| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 23536 | καταμήνυση | κα-τα-μή-νυ-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. μήνυση: δίωξη/καταδίκη για ψευδή ~ κατά/σε βάρος ... [< μεσν. καταμήνυσις] | |
| 23537 | καταμηνύω | κα-τα-μη-νύ-ω ρ. (μτβ.) {καταμήνυ-σε κ. κατεμήνυ-σε, καταμηνύ-σει, -θηκε, -θεί, -οντας}: ΝΟΜ. υποβάλλω μήνυση: Τον ~σε ως πλαστογράφο. [< αρχ. καταμηνύω] | |
| 23538 | κατάμονος | , η, ο κα-τά-μο-νος επίθ. & καταμόναχος (επιτατ.): ολομόναχος. [< πβ. αρχ. κατάμονος ‘διαρκής, μόνιμος’] | |
| 23539 | κατάμουτρα | κα-τά-μου-τρα επίρρ. (προφ.) ΣΥΝ. καταπρόσωπο 1. (μτφ.) με θράσος, χωρίς δισταγμό ή ντροπή: Μας έβρισε ~. Του είπε/του πέταξε ~ ότι θα φύγει/την αλήθεια (= ευθέως, στα ίσια, χωρίς περιστροφές). Της έκλεισε ~ το τηλέφωνο.|| Τους έφτυσε ~ (: τους περιφρόνησε επιδεικτικά) και έφυγε. Πβ. κατάφατσα. 2. απευθείας στο πρόσωπο· βίαια, επιθετικά: Του πέταξε ~ το βιβλίο. ● ΦΡ.: κλείνω την πόρτα (στα μούτρα/στη μούρη/κατάμουτρα) σε κάποιον βλ. πόρτα, τον κοροϊδεύει μες στα μούτρα του/μπροστά στα μάτια του/κατάμουτρα βλ. μούτρο | |
| 23540 | κατάνα | κα-τά-να ουσ. (θηλ.): μακρύ ατσάλινο σπαθί των σαμουράι. Βλ. ξίφος. [< ιαπων. katana] | |
| 23541 | καταναγκάζω | κα-τα-να-γκά-ζω ρ. (μτβ.) {κατανάγκα-σε, καταναγκά-στηκε, -στεί, -σμένος, καταναγκάζ-οντας} (επιτατ.): υποχρεώνω κάποιον να κάνει κάτι με χρήση σωματικής ή ψυχολογικής βίας: ~στηκε να δεχτεί/σε παραίτηση. Πβ. εξ-, πειθ-αναγκάζω, καταπιέζω. [< αρχ. καταναγκάζω, γαλλ. contraindre] | |
| 23542 | καταναγκασμός | κα-τα-να-γκα-σμός ουσ. (αρσ.) 1. (επιτατ.) η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καταναγκάζω: εξωτερικός/εσωτερικός/σεξουαλικός/ψυχολογικός ~. Μέτρα ~ού. Απαλλαγή από κάθε ~ό. Ασκείται ~. Πράξεις που γίνονται με ~ό (= καταναγκαστικές). Υπόκειμαι σε/υφίσταμαι ~ούς. Πβ. εξ-, πειθ-αναγκασμός, καταπίεση. Βλ. βία. 2. ΨΥΧΙΑΤΡ. ψυχαναγκασμός. Πβ. έμμονη ιδέα, ιδεοληψία, ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή. Βλ. μανία, νεύρωση. [< 1: γαλλ. contrainte] | |
