Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [24280-24300]

IDΛήμμαΕρμηνεία
23517καταλύτηςκα-τα-λύ-της ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή στο σύστημα εξαγωγής καυσαερίων του οχήματος, η οποία μειώνει την εκπομπή ρυπογόνων αερίων: μεταλλικός ~. ΣΥΝ. καταλυτικός μετατροπέας 2. (μτφ.) παράγοντας που διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη μιας κατάστασης, συνήθ. επιταχύνοντάς την: (Ισχυρός/κρίσιμος) ~ για την ανάπτυξη της οικονομίας οι επενδύσεις. Στοιχείο που δρα/λειτουργεί ως ~ αλλαγής/εξελίξεων. Η προσπάθεια αποτελεί/συνιστά ~η επιτυχίας.|| (ως επίθ.) Ο ~ χρόνος. 3. ΧΗΜ. ουσία που επιταχύνει μια χημική αντίδραση, παραμένοντας αμετάβλητη μετά το τέλος της: ενεργός ~. ~ες καύσης/οξείδωσης. Ένζυμο που δρα ως ~ (βλ. βιοκαταλύτες).|| Αρνητικός ~ (: που λειτουργεί επιβραδυντικά). Βλ. προωθητής. [< 1: αγγλ. catalytic converter, 1955, 2: γαλλ. catalyseur 3: αγγλ. catalyst, 1902]
23518καταλυτικός, ή, ό κα-τα-λυ-τι-κός επίθ. 1. (μτφ.) αποφασιστικός, καθοριστικός, ουσιαστικός: ~ή: βοήθεια/επίδραση/παρέμβαση/παρουσία/συμμετοχή. ~ό: γεγονός/επιχείρημα/χιούμορ/χτύπημα. ~ές: αλλαγές/συνέπειες. Ήττα ~ής σημασίας. Ο ρόλος του αποδείχτηκε/υπήρξε ~. Στοιχείο που αποτελεί ~ό παράγοντα στην εξέλιξη της υπόθεσης. 2. ΧΗΜ. που σχετίζεται με την κατάλυση: ~ός: αντιδραστήρας. ~ή: δράση (των ενζύμων)/πυρόλυση/τεχνολογία/υδρογόνωση. ~ές: αντιδράσεις/ιδιότητες. ~ά: υλικά. Βλ. φωτο~. 3. ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με τον καταλύτη οχημάτων: ~ός: καθαρισμός (των καυσαερίων)/κινητήρας. ~ή: εξάτμιση. ~ό: φίλτρο.|| (ως ουσ.) Αγόρασα ~ό (ενν. αυτοκίνητο). ● επίρρ.: καταλυτικά & (σπάν.-λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: καταλυτικός μετατροπέας βλ. μετατροπέας [< μτγν. καταλυτικός, γαλλ. catalytique, αγγλ. catalytic]
23519καταλύωκα-τα-λύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κατέλυ-σε, καταλύ-σει, -θηκε (λόγ. κατελύθ-η, -ησαν), -θεί, -μένος, -οντας} 1. προκαλώ τη διακοπή της ομαλής λειτουργίας ή της ύπαρξης οργανωμένου συνόλου, καταργώ έναν θεσμό, ένα σύστημα: ~σαν με τη βία/με πραξικόπημα το πολίτευμα/το Σύνταγμα. ~εται η έννομη τάξη (ΑΝΤ. τηρείται). ~ονται (στην πράξη) οι αρχές/αξίες. Πβ. ανατρέπω, καταστρέφω. Βλ. αποκαθιστώ, εγκαθιδρύω.|| Η ηγεμονία ~θηκε. 2. (λόγ.) (συνήθ. για οργανωμένη ομάδα ατόμων) διαμένω, διανυκτερεύω προσωρινά: Οι εκδρομείς ~σαν στον ξενώνα. Οι πρόσφυγες ~σαν στον καταυλισμό/σε σκηνές. Πβ. σταθμεύω. 3. ΕΚΚΛΗΣ. καταναλώνω μη νηστίσιμες τροφές, κυρ. κατά τη διάρκεια νηστείας: ~εται το λάδι/ψάρι.καταλύει: ΧΗΜ. δρα ως καταλύτης: Ένζυμο που ~ την οξείδωση ουσιών/την υδρόλυση των λιπιδίων (βλ. λιπάση). Αντιδράσεις που ~ονται από βάσεις/βιταμίνες/οξέα. [< γαλλ. catalyser, αγγλ. catalyse] [< 1,2: αρχ. καταλύω 3: μεσν. ~]
