Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [24340-24360]

IDΛήμμαΕρμηνεία
23576καταξεσκίζωκα-τα-ξε-σκί-ζω ρ. (μτβ.) {καταξέσκι-σε, καταξεσκί-σει, -στηκε, -στεί, -σμένος, καταξεσκίζ-οντας} & (προφ.) καταξεσχίζω (επιτατ.): σκίζω κάτι εντελώς· προκαλώ πολλά σκισίματα, γδαρσίματα: Όρμησαν τα σκυλιά να ~σουν το θήραμα. ~στηκαν τα χέρια του από τ' αγκάθια. ~σμένα: ρούχα. [< μεσν. καταξεσκίζω, καταξεσχίζω]
23577καταξιωμένος, η, ο κα-τα-ξι-ω-μέ-νος επίθ.: (κυρ. για πρόσ.) που έχει καταξιωθεί: ~ος: επιστήμονας/συνθέτης. Επαγγελματικά/κοινωνικά ~. ~ σε παγκόσμιο επίπεδο/στα μάτια του κόσμου. Ένας απ' τους πλέον/πιο ~ους σκηνοθέτες/συγγραφείς. Πβ. αναγνωρισ-, καθιερω-μένος, εγνωσμένης αξίας/εγνωσμένου κύρους.
23578καταξιώνωκα-τα-ξι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {καταξίω-σε, καταξιώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος, καταξιών-οντας}: καθιστώ κάποιον άξιο εκτίμησης, θαυμασμού, σεβασμού: Ρόλοι που ~ουν έναν ηθοποιό. ~θηκαν μέσα από την προσφορά τους στις τέχνες και τα γράμματα. Έχει ~θεί διεθνώς (= αναγνωριστεί). Δεν κατάφερε να ~θεί ως ποιητής. Βλ. δικαιώνω. ΣΥΝ. αναδεικνύω (2), καθιερώνω (3) [< μεσν. καταξιώνω]
23579καταξίωσηκα-τα-ξί-ω-ση ουσ. (θηλ.): επίσημη παραδοχή της αξίας, των ικανοτήτων κάποιου: διεθνής/παγκόσμια/πανελλήνια ~. Η ~ ενός επιστήμονα (στην πανεπιστημιακή κοινότητα)/πολιτικού/προϊόντος. Αναζητώ/επιδιώκω/κερδίζω την επαγγελματική/ηθική/καλλιτεχνική/κοινωνική/προσωπική ~. Γνώρισε την/έφτασε στην ~. Θέση που εξασφαλίζει/προσφέρει ~. Πβ. αναγνώριση, αποδοχή, καθιέρωση. Βλ. δικαίωση, κύρος. [< μτγν. καταξίωσις ‘εκτίμηση, σεβασμός’]
23580καταξοδεύωκα-τα-ξο-δεύ-ω ρ. (μτβ.) {καταξόδε-ψε, καταξοδέ-ψει, καταξοδεύ-τηκε, -τεί, συνήθ. μεσοπαθ.} (επιτατ.): ξοδεύω σε υπερβολικό βαθμό: ~ψε την περιουσία/τα χρήματά του. ~τηκε για να επιπλώσει το σπίτι. (ειρων.) Σιγά τα πολλά λεφτά που χάλασε για να μας βγάλει έξω, ~τηκε! Πβ. κατα-σπαταλώ, -τρώω, ξεκοκαλίζω, ξεπαραδιάζω.