| 23543 | καταναγκαστικός | , ή, ό κα-τα-να-γκα-στι-κός επίθ. 1. που γίνεται με καταναγκασμό ή που τον ασκεί: ~ός: (σωματικός) έλεγχος. ~ή: αποδοχή/δουλειά/επιβολή. ~ές: πράξεις. ~ά: μέσα/μέτρα. Πβ. εξαναγκαστ-, υποχρεωτ-ικός. Βλ. εκούσιος.|| ~ό: καθεστώς. 2. ΨΥΧΙΑΤΡ. που πάσχει από καταναγκασμό ή σχετίζεται με αυτόν: ~ά: άτομα.|| ~ή: κατανάλωση/νεύρωση/συμπεριφορά/χρήση (ουσιών). Πβ. ιδεοληπτ-, ψυχαναγκαστ-ικός. ● επίρρ.: καταναγκαστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: καταναγκαστικά έργα & καταναγκαστική εργασία: εξαντλητική σωματική εργασία σε διάφορα δημόσια έργα, που επιβαλλόταν παλαιότ. ως ποινή σε αιχμαλώτους πολέμου, κατάδικους, αντιφρονούντες· κατ' επέκτ. κάθε επίπονη και εξαναγκαστική ασχολία: Καταδικάστηκε σε ~ ~ (π.χ. σε λατομείο). Πβ. κάτεργα. Βλ. γκουλάγκ, στρατόπεδο εργασίας.|| (μτφ.) Αντιμετωπίζει το μάθημα σαν ~ό ~ο. Πβ. αγγαρεία. [< γαλλ. travaux forcés] [< μτγν. καταναγκαστικός, γαλλ. coercitif, forcé] | |
| 23544 | καταναλώνω | κα-τα-να-λώ-νω ρ. (μτβ.) {κατανάλω-σα, καταναλώ-θηκε, -θεί, καταναλών-οντας, καταναλω-μένος} & (λόγ.) καταναλίσκω {μόνο στο ενεστ. θ.} 1. δαπανώ, ξοδεύω, σπαταλώ: ~ει άκριτα/άσκοπα/αφειδώς το εισόδημά του σε προσωπικές αγορές. ~θηκαν τόνοι χαρτιού. Το μεγαλύτερο μέρος των κονδυλίων ~θηκε για την εκπαίδευση. Πβ. αναλώνω. Βλ. υπερ~. 2. τρώω ή πίνω: ~ κρέας/λαχανικά/τρόφιμα πλούσια σε .../φρούτα. Τα αναψυκτικά πρέπει να ~θούν πριν την ηµεροµηνία λήξης τους.|| Πόσα γεύματα/λίτρα νερό ~εις την ημέρα;|| ~ει χάπια αλόγιστα. 3. διαθέτω ενέργεια ή χρόνο σε κάτι: ~ κόπο/όλες μου τις δυνάμεις/πολλή προσπάθεια (πβ. καταβάλλω). ~ει πολλές ώρες βλέποντας τηλεόραση. ● καταναλώνει: χρησιμοποιεί κάτι ως μορφή ενέργειας για να λειτουργήσει: Ο οργανισμός ~ θερμίδες/οξυγόνο.|| Τα καύσιμα που ~ ένα όχημα. Η συσκευή ~ (ισχύ) ... βατ (σε μια ώρα)/πολύ ρεύμα (= καίει). (ΠΛΗΡΟΦ.) Πόση μνήμη/πόσους πόρους ~ το πρόγραμμα; [< αρχ. καταναλίσκω, μεσν. καταναλώνω, γαλλ. consommer, αγγλ. consume] | |
| 23545 | κατανάλωση | κα-τα-νά-λω-ση ουσ. (θηλ.) 1. αγορά και χρήση αγαθών ή υπηρεσιών, με σκοπό την κάλυψη προσωπικών αναγκών· συνεκδ. η αντίστοιχη ποσότητα που καταναλώνεται: αλόγιστη/μαζική/συνετή ~. ~ απορρυπαντικών/λιπασμάτων. Οικιακή και βιομηχανική ~ νερού. Βλ. καταναλωτισμός, αυτο~, υπερ~, υπο~.|| Μέγιστη ~ ρεύματος. (σε κέντρο διασκέδασης:) Ελάχιστη ~ (: το μικρότερο ποσό που πρέπει να ξοδέψει κάποιος). ~ώσεις φυσικού αερίου. 2. (επίσ.) λήψη συνήθ. φαγητού ή ποτού: ~ γαλακτοκομικών/γλυκών. Άφθονη ~ υγρών. Αυξήθηκε η εγχώρια/ετήσια/παγκόσμια ~ αλκοόλ. Πβ. βρώση, πόση.