Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [24320-24340]

IDΛήμμαΕρμηνεία
23556κατανόησηκα-τα-νό-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κατανοώ: ανθρώπινη ~. Πλήρης/σωστή ~ των αναγκών/του εαυτού μας/των λόγων (παραίτησης)/της σημασίας (της προστασίας του περιβάλλοντος)/του τρόπου (λειτουργίας του ...)/ενός φαινομένου. ~ σε βάθος μιας θεωρίας. Αδυναμία/βαθμός/ικανότητα ~ης εννοιών. Διευκολύνεται/δυσχεραίνεται/εμποδίζεται η ~. Η (ακουστική) ~ του κειμένου. Πβ. αφομοίωση, εμπέδωση. Βλ. αλληλο~. 2. (ειδικότ.) αντίληψη, συνειδητοποίηση της (δύσκολης) θέσης, κατάστασης κάποιου: ανθρώπινη ~. Ανάγκη/έλλειψη ~ης. Απαιτείται παγκόσμια ~ και ειρήνη. Σύντροφος με αληθινή/μεγάλη ~. Δεν έχει/δεν υπάρχει καθόλου ~. Δείξε λίγη ~! Έδειξε ~ στο θέμα …/για το θέμα … Ευχαριστούμε για την ~. Αντιμετωπίζει/βλέπει με ~ το πρόβλημα. Πβ. ενσυναίσθηση, συμπάθεια, συμπόνια. ● ΣΥΜΠΛ.: μνημόνιο συνεργασίας/συμφωνίας/κατανόησης βλ. μνημόνιο [< 1: μτγν. κατανόησις 2: γαλλ. compréhension, entendement, αγγλ. understanding]
23557κατανοήσιμος, η, ο κα-τα-νο-ή-σι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να γίνει εύκολα κατανοητός: ~ες: έννοιες/οδηγίες. Λογισμικό εύκολα προσβάσιμο και ~ο για τους χρήστες. Πβ. προσεγγίσιμος. [< αγγλ. understandable, γαλλ. compréhensible]
23558κατανοησιμότητακα-τα-νο-η-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): δυνατότητα κατανόησης: ~ ενός κειμένου. Βλ. αναγνωσιμότητα.|| (ΓΛΩΣΣ.) Αμοιβαία ~ (: ανάμεσα σε δύο ομιλητές διαφορετικών ποικιλιών της ίδιας γλώσσας). Βλ. -ότητα. [< αγγλ. understandability, comprehensibility, γαλλ. compréhensibilité]
23559κατανοητός, ή, ό κα-τα-νο-η-τός επίθ. 1. που μπορεί να γίνει αντιληπτός, να τον κατανοήσει κάποιος: ~ή: απάντηση. ~ό: περιεχόμενο/σύστημα. ~οί: κανόνες. ~ές: έννοιες/οδηγίες. ~ά: παραδείγματα. Σε ~ή γλώσσα. Για ~ούς (= εύλογους) λόγους. Με λόγια απλά και ~ά. Προσπαθώ να κάνω/καταστήσω κάτι ~ό (= σαφές) στο κοινό. Το κείμενο δεν είναι απόλυτα/ιδιαίτερα ~ό για τον μέσο αναγνώστη. Είναι άμεσα/ελάχιστα/εν μέρει/ευρέως ~ό ότι ... Είναι ~ό να ... Θα πρέπει να γίνει ~ό ότι ...|| Δεν ξέρω αν έγινα (πλήρως) ~ (από όλους).|| (ως ουσ.-λόγ.) Το (μη) ~ό (ενός όρου). Πβ. εύληπτος, καταληπτός. Βλ. δυσνόητος, ευκολονόητος. ΑΝΤ. ακατανόητος (2) 2. δικαιολογημένος, που μπορεί να εξηγηθεί λογικά: Είναι ~ή η ανησυχία/στάση/συμπεριφορά του. ● επίρρ.: κατανοητά [< γαλλ. compréhensible]
