Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [24360-24380]

IDΛήμμαΕρμηνεία
23607κατάπλασμακα-τά-πλα-σμα ουσ. (ουδ.): (κυρ. παλαιότ., στη λαϊκή ιατρική) πολτώδες μαλακτικό φαρμακευτικό σκεύασμα από νερό και φυτικές ουσίες, απλωμένο μέσα σε λεπτό ύφασμα, το οποίο τοποθετείται ζεστό σε σημείο του σώματος, για την καταπολέμηση πόνου ή φλεγμονής: ~ από βότανα/χαμομήλι. ~ για πληγές και τσιμπήματα/κατά των εγκαυμάτων. Βάζω ~. Πβ. έμπλαστρο, επίθεμα, κομπρέσα. Βλ. αλοιφή, γιατροσόφια, -πλασμα. [< αρχ. κατάπλασμα]
23608καταπλέωκα-τα-πλέ-ω ρ. (αμτβ.) {κατέπλευ-σε, καταπλεύ-σει, καταπλέ-οντας, συνήθ. στο γ' πρόσ.} (επίσ.): (για πλεούμενο ή επιβάτη του) φτάνω στο λιμάνι, πλέοντας ή ταξιδεύοντας με πλοίο: Ο στόλος ~σε στο νησί. Το καράβι αναμένεται να ~σει σήμερα. Πβ. ελλιμενίζεται. ΣΥΝ. εισπλέω ΑΝΤ. αποπλέω, εκπλέω, σαλπάρω [< αρχ. καταπλέω]
23609καταπληκτικός, ή, ό κα-τα-πλη-κτι-κός επίθ. (επιτατ.): πάρα πολύ καλός, που μας αφήνει κατάπληκτους: ~ός: ηθοποιός (= σπουδαίος, υπέροχος). ~ή: εμφάνιση/ευκαιρία/θέα (= μαγευτική)/ομοιότητα/ποιότητα (= άριστη, κορυφαία)/φωνή. ~ό: βιβλίο. ~ά: νέα (: πολύ ευχάριστα). Είσαι ~. Προϊόντα σε ~ές τιμές (: πολύ χαμηλές). Έχεις κάνει ~ή δουλειά! (ως ουσ.) Το ~ό είναι ότι ... (ως επιφών.) ~ό! Πβ. απίστευτος, εκπληκτ-, εξαιρετ-, μοναδ-, συναρπαστ-, φανταστ-ικός, εντυπωσιακός, εξαίσιος, έξοχος, θαυμάσιος, περίφημος, φοβερός. ● επίρρ.: καταπληκτικά [< μτγν. καταπληκτικός ‘αξιοθαύμαστος, τρομερός’]
23610κατάπληκτος, η, ο κα-τά-πλη-κτος επίθ.: που νιώθει κατάπληξη: (για πρόσ.) Κοιτούσε ~. Οι θεατές έμειναν ~οι με την παράσταση. Είμαι πραγματικά ~ από τη συμπεριφορά σου! Η απάντησή του με άφησε ~ο. Πβ. άναυδος, αποσβολωμένος, άφωνος, εμβρόντητος.|| (συνεκδ.) ~ο: βλέμμα. Μπροστά στα ~α μάτια του πλήθους. ΣΥΝ. έκπληκτος [< μεσν. κατάπληκτος]
23611κατάπληξηκα-τά-πλη-ξη ουσ. (θηλ.): μεγάλη έκπληξη που συνήθ. οφείλεται σε κάτι απρόσμενο, παράξενο ή δυσάρεστο: Προς ~ και απογοήτευση όλων, δεν ήρθε. Με (μεγάλη) ~ διαπίστωσα/πληροφορήθηκα ότι ... Το γεγονός προκάλεσε ~ και απορία/δέος/θαυμασμό. Μου κάνει ~ ότι ... (= με καταπλήσσει). Νιώθω ~. Πβ. αιφνιδιασμός, ξάφνιασμα. [< αρχ. κατάπληξις ΄τρόμος, θαυμασμός’]
23612καταπληξίακα-τα-πλη-ξί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ξαφνική μυϊκή αδυναμία και υποτονία λόγω ισχυρού συναισθήματος, όπως θυμού ή φόβου: αλλεργική/αναφυλακτική/θερμική/καρδιογενής/κυκλοφορική/σηπτική ~. ~ μετά από τραύμα. Σύνδρομο τοξικής ~ας. Περιήλθε σε κατάσταση ~ας. Πβ. σοκ. [< γερμ. Kataplexie, γαλλ. cataplexie, αγγλ. cataplexy < αρχ. κατάπληξις]