|| Υπερβολική ~ φαρμάκων. Πβ. κατάχρηση, πολυφαρμακία. 3. χρησιμοποίηση ή διάθεση ενέργειας· δαπάνη, ξόδεμα: ~ θερμίδων (= κάψιμο).|| Μηχάνημα με χαμηλή ηλεκτρική ~ (βλ. βατ). Αυτοκίνητο με μειωμένη ~ καυσίμου/μέση ~ πετρελαίου ... λίτρα ανά εκατό χιλιόμετρα.|| ~ δυνάμεων/χρόνου (πβ. αφιέρωση, καταβολή).|| Δημόσια/ιδιωτική ~. ~ χρημάτων (πβ. σπατάλη). ΑΝΤ. εξοικονόμηση ● ΣΥΜΠΛ.: φόρος κατανάλωσης: ΟΙΚΟΝ. πρόσθετος φόρος στην τιμή πώλησης ενός προϊόντος: ειδικός ~ ~ (ακρ. ΕΦΚ)., προϊόντα ευρείας κατανάλωσης βλ. προϊόν ● ΦΡ.: για εσωτερική κατανάλωση: για καθετί που απευθύνεται αποκλειστικά στα μέλη ομάδας, κοινότητας· (ειδικότ.-ειρων.) για δηλώσεις που στοχεύουν στη δημιουργία εντυπώσεων στο εσωτερικό μιας χώρας, ενώ στην πραγματικότητα είναι αβάσιμες και παραπλανητικές: κριτική ~ ~. [< αγγλ. for internal consumption] , από την παραγωγή στην κατανάλωση βλ. παραγωγή [< μτγν. κατανάλωσις, γαλλ. consommation, αγγλ. consumption] | |
| 23546 | καταναλώσιμος | , η, ο κα-τα-να-λώ-σι-μος επίθ.: που μπορεί να καταναλωθεί: ~η: ενέργεια. ~ο: προϊόν. Πβ. αναλώσιμος.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) ~η: κουλτούρα. Πβ. εύπεπτος. [< γαλλ. consommable] | |
| 23547 | καταναλωτής | κα-τα-να-λω-τής ουσ. (αρσ.) {-ή (λόγ.) -ού | σπανιότ. θηλ. καταναλώτρια} 1. (επίσ.) πρόσωπο που αγοράζει και χρησιμοποιεί αγαθά ή υπηρεσίες: απαιτητικός/ενημερωμένος ~. Ο μέσος/σύγχρονος/τελικός ~. Βιομηχανικοί/εμπορικοί ~ές. Αγωγή του ~ή. ~ές ηλεκτρικής ενέργειας. Τα αιτήματα/οι ανάγκες/τα δικαιώματα/οι προτιμήσεις/η συμπεριφορά των ~ών. Γραμμή (εξυπηρέτησης)/ενημέρωση ~ών. Επιχείρηση οργάνωσης δικτύων ~ών (πβ. αεροπλανάκι, πυραμίδα). Οδηγίες/πληροφορίες προς ~ές. Καταγγελίες/παράπονα από ~ές. Προσφορές προς τους ~ές. Προϊόν που κέρδισε την εμπιστοσύνη των ~ών. || (ΟΙΚΟΝ.) Δείκτης τιμώνΠβ. αγοραστής, πελάτης. Βλ. βιοκαταναλωτές, παραγωγός, υπερ~, ΓΓΚ, ΕΕΚ, ΙΝ.ΚΑ.|| (ως επίθ.) Καταναλώτρια: χώρα (πετρελαίου). 2. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. συσκευή που καταναλώνει ηλεκτρικό ρεύμα. 3. ΒΙΟΛ.-ΟΙΚΟΛ. ζωικός οργανισμός που παίρνει τις απαραίτητες για την επιβίωσή του ουσίες καταναλώνοντας άλλους ζωντανούς οργανισμούς, ζώο: πρωτογενείς (= φυτοφάγα)/δευτερογενείς (: σαρκοφάγα που τρέφονται με φυτοφάγα)/τριτογενείς (: σαρκοφάγα που τρέφονται με μικρά σαρκοφάγα) ~ές: ● ΣΥΜΠΛ.: προστασία (του) καταναλωτή/(των) καταναλωτών: ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. σύνολο νόμων, μέτρων ή οργανισμών που έχουν ως σκοπό την προάσπιση των συμφερόντων των αγοραστών: ~ ~ στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Υγεία και ~ ~. Βλ. ΚΕ.