| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 23626 | κατάποση | κα-τά-πο-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καταπίνω: (ΙΑΤΡ.) διαταραχές της ~ης. Δυσκολία στην ~/~ης (= δυσκαταποσία). Πόνος κατά την ~. Δισκία για μάσηση ή ~.|| ~ επικίνδυνων ουσιών. Πνιγμός από ~ αντικειμένου. [< αρχ. κατάποσις] | |
| 23627 | καταπράσινος | , η, ο κα-τα-πρά-σι-νος επίθ. (επιτατ.) 1. με πυκνή βλάστηση, γεμάτος φυτά: ~ος: λόφος. ~η: κοιλάδα/πλαγιά. ~ο: βουνό/νησί/περιβάλλον/τοπίο. ~ες: εκτάσεις. Βλ. άνυδρος, ξερός. 2. τελείως ή έντονα πράσινος: ~α: μάτια (: σμαραγδένια)/φύλλα. Βλ. βαθυπράσινος. [< μεσν. καταπράσινος] | |
| 23628 | καταπράυνση | κα-τα-πρά-υν-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): μείωση της έντασης, ανακούφιση: ~ των φλεγμονών. Το μασάζ συμβάλλει στην ~ του πόνου (πβ. κατευνασμός, μετριασμός). Ρόφημα που βοηθάει στην άμεση ~ του πεπτικού συστήματος. [< μτγν. καταπράϋνσις] | |
| 23629 | καταπραϋντικός | , ή, ό κα-τα-πρα-ϋ-ντι-κός επίθ.: που καταπραΰνει: ~ή: λοσιόν. ~ό: τζελ (αλόης). ~ά: χάπια. Βότανο με μαλακτικές και ~ές ιδιότητες (βλ. χαμομήλι). Πβ. ανακουφιστ-, κατευναστ-, πραϋντ-ικός.|| (σπάν.-μτφ.) ~ή: μουσική (= χαλαρωτική). ~ά: λόγια (= καθησυχαστικά, παρηγορητικά). ● Ουσ.: καταπραϋντικά (τα): ΦΑΡΜΑΚ. ενν. σκευάσματα ή φάρμακα: ~ για το στομάχι. ~ του βήχα. Πβ. αναλγητικά, ηρεμιστικά, παυσίπονα. Βλ. διεγερτικά, κατασταλτικά. ● επίρρ.: καταπραϋντικά [< γαλλ. palliatif] | |
| 23630 | καταπραΰνω | κα-τα-πρα-ΰ-νω ρ. (μτβ.) {καταπράυν-ε, (σπάν.) -θηκε, -θεί, καταπραΰν-οντας}: ανακουφίζω, κατευνάζω: Κρέμα που ~ει τους ερεθισμούς. Ασκήσεις για να ~ετε τον πονοκέφαλο. Πβ. ηρεμώ, καλμάρω.|| (μτφ.) Ο χρόνος ~ε τις πληγές του παρελθόντος. Πβ. αμβλύνω, απαλύνω, μαλακώνω, πραΰνω. ΑΝΤ. διεγείρω. [< αρχ. καταπραΰνω] | |
| 17735 | καταπρόσωπο | [ἐπικρέμαται] ε-πι-κρέ-μα-ται ρ. (αμτβ.) {μτχ. επικρεμάμενος, -η, -ο, στο ενεστ. θ.} (λόγ.) & (προφ.) επικρέμεται: (για κακό, συμφορά) πρόκειται ή μπορεί να συμβεί: ~ η απειλή/ο κίνδυνος/η τιμωρία/η υποψία ότι ... Δαμόκλειος σπάθη ~ πάνω από τα κεφάλια τους. Πβ. αιωρείται, επαπειλείται, επίκειται, πλανιέται. [< αρχ. ἐπικρέμαμαι] | |
| 23631 | καταπρόσωπο | κα-τα-πρό-σω-πο επίρρ. & καταπρόσωπα ΣΥΝ. κατάμουτρα, κατάφατσα 1. (μτφ.) με θάρρος ή θράσος· χωρίς φόβο, ντροπή ή περιστροφές: Θα του τα πω ~!|| Δεν φοβάμαι να κοιτάξω την αλήθεια ~ (= κατάματα). Βλ. ενώπιος ενωπίω. ΣΥΝ. ευθέως 2. κατευθείαν στο πρόσωπο: Είχα τον ήλιο ~.|| Τον έβρισαν ~ (ΑΝΤ. πισώπλατα). [< μεσν. καταπρόσωπον] | |
| 23632 | κατάπρυμα | κα-τά-πρυ-μα επίρρ. & (σπάν.) κατάπρυμνα: ΝΑΥΤ. από την πλευρά της πρύμνης: με τον βοριά ~. Πβ. πρίμα. ΑΝΤ. κατάπλωρα | |
| 23633 | καταπτόηση | κα-τα-πτό-η-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.-επιτατ.): αποθάρρυνση: ~ του αντιπάλου. Πβ. εκφοβισμός. [< μεσν. καταπτόησις] | |
