| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 23587 | κατάπαυση | κα-τά-παυ-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): διακοπή, λήξη, τερματισμός: οριστική/προσωρινή/τελική ~ των βομβαρδισμών/των εχθροπραξιών/του πολέμου. Πβ. σταμάτημα. ΑΝΤ. παράταση, συνέχιση.|| ~ του πόνου (πβ. ανακούφιση, καταπράυνση). ● ΣΥΜΠΛ.: κατάπαυση (του) πυρός: ΣΤΡΑΤ. παύση των εχθροπραξιών: μονομερής ~ ~. Γραμμή/ζώνη ~ης ~. Κηρύχθηκε/συμφωνήθηκε (αμοιβαία) ~ ~. Πβ. ανακωχή, εκεχειρία. Βλ. μορατόριουμ. [< αρχ. κατάπαυσις, γαλλ. cessation] | |
| 23588 | καταπαύω | κα-τα-παύ-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κατέπαυ-σε, καταπαύ-σει} (λόγ.) 1. παύω, σταματώ: ~σαν (προσωρινά) οι επιθέσεις/συγκρούσεις/ταραχές. 2. δίνω τέλος σε κάτι, συνήθ. αρνητικό: Ο χρόνος ~σε τον θυμό του (βλ. καλμάρω, καταλαγιάζω). [< αρχ. καταπαύω, γαλλ. cesser] | |
| 23589 | καταπείθω | κα-τα-πεί-θω ρ. (μτβ.) {κατέπει-σε, καταπεί-σει} (λόγ.-επιτατ.): πείθω απόλυτα, εντελώς: Τους ~σε όλους. [< μτγν. καταπείθω] | |
| 23590 | καταπέλτης | κα-τα-πέλ-της ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.) για κάποιον ή κάτι που στρέφεται με έντονα επικριτικό ύφος και έλλειψη επιείκειας εναντίον προσώπου ή κατάστασης, προκαλώντας μεγάλο πλήγμα ή επιβάλλοντας βαρύτατη ποινή: ~ η γνωμοδότηση της επιτροπής/ο εισαγγελέας κατά του κατηγορουμένου. (ως παραθετικό σύνθ.) Απάντηση/απόφαση/έκθεση/πόρισμα-~ (πβ. βόμβα, κόλαφος) κατά των υπευθύνων (πβ. καταδικαστικός). Πραγματικός ~ ήταν/υπήρξε σε δηλώσεις του ο βουλευτής.|| Η είδηση ήρθε σαν ~. Βλ. κεραυνός. 2. ΙΣΤ.-ΤΕΧΝΟΛ. (στην αρχαιότητα και τον Μεσαίωνα) πολιορκητική μηχανή εκσφενδόνισης βλημάτων, κυρ. πετρών, φλεγόμενων υλικών ή ακοντίων. 3. ΤΕΧΝΟΛ. μεταλλική πόρτα μεγάλων διαστάσεων με μηχανισμό κίνησης ο οποίος επιτρέπει την κατακόρυφη πτώση της με σκοπό την ασφάλιση κάποιου χώρου, συνήθ. πλοίου: πρυμναίος/πρωραίος ~ για την επιβίβαση-αποβίβαση των επιβατών και των οχημάτων (= μπουκαπόρτα). 4. ΤΕΧΝΟΛ. (σε αεροπλανοφόρα) μηχανική διάταξη που παρέχει βοηθητική ώθηση σε αεροσκάφος κατά την απογείωσή του, μέσω εμβόλου ατμού. [< μτγν. καταπέλτης 3: αγγλ. catapult, γαλλ. catapulte] | |
| 23591 | καταπέτασμα | κα-τα-πέ-τα-σμα ουσ. (ουδ.): υφασμάτινο κάλυμμα ή διαχωριστικό που κρέμεται από κάπου: το ~ του ναού (: που χωρίζει το άδυτο από τον υπόλοιπο ναό). Πβ. παραπέτασμα. ● ΦΡ.: τρώω/καταβροχθίζω/πίνω/κατεβάζω τον αγλέο(υ)ρα/το καταπέτασμα/τ' άντερά μου/τον άμπακα/τον αβλέμονα βλ. αγλέουρας [< αρχ. καταπέτασμα ‘κουρτίνα, τραπεζομάντιλο’] | |