Π.ΚΑ., Δείκτης Τιμών Καταναλωτή βλ. δείκτης, Συνήγορος του Καταναλωτή βλ. συνήγορος [< γαλλ. consommateur] | |
| 23548 | καταναλωτικός | , ή, ό κα-τα-να-λω-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την κατανάλωση ή τον καταναλωτή: ~ός: συνεταιρισμός. ~ή: αγορά/δύναμη/ζήτηση/κουλτούρα/μανία/οικονομία/πολιτική/συμπεριφορά/συνείδηση. ~ό: ενδιαφέρον. ~ές: ανάγκες/δαπάνες/οργανώσεις/πρακτικές/προτιμήσεις/συνήθειες/συσκευές/υπηρεσίες. ~ά: είδη/έξοδα/προϊόντα.|| ~ός: τρόπος ζωής. ~ή: μανία/νοοτροπία/τάση/υστερία. ~ό: πνεύμα. ~ά: πρότυπα. Το ~ό μοντέλο/όνειρο. Βλ. υλιστικός, υπερ~.|| Ο άνθρωπος ως ~ό ον. ΑΝΤ. αντικαταναλωτικός ● επίρρ.: καταναλωτικά ● ΣΥΜΠΛ.: καταναλωτικά αγαθά: που αγοράζει το καταναλωτικό κοινό για την ικανοποίηση προσωπικών αναγκών ή επιθυμιών: αναλώσιμα/βασικά/διαρκή (: με μακρά διάρκεια χρήσης, π.χ. ηλεκτρικές συσκευές, έπιπλα) ~ ~. Εμπορία/παραγωγή/πώληση/τιμές ~ών ~ών. [< αγγλ. consumer goods, 1901] , καταναλωτική κοινωνία (αρνητ. συνυποδ.): στην οποία η κατανάλωση αγαθών ανάγεται σε πρωταρχική αξία. Βλ. κοινωνία της αφθονίας., καταναλωτικό δάνειο: που χορηγείται από χρηματοπιστωτικό οργανισμό για αγορά καταναλωτικών αγαθών ή χρήση υπηρεσιών μεγάλης αξίας. Βλ. διακοπο-, εορτο-δάνειο., καταναλωτικό κοινό (περιληπτ.): το σύνολο των καταναλωτών, οι αγοραστές: έμποροι και ~ ~. Επιχειρηματικό και ~ ~., καταναλωτική πίστη βλ. πίστη [< μτγν. καταναλωτικός, αγγλ. consumer, consumption] | |
| 23549 | καταναλωτισμός | κα-τα-να-λω-τι-σμός ουσ. (αρσ.) (αρνητ. συνυποδ.): τάση για απόκτηση όσο το δυνατόν περισσότερων υλικών αγαθών: άκρατος/υπέρμετρος ~ (= υπερ~). Κοινωνία του ~ού (= καταναλωτική κοινωνία). Θύματα/μανία/συνέπειες του ~ού. Μοντέλο που προωθεί τον ~ό. Αντιστέκομαι/υποκύπτω στον ~ό. Βλ. -ισμός. ΑΝΤ. αντικαταναλωτισμός [< αγγλ. consumerism, 1960, γαλλ. consumérisme, 1972] | |