| 23634 | καταπτοώ | [καταπτοῶ] κα-τα-πτο-ώ ρ. (μτβ.) {καταπτο-εί ... | (σπάν.) καταπτό-ησε, -ήσει, -είται, (σπάν.) -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} (απαιτ. λεξιλόγ.-επιτατ.): απογοητεύω, αποθαρρύνω: Με ~ησε το γεγονός ότι ... Η δύναμη και η βούλησή τους δεν ~ούνται. Απελπισμένος και ~ημένος. Η ομάδα γύρισε ηττημένη και ~ημένη. Πβ. καταβάλλω. [< μτγν. καταπτοῶ] | |
| 23635 | κατάπτυστος | , η, ο κα-τά-πτυ-στος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.-επιτατ.): αισχρός, ανήθικος, ελεεινός, χυδαίος: Είναι ~! Πβ. τιποτένιος.|| ~ος: ισχυρισμός. ~η: δήλωση/συμπεριφορά. ~ο: δημοσίευμα. Βλ. ιταμός. ΣΥΝ. αχρείος, φαύλος ● επίρρ.: κατάπτυστα [< αρχ. κατάπτυστος] | |
| 23636 | κατάπτωση | κα-τά-πτω-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) εξάντληση, εξασθένηση, εξουθένωση: νευρική/συναισθηματική/σωματική (βλ. ατονία, κόπωση)/ψυχική (βλ. αθυμία, κατάθλιψη) ~. ΑΝΤ. δυνάμωμα. 2. (μτφ.) ξεπεσμός, παρακμή: ηθική/κοινωνική/πνευματική ~. ~ των αξιών/θεσμών/προτύπων. Πβ. εκφυλισμός, μαρασμός. 3. ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. απώλεια: καταχρηστική/μερική/ολική ~ εγγυητικής επιστολής. ~ ασφάλειας/ποινικής ρήτρας. 4. (επίσ.) κατάρρευση: ~ οροφής. ~ώσεις (βράχων) και κατολισθήσεις. Πβ. πέσιμο.|| (μτφ.) ~ του ηθικού (ΑΝΤ. ανύψωση). Βλ. -πτωση. [< αρχ.-μτγν. κατάπτωσις ‘πτώση, συμφορά, καταπληξία’, γερμ. Verfall] | |
| 23637 | καταπώς | [καταπῶς] κα-τα-πώς επίρρ. (προφ.) & κατά πως: καθώς, (έτσι) όπως: ~ δείχνουν τα πράγματα, πρέπει να ... Φέρεται ~ του αρέσει/τον βολεύει. ~ λένε/φαίνεται, θα παραιτηθεί. [< μεσν. καταπώς] | |
| 23638 | κατάρα | κα-τά-ρα ουσ. (θηλ.) 1. φράση που δηλώνει επιθυμία να πάθει κάποιος κάτι κακό, συχνά με επίκληση υπερφυσικής δύναμης: βαριά ~. Η ~ της έπιασε (= πραγματοποιήθηκε). Την ~ μου να 'χει! Εκστομίζει ~ες.|| (ως επιφών.) ~ (σ)τη στιγμή/(σ)την ώρα που ... (= ανάθεμα)! Βλ. ευλογία. 2. (μτφ.) συμφορά, δυστυχία: η ~ του πολέμου (πβ. μάστιγα). Η χαρτοπαιξία είναι ~. Κάποια ~ τον βαραίνει/βρήκε. ~ έπεσε στο ... Τι ~ είν' αυτή να μη στεριώνει πουθενά! Είναι κατάρα και ευχή μαζί. Βλ. ευτυχία. ● ΦΡ.: γυρίζει σαν την άδικη κατάρα (προφ.): περιφέρεται άσκοπα., ευχή και κατάρα 1. για κάτι που έχει θετικές και αρνητικές πλευρές: Η δόξα/ομορφιά είναι ~ ~ (μαζί). 2. (προφ.) για να δηλωθεί εντολή επιτακτική και δεσμευτική για τον αποδέκτη της: ~ ~ σου αφήνω/δίνω, μην ασχοληθείς ποτέ σου με .../φύγε μακριά!, κατάρα στον λαδέμπορα! βλ. λαδέμπορος [< αρχ. κατάρα] | |