23581καταπακτήκα-τα-πα-κτή ουσ. (θηλ.) & (σπάν.-προφ.) καταπαχτή: μικρή πόρτα που ασφαλίζει οριζόντιο άνοιγμα και οδηγεί συνήθ. σε υπόγειο χώρο· (κυρ. συνεκδ.) ο ίδιος ο χώρος, συνήθ. κρυψώνα ή αποθήκη: μυστική/ξύλινη ~. ~ δαπέδου. ~ διαφυγής/κινδύνου. Βλ. κρύπτη.|| ~ πλοίου (= αμπάρι)/σκηνής (θεάτρου). [< αρχ. καταπακτή]
23582καταπάνωκα-τα-πά-νω επίρρ. & κατεπάνω (προφ.-επιτατ.): με φόρα πάνω σε κάποιον ή κάτι, εναντίον του: Το αυτοκίνητο ερχόταν/κατευθυνόταν ~ μας. Κινήθηκαν/όρμηξαν ~ του για να τον δείρουν. [< μεσν. καταπάνω]
23583καταπατάωβλ. καταπατώ
23584καταπάτησηκα-τα-πά-τη-ση ουσ. (θηλ.) 1. παραβίαση, καταστρατήγηση: βάναυση/προκλητική/πρωτοφανής ~ του Συντάγματος. Γεγονός που αποτελεί/σημαίνει ~ των όρων του συμβολαίου (= αθέτηση, παράβαση. ΑΝΤ. τήρηση). Αγωνίζονται ενάντια στην ~ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. 2. παράνομη οικειοποίηση ξένης έκτασης ή περιουσίας: ~ δημόσιας γης. ~ και οικοδόμηση δασικής περιοχής. Πβ. ιδιοποίηση, κατάληψη, σφετερισμός. [< μτγν. καταπάτησις 'ποδοπάτημα', γαλλ. empiètement]
23585καταπατητήςκα-τα-πα-τη-τής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που καταπατά: επίδοξοι ~ές δασών. Εμπρηστές/οικοπεδοφάγοι και ~ές. Πβ. σφετεριστής.|| (μτφ.) ~ές της δημοκρατίας/των πνευματικών δικαιωμάτων (ΑΝΤ. τηρητής). Βλ. παραβάτης. [< μτγν. καταπατητής 'κατάσκοπος']
23586καταπατώ[καταπατῶ] κα-τα-πα-τώ ρ. (μτβ.) {καταπατ-ά κ. -άει κ. -εί ...| καταπάτ-ησε, -ήσει, -είται κ. -άται (προφ. -ιέται), -ήθηκε, -ηθεί, -ώντας, -ημένος} & καταπατάω 1. παραβιάζω, καταστρατηγώ: ~ούν τις αρχές/τους θεσμούς/τους κανονισμούς/τους όρους/τη συνθήκη. ~ούνται/~ώνται τα δικαιώματά τους. ~ήθηκε κάθε έννοια ιεραρχίας και αξιοκρατίας. Πβ. αθετώ, παραβαίνω, ποδοπατώ. ΑΝΤ. σέβομαι, τηρώ. 2. οικειοποιούμαι παράνομα ξένη έκταση ή περιουσία: ~ούν τη γη του. ~ημένος: (δημόσιος/κοινόχρηστος) χώρος. ~ημένα: δάση/οικόπεδα.|| (ως ουσ.) Τα ~ημένα (ενν. ακίνητα) του Δημοσίου. Νομιμοποίηση ~ημένων (ενν. εκτάσεων). Πβ. ιδιοποιούμαι, σφετερίζομαι. [< αρχ. καταπατῶ 'ποδοπατώ', γαλλ. empiéter]
23587κατάπαυσηκα-τά-παυ-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): διακοπή, λήξη, τερματισμός: οριστική/προσωρινή/τελική ~ των βομβαρδισμών/των εχθροπραξιών/του πολέμου. Πβ. σταμάτημα. ΑΝΤ. παράταση, συνέχιση.|| ~ του πόνου (πβ. ανακούφιση, καταπράυνση). ● ΣΥΜΠΛ.: κατάπαυση (του) πυρός: ΣΤΡΑΤ. παύση των εχθροπραξιών: μονομερής ~ ~. Γραμμή/ζώνη ~ης ~. Κηρύχθηκε/συμφωνήθηκε (αμοιβαία) ~ ~. Πβ. ανακωχή, εκεχειρία. Βλ. μορατόριουμ. [< αρχ. κατάπαυσις, γαλλ. cessation]
23588καταπαύωκα-τα-παύ-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κατέπαυ-σε, καταπαύ-σει} (λόγ.) 1. παύω, σταματώ: ~σαν (προσωρινά) οι επιθέσεις/συγκρούσεις/ταραχές. 2. δίνω τέλος σε κάτι, συνήθ. αρνητικό: Ο χρόνος ~σε τον θυμό του (βλ. καλμάρω, καταλαγιάζω). [< αρχ. καταπαύω, γαλλ. cesser]
23589καταπείθωκα-τα-πεί-θω ρ. (μτβ.) {κατέπει-σε, καταπεί-σει} (λόγ.-επιτατ.): πείθω απόλυτα, εντελώς: Τους ~σε όλους. [< μτγν. καταπείθω]
