Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [24320-24340]

IDΛήμμαΕρμηνεία
23567καταντικρύκα-τα-ντι-κρύ επίρρ. & κατάντικρυ (επιτατ.-λογοτ.): ακριβώς απέναντι: ο ένας ~ του άλλου. Στεκόταν ~ στη θάλασσα. Πβ. κατέναντι. [< αρχ. καταντικρύ]
23568καταντίπκα-τα-ντίπ επίρρ. (προφ.-επιτατ.): εντελώς, πέρα για πέρα: Είναι ντιπ ~ άσχετος/τρελός! Πβ. ολότελα, ολωσδιόλου, παντελώς, τελείως.
23569καταντρέπομαικα-τα-ντρέ-πο-μαι ρ. (αμτβ.) {καταντράπ-ηκα} (επιτατ.): ντρέπομαι πάρα πολύ: ~ηκε και ζήτησε συγγνώμη. Πβ. αισχύνομαι.
23570καταντροπιάζωκα-τα-ντρο-πιά-ζω ρ. (μτβ.) {καταντρόπια-σε, καταντροπιά-σει, -στηκε, -στεί, -σμένος, καταντροπιάζ-οντας} (επιτατ.): κάνω κάποιον να ντραπεί πάρα πολύ: Γύρισε ~σμένος και μετανιωμένος. [< μεσν. καταντροπιάζω]
23571καταντώ[καταντῶ] κα-τα-ντώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {καταντ-άς, -ά κ. -άει ... | κατάντ-ησα (λόγ.) κατήντ-ησα, καταντ-ήσει, -ώντας} & καταντάω 1. οδηγούμαι σε αρνητική, εξευτελιστική κυρ. κατάσταση, έχω δυσάρεστη, ανεπιθύμητη κατάληξη, έκβαση: (για πρόσ.) Πώς ~ησες έτσι; Κοίτα πού ~ησε! ~ησε (= έγινε) αλκοολικός. ~ησε (στο τέλος) να κοιμάται στον δρόμο. Εκεί ~ησε, να γίνει περίγελος. Εδώ που ~ήσαμε (= φτάσαμε), δεν υπάρχει ελπίδα. Πβ. καταλήγω, ξεπέφτω.|| (στο γ' πρόσ.) Η ιστορία/υπόθεση έχει ~ήσει αηδία! Το θέμα από ένα σημείο και μετά ~ά εκνευριστικό/ενοχλητικό! ~ά γελοίο/(πλέον) κουραστικό να ... 2. φέρνω κάποιον σε δυσάρεστη κατάσταση: Η υπόθεση μας ~ησε ερείπια/κουρέλια. Κοίτα πώς τον ~ησε το ποτό! Τον ~ησαν (= έκαναν) σαν τα μούτρα τους. [< μτγν. καταντῶ]
23572κατανυκτικός, ή, ό κα-τα-νυ-κτι-κός επίθ.: που προκαλεί ή γίνεται με κατάνυξη: ~ή: Μεγάλη Εβδομάδα/μουσική. ~ό: περιβάλλον (ναού)/φως (των κεριών). Η τελετή της Αποκαθήλωσης έγινε σε (ιδιαίτερα) ~ή ατμόσφαιρα (: συγκινητική, υποβλητική).|| ~ός: Εσπερινός. ~ή: αγρυπνία/λειτουργία/προσευχή. ● επίρρ.: κατανυκτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μεσν. κατανυκτικός]
23573κατάνυξηκα-τά-νυ-ξη ουσ. (θηλ.) 1. βαθιά συγκίνηση και ευλάβεια μπροστά στο θείο, σε κάτι ιερό: ατμόσφαιρα/στιγμές ~ης. Με αισθήματα/σε κλίμα ~ης γιορτάστηκε ... Μέσα σε βαθιά ~ τελέστηκε ο Εσπειρνός. Προσευχήθηκε με (συντριβή) και ~. Η λειτουργία πραγματοποιήθηκε με ~ και μεγαλοπρέπεια. Βλ. έκσταση, έξαρση. 2. (σπάν.-ειρων., κυρ. στον πληθ.) κατανάλωση μεγάλης ποσότητας οινοπνευματωδών ποτών από παρέα που έχει συγκεντρωθεί γι' αυτό τον σκοπό. Βλ. κρασο~, ουζο~, τσιπουρο~. [< μτγν. κατάνυξις ‘ζαλάδα, μεταμέλεια’]