23560κατανομήκα-τα-νο-μή ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κατανέμω: γεωγραφική/δίκαιη/θεματική/περιφερειακή/προγραμματική/συμπληρωματική/χωροταξική ~. Κατακόρυφη/οριζόντια ~. ~ αρμοδιοτήτων/δαπανών/θέσεων/καθηκόντων/πληθυσμού. (ΟΙΚΟΝ.) ~ αγαθών. ~ του χρόνου/των ωρών (ενός προγράμματος). Σχέδιο ~ής (προϋπολογισμού). (ειδικότ., σε εκλογές) Αναλογική ~ (βουλευτικών) εδρών. Πβ. διαχωρισμός, δια-, επι-, κατα-μερισμός, μοίρασμα. Βλ. ανα~, (αν)ισο~.|| (ΜΑΘ.-ΣΤΑΤΙΣΤ.) Αθροιστική/γεωμετρική/διακριτή/διωνυμική/εκθετική/ομοιόμορφη ~. ~ δείγματος/πιθανοτήτων. Συνάρτηση ~ής. Εμπειρικές ~ές συχνοτήτων μιας μεταβλητής. (Α)συνεχείς ~ές. Πβ. διασπορά. ● ΣΥΜΠΛ.: κατανομή/διανομή του πλούτου : ΟΙΚΟΝ. ο τρόπος με τον οποίο είναι κατανεμημένος ο πλούτος στις διάφορες κοινωνικές ομάδες ή ανάμεσα σε διαφορετικές χώρες: Άνιση ~ ~. [< πβ. μτγν. κατανομή ‘βοσκή’, γαλλ. répartition, distribution]
23561κατανοώ[κατανοῶ] κα-τα-νο-ώ ρ. (μτβ.) {κατανο-είς ... | κατανό-ησα, -ήσω, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, (σπάν.) -ημένος, -ώντας} 1. καταλαβαίνω κάτι πολύ καλά: ~ (εν μέρει/εύκολα/πλήρως/σε βάθος) το νόημα (ενός κειμένου)/έναν όρο. Δυσκολεύομαι/προσπαθώ να ~ήσω γιατί .../πώς .../τι ακριβώς συμβαίνει. Αδυνατεί/δεν είναι σε θέση να ~ήσει τη συμπεριφορά του. Οι κανόνες δεν ~ήθηκαν επαρκώς. Είναι δύσκολο να ~ηθεί από τον ανθρώπινο νου ... (σε ιστοσελίδα) Ο χρήστης-μέλος ~εί και αποδέχεται ότι ... 2. (ειδικότ.) αντιλαμβάνομαι, συνειδητοποιώ τη (δύσκολη) θέση, κατάσταση κάποιου: Γνωρίζω και ~ απόλυτα τις ανησυχίες σου/τα προβλήματα που αντιμετωπίζεις. Σε/τον ~ (= νιώθω). ~ ότι/πως έχεις τους λόγους σου να επιμένεις. Πβ. συμμερίζομαι. [< αρχ. κατανοῶ]
23562καταντάωβλ. καταντώ
23563κατάντηκα-τά-ντη ουσ. (ουδ.) (τα) (αρχαιοπρ.): το κάτω ή νότιο μέρος, τμήμα: τα ~ του ποταμού (: προς τις εκβολές)/φράγματος. Η κατασκευή θα αρχίσει από τα ανάντη προς τα ~ της πλαγιάς. [< αρχ. κατάντης ‘επικλινής, κατηφορικός’]
23564κατάντημακα-τά-ντη-μα ουσ. (ουδ.): κατάντια. [< μεσν. κατάντημα]
23565κατάντης, ης, ες κα-τά-ντης επίθ. {κατάντ-ους | -εις (ουδ. -η)} (αρχαιοπρ.): καθοδικός, κατηφορικός: (ΙΑΤΡ.) ~εις: αρθρικές αποφύσεις. ● επίρρ.: κατάντη (+ γεν.): απότοµες πλαγιές ~ της οδού. [< αρχ. κατάντης, γαλλ. aval]
23566κατάντιακα-τά-ντια ουσ. (θηλ.) (προφ.): άθλια, δυσάρεστη, εξευτελιστική κατάσταση στην οποία καταλήγει κάποιος ή κάτι: ανθρώπινη/πνευματική ~. Η ~ του τόπου. Το μέγεθος της ~ιας. Το θεωρώ ~ να ... Πβ. αθλιότητα, εξαθλίωση, καζάντια, ξεπεσμός, ξεφτίλα, χάλι. ΣΥΝ. κατάντημα
23567καταντικρύκα-τα-ντι-κρύ επίρρ. & κατάντικρυ (επιτατ.-λογοτ.): ακριβώς απέναντι: ο ένας ~ του άλλου. Στεκόταν ~ στη θάλασσα. Πβ. κατέναντι. [< αρχ. καταντικρύ]
23568καταντίπκα-τα-ντίπ επίρρ. (προφ.-επιτατ.): εντελώς, πέρα για πέρα: Είναι ντιπ ~ άσχετος/τρελός! Πβ. ολότελα, ολωσδιόλου, παντελώς, τελείως.
