| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 23547 | καταναλωτής | κα-τα-να-λω-τής ουσ. (αρσ.) {-ή (λόγ.) -ού | σπανιότ. θηλ. καταναλώτρια} 1. (επίσ.) πρόσωπο που αγοράζει και χρησιμοποιεί αγαθά ή υπηρεσίες: απαιτητικός/ενημερωμένος ~. Ο μέσος/σύγχρονος/τελικός ~. Βιομηχανικοί/εμπορικοί ~ές. Αγωγή του ~ή. ~ές ηλεκτρικής ενέργειας. Τα αιτήματα/οι ανάγκες/τα δικαιώματα/οι προτιμήσεις/η συμπεριφορά των ~ών. Γραμμή (εξυπηρέτησης)/ενημέρωση ~ών. Επιχείρηση οργάνωσης δικτύων ~ών (πβ. αεροπλανάκι, πυραμίδα). Οδηγίες/πληροφορίες προς ~ές. Καταγγελίες/παράπονα από ~ές. Προσφορές προς τους ~ές. Προϊόν που κέρδισε την εμπιστοσύνη των ~ών. || (ΟΙΚΟΝ.) Δείκτης τιμώνΠβ. αγοραστής, πελάτης. Βλ. βιοκαταναλωτές, παραγωγός, υπερ~, ΓΓΚ, ΕΕΚ, ΙΝ.ΚΑ.|| (ως επίθ.) Καταναλώτρια: χώρα (πετρελαίου). 2. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. συσκευή που καταναλώνει ηλεκτρικό ρεύμα. 3. ΒΙΟΛ.-ΟΙΚΟΛ. ζωικός οργανισμός που παίρνει τις απαραίτητες για την επιβίωσή του ουσίες καταναλώνοντας άλλους ζωντανούς οργανισμούς, ζώο: πρωτογενείς (= φυτοφάγα)/δευτερογενείς (: σαρκοφάγα που τρέφονται με φυτοφάγα)/τριτογενείς (: σαρκοφάγα που τρέφονται με μικρά σαρκοφάγα) ~ές: ● ΣΥΜΠΛ.: προστασία (του) καταναλωτή/(των) καταναλωτών: ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. σύνολο νόμων, μέτρων ή οργανισμών που έχουν ως σκοπό την προάσπιση των συμφερόντων των αγοραστών: ~ ~ στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Υγεία και ~ ~. Βλ. ΚΕ.Π.ΚΑ., Δείκτης Τιμών Καταναλωτή βλ. δείκτης, Συνήγορος του Καταναλωτή βλ. συνήγορος [< γαλλ. consommateur] | |
| 23548 | καταναλωτικός | , ή, ό κα-τα-να-λω-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την κατανάλωση ή τον καταναλωτή: ~ός: συνεταιρισμός. ~ή: αγορά/δύναμη/ζήτηση/κουλτούρα/μανία/οικονομία/πολιτική/συμπεριφορά/συνείδηση. ~ό: ενδιαφέρον. ~ές: ανάγκες/δαπάνες/οργανώσεις/πρακτικές/προτιμήσεις/συνήθειες/συσκευές/υπηρεσίες. ~ά: είδη/έξοδα/προϊόντα.|| ~ός: τρόπος ζωής. ~ή: μανία/νοοτροπία/τάση/υστερία. ~ό: πνεύμα. ~ά: πρότυπα. Το ~ό μοντέλο/όνειρο. Βλ. υλιστικός, υπερ~.|| Ο άνθρωπος ως ~ό ον. ΑΝΤ. αντικαταναλωτικός ● επίρρ.: καταναλωτικά ● ΣΥΜΠΛ.: καταναλωτικά αγαθά: που αγοράζει το καταναλωτικό κοινό για την ικανοποίηση προσωπικών αναγκών ή επιθυμιών: αναλώσιμα/βασικά/διαρκή (: με μακρά διάρκεια χρήσης, π.χ. ηλεκτρικές συσκευές, έπιπλα) ~ ~. Εμπορία/παραγωγή/πώληση/τιμές ~ών ~ών. [< αγγλ. consumer goods, 1901] , καταναλωτική κοινωνία (αρνητ. συνυποδ.): στην οποία η κατανάλωση αγαθών ανάγεται σε πρωταρχική αξία. Βλ. κοινωνία της αφθονίας., καταναλωτικό δάνειο: που χορηγείται από χρηματοπιστωτικό οργανισμό για αγορά καταναλωτικών αγαθών ή χρήση υπηρεσιών μεγάλης αξίας. Βλ. διακοπο-, εορτο-δάνειο., καταναλωτικό κοινό (περιληπτ.): το σύνολο των καταναλωτών, οι αγοραστές: έμποροι και ~ ~. Επιχειρηματικό και ~ ~., καταναλωτική πίστη βλ. πίστη [< μτγν. καταναλωτικός, αγγλ. consumer, consumption] | |