23574κατάξανθος, η, ο κα-τά-ξαν-θος επίθ. (επιτατ.): εντελώς ξανθός: ~α: μαλλιά.|| (κατ' επέκτ., για πρόσ.) ~η με γαλάζια μάτια. ΣΥΝ. ολόξανθος
23575κατάξερος, η, ο κα-τά-ξε-ρος επίθ. (επιτατ.): εντελώς ξερός: ~η: γη (= άγονη, άνυδρη). ~ο: νησί (ΑΝΤ. καταπράσινο, κατάφυτο). ~α: φύλλα (= μαραμένα).|| ~α: χείλη (= αφυδατωμένα). [< αρχ. κατάξηρος]
23576καταξεσκίζωκα-τα-ξε-σκί-ζω ρ. (μτβ.) {καταξέσκι-σε, καταξεσκί-σει, -στηκε, -στεί, -σμένος, καταξεσκίζ-οντας} & (προφ.) καταξεσχίζω (επιτατ.): σκίζω κάτι εντελώς· προκαλώ πολλά σκισίματα, γδαρσίματα: Όρμησαν τα σκυλιά να ~σουν το θήραμα. ~στηκαν τα χέρια του από τ' αγκάθια. ~σμένα: ρούχα. [< μεσν. καταξεσκίζω, καταξεσχίζω]
23577καταξιωμένος, η, ο κα-τα-ξι-ω-μέ-νος επίθ.: (κυρ. για πρόσ.) που έχει καταξιωθεί: ~ος: επιστήμονας/συνθέτης. Επαγγελματικά/κοινωνικά ~. ~ σε παγκόσμιο επίπεδο/στα μάτια του κόσμου. Ένας απ' τους πλέον/πιο ~ους σκηνοθέτες/συγγραφείς. Πβ. αναγνωρισ-, καθιερω-μένος, εγνωσμένης αξίας/εγνωσμένου κύρους.
23578καταξιώνωκα-τα-ξι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {καταξίω-σε, καταξιώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος, καταξιών-οντας}: καθιστώ κάποιον άξιο εκτίμησης, θαυμασμού, σεβασμού: Ρόλοι που ~ουν έναν ηθοποιό. ~θηκαν μέσα από την προσφορά τους στις τέχνες και τα γράμματα. Έχει ~θεί διεθνώς (= αναγνωριστεί). Δεν κατάφερε να ~θεί ως ποιητής. Βλ. δικαιώνω. ΣΥΝ. αναδεικνύω (2), καθιερώνω (3) [< μεσν. καταξιώνω]
23579καταξίωσηκα-τα-ξί-ω-ση ουσ. (θηλ.): επίσημη παραδοχή της αξίας, των ικανοτήτων κάποιου: διεθνής/παγκόσμια/πανελλήνια ~. Η ~ ενός επιστήμονα (στην πανεπιστημιακή κοινότητα)/πολιτικού/προϊόντος. Αναζητώ/επιδιώκω/κερδίζω την επαγγελματική/ηθική/καλλιτεχνική/κοινωνική/προσωπική ~. Γνώρισε την/έφτασε στην ~. Θέση που εξασφαλίζει/προσφέρει ~. Πβ. αναγνώριση, αποδοχή, καθιέρωση. Βλ. δικαίωση, κύρος. [< μτγν. καταξίωσις ‘εκτίμηση, σεβασμός’]
23580καταξοδεύωκα-τα-ξο-δεύ-ω ρ. (μτβ.) {καταξόδε-ψε, καταξοδέ-ψει, καταξοδεύ-τηκε, -τεί, συνήθ. μεσοπαθ.} (επιτατ.): ξοδεύω σε υπερβολικό βαθμό: ~ψε την περιουσία/τα χρήματά του. ~τηκε για να επιπλώσει το σπίτι. (ειρων.) Σιγά τα πολλά λεφτά που χάλασε για να μας βγάλει έξω, ~τηκε! Πβ. κατα-σπαταλώ, -τρώω, ξεκοκαλίζω, ξεπαραδιάζω.
