Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [24360-24380]

IDΛήμμαΕρμηνεία
23596καταπιεστήςκα-τα-πι-ε-στής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που ασκεί καταπίεση: αγώνας/αντίσταση/εξέγερση ενάντια στους ~ές. Πβ. δικτάτορας, δυνάστης, τύραννος. Βλ. απελευθερωτής. [< γαλλ. oppresseur]
23597καταπιεστικός, ή, ό κα-τα-πι-ε-στι-κός επίθ.: που καταπιέζει: ~ή: αγάπη (= ασφυκτική)/εξουσία. ~ό: καθεστώς (= καταδυναστευτικό, τυραννικό)/περιβάλλον. ~οί: μηχανισμοί. ~ά: μέτρα (: καταναγκαστικά). Πβ. δεσμευτ-, περιοριστ-ικός.|| (για πρόσ.) ~ός: δάσκαλος (= αυστηρός. ΑΝΤ. ελαστικός)/σύντροφος. ~οί: γονείς (βλ. κέρβερος, υπερπροστατευτικός). ● επίρρ.: καταπιεστικά [< γαλλ. oppresseur]
23598κατάπικρος, η, ο κα-τά-πι-κρος επίθ. (επιτατ.): πάρα πολύ πικρός: ~η: γεύση.|| (μτφ.) ~η: αλήθεια. [< μτγν. κατάπικρος]
23599καταπίνωκα-τα-πί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κατάπια, καταπιώ, καταπίν-οντας} 1. κάνω να κατέβει συνήθ. στερεή ή υγρή τροφή από τη στοματική κοιλότητα στο στομάχι μέσω του οισοφάγου: ~ τις μπουκιές (= τρώω)/μια γουλιά κρασί (= πίνω). ~ει τα πάντα (= καταβροχθίζει). ~ το σάλιο μου (πβ. ξερο~). Κατάπια ένα κουκούτσι! Κατάπιε νερό κολυμπώντας. Δισκία/χάπια που ~ονται αμάσητα/ολόκληρα.|| ~ με βουλιμία/με δυσκολία/με μια χαψιά. Με πονάει ο λαιμός μου και δεν μπορώ να καταπιώ.|| (μτφ.) Κατάπια όλη τη σκόνη (πβ. εισπνέω). Το χώμα κατάπιε (= απορρόφησε) το νερό της βροχής. Το πλοίο το κατάπιε η θάλασσα (= βυθίστηκε). Τους κατάπιαν τα κύματα (= πνίγηκαν). Βλ. κατεβάζω, ρουφώ, στραβο~. 2. (μτφ.) πιστεύω ή δέχομαι κάτι, συνήθ. αρνητικό, εύκολα, αναντίρρητα, αδιαμαρτύρητα: Μην ~εις τα παραμύθια/ψέματα που σου λέει (πβ. μασώ, χάφτω).|| ~ει ένα-ένα τα φαρμάκια/τον εξευτελισμό/τις πίκρες/τις προσβολές (= υπομένει). Το κατάπια (= ανέχτηκα) κι αυτό! Πβ. το κάνω γαργάρα. 3. (μτφ.) δεν αφήνω να εκδηλωθεί, συγκρατώ: Κατάπιε τα δάκρυά/τον θυμό/τα λόγια του. Πβ. καταπνίγω, χαλιναγωγώ. ● ΦΡ.: άνοιξε η γη και τον κατάπιε/λες και τον κατάπιε η γη/σαν να τον κατάπιε η γη (προφ.): για κάποιον ή κάτι που χάθηκε ξαφνικά, απροσδόκητα: Μα πού εξαφανίστηκε; ~ ~! Δεν το βρίσκω πουθενά! ~ ~! Βλ. άφαντος., κατάπιε τη γλώσσα του (μτφ.): σε περιπτώσεις που παραμένει κάποιος σιωπηλός: Γιατί δε μιλάς; Κατάπιες ~ σου; Πβ. μένω άναυδος., διυλίζει τον κώνωπα (και καταπίνει την κάμηλον) βλ. διυλίζω, ν' ανοίξει/ν' άνοιγε η γη (και) να με καταπιεί βλ. ανοίγω, σαν να έχει καταπιεί μπαστούνι βλ. μπαστούνι, φάε/δάγκωσε/κατάπιε τη γλώσσα σου! βλ. γλώσσα [< αρχ. καταπίνω]