| 23592 | καταπέφτω | βλ. καταπίπτω | |
| 23593 | καταπιάνομαι | κα-τα-πιά-νο-μαι ρ. (μτβ.) {καταπιά-στηκε, -στεί} (+ με) (προφ.): ασχολούμαι: ~εται με πολλά πράγματα ταυτόχρονα. ~στηκε συστηματικά με το πρόβλημα. Τόλμησε να ~στεί με τα πιο αμφιλεγόμενα θέματα. Πβ. ενασχολούμαι, ενδιατρίβω, καταγίνομαι.|| Τα βιβλία του ~ονται με διάφορα ζητήματα. Πβ. πραγματεύομαι.|| (σπανιότ. + να) ~εται να αποδείξει ότι ... [< μεσν. καταπιάνομαι] | |
| 23594 | καταπιέζω | κα-τα-πι-έ-ζω ρ. (μτβ.) {καταπίε-σα, καταπιέ-σω, -στηκα, -στώ, -σμένος, καταπιέζ-οντας, -όμενος} 1. περιορίζω την ελευθερία κάποιου, προσπαθώ να τον κάνω να συμμορφωθεί με τις εντολές ή τη θέλησή μου· ασκώ ψυχολογική πίεση: Καθεστώς που ~ει τους πολίτες. Απελευθέρωση/εξέγερση των ~σμένων λαών. ~όμενες κοινωνικές τάξεις. Πβ. (κατα)δυναστεύω, καταναγκάζω, τυραννώ.|| ~στηκε πολύ, όταν ήταν παιδί (ενν. από τους γονείς του· βλ. υπερπροστατεύω). ~σμένη: γυναίκα (ΑΝΤ. ανεξαρτητοποιημένη, χειραφετημένη).|| Μη με ~εις! 2. δεν αφήνω να εκδηλωθεί: ~ει τον εαυτό/τα ένστικτά του (= καταπνίγει, συγκρατεί, χαλιναγωγεί). Έχει ~στεί η δημιουργικότητά/έμπνευσή του. ~σμένα: συναισθήματα. [< μτγν. καταπιέζω 'πιέζω προς τα κάτω', γαλλ. opprimer] | |
| 23595 | καταπίεση | κα-τα-πί-ε-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καταπιέζω: ασφυκτική/βάναυση/σκληρή ~. Θρησκευτική/οικονομική/πνευματική/πολιτική/φυλετική ~. ~ των αδυνάτων. Θύματα ~ης. Αντιστέκονται στην ~. Πβ. (κατα)δυνάστευση, καταναγκασμός, τυραννία. ΑΝΤ. ανεξαρτητοποίηση, χειραφέτηση.|| Συναισθηματική ~. Αισθάνομαι/ασκώ/υφίσταμαι ~ (μέσα σε μια σχέση). Βλ. έλεγχος, περιορισμός, υπερπροστασία.|| Σεξουαλική ~. ~ των επιθυμιών/συναισθημάτων. Πβ. κατάπνιξη, συγκράτηση, χαλιναγώγηση. [< μτγν. καταπίεσις 'πίεση προς τα κάτω', γαλλ. oppression] | |
| 23596 | καταπιεστής | κα-τα-πι-ε-στής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που ασκεί καταπίεση: αγώνας/αντίσταση/εξέγερση ενάντια στους ~ές. Πβ. δικτάτορας, δυνάστης, τύραννος. Βλ. απελευθερωτής. [< γαλλ. oppresseur] | |
| 23597 | καταπιεστικός | , ή, ό κα-τα-πι-ε-στι-κός επίθ.: που καταπιέζει: ~ή: αγάπη (= ασφυκτική)/εξουσία. ~ό: καθεστώς (= καταδυναστευτικό, τυραννικό)/περιβάλλον. ~οί: μηχανισμοί. ~ά: μέτρα (: καταναγκαστικά). Πβ. δεσμευτ-, περιοριστ-ικός.|| (για πρόσ.) ~ός: δάσκαλος (= αυστηρός. ΑΝΤ. ελαστικός)/σύντροφος. ~οί: γονείς (βλ. κέρβερος, υπερπροστατευτικός). ● επίρρ.: καταπιεστικά [< γαλλ. oppresseur] | |