23581καταπακτήκα-τα-πα-κτή ουσ. (θηλ.) & (σπάν.-προφ.) καταπαχτή: μικρή πόρτα που ασφαλίζει οριζόντιο άνοιγμα και οδηγεί συνήθ. σε υπόγειο χώρο· (κυρ. συνεκδ.) ο ίδιος ο χώρος, συνήθ. κρυψώνα ή αποθήκη: μυστική/ξύλινη ~. ~ δαπέδου. ~ διαφυγής/κινδύνου. Βλ. κρύπτη.|| ~ πλοίου (= αμπάρι)/σκηνής (θεάτρου). [< αρχ. καταπακτή]
23582καταπάνωκα-τα-πά-νω επίρρ. & κατεπάνω (προφ.-επιτατ.): με φόρα πάνω σε κάποιον ή κάτι, εναντίον του: Το αυτοκίνητο ερχόταν/κατευθυνόταν ~ μας. Κινήθηκαν/όρμηξαν ~ του για να τον δείρουν. [< μεσν. καταπάνω]
23583καταπατάωβλ. καταπατώ
23584καταπάτησηκα-τα-πά-τη-ση ουσ. (θηλ.) 1. παραβίαση, καταστρατήγηση: βάναυση/προκλητική/πρωτοφανής ~ του Συντάγματος. Γεγονός που αποτελεί/σημαίνει ~ των όρων του συμβολαίου (= αθέτηση, παράβαση. ΑΝΤ. τήρηση). Αγωνίζονται ενάντια στην ~ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. 2. παράνομη οικειοποίηση ξένης έκτασης ή περιουσίας: ~ δημόσιας γης. ~ και οικοδόμηση δασικής περιοχής. Πβ. ιδιοποίηση, κατάληψη, σφετερισμός. [< μτγν. καταπάτησις 'ποδοπάτημα', γαλλ. empiètement]
23585καταπατητήςκα-τα-πα-τη-τής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που καταπατά: επίδοξοι ~ές δασών. Εμπρηστές/οικοπεδοφάγοι και ~ές. Πβ. σφετεριστής.|| (μτφ.) ~ές της δημοκρατίας/των πνευματικών δικαιωμάτων (ΑΝΤ. τηρητής). Βλ. παραβάτης. [< μτγν. καταπατητής 'κατάσκοπος']
23586καταπατώ[καταπατῶ] κα-τα-πα-τώ ρ. (μτβ.) {καταπατ-ά κ. -άει κ. -εί ...| καταπάτ-ησε, -ήσει, -είται κ. -άται (προφ. -ιέται), -ήθηκε, -ηθεί, -ώντας, -ημένος} & καταπατάω 1. παραβιάζω, καταστρατηγώ: ~ούν τις αρχές/τους θεσμούς/τους κανονισμούς/τους όρους/τη συνθήκη. ~ούνται/~ώνται τα δικαιώματά τους. ~ήθηκε κάθε έννοια ιεραρχίας και αξιοκρατίας. Πβ. αθετώ, παραβαίνω, ποδοπατώ. ΑΝΤ. σέβομαι, τηρώ. 2. οικειοποιούμαι παράνομα ξένη έκταση ή περιουσία: ~ούν τη γη του. ~ημένος: (δημόσιος/κοινόχρηστος) χώρος. ~ημένα: δάση/οικόπεδα.|| (ως ουσ.) Τα ~ημένα (ενν. ακίνητα) του Δημοσίου. Νομιμοποίηση ~ημένων (ενν. εκτάσεων). Πβ. ιδιοποιούμαι, σφετερίζομαι. [< αρχ. καταπατῶ 'ποδοπατώ', γαλλ. empiéter]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.