| 23639 | καταραμένος | , η, ο κα-τα-ρα-μέ-νος επίθ. 1. που τον έχουν καταραστεί· κυρ. δυστυχισμένος, κακότυχος σαν να τον βαραίνει κάποια κατάρα: Το σπίτι είναι ~ο (= στοιχειωμένο).|| ~η: γενιά. ~οι: ποιητές (: περιθωριοποιημένοι). ΑΝΤ. ευλογημένος (1) 2. (μτφ.-εμφατ., ως έκφρ. αποδοκιμασίας ή αγανάκτησης) άσχημος, κακός, μισητός: ~ος: καιρός (πβ. παλιόκαιρος). ~η: αρρώστια (πβ. επάρατος)/μέρα (= αποφράδα)/συνήθεια.|| (υβριστ.) ~ε! Πβ. (τρισ)κατάρατος. ● ΦΡ.: στον καταραμένο τόπο (τον) Μάη μήνα βρέχει βλ. Μάης [< μεσν. καταραμένος, γαλλ. maudit] | |
| 23640 | κατάρατος | , η, ο κα-τά-ρα-τος επίθ. (λαϊκό-λογοτ.): καταραμένος. Βλ. τρισ~. [< αρχ. κατάρατος] | |
| 23641 | κατάργηση | κα-τάρ-γη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καταργώ: ~ της θανατικής ποινής/της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων (= άρση)/της ρύθμισης για .../του πολυτονικού συστήματος. ~ δικαιώματος/θέσεων εργασίας (πβ. μείωση). Προς ~ ο νόμος ... ~ήσεις-συγχωνεύσεις οργανισμών. Η διάταξη είναι/τελεί υπό ~. Πβ. ακύρωση, ανατροπή, αχρήστευση, κατάλυση. Βλ. αυτο~, έγκριση, καθιέρωση, κύρωση.|| (ΝΟΜ.) Συμβιβασμός και ~ δίκης.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ (= διαγραφή) επαφής. Ασφαλής ~ συσκευών υλικού (πβ. αποσύνδεση). [< μτγν. κατάργησις] | |
| 22016 | Καταργώ | κα-θι-ε-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {καθιέρω-σε, καθιερώ-θηκε, -μένος, καθιερών-οντας} 1. επιβάλλω κάτι ως θεσμό: ~σε το βραβείο/τον όρο ... Η 1η Δεκεμβρίου ~θηκε ως Παγκόσμια Ημέρα κατά του έιτζ. Οι εθνικές εορτές έχουν ~θεί ως επίσημες ημέρες αργίας. Πβ. θεσμοθετώ, θεσπίζω. Βλ. επισημοποιώ, κατοχυρώνω. ΑΝΤ. καταργώ 2. υιοθετώ μια συνήθεια: Το έχω ~σει να πηγαίνω στο χωριό τα Σαββατοκύριακα. Πβ. εφαρμόζω. 3. (μτφ.) συντελώ στην επιβολή κάποιου και στην αναγνώρισή του από το ευρύτερο κοινό: Το έργο αυτό τον ~σε ως έναν από τους κορυφαίους θεατρικούς συγγραφείς. ΣΥΝ. καταξιώνω [< μεσν. καθιερώνω] | |
| 23642 | καταργώ | [καταργῶ] κα-ταρ-γώ ρ. (μτβ) {καταργ-εί | κατάργ-ησε (λόγ.) κατήργ-ησε, καταργ-ήσει, -είται, -ήθηκε (λόγ. μτχ. καταργη-θείς, -θείσα, -θέν), -ηθεί, -ώντας, -ημένος (λόγ.) κατηργ-ημένος}: διακόπτω την ισχύ, εφαρμογή, λειτουργία, ύπαρξη ή χρήση: ~είται οριστικά/προσωρινά η γραμμή ... ~είται στην πράξη το οκτάωρο. Ο θεσμός/το μέτρο ~ήθηκε. ~ημένες: διατάξεις. Πβ. αίρω, ακύρωνω, ανατρέπω, αχρηστεύω, καταλύω. Βλ. εγκρίνω, καθιερώνω.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ την εγκατάσταση ενός προγράμματος/έναν λογαριασμό. [< μτγν. καταργῶ] | |
| 23643 | καταριέμαι | κα-τα-ριέ-μαι ρ. (μτβ.) {καταρά-στηκα, -στώ, καταρα-μένος} & (λόγ.) καταρώμαι {καταρ-άσαι}: απευθύνω κατάρα· κατ' επέκτ. βρίζω, καταφέρομαι με αγανάκτηση εναντίον: ~ιέται συνεχώς τους φονιάδες του παιδιού του.|| ~ιέται τον εαυτό/τη μοίρα/την τύχη του που ... ΣΥΝ. αναθεματίζω. ΑΝΤ. ευλογώ. ● ΦΡ.: βλαστημώ/καταριέμαι/σιχτιρίζω την ώρα και τη στιγμή που ... βλ. βλαστημώ [< αρχ. καταρῶμαι] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