23600καταπιόναςκα-τα-πιό-νας ουσ. (αρσ.) & καταπιόνα (η) (σπάν.-ιδιωμ.): λαιμός και ειδικότ. οισοφάγος: Στέγνωσε ο ~ μου (= διψώ). [< 1: αρχ. καταπιών, μτχ. αορ. β’ του ρ. καταπίνω]
23601καταπίπτωκα-τα-πί-πτω ρ. (αμτβ.) {κατέπε-σε, καταπέ-σει} (λόγ.) & (προφ.) καταπέφτω: εξαντλούμαι, εξασθενώ: Έχει ~σει πολύ (σωματικά) εξαιτίας της αρρώστιας. Μετά τον θάνατο του άνδρα της ~σε ψυχολογικά. Βλ. καταβάλλω.καταπίπτει 1. {συνήθ. στον αόρ.} πέφτει από ύψος, γκρεμίζεται: Το αεροσκάφος ~σε λόγω ισχυρών ανέμων/μηχανικής βλάβης. Το λεωφορείο ~σε σε χαράδρα.|| Το κτίριο ~σε (= κατέρρευσε) από τον σεισμό.|| (μτφ.) Ο Δείκτης Τιμών ~σε (= σημείωσε πτώση) στο ...%. 2. (μτφ.) χάνει την ισχύ του, καταρρίπτεται: Οι αξίες/τα πρότυπα ~ουν. ~σε ο μύθος/η φήμη ότι ... Οι ισχυρισμοί τους ~σαν (= αναιρέθηκαν).|| (ΝΟΜ.) Οι κατηγορίες σε βάρος του ~σαν ενώπιον του δικαστηρίου. 3. (σπάν.) καταλαγιάζει, κοπάζει: Ο άνεμος ~σε. [< αρχ. καταπίπτω ‘πέφτω κάτω, αποθαρρύνομαι’]
23602καταπίστευμακα-τα-πί-στευ-μα ουσ. (ουδ.) {καταπιστεύμ-ατος | -ατα} 1. ΝΟΜ. κληροδότημα το οποίο ο διαθέτης εμπιστεύεται προσωρινά σε τρίτο πρόσωπο, που αναλαμβάνει τη διαχείρισή του προς όφελος του οριστικού κληρονόμου, στον οποίο και μεταβιβάζεται μετά από συγκεκριμένο χρονικό διάστημα ή γεγονός: κληρονομικό/οικογενειακό ~. Σύσταση ~ατος (= καταπίστευση). Βεβαρημένος με ~ (= καταπιστευματοδόχος). Πβ. επικαρπία. ΣΥΝ. εμπίστευμα, τραστ (2) 2. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) κληρονομιά, παρακαταθήκη: δημόσιο/εθνικό/πνευματικό/πολιτιστικό ~. [< γαλλ. fidéicommis]
23603καταπιστευματικός, ή, ό κα-τα-πι-στευ-μα-τι-κός επίθ.: ΝΟΜ. που σχετίζεται με το καταπίστευμα: ~ή: διαχείριση/μεταβίβαση. ~ό: δικαίωμα/ταμείο. [< γαλλ. fiduciaire]
23604καταπιστευματοδόχοςκα-τα-πι-στευ-μα-το-δό-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΝΟΜ. πρόσωπο στο οποίο μεταβιβάζεται κληροδότημα από έναν προσωρινό κληρονόμο: (Δι)ορίστηκε/ενεργεί ως ~. Πβ. διαχειριστής, επικαρπωτής, επίτροπος, θεματοφύλακας. Βλ. -δόχος, ψιλός κύριος. [< γαλλ. fidéicommissaire]