| 23598 | κατάπικρος | , η, ο κα-τά-πι-κρος επίθ. (επιτατ.): πάρα πολύ πικρός: ~η: γεύση.|| (μτφ.) ~η: αλήθεια. [< μτγν. κατάπικρος] | |
| 23599 | καταπίνω | κα-τα-πί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κατάπια, καταπιώ, καταπίν-οντας} 1. κάνω να κατέβει συνήθ. στερεή ή υγρή τροφή από τη στοματική κοιλότητα στο στομάχι μέσω του οισοφάγου: ~ τις μπουκιές (= τρώω)/μια γουλιά κρασί (= πίνω). ~ει τα πάντα (= καταβροχθίζει). ~ το σάλιο μου (πβ. ξερο~). Κατάπια ένα κουκούτσι! Κατάπιε νερό κολυμπώντας. Δισκία/χάπια που ~ονται αμάσητα/ολόκληρα.|| ~ με βουλιμία/με δυσκολία/με μια χαψιά. Με πονάει ο λαιμός μου και δεν μπορώ να καταπιώ.|| (μτφ.) Κατάπια όλη τη σκόνη (πβ. εισπνέω). Το χώμα κατάπιε (= απορρόφησε) το νερό της βροχής. Το πλοίο το κατάπιε η θάλασσα (= βυθίστηκε). Τους κατάπιαν τα κύματα (= πνίγηκαν). Βλ. κατεβάζω, ρουφώ, στραβο~. 2. (μτφ.) πιστεύω ή δέχομαι κάτι, συνήθ. αρνητικό, εύκολα, αναντίρρητα, αδιαμαρτύρητα: Μην ~εις τα παραμύθια/ψέματα που σου λέει (πβ. μασώ, χάφτω).|| ~ει ένα-ένα τα φαρμάκια/τον εξευτελισμό/τις πίκρες/τις προσβολές (= υπομένει). Το κατάπια (= ανέχτηκα) κι αυτό! Πβ. το κάνω γαργάρα. 3. (μτφ.) δεν αφήνω να εκδηλωθεί, συγκρατώ: Κατάπιε τα δάκρυά/τον θυμό/τα λόγια του. Πβ. καταπνίγω, χαλιναγωγώ. ● ΦΡ.: άνοιξε η γη και τον κατάπιε/λες και τον κατάπιε η γη/σαν να τον κατάπιε η γη (προφ.): για κάποιον ή κάτι που χάθηκε ξαφνικά, απροσδόκητα: Μα πού εξαφανίστηκε; ~ ~! Δεν το βρίσκω πουθενά! ~ ~! Βλ. άφαντος., κατάπιε τη γλώσσα του (μτφ.): σε περιπτώσεις που παραμένει κάποιος σιωπηλός: Γιατί δε μιλάς; Κατάπιες ~ σου; Πβ. μένω άναυδος., διυλίζει τον κώνωπα (και καταπίνει την κάμηλον) βλ. διυλίζω, ν' ανοίξει/ν' άνοιγε η γη (και) να με καταπιεί βλ. ανοίγω, σαν να έχει καταπιεί μπαστούνι βλ. μπαστούνι, φάε/δάγκωσε/κατάπιε τη γλώσσα σου! βλ. γλώσσα [< αρχ. καταπίνω] | |
| 23600 | καταπιόνας | κα-τα-πιό-νας ουσ. (αρσ.) & καταπιόνα (η) (σπάν.-ιδιωμ.): λαιμός και ειδικότ. οισοφάγος: Στέγνωσε ο ~ μου (= διψώ). [< 1: αρχ. καταπιών, μτχ. αορ. β’ του ρ. καταπίνω] | |
