~.|| Μέγιστη ~ ρεύματος. (σε κέντρο διασκέδασης:) Ελάχιστη ~ (: το μικρότερο ποσό που πρέπει να ξοδέψει κάποιος). ~ώσεις φυσικού αερίου. 2. (επίσ.) λήψη συνήθ. φαγητού ή ποτού: ~ γαλακτοκομικών/γλυκών. Άφθονη ~ υγρών. Αυξήθηκε η εγχώρια/ετήσια/παγκόσμια ~ αλκοόλ. Πβ. βρώση, πόση.|| Υπερβολική ~ φαρμάκων. Πβ. κατάχρηση, πολυφαρμακία. 3. χρησιμοποίηση ή διάθεση ενέργειας· δαπάνη, ξόδεμα: ~ θερμίδων (= κάψιμο).|| Μηχάνημα με χαμηλή ηλεκτρική ~ (βλ. βατ). Αυτοκίνητο με μειωμένη ~ καυσίμου/μέση ~ πετρελαίου ... λίτρα ανά εκατό χιλιόμετρα.|| ~ δυνάμεων/χρόνου (πβ. αφιέρωση, καταβολή).|| Δημόσια/ιδιωτική ~. ~ χρημάτων (πβ. σπατάλη). ΑΝΤ. εξοικονόμηση ● ΣΥΜΠΛ.: φόρος κατανάλωσης: ΟΙΚΟΝ. πρόσθετος φόρος στην τιμή πώλησης ενός προϊόντος: ειδικός ~ ~ (ακρ. ΕΦΚ)., προϊόντα ευρείας κατανάλωσης βλ. προϊόν ● ΦΡ.: για εσωτερική κατανάλωση: για καθετί που απευθύνεται αποκλειστικά στα μέλη ομάδας, κοινότητας· (ειδικότ.-ειρων.) για δηλώσεις που στοχεύουν στη δημιουργία εντυπώσεων στο εσωτερικό μιας χώρας, ενώ στην πραγματικότητα είναι αβάσιμες και παραπλανητικές: κριτική ~ ~. [< αγγλ. for internal consumption] , από την παραγωγή στην κατανάλωση βλ. παραγωγή [< μτγν. κατανάλωσις, γαλλ. consommation, αγγλ. consumption] | |
| 23546 | καταναλώσιμος | , η, ο κα-τα-να-λώ-σι-μος επίθ.: που μπορεί να καταναλωθεί: ~η: ενέργεια. ~ο: προϊόν. Πβ. αναλώσιμος.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) ~η: κουλτούρα. Πβ. εύπεπτος. [< γαλλ. consommable] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