23520καταμαράνκα-τα-μα-ράν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μηχανοκίνητο ή ιστιοφόρο σκάφος που επιπλέει πάνω σε δύο παράλληλους πλωτήρες: (για αθλητισμό, ψυχαγωγία) ταχύπλοο ~. Κρουαζιέρα με ~.|| (κυρ. ειδικότ., ανάλογος τύπος ταχύπλοου επιβατηγού ή και οχηματαγωγού) Ιπτάμενα δελφίνια και ~. Βλ. τριμαράν, υδροποδήλατο. [< αγγλ. catamaran, γαλλ. ~, 1942]
23521καταμαρτυρώ[καταμαρτυρῶ] κα-τα-μαρ-τυ-ρώ ρ. (μτβ.) {καταμαρτυρ-εί κ. -ά ... | καταμαρτύρ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ώντας} 1. αποδίδω, καταλογίζω ενοχοποιητικά, επιβαρυντικά στοιχεία σε κάποιον: Του ~ούν αδιαφορία/λάθη και παραλείψεις. Αληθεύουν/ευσταθούν όσα ~ούν εναντίον του. Πβ. επιρρίπτω, προσάπτω. 2. (επιτατ.) αποδεικνύω, αποκαλύπτω, φανερώνω: Γεγονός που ~εί (με τον πλέον κραυγαλέο τρόπο) ότι ... Όπως ~ούν τα στοιχεία της έρευνας ... ~είται από πλήθος πηγές.|| Παρόμοια περιστατικά δεν έχουν ~ηθεί (: αναφερθεί ως μαρτυρία) ποτέ. [< αρχ. καταμαρτυρῶ]
23522κατάματακα-τά-μα-τα επίρρ. (επιτατ.) 1. (μτφ.) χωρίς δειλία ή ντροπή, άφοβα: Δεν τολμά να αντιμετωπίσει τους αντιπάλους/φόβους του ~. Είναι καιρός να δούμε την αλήθεια/πραγματικότητα ~. Αντίκρισε τον θάνατο ~ (: κινδύνεψε να πεθάνει). 2. κατευθείαν στα μάτια: Με κοίταξε ~. [< μεσν. κατάματα]
23523καταματωμένος, η, ο κα-τα-μα-τω-μέ-νος επίθ. (επιτατ.): γεμάτος αίματα: ~ο: πουκάμισο. ~α: γόνατα. Πβ. καθημαγμένος. [< μεσν. καταματωμένος]
23524κατάμαυρος, η, ο κα-τά-μαυ-ρος επίθ. (επιτατ.): εντελώς μαύρος: ~ος: ουρανός (: γεμάτος σύννεφα). ~ο: σκοτάδι (πβ. ζόφος). ~α: μαλλιά/μάτια. Πβ. κατράμι.|| (μτφ.) ~η: ατμόσφαιρα (: μελαγχολική)/ζωή/ψυχή (: δυστυχισμένη). ΣΥΝ. ολόμαυρος ΑΝΤ. κάτασπρος [< μεσν. κατάμαυρος]
25331κατάμερα

κο-λε-γιά ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} & (σπάν.) κολλεγιά, κολιγιά, κολληγιά (προφ.): συνεργασία, συνήθ. προς εξυπηρέτηση ιδιοτελών συμφερόντων: ~ μεταξύ δύο κομμάτων. Χάλασε η ~. Πβ. κουμπαριά.

23525καταμερίζωκα-τα-με-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {(σπάν.) καταμέρι-σε, καταμερί-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, καταμερίζ-οντας} (λόγ.): διαιρώ και μοιράζω, κατανέμω: ~στηκαν (δίκαια) τα καθήκοντα/κέρδη. Οι ευθύνες θα ~στούν στους αρμόδιους. Πβ. επιμερίζω, χωρίζω. [< αρχ. καταμερίζω]
23526καταμερισμόςκα-τα-με-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): κατανομή, διανομή: άνισος/δίκαιος/κατάλληλος/σωστός ~. ~ των καθηκόντων/των ρόλων/του χρόνου. ~ του πλούτου. Έγινε ~ ευθυνών μεταξύ των φορέων. Προέβησαν σε ~ό των αρμοδιοτήτων. Πβ. επιμερ-, χωρ-ισμός, μοίρασμα. ● ΣΥΜΠΛ.: καταμερισμός (της) εργασίας: ΟΙΚΟΝ. διαίρεση έργου σε επιμέρους στάδια και εκτέλεση του καθενός από διαφορετικά άτομα ή ομάδες, με σκοπό την επίτευξη ταχύτερου και ποιοτικότερου παραγωγικού αποτελέσματος: αστικός/κοινωνικός ~ ~. [< μτγν. καταμερισμός]
23527καταμεσήμερακα-τα-με-σή-με-ρα επίρρ. (εμφατ.-αρνητ. συνυποδ.): κατά την ώρα του μεσημεριού.
