Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [2420-2440]

IDΛήμμαΕρμηνεία
1450αισθητηριακός, ή, ό [αἰσθητηριακός] αι-σθη-τη-ρι-α-κός επίθ. ΦΥΣΙΟΛ.-ΨΥΧΟΛ.: που γίνεται ή σχετίζεται με τα αισθητήρια όργανα: ~ή: αντίληψη/γνώση/εμπειρία. ~ά: ερεθίσματα. Βλ. υπερ~. ● ΣΥΜΠΛ.: αισθητηριακές διαταραχές: ΙΑΤΡ. δυσχέρειες στη λειτουργία των αισθήσεων: ~ ~ όρασης και ακοής (: τύφλωση, βαρηκοΐα-κώφωση). ~ ~ και κινητική αναπηρία., αισθητηριακή ολοκλήρωση βλ. ολοκλήρωση [< γαλλ. sensoriel]
1451αισθητήριος, α, ο [αἰσθητήριος] αι-σθη-τή-ρι-ος επίθ.: που σχετίζεται με τις αισθήσεις και γενικότ. την πρόσληψη ερεθισμάτων: ~α: αντίληψη. ~ο: νεύρο. ~οι: υποδοχείς. ~α: κύτταρα. Βλ. νευρο~, υπερ~, -τήριος. ● Ουσ.: αισθητήριο (το) {αισθητηρίου}: αντίληψη, ένστικτο, διορατικότητα: αλάνθαστο/ανεπτυγμένο/γλωσσικό (βλ. αίσθημα)/καλλιτεχνικό/πολιτικό ~. Το ~ της κοινής γνώμης. Εμπιστεύεται το/έχασε το/υπακούει στο ~ό της. ● ΣΥΜΠΛ.: αισθητήριο (όργανο) 1. ΦΥΣΙΟΛ. όργανο (αυτί, γλώσσα, δέρμα, μάτι, μύτη) με νευρικές απολήξεις που προσλαμβάνει συγκεκριμένα ερεθίσματα μεταβιβάζοντάς τα ως νευρικές διεγέρσεις στο κεντρικό νευρικό σύστημα· ειδικότ. το σύνολο των εξειδικευμένων κυττάρων στα αντίστοιχα όργανα που επιτελούν τη λειτουργία αυτή: το ~ της ακοής/της αφής/γεύσης/όρασης/όσφρησης. 2. ΤΕΧΝΟΛ. αισθητήρας: ~α ~α εντοπισμού διάρρηξης ή παράνομης παρουσίας. Βλ. οπτικές ίνες, φωτοκύτταρο. [< 1: αρχ. αἰσθητήριον] [< γαλλ. sensoriel]
1452αισθητική[αἰσθητική] αι-σθη-τι-κή ουσ. (θηλ.) 1. ΦΙΛΟΣ. (κ. με κεφαλ. Α) ο κλάδος που μελετά τις αισθητικές αξίες (του ωραίου, του υψηλού, του δραματικού) που διέπουν συνήθ. ένα έργο τέχνης ή ένα αντικείμενο, γεγονός· κατ' επέκτ. η στάση (ως θεωρία, τρόπος έκφρασης, προσωπική ή συλλογική αντίληψη) που διαμορφώνεται απέναντι στο ωραίο: οι αρχές/οι κανόνες της ~ής.|| Αρχιτεκτονική/ιδεαλιστική/κλασική/σύγχρονη/τηλεοπτική ~. Η ~ του Μεσαίωνα/του μοντερνισμού.|| Έργο που εκφράζει/προσβάλλει την ~ μου. Σύμφωνα με τη δική μου ~, είναι ωραίο. 2. αρμονία που χαρακτηρίζει ένα αντικείμενο ή έργο τέχνης: ~ του πίνακα/των πόλεων/του τοπίου/του χώρου. Προϊόντα υψηλής ποιότητας και ιδιαίτερης ~ής. Κατασκευή που συνδυάζει άψογα/χαρακτηρίζεται από έξοχη/υψηλή ~ και απλότητα. Κτίρια που αναβαθμίζουν/σέβονται/υποβαθμίζουν την ~ του περιβάλλοντος χώρου/εντυπωσιάζουν με την ~ τους. Πβ. γούστο, καλαισθησία, φιλοκαλία. ΑΝΤ. ακαλαισθησία, κακογουστιά 3. (κ. με κεφαλ. Α) το σύνολο των τεχνικών που αποσκοπούν στη διατήρηση ή/και τη βελτίωση της νεανικής εμφάνισης και κατ' επέκτ. ο αντίστοιχος κλάδος: ινστιτούτο/κέντρο αδυνατίσματος και ~ής. Κάνω ~ άκρων/προσώπου/σώματος.|| Εναλλακτική/ολιστική ~. ~ και Κομμωτική. Βλ. πλαστική εγχείρηση/επέμβαση. ● ΣΥΜΠΛ.: βιομηχανική αισθητική: σύλληψη και δημιουργία αντικειμένων ή χώρων που κατασκευάζονται με σκοπό να συνδυάζουν ομορφιά, λειτουργικότητα και εμπορικότητα. Βλ. ντιζάιν. [< γαλλ. esthétique industrielle, 1951] [< γερμ. Ästhetik, γαλλ. esthétique]