| 23549 | καταναλωτισμός | κα-τα-να-λω-τι-σμός ουσ. (αρσ.) (αρνητ. συνυποδ.): τάση για απόκτηση όσο το δυνατόν περισσότερων υλικών αγαθών: άκρατος/υπέρμετρος ~ (= υπερ~). Κοινωνία του ~ού (= καταναλωτική κοινωνία). Θύματα/μανία/συνέπειες του ~ού. Μοντέλο που προωθεί τον ~ό. Αντιστέκομαι/υποκύπτω στον ~ό. Βλ. -ισμός. ΑΝΤ. αντικαταναλωτισμός [< αγγλ. consumerism, 1960, γαλλ. consumérisme, 1972] | |
| 23550 | κατανεμημένος | , η, ο κα-τα-νε-μη-μέ-νος επίθ.: που έχει κατανεμηθεί: ~ος: πλούτος/προϋπολογισμός. ~η: εργασία/ύλη (μαθημάτων). ~ες: αρμοδιότητες/υπηρεσίες. Πληθυσμός γεωγραφικά/ομοιόμορφα ~. Άνισα ~ο βάρος/ποσό (= μοιρασμένο). Πλήρως ~ο κέρδος. Πβ. διαιρεμένος, καταμερισμένος.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~η: αρχιτεκτονική/βάση δεδομένων/μνήμη. ~ο: δίκτυο/σύστημα. Παράλληλη και ~η επεξεργασία. [< μτγν. κατανενεμημένος, γαλλ. distribué , αγγλ. distributed] | |
| 23551 | κατανεμητής | κα-τα-νε-μη-τής ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχανισμός ή συσκευή κατανομής: (σε σύστημα δομημένης καλωδίωσης) κεντρικός ~ (κτιρίου). ~ καλωδίων. Βλ. διακλαδωτής.|| Ηλεκτρονικός ~ πέδησης/πίεσης φρένων.|| Τηλεφωνικός ~ (: ~ των τηλεφωνικών γραμμών).|| Τοπικός ~ δικτύου. Οπτικός ~ (: με οπτικές ίνες). Βλ. διανεμητής. [< γαλλ. distributeur, αγγλ. distributor] | |
| 23552 | κατανέμω | κα-τα-νέ-μω ρ. (μτβ.) {κατένειμ-ε, κατανείμ-ει, κατανεμ-ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, κατανέμ-οντας}: διαιρώ, μοιράζω, χωρίζω: ~αν μεταξύ τους αρμοδιότητες και καθήκοντα. Προσπαθώ να κατανείμω τον χρόνο μου σωστά. Πώς ~ονται οι εκλογικές έδρες; Το ποσό ~ήθηκε άνισα/αυτόματα/δίκαια στους δικαιούχους. Ύλη ~ημένη σε ενότητες. Σύστημα που ~ει άριστα/ισομερώς (= ισοκατανέμει)/ομοιόμορφα το βάρος/τη δύναμη/το φορτίο. Πβ. διαμοιράζω, διανέμω, δια-, επι-, κατα-μερίζω. Βλ. ανα~. [< αρχ. κατανέμω] | |
| 23553 | κατανεύω | κα-τα-νεύ-ω ρ. (αμτβ.) {κατένευ-σε} (λόγ.): συμφωνώ κάνοντας νεύμα: ~σε διστακτικά. Πβ. εγκρίνω, επιδοκιμάζω, συγ~, συναινώ. [< αρχ. κατανεύω] | |
| 23554 | κατανίκηση | κα-τα-νί-κη-ση ουσ. (θηλ.) (επιτατ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κατανικώ: (μτφ.) ~ του άγχους/των εμποδίων (πβ. υπερπήδηση)/του φόβου. Προοπτικές ~ης της νόσου. Πβ. καταπολέμηση.|| ~ του αντιπάλου. Πβ. κατατρόπωση, συντριβή. | |