| 23550 | κατανεμημένος | , η, ο κα-τα-νε-μη-μέ-νος επίθ.: που έχει κατανεμηθεί: ~ος: πλούτος/προϋπολογισμός. ~η: εργασία/ύλη (μαθημάτων). ~ες: αρμοδιότητες/υπηρεσίες. Πληθυσμός γεωγραφικά/ομοιόμορφα ~. Άνισα ~ο βάρος/ποσό (= μοιρασμένο). Πλήρως ~ο κέρδος. Πβ. διαιρεμένος, καταμερισμένος.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~η: αρχιτεκτονική/βάση δεδομένων/μνήμη. ~ο: δίκτυο/σύστημα. Παράλληλη και ~η επεξεργασία. [< μτγν. κατανενεμημένος, γαλλ. distribué , αγγλ. distributed] | |
| 23551 | κατανεμητής | κα-τα-νε-μη-τής ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχανισμός ή συσκευή κατανομής: (σε σύστημα δομημένης καλωδίωσης) κεντρικός ~ (κτιρίου). ~ καλωδίων. Βλ. διακλαδωτής.|| Ηλεκτρονικός ~ πέδησης/πίεσης φρένων.|| Τηλεφωνικός ~ (: ~ των τηλεφωνικών γραμμών).|| Τοπικός ~ δικτύου. Οπτικός ~ (: με οπτικές ίνες). Βλ. διανεμητής. [< γαλλ. distributeur, αγγλ. distributor] | |
| 23552 | κατανέμω | κα-τα-νέ-μω ρ. (μτβ.) {κατένειμ-ε, κατανείμ-ει, κατανεμ-ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, κατανέμ-οντας}: διαιρώ, μοιράζω, χωρίζω: ~αν μεταξύ τους αρμοδιότητες και καθήκοντα. Προσπαθώ να κατανείμω τον χρόνο μου σωστά. Πώς ~ονται οι εκλογικές έδρες; Το ποσό ~ήθηκε άνισα/αυτόματα/δίκαια στους δικαιούχους. Ύλη ~ημένη σε ενότητες. Σύστημα που ~ει άριστα/ισομερώς (= ισοκατανέμει)/ομοιόμορφα το βάρος/τη δύναμη/το φορτίο. Πβ. διαμοιράζω, διανέμω, δια-, επι-, κατα-μερίζω. Βλ. ανα~. [< αρχ. κατανέμω] | |
| 23553 | κατανεύω | κα-τα-νεύ-ω ρ. (αμτβ.) {κατένευ-σε} (λόγ.): συμφωνώ κάνοντας νεύμα: ~σε διστακτικά. Πβ. εγκρίνω, επιδοκιμάζω, συγ~, συναινώ. [< αρχ. κατανεύω] | |
| 23554 | κατανίκηση | κα-τα-νί-κη-ση ουσ. (θηλ.) (επιτατ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κατανικώ: (μτφ.) ~ του άγχους/των εμποδίων (πβ. υπερπήδηση)/του φόβου. Προοπτικές ~ης της νόσου. Πβ. καταπολέμηση.|| ~ του αντιπάλου. Πβ. κατατρόπωση, συντριβή. | |
| 23555 | κατανικώ | [κατανικῶ] κα-τα-νι-κώ ρ. (μτβ.) {κατανικ-άς, -ά κ. -άει ... | κατανίκ-ησα, κατανικ-ήσει, -άται (προφ.) -ιέται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας} & κατανικάω (επιτατ.) 1. (μτφ.) ξεπερνώ με επιτυχία κάτι αρνητικό, δυσάρεστο: ~ τα εμπόδια (πβ. υπερπηδώ)/τους πειρασμούς/τον φόβο του θανάτου/τη φτώχεια. Δεν μπορεί να ~ήσει τον αλκοολισμό. ΣΥΝ. υπερνικώ 2. νικώ κατά κράτος: ~ησαν τους εχθρούς.|| ~ησε τους αντιπάλους του στις εκλογές. ΣΥΝ. κατατροπώνω, συντρίβω (1) [< 2: αρχ. κατανικῶ] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