1453αισθητικός, ή, ό [αἰσθητικός] αι-σθη-τι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την αισθητική ως αντίληψη του ωραίου ή ως επιστημονικό κλάδο: ~ός: κανόνας/χαρακτήρας (κτιρίου). ~ή: αγωγή/αλλοίωση/αναβάθμιση (χώρου)/αξία/απόλαυση/αρτιότητα/θεωρία/καλλιέργεια/παιδεία/παρέμβαση/συγκίνηση/υποβάθμιση. ~ό: αποτέλεσμα/ενδιαφέρον/ιδεώδες/κάλλος/κριτήριο/ρεύμα. ~ές: αναζητήσεις/τάσεις (πβ. καλλιτεχνικός). ~ά: χαρακτηριστικά (κειμένου). Αρμονικό από ~ή άποψη. Η ~ή λειτουργία του έργου τέχνης. Επεμβάσεις για ~ούς και λειτουργικούς λόγους. Πβ. καλ~.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ό (= το ωραίο, το αρμονικό). Βλ. αντι~. 2. που αναφέρεται στις αισθήσεις: ~ή: ανάπτυξη του νηπίου. ~ό: ερέθισμα.|| (ΦΥΣΙΟΛ.) ~ός: νευρώνας/υποδοχέας/φλοιός (του εγκεφάλου). ~ό: νεύρο/σύστημα (του εσωτερικού αυτιού). ~ές: απολήξεις/νευρικές ίνες/οδοί (του κεντρικού νευρικού συστήματος). ~ά: (εγκεφαλικά/νωτιαία) κέντρα.|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: αφασία/επιληψία/νεύρωση. ~ές: διαταραχές. Βλ. αν~, παρ~, υπερ~, ψευδ~. 3. που αφορά την αισθητική της εμφάνισης: ~ός: σύμβουλος εμφάνισης. ~ή: αποκατάσταση/γυμναστική/δερματολογία/επέμβαση/(επανορθωτική) οδοντιατρική/περιποίηση. ~ό: ελάττωμα/μασάζ. ● επίρρ.: αισθητικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: αισθητική/κοσμητική ιατρική: ΙΑΤΡ. κλάδος της πλαστικής χειρουργικής που χρησιμοποιεί επεμβατικές μεθόδους για τη βελτίωση σωματικών ατελειών: χρήση σιλικόνης στην ~ ~ (: για αύξηση του στήθους). Βλ. λιποαναρρόφηση, λίφτινγκ, μπότοξ., αισθητικό δάσος: ΟΙΚΟΛ. προστατευόμενη δασική περιοχή με φυσική ομορφιά και οικολογική σημασία., αισθητική χειρουργική βλ. χειρουργική [< αρχ. αἰσθητικός 1,3: γερμ. ästhetisch, γαλλ. esthétique, αγγλ. aesthetic 2: γαλλ. sensitif]
1454αισθητικός[αἰσθητικός] αι-σθη-τι-κός ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. {συνήθ. στο θηλ.} επαγγελματίας με ειδικότητα στη διατήρηση ή/και τη βελτίωση της ωραίας και υγιούς εμφάνισης: Έμπειρη ~ και μακιγιέζ. Περιποίηση από εξειδικευμένους ~ούς. Απευθύνομαι σε/επισκέπτομαι ~ό για καθαρισμό προσώπου/για τα προβλήματα ακμής. 2. (σπάν.) πρόσωπο που ασχολείται με την Αισθητική: ~ της αρχιτεκτονικής/της τέχνης/του χώρου. [< 1: γαλλ. esthéticien, esthéticienne, 1949 2: αγγλ. aesthetician]
1455αισθητικότητα[αἰσθητικότητα] αι-σθη-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΦΥΣΙΟΛ. ικανότητα αίσθησης, ευερεθιστότητα: επιπολής/μειωμένη (= υπαισθησία) ~. ~ της θηλής/κύστης. 2. ΦΙΛΟΣ. λειτουργία της αντίληψης των αισθητών πραγμάτων: αντιπαράθεση ανάμεσα στην ~ και τον λόγο. 3. η ιδιότητα του αισθητικά ωραίου: Η ~ των χρωμάτων λειτουργεί χαλαρωτικά. Βλ. -ότητα. [< μεσν. αισθητικότης, γαλλ. sensibilité]
1456αισθητισμός[αἰσθητισμός] αι-σθη-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. -ΛΟΓΟΤ. τάση που πρεσβεύει ότι κύριος σκοπός της τέχνης είναι η αισθητική απόλαυση (αυτονομία της τέχνης), θεωρώντας την ομορφιά ως το υπέρτατο αγαθό. Βλ. η τέχνη για την τέχνη, -ισμός. [< γαλλ. esthétisme, αγγλ. aestheticism]
1457αισθητοποίηση[αἰσθητοποίηση] αι-σθη-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): διαδικασία κατά την οποία κάτι γίνεται αισθητό και το αντίστοιχο αποτέλεσμα: μέσα ~ης εννοιών (βλ. οπτικοακουστικά/εποπτικά μέσα). Βλ. αν~, ευ~, -ποίηση.