23569καταντρέπομαικα-τα-ντρέ-πο-μαι ρ. (αμτβ.) {καταντράπ-ηκα} (επιτατ.): ντρέπομαι πάρα πολύ: ~ηκε και ζήτησε συγγνώμη. Πβ. αισχύνομαι.
23570καταντροπιάζωκα-τα-ντρο-πιά-ζω ρ. (μτβ.) {καταντρόπια-σε, καταντροπιά-σει, -στηκε, -στεί, -σμένος, καταντροπιάζ-οντας} (επιτατ.): κάνω κάποιον να ντραπεί πάρα πολύ: Γύρισε ~σμένος και μετανιωμένος. [< μεσν. καταντροπιάζω]
23571καταντώ[καταντῶ] κα-τα-ντώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {καταντ-άς, -ά κ. -άει ... | κατάντ-ησα (λόγ.) κατήντ-ησα, καταντ-ήσει, -ώντας} & καταντάω 1. οδηγούμαι σε αρνητική, εξευτελιστική κυρ. κατάσταση, έχω δυσάρεστη, ανεπιθύμητη κατάληξη, έκβαση: (για πρόσ.) Πώς ~ησες έτσι; Κοίτα πού ~ησε! ~ησε (= έγινε) αλκοολικός. ~ησε (στο τέλος) να κοιμάται στον δρόμο. Εκεί ~ησε, να γίνει περίγελος. Εδώ που ~ήσαμε (= φτάσαμε), δεν υπάρχει ελπίδα. Πβ. καταλήγω, ξεπέφτω.|| (στο γ' πρόσ.) Η ιστορία/υπόθεση έχει ~ήσει αηδία! Το θέμα από ένα σημείο και μετά ~ά εκνευριστικό/ενοχλητικό! ~ά γελοίο/(πλέον) κουραστικό να ... 2. φέρνω κάποιον σε δυσάρεστη κατάσταση: Η υπόθεση μας ~ησε ερείπια/κουρέλια. Κοίτα πώς τον ~ησε το ποτό! Τον ~ησαν (= έκαναν) σαν τα μούτρα τους. [< μτγν. καταντῶ]
23572κατανυκτικός, ή, ό κα-τα-νυ-κτι-κός επίθ.: που προκαλεί ή γίνεται με κατάνυξη: ~ή: Μεγάλη Εβδομάδα/μουσική. ~ό: περιβάλλον (ναού)/φως (των κεριών). Η τελετή της Αποκαθήλωσης έγινε σε (ιδιαίτερα) ~ή ατμόσφαιρα (: συγκινητική, υποβλητική).|| ~ός: Εσπερινός. ~ή: αγρυπνία/λειτουργία/προσευχή. ● επίρρ.: κατανυκτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μεσν. κατανυκτικός]
23573κατάνυξηκα-τά-νυ-ξη ουσ. (θηλ.) 1. βαθιά συγκίνηση και ευλάβεια μπροστά στο θείο, σε κάτι ιερό: ατμόσφαιρα/στιγμές ~ης. Με αισθήματα/σε κλίμα ~ης γιορτάστηκε ... Μέσα σε βαθιά ~ τελέστηκε ο Εσπειρνός. Προσευχήθηκε με (συντριβή) και ~. Η λειτουργία πραγματοποιήθηκε με ~ και μεγαλοπρέπεια. Βλ. έκσταση, έξαρση. 2. (σπάν.-ειρων., κυρ. στον πληθ.) κατανάλωση μεγάλης ποσότητας οινοπνευματωδών ποτών από παρέα που έχει συγκεντρωθεί γι' αυτό τον σκοπό. Βλ. κρασο~, ουζο~, τσιπουρο~. [< μτγν. κατάνυξις ‘ζαλάδα, μεταμέλεια’]
23574κατάξανθος, η, ο κα-τά-ξαν-θος επίθ. (επιτατ.): εντελώς ξανθός: ~α: μαλλιά.|| (κατ' επέκτ., για πρόσ.) ~η με γαλάζια μάτια. ΣΥΝ. ολόξανθος
23575κατάξερος, η, ο κα-τά-ξε-ρος επίθ. (επιτατ.): εντελώς ξερός: ~η: γη (= άγονη, άνυδρη). ~ο: νησί (ΑΝΤ. καταπράσινο, κατάφυτο). ~α: φύλλα (= μαραμένα).|| ~α: χείλη (= αφυδατωμένα). [< αρχ. κατάξηρος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.