23528καταμεσήμεροκα-τα-με-σή-με-ρο ουσ. (ουδ.) (εμφατ.-αρνητ. συνυποδ.): στη μέση του μεσημεριού, συνήθ. του καλοκαιριού, τότε που επικρατούν συνήθ. οι υψηλότερες θερμοκρασίες της ημέρας: ντάλα ~. Δεν πάω πουθενά μες στο ~.
23529καταμεσής[καταμεσῆς] κα-τα-με-σής επίρρ. (προφ.-επιτατ.): (ακριβώς) στη μέση: (τοπικό) Το νησί βρίσκεται ~ στο πέλαγος.|| (χρονικό) ~ του καλοκαιριού (πβ. κατακαλόκαιρο)/της νύχτας.
23530κατάμεστος, η, ο κα-τά-με-στος επίθ. (λόγ.-επιτατ.): (ασφυκτικά) γεμάτος: ~η: αίθουσα (πβ. υπερπλήρης). ~ο: αμφιθέατρο/λεωφορείο. Θέατρο ~ο από κόσμο. Ο τελικός διεξήχθη στο ~ο (από φιλάθλους) γήπεδο. Πβ. τίγκα, φίσκα. [< μτγν. κατάμεστος ‘ξέχειλος’]
23531καταμετράωβλ. καταμετρώ
23532καταμέτρησηκα-τα-μέ-τρη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καταμετρώ: επίσημη/πρόσφατη/πρόχειρη/τελική/τρέχουσα ~. Δημογραφικές/επαναληπτικές (πβ. ανα~)/συνεχείς ~ήσεις. ~ εμπορευμάτων/επισκεπτών/ζημιών/λέξεων/πληθυσμού (βλ. απογραφή). Μηχανή ~ης κερμάτων (= καταμετρητής). Ολοκληρώθηκε/συνεχίζεται η ~ των ψηφοδελτίων. Έγινε ~ του ταμείου. Πβ. υπολογισμός. Βλ. επανα~. [< μτγν. καταμέτρησις]
23533καταμετρητήςκα-τα-με-τρη-τής ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή καταμέτρησης: ηλεκτρονικός ~. ~ και ανιχνευτής πλαστότητας χαρτονομισμάτων/και διαχωριστής κερμάτων. Βλ. -μετρητής. 2. πρόσωπο εντεταλμένο να πραγματοποιεί (επίσημη) καταμέτρηση: ~ές ψήφων.|| (ειδικότ. υπάλληλος που μετράει την κατανάλωση ρεύματος ή νερού) ~ της ΔΕΗ.|| (στην ιστιοπλοΐα, πρόσ. αρμόδιο για τη μέτρηση της χωρητικότητας, των επιδόσεων και του εξοπλισμού πλεούμενου) ~ές σκαφών. [< γαλλ. mesureur]
23534καταμετρώ[καταμετρῶ] κα-τα-με-τρώ ρ. (μτβ.) {καταμετρ-ά (σπανιότ.) -εί ...| καταμέτρ-ησα, καταμετρ-ήσει, -είται κ. -άται κ. (σπάν.) -ιέται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας} & καταμετράω: μετρώ, υπολογίζω επακριβώς, συνήθ. με ειδικό όργανο ή κατάλληλη μέθοδο: ~ά την απόδοση (του αθλητή)/τις θερμίδες. Πόσα μέλη ~ά (= αριθμεί) ο σύλλογος; Η αστυνομία ~ησε περίπου ... διαδηλωτές. ~ήθηκε η ανεργία/η ρύπανση της περιοχής. Έχουν ~ηθεί επίσημα ... είδη πουλιών. Με ~ημένο το ...% των ψήφων. [< αρχ. καταμετρῶ]
23535καταμήνιος, ος/α, ο κα-τα-μή-νι-ος επίθ. (λόγ.): ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την εμμηνόρροια: ~α: ημικρανία (ή ημικρανία της περιόδου). ΣΥΝ. εμμηνορροϊκός ● Ουσ.: καταμήνια (τα) (παρωχ.): έμμηνος ρύση. [< αρχ. τά καταμήνια] ● ΣΥΜΠΛ.: έμμηνος/καταμήνιος/γεννητικός/εμμηνορροϊκός κύκλος βλ. κύκλος [< μτγν. καταμήνιος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.