| 23555 | κατανικώ | [κατανικῶ] κα-τα-νι-κώ ρ. (μτβ.) {κατανικ-άς, -ά κ. -άει ... | κατανίκ-ησα, κατανικ-ήσει, -άται (προφ.) -ιέται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας} & κατανικάω (επιτατ.) 1. (μτφ.) ξεπερνώ με επιτυχία κάτι αρνητικό, δυσάρεστο: ~ τα εμπόδια (πβ. υπερπηδώ)/τους πειρασμούς/τον φόβο του θανάτου/τη φτώχεια. Δεν μπορεί να ~ήσει τον αλκοολισμό. ΣΥΝ. υπερνικώ 2. νικώ κατά κράτος: ~ησαν τους εχθρούς.|| ~ησε τους αντιπάλους του στις εκλογές. ΣΥΝ. κατατροπώνω, συντρίβω (1) [< 2: αρχ. κατανικῶ] | |
| 23556 | κατανόηση | κα-τα-νό-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κατανοώ: ανθρώπινη ~. Πλήρης/σωστή ~ των αναγκών/του εαυτού μας/των λόγων (παραίτησης)/της σημασίας (της προστασίας του περιβάλλοντος)/του τρόπου (λειτουργίας του ...)/ενός φαινομένου. ~ σε βάθος μιας θεωρίας. Αδυναμία/βαθμός/ικανότητα ~ης εννοιών. Διευκολύνεται/δυσχεραίνεται/εμποδίζεται η ~. Η (ακουστική) ~ του κειμένου. Πβ. αφομοίωση, εμπέδωση. Βλ. αλληλο~. 2. (ειδικότ.) αντίληψη, συνειδητοποίηση της (δύσκολης) θέσης, κατάστασης κάποιου: ανθρώπινη ~. Ανάγκη/έλλειψη ~ης. Απαιτείται παγκόσμια ~ και ειρήνη. Σύντροφος με αληθινή/μεγάλη ~. Δεν έχει/δεν υπάρχει καθόλου ~. Δείξε λίγη ~! Έδειξε ~ στο θέμα …/για το θέμα … Ευχαριστούμε για την ~. Αντιμετωπίζει/βλέπει με ~ το πρόβλημα. Πβ. ενσυναίσθηση, συμπάθεια, συμπόνια. ● ΣΥΜΠΛ.: μνημόνιο συνεργασίας/συμφωνίας/κατανόησης βλ. μνημόνιο [< 1: μτγν. κατανόησις 2: γαλλ. compréhension, entendement, αγγλ. understanding] | |
| 23557 | κατανοήσιμος | , η, ο κα-τα-νο-ή-σι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να γίνει εύκολα κατανοητός: ~ες: έννοιες/οδηγίες. Λογισμικό εύκολα προσβάσιμο και ~ο για τους χρήστες. Πβ. προσεγγίσιμος. [< αγγλ. understandable, γαλλ. compréhensible] | |
| 23558 | κατανοησιμότητα | κα-τα-νο-η-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): δυνατότητα κατανόησης: ~ ενός κειμένου. Βλ. αναγνωσιμότητα.|| (ΓΛΩΣΣ.) Αμοιβαία ~ (: ανάμεσα σε δύο ομιλητές διαφορετικών ποικιλιών της ίδιας γλώσσας). Βλ. -ότητα. [< αγγλ. understandability, comprehensibility, γαλλ. compréhensibilité] | |
| 23559 | κατανοητός | , ή, ό κα-τα-νο-η-τός επίθ. 1. που μπορεί να γίνει αντιληπτός, να τον κατανοήσει κάποιος: ~ή: απάντηση. ~ό: περιεχόμενο/σύστημα. ~οί: κανόνες. ~ές: έννοιες/οδηγίες. ~ά: παραδείγματα. Σε ~ή γλώσσα. Για ~ούς (= εύλογους) λόγους. Με λόγια απλά και ~ά. Προσπαθώ να κάνω/καταστήσω κάτι ~ό (= σαφές) στο κοινό. Το κείμενο δεν είναι απόλυτα/ιδιαίτερα ~ό για τον μέσο αναγνώστη. Είναι άμεσα/ελάχιστα/εν μέρει/ευρέως ~ό ότι ... Είναι ~ό να ... Θα πρέπει να γίνει ~ό ότι ...|| Δεν ξέρω αν έγινα (πλήρως) ~ (από όλους).|| (ως ουσ.-λόγ.) Το (μη) ~ό (ενός όρου). Πβ. εύληπτος, καταληπτός. Βλ. δυσνόητος, ευκολονόητος. ΑΝΤ. ακατανόητος (2) 2. δικαιολογημένος, που μπορεί να εξηγηθεί λογικά: Είναι ~ή η ανησυχία/στάση/συμπεριφορά του. ● επίρρ.: κατανοητά [< γαλλ. compréhensible] | |
