| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 2755 | καταπνίγω | , η, ο [ἀμφίβολος] αμ-φί-βο-λος επίθ. {-ου (λόγ.) -όλου}: αυτός για τον οποίο δεν υπάρχει σιγουριά, βεβαιότητα: ~η: αξία (= αμφισβητήσιμη, ΑΝΤ. αναμφισβήτητη, αναντίρρητη)/έκβαση (= αβέβαιη, ΑΝΤ. βέβαιη)/προοπτική. ~ο: αποτέλεσμα/μέλλον. Η συμμετοχή του παραμένει ~η. ~ης ποιότητας προϊόντα/υπηρεσίες. Άνθρωπος ~ων ικανοτήτων/προθέσεων/προσόντων.|| (λόγ.) ~όλου ηθικής/κύρους. Κειμήλια/ντοκουμέντα ~όλου γνησιότητας/προέλευσης. ΑΝΤ. αναμφίβολος, βέβαιος (1) ● επίρρ.: αμφίβολα ● ΦΡ.: θέτω εν αμφιβόλω [ἐν ἀμφιβόλῳ] (λόγ.): αμφισβητώ: ~ ~ την αξιοπιστία/την άποψη/τους ισχυρισμούς (κάποιου). Η πολιτική σταθερότητα της χώρας τίθεται ~. [< αρχ. ἀμφίβολος, γαλλ. douteux] | |
| 23616 | κατάπνιξη | κα-τά-πνι-ξη ουσ. (θηλ.) (μτφ.-λόγ.): παρεμπόδιση, περιορισμός (περαιτέρω) επέκτασης ή επικράτησης· έλεγχος, συγκράτηση: (βίαιη) ~ μιας επανάστασης/ενός κινήματος. Πβ. καταστολή, πνίξιμο.|| ~ των ενστίκτων (πβ. καταπίεση, χαλιναγώγηση). [< μτγν. κατάπνιξις, γαλλ. étouffement] | |
| 23617 | καταπόδας | κα-τα-πό-δας επίρρ. & κατά πόδας: μόνο στη ● ΦΡ.: ακολουθώ κατά πόδας βλ. πους | |
| 23618 | καταπόδι | κα-τα-πό-δι επίρρ. (λαϊκό): από πίσω: Τους πήρε ~ (= τους ακολούθησε· πβ. ακολουθώ κατά πόδας, παίρνω κάποιον στο κατόπι). Πβ. ξοπίσω. [< μεσν. καταπόδι(ν)] | |
| 23619 | καταπολέμηση | κα-τα-πο-λέ-μη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καταπολεμώ: αποτελεσματική ~ του θορύβου/της ρύπανσης. Αγώνας/μέτρα/νόμος για την ~ της ανεργίας/της εγκληματικότητας/του ρατσισμού/της φοροδιαφυγής/της φτώχειας. Ομάδα ~ης Εμπορίας Ανθρώπων (ακρ. ΟΚΕΑ). Υπηρεσία ~ης της Απάτης. Πβ. εξάλειψη.|| ~ του άγχους. ~ του έιτζ/του καρκίνου/της παχυσαρκίας. Κρέμα για την ~ της κυτταρίτιδας/των ρυτίδων. Πβ. εξαφάνιση, μείωση.|| Ολοκληρωμένη/συστηματική/χημική ~ εντόμων/ζιζανίων/παρασίτων. Πβ. αφανισμός, εξολόθρευση, εξόντωση. ● ΣΥΜΠΛ.: βιολογική καταπολέμηση/βιολογικός έλεγχος (στη βιολογική γεωργία και κτηνοτροφία): ΟΙΚΟΛ. μέθοδος μείωσης ή εξόντωσης των επιβλαβών οργανισμών με χρήση φυσικών εχθρών τους (αρπακτικά έντομα, σκουλήκια, μύκητες, βακτήρια): ~ ~ ασθενειών (των φυτών). [< αγγλ. biological control, 1916] [< μτγν. καταπολέμησις, 'καθυπόταξη'] | |
| 23620 | καταπολεμώ | [καταπολεμῶ] κα-τα-πο-λε-μώ ρ. (μτβ.) {καταπολεμ-ά κ. -άει κ. (σπανιότ.) -εί | καταπολέμ-ησε, -ήσει, -άται κ. -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ώντας} & καταπολεμάω 1. προσπαθώ να περιορίσω ή να εξαλείψω μια ανεπιθύμητη κατάσταση, ένα φαινόμενο: Το σχολείο ~ά τον κοινωνικό αποκλεισμό. Η κυβέρνηση υποσχέθηκε ότι θα ~ήσει τη βία στα γήπεδα (= θα καταστείλει, θα πατάξει).|| ~ τις κακές συνήθειες/τους φόβους μου.|| Αλοιφή που ~ά αποδεδειγμένα/αποτελεσματικά την ξηρότητα του δέρματος/τα σπυράκια. Φάρμακο που ~άει τον πόνο (= καταπραΰνει). ~ήστε το στρες! Πβ. εξαφανίζω. 2. μάχομαι εναντίον: ~ ένα καθεστώς/τους οπαδούς μιας θεωρίας. ~ήθηκε (μετά μανίας/λυσσαλέα) από τους αντιπάλους του. [< αρχ. καταπολεμῶ 'πολεμώ εναντίον', γαλλ. combattre] | |