23613καταπλήσσωκα-τα-πλήσ-σω ρ. (μτβ.) {κατέπλη-ξα, καταπλή-ξω, (λογιότ.) κατεπλάγ-η, καταπλαγ-εί, καταπλήσσ-οντας} & καταπλήττω (λόγ.): προκαλώ σε κάποιον μεγάλη και συνήθ. ευχάριστη έκπληξη, εντυπωσιάζω: Ταινία που ~ξε κοινό και κριτικούς. Έτοιμη να ~ξει τα πλήθη. Πβ. θαμπώνω. Βλ. σοκάρω. ΣΥΝ. εκπλήσσω [< αρχ. καταπλήσσω]
23614κατάπλουςκα-τά-πλους ουσ. (αρσ.) (επίσ.): ερχομός πλοίου στο λιμάνι: ασφαλής/επιτυχής ~. ~ του στόλου. Καθυστέρηση ~ου. Κατά τον ~ου, ... Πβ. ελλιμενισμός, προσέγγ-, προσόρμ-ιση. ΣΥΝ. είσπλους ΑΝΤ. απόπλους, έκπλους, σαλπάρισμα [< αρχ. κατάπλους]
23615καταπνίγωκα-τα-πνί-γω ρ. (μτβ.) {κατέπνι-ξα, καταπνί-ξει, καταπνίγ-ηκε (λόγ. κατεπνίγ-η, -ησαν), -μένος, -οντας} (μτφ.) 1. δεν αφήνω κάτι να εκδηλωθεί, να επεκταθεί ή να επικρατήσει· καταστέλλω: ~ τις επιθυμίες/τα συναισθήματά μου (πβ. καταπίνω, χαλιναγωγώ). ~εται η ελευθερία έκφρασης.|| Προσπαθούν να ~ξουν την αλήθεια/τις φήμες. Πβ. κουκουλώνω, συγκαλύπτω.|| ~ξαν βίαια την εξέγερση. Πβ. συντρίβω, τσακίζω. 2. (σπάν.-επιτατ.) κάνω κάποιον να αισθανθεί ασφυκτικά: Τους ~ει η καθημερινότητα/πόλη.|| Οικονομικά μέτρα που ~ουν (= καταπιέζουν) τους εργαζόμενους. [< αρχ. καταπνίγω, γαλλ. étouffer]
2755καταπνίγω

, η, ο [ἀμφίβολος] αμ-φί-βο-λος επίθ. {-ου (λόγ.) -όλου}: αυτός για τον οποίο δεν υπάρχει σιγουριά, βεβαιότητα: ~η: αξία (= αμφισβητήσιμη, ΑΝΤ. αναμφισβήτητη, αναντίρρητη)/έκβαση (= αβέβαιη, ΑΝΤ. βέβαιη)/προοπτική. ~ο: αποτέλεσμα/μέλλον. Η συμμετοχή του παραμένει ~η. ~ης ποιότητας προϊόντα/υπηρεσίες. Άνθρωπος ~ων ικανοτήτων/προθέσεων/προσόντων.|| (λόγ.) ~όλου ηθικής/κύρους. Κειμήλια/ντοκουμέντα ~όλου γνησιότητας/προέλευσης. ΑΝΤ. αναμφίβολος, βέβαιος (1) ● επίρρ.: αμφίβολα ● ΦΡ.: θέτω εν αμφιβόλω [ἐν ἀμφιβόλῳ] (λόγ.): αμφισβητώ: ~ ~ την αξιοπιστία/την άποψη/τους ισχυρισμούς (κάποιου). Η πολιτική σταθερότητα της χώρας τίθεται ~. [< αρχ. ἀμφίβολος, γαλλ. douteux]

23616κατάπνιξηκα-τά-πνι-ξη ουσ. (θηλ.) (μτφ.-λόγ.): παρεμπόδιση, περιορισμός (περαιτέρω) επέκτασης ή επικράτησης· έλεγχος, συγκράτηση: (βίαιη) ~ μιας επανάστασης/ενός κινήματος. Πβ. καταστολή, πνίξιμο.|| ~ των ενστίκτων (πβ. καταπίεση, χαλιναγώγηση). [< μτγν. κατάπνιξις, γαλλ. étouffement]
23617καταπόδαςκα-τα-πό-δας επίρρ. & κατά πόδας: μόνο στη ● ΦΡ.: ακολουθώ κατά πόδας βλ. πους
23618καταπόδικα-τα-πό-δι επίρρ. (λαϊκό): από πίσω: Τους πήρε ~ (= τους ακολούθησε· πβ. ακολουθώ κατά πόδας, παίρνω κάποιον στο κατόπι). Πβ. ξοπίσω. [< μεσν. καταπόδι(ν)]