23590καταπέλτηςκα-τα-πέλ-της ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.) για κάποιον ή κάτι που στρέφεται με έντονα επικριτικό ύφος και έλλειψη επιείκειας εναντίον προσώπου ή κατάστασης, προκαλώντας μεγάλο πλήγμα ή επιβάλλοντας βαρύτατη ποινή: ~ η γνωμοδότηση της επιτροπής/ο εισαγγελέας κατά του κατηγορουμένου. (ως παραθετικό σύνθ.) Απάντηση/απόφαση/έκθεση/πόρισμα-~ (πβ. βόμβα, κόλαφος) κατά των υπευθύνων (πβ. καταδικαστικός). Πραγματικός ~ ήταν/υπήρξε σε δηλώσεις του ο βουλευτής.|| Η είδηση ήρθε σαν ~. Βλ. κεραυνός. 2. ΙΣΤ.-ΤΕΧΝΟΛ. (στην αρχαιότητα και τον Μεσαίωνα) πολιορκητική μηχανή εκσφενδόνισης βλημάτων, κυρ. πετρών, φλεγόμενων υλικών ή ακοντίων. 3. ΤΕΧΝΟΛ. μεταλλική πόρτα μεγάλων διαστάσεων με μηχανισμό κίνησης ο οποίος επιτρέπει την κατακόρυφη πτώση της με σκοπό την ασφάλιση κάποιου χώρου, συνήθ. πλοίου: πρυμναίος/πρωραίος ~ για την επιβίβαση-αποβίβαση των επιβατών και των οχημάτων (= μπουκαπόρτα). 4. ΤΕΧΝΟΛ. (σε αεροπλανοφόρα) μηχανική διάταξη που παρέχει βοηθητική ώθηση σε αεροσκάφος κατά την απογείωσή του, μέσω εμβόλου ατμού. [< μτγν. καταπέλτης 3: αγγλ. catapult, γαλλ. catapulte]
23591καταπέτασμακα-τα-πέ-τα-σμα ουσ. (ουδ.): υφασμάτινο κάλυμμα ή διαχωριστικό που κρέμεται από κάπου: το ~ του ναού (: που χωρίζει το άδυτο από τον υπόλοιπο ναό). Πβ. παραπέτασμα. ● ΦΡ.: τρώω/καταβροχθίζω/πίνω/κατεβάζω τον αγλέο(υ)ρα/το καταπέτασμα/τ' άντερά μου/τον άμπακα/τον αβλέμονα βλ. αγλέουρας [< αρχ. καταπέτασμα ‘κουρτίνα, τραπεζομάντιλο’]
23592καταπέφτωβλ. καταπίπτω
23593καταπιάνομαικα-τα-πιά-νο-μαι ρ. (μτβ.) {καταπιά-στηκε, -στεί} (+ με) (προφ.): ασχολούμαι: ~εται με πολλά πράγματα ταυτόχρονα. ~στηκε συστηματικά με το πρόβλημα. Τόλμησε να ~στεί με τα πιο αμφιλεγόμενα θέματα. Πβ. ενασχολούμαι, ενδιατρίβω, καταγίνομαι.|| Τα βιβλία του ~ονται με διάφορα ζητήματα. Πβ. πραγματεύομαι.|| (σπανιότ. + να) ~εται να αποδείξει ότι ... [< μεσν. καταπιάνομαι]
23594καταπιέζωκα-τα-πι-έ-ζω ρ. (μτβ.) {καταπίε-σα, καταπιέ-σω, -στηκα, -στώ, -σμένος, καταπιέζ-οντας, -όμενος} 1. περιορίζω την ελευθερία κάποιου, προσπαθώ να τον κάνω να συμμορφωθεί με τις εντολές ή τη θέλησή μου· ασκώ ψυχολογική πίεση: Καθεστώς που ~ει τους πολίτες. Απελευθέρωση/εξέγερση των ~σμένων λαών. ~όμενες κοινωνικές τάξεις. Πβ. (κατα)δυναστεύω, καταναγκάζω, τυραννώ.|| ~στηκε πολύ, όταν ήταν παιδί (ενν. από τους γονείς του· βλ. υπερπροστατεύω). ~σμένη: γυναίκα (ΑΝΤ. ανεξαρτητοποιημένη, χειραφετημένη).|| Μη με ~εις! 2. δεν αφήνω να εκδηλωθεί: ~ει τον εαυτό/τα ένστικτά του (= καταπνίγει, συγκρατεί, χαλιναγωγεί). Έχει ~στεί η δημιουργικότητά/έμπνευσή του. ~σμένα: συναισθήματα. [< μτγν. καταπιέζω 'πιέζω προς τα κάτω', γαλλ. opprimer]
23595καταπίεσηκα-τα-πί-ε-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καταπιέζω: ασφυκτική/βάναυση/σκληρή ~. Θρησκευτική/οικονομική/πνευματική/πολιτική/φυλετική ~. ~ των αδυνάτων. Θύματα ~ης. Αντιστέκονται στην ~. Πβ. (κατα)δυνάστευση, καταναγκασμός, τυραννία. ΑΝΤ. ανεξαρτητοποίηση, χειραφέτηση.|| Συναισθηματική ~. Αισθάνομαι/ασκώ/υφίσταμαι ~ (μέσα σε μια σχέση). Βλ. έλεγχος, περιορισμός, υπερπροστασία.|| Σεξουαλική ~. ~ των επιθυμιών/συναισθημάτων. Πβ. κατάπνιξη, συγκράτηση, χαλιναγώγηση. [< μτγν. καταπίεσις 'πίεση προς τα κάτω', γαλλ. oppression]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.