| 23621 | καταπόνηση | κα-τα-πό-νη-ση ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) πολύ μεγάλη κούραση, εξάντληση, εξασθένηση: μυϊκή/σωματική/ψυχολογική ~. ~ της καρδιάς/των ματιών/της φωνής. Θερμική ~ εργαζομένων. Άσκηση που προκαλεί ~ της σπονδυλικής στήλης. Πβ. εξουθένωση, κάματος, καταβολή, κόπωση.|| Αντοχή φυτών σε αβιοτικές/υδατικές ~ήσεις. 2. ΜΗΧΑΝ. απώλεια, αλλοίωση των ιδιοτήτων ενός σώματος εξαιτίας της επίδρασης δυνάμεων, φορτίων σε αυτό: δυναμική/μηχανική/στατική ~. Σεισμική/τεκτονική ~ κατασκευής/κτιρίων/πετρωμάτων. Κλιματολογικές/περιβαλλοντικές/φυσικές/χημικές ~ήσεις. Αντοχή/συμπεριφορά (τεχνικών υλικών) σε έντονες/επαναλαμβανόμενες ~ήσεις. Βλ. παραμόρφωση.|| ~ ελαστικών/κινητήρα. Πβ. φθορά. [< 1: μτγν. καταπόνησις 2: γαλλ. fatigue] | |
| 23622 | καταπονητικός | , ή, ό κα-τα-πο-νη-τι-κός επίθ. (λόγ.): που καταπονεί: ~ές: ασκήσεις. Πβ. εξαντλητ-, εξουθενωτ-, κοπιαστ-, κουραστ-ικός. | |
| 23623 | καταποντίζω | κα-τα-πο-ντί-ζω ρ. (μτβ.) {καταπόντι-σε, καταποντί-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, καταποντίζ-οντας} 1. κάνω κάτι να βυθιστεί εντελώς ή να υποστεί ολοκληρωτική καθίζηση: Το σκάφος ~στηκε (= βούλιαξε) στο πέλαγος.|| Τμήματα της στεριάς ~στηκαν από έκρηξη ηφαιστείου/λόγω σεισμού. ~σμένες: αρχαίες πόλεις. Βλ. (εξ)αφανίζω. ΣΥΝ. καταβυθίζω 2. (μτφ.) προκαλώ βαρύτατο πλήγμα σε κάποιον, καταστρέφω: Η κρίση απειλεί να ~σει (= διαλύσει) την εταιρεία/οικονομία. Είδε την καριέρα της να ~εται (= γκρεμίζεται, χαντακώνεται). Η ομάδα ~στηκε (= υποβιβάστηκε) στη Β' Εθνική. [< μτγν. καταποντίζω 'ρίχνω μέσα στη θάλασσα', γαλλ. couler] | |
| 23624 | καταποντισμός | κα-τα-πο-ντι-σμός ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) καταπόντιση (η) 1. (μτφ.) ολοσχερής καταστροφή, παταγώδης αποτυχία, βαρύτατο πλήγμα: εκλογικός ~ του κόμματος. Το εγχείρημα κινδυνεύει με/οδηγήθηκε σε ~ό. Πβ. ναυάγιο, φουντάρισμα, χαντάκωμα. 2. καταβύθιση: ~ του νησιού/πλοίου. Πβ. βούλιαγμα. Βλ. -ισμός. ● ΦΡ.: σεισμοί, λοιμοί/λιμοί και καταποντισμοί βλ. σεισμός [< αρχ. καταποντισμός] | |
| 23625 | καταπονώ | [καταπονῶ] κα-τα-πο-νώ ρ. (μτβ.) {καταπον-είς ... | καταπόν-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας} 1. (λόγ.) κουράζω πολύ, εξαντλώ, εξουθενώνω: Μην ~είς άσκοπα τα μάτια/τον οργανισμό σου! Άσκηση που ~εί τα γόνατα/την καρδιά/τη μέση. Η ασθένεια τον έχει ~ήσει πολύ (= καταβάλει). ~ημένος από τη σκληρή δουλειά. Νιώθω αδύναμος και ~ημένος. ΑΝΤ. δυναμ-, τον-, χαλαρ-ώνω, ξεκουράζω. 2. ΜΗΧΑΝ. προκαλώ καταπόνηση: Υλικό που ~είται σε εφελκυσμό/θλίψη/κάμψη/κρούση/στρέψη. Επιφάνειες ~ημένες από την άσκηση δυνάμεων/πιέσεων.|| Το κτίριο έχει ~ηθεί από τους σεισμούς. ~ημένα: φρένα. Πβ. φθείρω. Βλ. παραμορφώνω. [< 1: αρχ. καταπονῶ 2: γαλλ. fatiguer] | |