23619καταπολέμησηκα-τα-πο-λέ-μη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καταπολεμώ: αποτελεσματική ~ του θορύβου/της ρύπανσης. Αγώνας/μέτρα/νόμος για την ~ της ανεργίας/της εγκληματικότητας/του ρατσισμού/της φοροδιαφυγής/της φτώχειας. Ομάδα ~ης Εμπορίας Ανθρώπων (ακρ. ΟΚΕΑ). Υπηρεσία ~ης της Απάτης. Πβ. εξάλειψη.|| ~ του άγχους. ~ του έιτζ/του καρκίνου/της παχυσαρκίας. Κρέμα για την ~ της κυτταρίτιδας/των ρυτίδων. Πβ. εξαφάνιση, μείωση.|| Ολοκληρωμένη/συστηματική/χημική ~ εντόμων/ζιζανίων/παρασίτων. Πβ. αφανισμός, εξολόθρευση, εξόντωση. ● ΣΥΜΠΛ.: βιολογική καταπολέμηση/βιολογικός έλεγχος (στη βιολογική γεωργία και κτηνοτροφία): ΟΙΚΟΛ. μέθοδος μείωσης ή εξόντωσης των επιβλαβών οργανισμών με χρήση φυσικών εχθρών τους (αρπακτικά έντομα, σκουλήκια, μύκητες, βακτήρια): ~ ~ ασθενειών (των φυτών). [< αγγλ. biological control, 1916] [< μτγν. καταπολέμησις, 'καθυπόταξη']
23620καταπολεμώ[καταπολεμῶ] κα-τα-πο-λε-μώ ρ. (μτβ.) {καταπολεμ-ά κ. -άει κ. (σπανιότ.) -εί | καταπολέμ-ησε, -ήσει, -άται κ. -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ώντας} & καταπολεμάω 1. προσπαθώ να περιορίσω ή να εξαλείψω μια ανεπιθύμητη κατάσταση, ένα φαινόμενο: Το σχολείο ~ά τον κοινωνικό αποκλεισμό. Η κυβέρνηση υποσχέθηκε ότι θα ~ήσει τη βία στα γήπεδα (= θα καταστείλει, θα πατάξει).|| ~ τις κακές συνήθειες/τους φόβους μου.|| Αλοιφή που ~ά αποδεδειγμένα/αποτελεσματικά την ξηρότητα του δέρματος/τα σπυράκια. Φάρμακο που ~άει τον πόνο (= καταπραΰνει). ~ήστε το στρες! Πβ. εξαφανίζω. 2. μάχομαι εναντίον: ~ ένα καθεστώς/τους οπαδούς μιας θεωρίας. ~ήθηκε (μετά μανίας/λυσσαλέα) από τους αντιπάλους του. [< αρχ. καταπολεμῶ 'πολεμώ εναντίον', γαλλ. combattre]
23621καταπόνησηκα-τα-πό-νη-ση ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) πολύ μεγάλη κούραση, εξάντληση, εξασθένηση: μυϊκή/σωματική/ψυχολογική ~. ~ της καρδιάς/των ματιών/της φωνής. Θερμική ~ εργαζομένων. Άσκηση που προκαλεί ~ της σπονδυλικής στήλης. Πβ. εξουθένωση, κάματος, καταβολή, κόπωση.|| Αντοχή φυτών σε αβιοτικές/υδατικές ~ήσεις. 2. ΜΗΧΑΝ. απώλεια, αλλοίωση των ιδιοτήτων ενός σώματος εξαιτίας της επίδρασης δυνάμεων, φορτίων σε αυτό: δυναμική/μηχανική/στατική ~. Σεισμική/τεκτονική ~ κατασκευής/κτιρίων/πετρωμάτων. Κλιματολογικές/περιβαλλοντικές/φυσικές/χημικές ~ήσεις. Αντοχή/συμπεριφορά (τεχνικών υλικών) σε έντονες/επαναλαμβανόμενες ~ήσεις. Βλ. παραμόρφωση.|| ~ ελαστικών/κινητήρα. Πβ. φθορά. [< 1: μτγν. καταπόνησις 2: γαλλ. fatigue]
23622καταπονητικός, ή, ό κα-τα-πο-νη-τι-κός επίθ. (λόγ.): που καταπονεί: ~ές: ασκήσεις. Πβ. εξαντλητ-, εξουθενωτ-, κοπιαστ-, κουραστ-ικός.