1458αισθητός, ή, ό [αἰσθητός] αι-σθη-τός επίθ. 1. που γίνεται αντιληπτός κυρ. μέσω των αισθήσεων: ~ός: κόσμος (ΑΝΤ. ιδεατός, νοητός). ~ή: εικόνα/πραγματικότητα. Ο σεισμός έγινε ~ σε πολλές περιοχές. Η απουσία/παρουσία της έγινε ~ή (: έκανε/προκάλεσε αίσθηση). Βλ. αναίσθητος, υπερ~. 2. αξιοσημείωτος, μεγάλος: ~ή: άνοδος (της θερμοκρασίας)/αύξηση/βελτίωση/διαφορά/μείωση/πρόοδος (ΣΥΝ. αξιόλογη, σημαντική). ● επίρρ.: αισθητά: Υποχωρούν ~ (= σε μεγάλο βαθμό) οι τιμές του πετρελαίου. [< 1: αρχ. αἰσθητός 2: γαλλ. perceptible]
1459αισιοδοξία[αἰσιοδοξία] αι-σι-ο-δο-ξί-α ουσ. (θηλ.) ΣΥΝ. οπτιμισμός. ΑΝΤ. απαισιοδοξία, πεσιμισμός. 1. θετική στάση απέναντι στα πράγματα, πεποίθηση, προσδοκία ή ελπίδα ότι θα είναι καλή η έκβασή τους: διάχυτη/συγκρατημένη/υπέρμετρη ~. Αίσθημα/άνεμος/κλίμα/μήνυμα/νότες/πνεύμα ~ας. Αντιμετωπίζουμε/ατενίζουμε/κοιτάμε το αύριο με ~. Την ~ του για την πορεία της χώρας εξέφρασε ο ... Βλ. υπερ~. 2. ΦΙΛΟΣ. φιλοσοφική αντίληψη που υποστηρίζει ότι ο κόσμος είναι ο καλύτερος δυνατός και ότι το αγαθό θα υπερισχύσει του κακού. [< γαλλ. optimisme]
1460αισιόδοξος, η, ο [αἰσιόδοξος] αι-σι-ό-δο-ξος επίθ. 1. που τον χαρακτηρίζει αισιοδοξία: ~ο: άτομο (ΣΥΝ. οπτιμιστής, ΑΝΤ. πεσιμιστής). ~ για το εκλογικό αποτέλεσμα/το μέλλον/την πορεία της χώρας. Συγκρατημένα ~.|| ~η: άποψη/διάθεση/στάση (πβ. οπτιμιστικός, ΑΝΤ. πεσιμιστικός). Βλ. υπερ~. ΑΝΤ. απαισιόδοξος 2. ευνοϊκός, θετικός: ~η: εξέλιξη/προοπτική. ~ο: μήνυμα (ΣΥΝ. ευοίωνο, ΑΝΤ. δυσοίωνο)/σχέδιο. ~ες: προβλέψεις. Βλ. αίσιος. ● επίρρ.: αισιόδοξα [< γαλλ. optimiste]
1461αισιοδοξώ[αἰσιοδοξῶ] αι-σι-ο-δο-ξώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {αισιοδοξ-είς ..., -ώντας}: είμαι αισιόδοξος, ελπίζω, προσδοκώ, πιστεύω ότι όλα θα πάνε καλά: ~ για το μέλλον/τη συνέχεια της συνεργασίας μας. ~ και φιλοδοξώ να πετύχω στα νέα μου καθήκοντα. ~ούμε (= ευελπιστούμε) ότι θα τα καταφέρουμε. ΑΝΤ. απαισιοδοξώ
1462αίσιος, α, ο [αἴσιος] αί-σι-ος επίθ. (λόγ.): που έχει θετική, επιτυχή κατάληξη ή σχετίζεται με αυτή: ~α: έκβαση. ~ο: αποτέλεσμα. ~ο (= ευτυχές) τέλος είχε η ιστορία/η περιπέτεια ... ~ οιωνός για το μέλλον (: καλό σημάδι, γούρι). Βλ. εξ~. ΣΥΝ. ευνοϊκός (1), ευοίωνος ΑΝΤ. δυσμενής, δυσοίωνος ● επίρρ.: αισίως (λόγ.) & αίσια: χωρίς αντιξοότητες, επιτέλους: Έκλεισε/έφτασε ~ τα ογδόντα χρόνια.|| Ύστερα από αιματηρές οικονομίες κατάφερα ~ να αγοράσω ... ● ΦΡ.: αίσιο(ν) και ευτυχές το νέο(ν) έτος βλ. έτος [< αρχ. αἴσιος]