| 23626 | κατάποση | κα-τά-πο-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καταπίνω: (ΙΑΤΡ.) διαταραχές της ~ης. Δυσκολία στην ~/~ης (= δυσκαταποσία). Πόνος κατά την ~. Δισκία για μάσηση ή ~.|| ~ επικίνδυνων ουσιών. Πνιγμός από ~ αντικειμένου. [< αρχ. κατάποσις] | |
| 23627 | καταπράσινος | , η, ο κα-τα-πρά-σι-νος επίθ. (επιτατ.) 1. με πυκνή βλάστηση, γεμάτος φυτά: ~ος: λόφος. ~η: κοιλάδα/πλαγιά. ~ο: βουνό/νησί/περιβάλλον/τοπίο. ~ες: εκτάσεις. Βλ. άνυδρος, ξερός. 2. τελείως ή έντονα πράσινος: ~α: μάτια (: σμαραγδένια)/φύλλα. Βλ. βαθυπράσινος. [< μεσν. καταπράσινος] | |
| 23628 | καταπράυνση | κα-τα-πρά-υν-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): μείωση της έντασης, ανακούφιση: ~ των φλεγμονών. Το μασάζ συμβάλλει στην ~ του πόνου (πβ. κατευνασμός, μετριασμός). Ρόφημα που βοηθάει στην άμεση ~ του πεπτικού συστήματος. [< μτγν. καταπράϋνσις] | |
| 23629 | καταπραϋντικός | , ή, ό κα-τα-πρα-ϋ-ντι-κός επίθ.: που καταπραΰνει: ~ή: λοσιόν. ~ό: τζελ (αλόης). ~ά: χάπια. Βότανο με μαλακτικές και ~ές ιδιότητες (βλ. χαμομήλι). Πβ. ανακουφιστ-, κατευναστ-, πραϋντ-ικός.|| (σπάν.-μτφ.) ~ή: μουσική (= χαλαρωτική). ~ά: λόγια (= καθησυχαστικά, παρηγορητικά). ● Ουσ.: καταπραϋντικά (τα): ΦΑΡΜΑΚ. ενν. σκευάσματα ή φάρμακα: ~ για το στομάχι. ~ του βήχα. Πβ. αναλγητικά, ηρεμιστικά, παυσίπονα. Βλ. διεγερτικά, κατασταλτικά. ● επίρρ.: καταπραϋντικά [< γαλλ. palliatif] | |
| 23630 | καταπραΰνω | κα-τα-πρα-ΰ-νω ρ. (μτβ.) {καταπράυν-ε, (σπάν.) -θηκε, -θεί, καταπραΰν-οντας}: ανακουφίζω, κατευνάζω: Κρέμα που ~ει τους ερεθισμούς. Ασκήσεις για να ~ετε τον πονοκέφαλο. Πβ. ηρεμώ, καλμάρω.|| (μτφ.) Ο χρόνος ~ε τις πληγές του παρελθόντος. Πβ. αμβλύνω, απαλύνω, μαλακώνω, πραΰνω. ΑΝΤ. διεγείρω. [< αρχ. καταπραΰνω] | |
| 17735 | καταπρόσωπο | [ἐπικρέμαται] ε-πι-κρέ-μα-ται ρ. (αμτβ.) {μτχ. επικρεμάμενος, -η, -ο, στο ενεστ. θ.} (λόγ.) & (προφ.) επικρέμεται: (για κακό, συμφορά) πρόκειται ή μπορεί να συμβεί: ~ η απειλή/ο κίνδυνος/η τιμωρία/η υποψία ότι ... Δαμόκλειος σπάθη ~ πάνω από τα κεφάλια τους. Πβ. αιωρείται, επαπειλείται, επίκειται, πλανιέται. [< αρχ. ἐπικρέμαμαι] | |
| 23631 | καταπρόσωπο | κα-τα-πρό-σω-πο επίρρ. & καταπρόσωπα ΣΥΝ. κατάμουτρα, κατάφατσα 1. (μτφ.) με θάρρος ή θράσος· χωρίς φόβο, ντροπή ή περιστροφές: Θα του τα πω ~!|| Δεν φοβάμαι να κοιτάξω την αλήθεια ~ (= κατάματα). Βλ. ενώπιος ενωπίω. ΣΥΝ. ευθέως 2. κατευθείαν στο πρόσωπο: Είχα τον ήλιο ~.|| Τον έβρισαν ~ (ΑΝΤ. πισώπλατα). [< μεσν. καταπρόσωπον] | |
| 23632 | κατάπρυμα | κα-τά-πρυ-μα επίρρ. & (σπάν.) κατάπρυμνα: ΝΑΥΤ. από την πλευρά της πρύμνης: με τον βοριά ~. Πβ. πρίμα. ΑΝΤ. κατάπλωρα | |
| 23633 | καταπτόηση | κα-τα-πτό-η-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.-επιτατ.): αποθάρρυνση: ~ του αντιπάλου. Πβ. εκφοβισμός. [< μεσν. καταπτόησις] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