| 23560 | κατανομή | κα-τα-νο-μή ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κατανέμω: γεωγραφική/δίκαιη/θεματική/περιφερειακή/προγραμματική/συμπληρωματική/χωροταξική ~. Κατακόρυφη/οριζόντια ~. ~ αρμοδιοτήτων/δαπανών/θέσεων/καθηκόντων/πληθυσμού. (ΟΙΚΟΝ.) ~ αγαθών. ~ του χρόνου/των ωρών (ενός προγράμματος). Σχέδιο ~ής (προϋπολογισμού). (ειδικότ., σε εκλογές) Αναλογική ~ (βουλευτικών) εδρών. Πβ. διαχωρισμός, δια-, επι-, κατα-μερισμός, μοίρασμα. Βλ. ανα~, (αν)ισο~.|| (ΜΑΘ.-ΣΤΑΤΙΣΤ.) Αθροιστική/γεωμετρική/διακριτή/διωνυμική/εκθετική/ομοιόμορφη ~. ~ δείγματος/πιθανοτήτων. Συνάρτηση ~ής. Εμπειρικές ~ές συχνοτήτων μιας μεταβλητής. (Α)συνεχείς ~ές. Πβ. διασπορά. ● ΣΥΜΠΛ.: κατανομή/διανομή του πλούτου : ΟΙΚΟΝ. ο τρόπος με τον οποίο είναι κατανεμημένος ο πλούτος στις διάφορες κοινωνικές ομάδες ή ανάμεσα σε διαφορετικές χώρες: Άνιση ~ ~. [< πβ. μτγν. κατανομή ‘βοσκή’, γαλλ. répartition, distribution] | |
| 23561 | κατανοώ | [κατανοῶ] κα-τα-νο-ώ ρ. (μτβ.) {κατανο-είς ... | κατανό-ησα, -ήσω, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, (σπάν.) -ημένος, -ώντας} 1. καταλαβαίνω κάτι πολύ καλά: ~ (εν μέρει/εύκολα/πλήρως/σε βάθος) το νόημα (ενός κειμένου)/έναν όρο. Δυσκολεύομαι/προσπαθώ να ~ήσω γιατί .../πώς .../τι ακριβώς συμβαίνει. Αδυνατεί/δεν είναι σε θέση να ~ήσει τη συμπεριφορά του. Οι κανόνες δεν ~ήθηκαν επαρκώς. Είναι δύσκολο να ~ηθεί από τον ανθρώπινο νου ... (σε ιστοσελίδα) Ο χρήστης-μέλος ~εί και αποδέχεται ότι ... 2. (ειδικότ.) αντιλαμβάνομαι, συνειδητοποιώ τη (δύσκολη) θέση, κατάσταση κάποιου: Γνωρίζω και ~ απόλυτα τις ανησυχίες σου/τα προβλήματα που αντιμετωπίζεις. Σε/τον ~ (= νιώθω). ~ ότι/πως έχεις τους λόγους σου να επιμένεις. Πβ. συμμερίζομαι. [< αρχ. κατανοῶ] | |
| 23562 | καταντάω | βλ. καταντώ | |
| 23563 | κατάντη | κα-τά-ντη ουσ. (ουδ.) (τα) (αρχαιοπρ.): το κάτω ή νότιο μέρος, τμήμα: τα ~ του ποταμού (: προς τις εκβολές)/φράγματος. Η κατασκευή θα αρχίσει από τα ανάντη προς τα ~ της πλαγιάς. [< αρχ. κατάντης ‘επικλινής, κατηφορικός’] | |
| 23564 | κατάντημα | κα-τά-ντη-μα ουσ. (ουδ.): κατάντια. [< μεσν. κατάντημα] | |
| 23565 | κατάντης | , ης, ες κα-τά-ντης επίθ. {κατάντ-ους | -εις (ουδ. -η)} (αρχαιοπρ.): καθοδικός, κατηφορικός: (ΙΑΤΡ.) ~εις: αρθρικές αποφύσεις. ● επίρρ.: κατάντη (+ γεν.): απότοµες πλαγιές ~ της οδού. [< αρχ. κατάντης, γαλλ. aval] | |
| 23566 | κατάντια | κα-τά-ντια ουσ. (θηλ.) (προφ.): άθλια, δυσάρεστη, εξευτελιστική κατάσταση στην οποία καταλήγει κάποιος ή κάτι: ανθρώπινη/πνευματική ~. Η ~ του τόπου. Το μέγεθος της ~ιας. Το θεωρώ ~ να ... Πβ. αθλιότητα, εξαθλίωση, καζάντια, ξεπεσμός, ξεφτίλα, χάλι. ΣΥΝ. κατάντημα |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