23605καταπίστευσηκα-τα-πί-στευ-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. σύσταση καταπιστεύματος. [< μεσν. καταπίστευσις 'ενέχυρο', γαλλ. fidéicommis]
23606καταπλακώνωκα-τα-πλα-κώ-νω ρ. (μτβ.) {καταπλάκω-σε, καταπλακώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος, καταπλακών-οντας} (επιτατ.): πλακώνω κάποιον ή κάτι ολοκληρωτικά: ~θηκαν από τη χιονοστιβάδα. Βρέθηκε ~μένος από τα συντρίμμια. Πβ. θάβω. Βλ. συνθλίβω.|| (μτφ.) Ατμόσφαιρα που σε ~ει (= καταθλίβει, ψυχοπλακώνει). Τον ~ουν (= βαραίνουν, πιέζουν) οι ευθύνες/τα χρέη. [< μεσν. καταπλακώνω]
23607κατάπλασμακα-τά-πλα-σμα ουσ. (ουδ.): (κυρ. παλαιότ., στη λαϊκή ιατρική) πολτώδες μαλακτικό φαρμακευτικό σκεύασμα από νερό και φυτικές ουσίες, απλωμένο μέσα σε λεπτό ύφασμα, το οποίο τοποθετείται ζεστό σε σημείο του σώματος, για την καταπολέμηση πόνου ή φλεγμονής: ~ από βότανα/χαμομήλι. ~ για πληγές και τσιμπήματα/κατά των εγκαυμάτων. Βάζω ~. Πβ. έμπλαστρο, επίθεμα, κομπρέσα. Βλ. αλοιφή, γιατροσόφια, -πλασμα. [< αρχ. κατάπλασμα]
23608καταπλέωκα-τα-πλέ-ω ρ. (αμτβ.) {κατέπλευ-σε, καταπλεύ-σει, καταπλέ-οντας, συνήθ. στο γ' πρόσ.} (επίσ.): (για πλεούμενο ή επιβάτη του) φτάνω στο λιμάνι, πλέοντας ή ταξιδεύοντας με πλοίο: Ο στόλος ~σε στο νησί. Το καράβι αναμένεται να ~σει σήμερα. Πβ. ελλιμενίζεται. ΣΥΝ. εισπλέω ΑΝΤ. αποπλέω, εκπλέω, σαλπάρω [< αρχ. καταπλέω]
23609καταπληκτικός, ή, ό κα-τα-πλη-κτι-κός επίθ. (επιτατ.): πάρα πολύ καλός, που μας αφήνει κατάπληκτους: ~ός: ηθοποιός (= σπουδαίος, υπέροχος). ~ή: εμφάνιση/ευκαιρία/θέα (= μαγευτική)/ομοιότητα/ποιότητα (= άριστη, κορυφαία)/φωνή. ~ό: βιβλίο. ~ά: νέα (: πολύ ευχάριστα). Είσαι ~. Προϊόντα σε ~ές τιμές (: πολύ χαμηλές). Έχεις κάνει ~ή δουλειά! (ως ουσ.) Το ~ό είναι ότι ... (ως επιφών.) ~ό! Πβ. απίστευτος, εκπληκτ-, εξαιρετ-, μοναδ-, συναρπαστ-, φανταστ-ικός, εντυπωσιακός, εξαίσιος, έξοχος, θαυμάσιος, περίφημος, φοβερός. ● επίρρ.: καταπληκτικά [< μτγν. καταπληκτικός ‘αξιοθαύμαστος, τρομερός’]