23623καταποντίζωκα-τα-πο-ντί-ζω ρ. (μτβ.) {καταπόντι-σε, καταποντί-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, καταποντίζ-οντας} 1. κάνω κάτι να βυθιστεί εντελώς ή να υποστεί ολοκληρωτική καθίζηση: Το σκάφος ~στηκε (= βούλιαξε) στο πέλαγος.|| Τμήματα της στεριάς ~στηκαν από έκρηξη ηφαιστείου/λόγω σεισμού. ~σμένες: αρχαίες πόλεις. Βλ. (εξ)αφανίζω. ΣΥΝ. καταβυθίζω 2. (μτφ.) προκαλώ βαρύτατο πλήγμα σε κάποιον, καταστρέφω: Η κρίση απειλεί να ~σει (= διαλύσει) την εταιρεία/οικονομία. Είδε την καριέρα της να ~εται (= γκρεμίζεται, χαντακώνεται). Η ομάδα ~στηκε (= υποβιβάστηκε) στη Β' Εθνική. [< μτγν. καταποντίζω 'ρίχνω μέσα στη θάλασσα', γαλλ. couler]
23624καταποντισμόςκα-τα-πο-ντι-σμός ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) καταπόντιση (η) 1. (μτφ.) ολοσχερής καταστροφή, παταγώδης αποτυχία, βαρύτατο πλήγμα: εκλογικός ~ του κόμματος. Το εγχείρημα κινδυνεύει με/οδηγήθηκε σε ~ό. Πβ. ναυάγιο, φουντάρισμα, χαντάκωμα. 2. καταβύθιση: ~ του νησιού/πλοίου. Πβ. βούλιαγμα. Βλ. -ισμός. ● ΦΡ.: σεισμοί, λοιμοί/λιμοί και καταποντισμοί βλ. σεισμός [< αρχ. καταποντισμός]
23625καταπονώ[καταπονῶ] κα-τα-πο-νώ ρ. (μτβ.) {καταπον-είς ... | καταπόν-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας} 1. (λόγ.) κουράζω πολύ, εξαντλώ, εξουθενώνω: Μην ~είς άσκοπα τα μάτια/τον οργανισμό σου! Άσκηση που ~εί τα γόνατα/την καρδιά/τη μέση. Η ασθένεια τον έχει ~ήσει πολύ (= καταβάλει). ~ημένος από τη σκληρή δουλειά. Νιώθω αδύναμος και ~ημένος. ΑΝΤ. δυναμ-, τον-, χαλαρ-ώνω, ξεκουράζω. 2. ΜΗΧΑΝ. προκαλώ καταπόνηση: Υλικό που ~είται σε εφελκυσμό/θλίψη/κάμψη/κρούση/στρέψη. Επιφάνειες ~ημένες από την άσκηση δυνάμεων/πιέσεων.|| Το κτίριο έχει ~ηθεί από τους σεισμούς. ~ημένα: φρένα. Πβ. φθείρω. Βλ. παραμορφώνω. [< 1: αρχ. καταπονῶ 2: γαλλ. fatiguer]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.