1463άισμπεργκ[ἄισμπεργκ] ά-ι-σμπεργκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΒΟΤ. είδος μαρουλιού, κατάλληλο για σαλάτα. [< αμερικ. iceberg lettuce]
1464αίσχιστος, η, ο [αἴσχιστος] αί-σχι-στος επίθ.: υπερβολικά κακός ή αισχρός: ~ος: τρόπος. ~η: συμπεριφορά. ~α: ψεύδη. Προδοσία (του) ~ίστου (= χειρίστου) είδους. Πβ. κάκιστος.|| (ως ουσ.) Τα ~α. [< αρχ. αἴσχιστος]
1465αίσχος[αἶσχος] αί-σχος ουσ. (ουδ.) {αίσχ-ους | -η}: κατάσταση, γεγονός και γενικότ. καθετί απρεπές, ανήθικο, προσβλητικό ή γελοίο, που προκαλεί έντονη δυσαρέκεια: το ~ της διαιτησίας/της παιδικής εκμετάλλευσης και εργασίας/των παράνομων χωματερών/του πολέμου και της βίας. Είναι ~ να ... Το ~ της πόλης μας (: για κάτι ακαλαίσθητο ή επονείδιστο). Πβ. (κατ)αισχύνη, ντροπή, όνειδος.|| (προφ.-ως επίθ.) Τι ~ τραγούδια ήταν αυτά! Το βιβλίο του είναι ~ (= άθλιο, απαίσιο, απαράδεκτο, χάλια), δεν διαβάζεται. ΑΝΤ. αριστούργημα.αίσχη (τα): απρεπείς, ανήθικες πράξεις: ακατονόμαστα/πολιτικά ~. Αποτροπιασμός/ευθύνες για τα ~. Βλέπω/καλύπτω/καταγγέλλω/καταδικάζω/ξεσκεπάζω/σταματήστε τα ~ (= αισχρότητες, χυδαιότητες). (εμφατ.) Τα ~ των ~ών. ● ΦΡ.: αίσχος! (ως επιφών.): Μα, να μου αραδιάζει ένα σωρό ψέματα; ~! ΑΝΤ. εύγε, μπράβο (1), ντροπή και αίσχος & αίσχος και ντροπή & ντροπή και όνειδος (εμφατ.): για να δηλωθεί κάθε επονείδιστη, ανήθικη κατάσταση ή συμπεριφορά: ~ ~ που άφησαν τον άνθρωπο να υποφέρει έτσι! ~ ~ σε όσους διαδίδουν αυτές τις κακοήθειες. [< αρχ. αἶσχος]
1466αισχρο- & αισχρό-: α' συνθετικό λέξεων που προσδιορίζει το β' συνθετικό ως ανήθικο ή χυδαίο: αισχρο-κέρδεια. Αισχρό-λογα.
1467αισχροκέρδεια[αἰσχροκέρδεια] αι-σχρο-κέρ-δει-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.-μειωτ.): κερδοσκοπία: κρούσματα/όργιο/φαινόμενα ~ας. [< αρχ. αἰσχροκέρδεια]
1468αισχροκερδής, ής, ές [αἰσχροκερδής] αι-σχρο-κερ-δής επίθ. {αισχροκερδ-ούς| -είς (ουδ. -ή)} (επίσ.) 1. (για ενέργεια) κερδοσκοπικός. 2. (για πρόσ.) που συμπεριφέρεται κερδοσκοπικά: ~ής: έμπορος. Πβ. κερδοσκόπος. ● επίρρ.: αισχροκερδώς [-ῶς] (λόγ.) [< αρχ. αἰσχροκερδής]
1469αισχροκερδώ[αἰσχροκερδῶ] αι-σχρο-κερ-δώ ρ. (αμτβ.) {αισχροκερδ-εί | αισχροκερδ-ήσει} (επίσ.): κερδοσκοπώ. [< αρχ. αἰσχροκερδῶ]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.