23610κατάπληκτος, η, ο κα-τά-πλη-κτος επίθ.: που νιώθει κατάπληξη: (για πρόσ.) Κοιτούσε ~. Οι θεατές έμειναν ~οι με την παράσταση. Είμαι πραγματικά ~ από τη συμπεριφορά σου! Η απάντησή του με άφησε ~ο. Πβ. άναυδος, αποσβολωμένος, άφωνος, εμβρόντητος.|| (συνεκδ.) ~ο: βλέμμα. Μπροστά στα ~α μάτια του πλήθους. ΣΥΝ. έκπληκτος [< μεσν. κατάπληκτος]
23611κατάπληξηκα-τά-πλη-ξη ουσ. (θηλ.): μεγάλη έκπληξη που συνήθ. οφείλεται σε κάτι απρόσμενο, παράξενο ή δυσάρεστο: Προς ~ και απογοήτευση όλων, δεν ήρθε. Με (μεγάλη) ~ διαπίστωσα/πληροφορήθηκα ότι ... Το γεγονός προκάλεσε ~ και απορία/δέος/θαυμασμό. Μου κάνει ~ ότι ... (= με καταπλήσσει). Νιώθω ~. Πβ. αιφνιδιασμός, ξάφνιασμα. [< αρχ. κατάπληξις ΄τρόμος, θαυμασμός’]
23612καταπληξίακα-τα-πλη-ξί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ξαφνική μυϊκή αδυναμία και υποτονία λόγω ισχυρού συναισθήματος, όπως θυμού ή φόβου: αλλεργική/αναφυλακτική/θερμική/καρδιογενής/κυκλοφορική/σηπτική ~. ~ μετά από τραύμα. Σύνδρομο τοξικής ~ας. Περιήλθε σε κατάσταση ~ας. Πβ. σοκ. [< γερμ. Kataplexie, γαλλ. cataplexie, αγγλ. cataplexy < αρχ. κατάπληξις]
23613καταπλήσσωκα-τα-πλήσ-σω ρ. (μτβ.) {κατέπλη-ξα, καταπλή-ξω, (λογιότ.) κατεπλάγ-η, καταπλαγ-εί, καταπλήσσ-οντας} & καταπλήττω (λόγ.): προκαλώ σε κάποιον μεγάλη και συνήθ. ευχάριστη έκπληξη, εντυπωσιάζω: Ταινία που ~ξε κοινό και κριτικούς. Έτοιμη να ~ξει τα πλήθη. Πβ. θαμπώνω. Βλ. σοκάρω. ΣΥΝ. εκπλήσσω [< αρχ. καταπλήσσω]
23614κατάπλουςκα-τά-πλους ουσ. (αρσ.) (επίσ.): ερχομός πλοίου στο λιμάνι: ασφαλής/επιτυχής ~. ~ του στόλου. Καθυστέρηση ~ου. Κατά τον ~ου, ... Πβ. ελλιμενισμός, προσέγγ-, προσόρμ-ιση. ΣΥΝ. είσπλους ΑΝΤ. απόπλους, έκπλους, σαλπάρισμα [< αρχ. κατάπλους]
23615καταπνίγωκα-τα-πνί-γω ρ. (μτβ.) {κατέπνι-ξα, καταπνί-ξει, καταπνίγ-ηκε (λόγ. κατεπνίγ-η, -ησαν), -μένος, -οντας} (μτφ.) 1. δεν αφήνω κάτι να εκδηλωθεί, να επεκταθεί ή να επικρατήσει· καταστέλλω: ~ τις επιθυμίες/τα συναισθήματά μου (πβ. καταπίνω, χαλιναγωγώ). ~εται η ελευθερία έκφρασης.|| Προσπαθούν να ~ξουν την αλήθεια/τις φήμες. Πβ. κουκουλώνω, συγκαλύπτω.|| ~ξαν βίαια την εξέγερση. Πβ. συντρίβω, τσακίζω. 2. (σπάν.-επιτατ.) κάνω κάποιον να αισθανθεί ασφυκτικά: Τους ~ει η καθημερινότητα/πόλη.|| Οικονομικά μέτρα που ~ουν (= καταπιέζουν) τους εργαζόμενους. [< αρχ. καταπνίγω, γαλλ. étouffer]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.