| 23601 | καταπίπτω | κα-τα-πί-πτω ρ. (αμτβ.) {κατέπε-σε, καταπέ-σει} (λόγ.) & (προφ.) καταπέφτω: εξαντλούμαι, εξασθενώ: Έχει ~σει πολύ (σωματικά) εξαιτίας της αρρώστιας. Μετά τον θάνατο του άνδρα της ~σε ψυχολογικά. Βλ. καταβάλλω. ● καταπίπτει 1. {συνήθ. στον αόρ.} πέφτει από ύψος, γκρεμίζεται: Το αεροσκάφος ~σε λόγω ισχυρών ανέμων/μηχανικής βλάβης. Το λεωφορείο ~σε σε χαράδρα.|| Το κτίριο ~σε (= κατέρρευσε) από τον σεισμό.|| (μτφ.) Ο Δείκτης Τιμών ~σε (= σημείωσε πτώση) στο ...%. 2. (μτφ.) χάνει την ισχύ του, καταρρίπτεται: Οι αξίες/τα πρότυπα ~ουν. ~σε ο μύθος/η φήμη ότι ... Οι ισχυρισμοί τους ~σαν (= αναιρέθηκαν).|| (ΝΟΜ.) Οι κατηγορίες σε βάρος του ~σαν ενώπιον του δικαστηρίου. 3. (σπάν.) καταλαγιάζει, κοπάζει: Ο άνεμος ~σε. [< αρχ. καταπίπτω ‘πέφτω κάτω, αποθαρρύνομαι’] | |
| 23602 | καταπίστευμα | κα-τα-πί-στευ-μα ουσ. (ουδ.) {καταπιστεύμ-ατος | -ατα} 1. ΝΟΜ. κληροδότημα το οποίο ο διαθέτης εμπιστεύεται προσωρινά σε τρίτο πρόσωπο, που αναλαμβάνει τη διαχείρισή του προς όφελος του οριστικού κληρονόμου, στον οποίο και μεταβιβάζεται μετά από συγκεκριμένο χρονικό διάστημα ή γεγονός: κληρονομικό/οικογενειακό ~. Σύσταση ~ατος (= καταπίστευση). Βεβαρημένος με ~ (= καταπιστευματοδόχος). Πβ. επικαρπία. ΣΥΝ. εμπίστευμα, τραστ (2) 2. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) κληρονομιά, παρακαταθήκη: δημόσιο/εθνικό/πνευματικό/πολιτιστικό ~. [< γαλλ. fidéicommis] | |
| 23603 | καταπιστευματικός | , ή, ό κα-τα-πι-στευ-μα-τι-κός επίθ.: ΝΟΜ. που σχετίζεται με το καταπίστευμα: ~ή: διαχείριση/μεταβίβαση. ~ό: δικαίωμα/ταμείο. [< γαλλ. fiduciaire] | |
| 23604 | καταπιστευματοδόχος | κα-τα-πι-στευ-μα-το-δό-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΝΟΜ. πρόσωπο στο οποίο μεταβιβάζεται κληροδότημα από έναν προσωρινό κληρονόμο: (Δι)ορίστηκε/ενεργεί ως ~. Πβ. διαχειριστής, επικαρπωτής, επίτροπος, θεματοφύλακας. Βλ. -δόχος, ψιλός κύριος. [< γαλλ. fidéicommissaire] | |
| 23605 | καταπίστευση | κα-τα-πί-στευ-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. σύσταση καταπιστεύματος. [< μεσν. καταπίστευσις 'ενέχυρο', γαλλ. fidéicommis] | |
| 23606 | καταπλακώνω | κα-τα-πλα-κώ-νω ρ. (μτβ.) {καταπλάκω-σε, καταπλακώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος, καταπλακών-οντας} (επιτατ.): πλακώνω κάποιον ή κάτι ολοκληρωτικά: ~θηκαν από τη χιονοστιβάδα. Βρέθηκε ~μένος από τα συντρίμμια. Πβ. θάβω. Βλ. συνθλίβω.|| (μτφ.) Ατμόσφαιρα που σε ~ει (= καταθλίβει, ψυχοπλακώνει). Τον ~ουν (= βαραίνουν, πιέζουν) οι ευθύνες/τα χρέη. [< μεσν. καταπλακώνω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