| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 23644 | καταρράκτης | κα-ταρ-ρά-κτης ουσ. (αρσ.) & (προφ.) καταρράχτης 1. ΥΔΡΟΓΕΩΛ. απότομη πτώση των νερών ποταμού ή χειμάρρου από μεγάλο ύψος, λόγω μεγάλης κλίσης του εδάφους: τεχνητός/φυσικός ~. Οι ~ες της Έδεσσας/του Νιαγάρα. Βλ. υδροηλεκτρική ενέργεια. 2. ΙΑΤΡ. πάθηση των ματιών, η οποία οφείλεται συνήθ. στην πάροδο της ηλικίας και κατά την οποία παρατηρείται θόλωση του φακού, με αποτέλεσμα τη μείωση της όρασης: γεροντικός/συγγενής ~. Βλ. γλαύκωμα, ενδοφακοί, φακοθρυψία. 3. (μτφ.) καταιγισμός: ~ γεγονότων/πληροφοριών. Πβ. βομβαρδισμός, βροχή, κατακλυσμός, ορυμαγδός, χείμαρρος. 4. (επιστ.-κυρ. ΠΛΗΡΟΦ.-ΗΛΕΚΤΡΟΝ.) αλληλουχία, διαδοχική ακολουθία στοιχείων. ● ΦΡ.: άνοιξαν οι κρουνοί/καταρράκτες του ουρανού βλ. κρουνός [< 1: μτγν. καταρράκτης, γαλλ. cataracte, αγγλ. cataract, γερμ. Katarakt 2: μεσν. καταρράκτης, γαλλ. cataracte, αγγλ. cataract 4: αγγλ. cascade] | |
| 23645 | καταρρακτώδης | , ης, ες κα-ταρ-ρα-κτώ-δης επίθ. {καταρρακτώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): σφοδρός: υπό ~η βροχή (= κατακλυσμιαία). Βλ. θυελλ-, χειμαρρ-ώδης. ● επίρρ.: καταρρακτωδώς [-ῶς] [< γαλλ. torrentiel] | |
| 23646 | καταρρακώνω | κα-ταρ-ρα-κώ-νω ρ. (μτβ.) {καταρράκω-σε, καταρρακώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος, καταρρακών-οντας} (λόγ.): απαξιώνω, ταπεινώνω· εξουθενώνω ψυχικά: Τα σκάνδαλα έχουν ~σει το κύρος της χώρας. ~θηκε η αξιοπιστία/αξιοπρέπειά τους. ~μένη: τιμή/υπόληψη. Πβ. εξευτελίζω, κατασπιλώνω.|| ~μένος απ' τη διάλυση του γάμου του (βλ. ράκος). ~μένο: ηθικό. Πβ. κουρελιάζω. [< αρχ. καταρρακῶ 'σκίζω σε κουρέλια'] | |
| 23647 | καταρράκωση | κα-ταρ-ρά-κω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): εξευτελισμός, ισοπέδωση· εξάντληση, εξουθένωση: ~ της ανθρώπινης αξιοπρέπειας/των αξιών/των θεσμών. Πβ. κατασπίλ-, κατερείπ-, ταπείν-ωση.|| Ψυχολογική ~. Πβ. κουρέλιασμα. | |
| 23648 | καταρράχτης | βλ. καταρράκτης | |
| 23649 | κατάρρευση | κα-τάρ-ρευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. γκρέμισμα, πτώση, σώριασμα: ~ βράχων (πβ. κατολίσθηση)/γέφυρας/στέγης. ~εύσεις κτιρίων από τον σεισμό. 2. (μτφ.) εξάντληση, εξασθένηση: ~ του οργανισμού (βλ. ενδυνάμωση). Στα πρόθυρα νευρικής ~ης. Πβ. κατάπτωση, κολάπσους. 3. (μτφ.) διάλυση, καταστροφή: ~ του μετώπου και υποχώρηση του στρατού.|| Εκλογική/ηθική/οικονομική (βλ. κραχ)/πολιτική ~. ~ της αυτοκρατορίας/του καθεστώτος (= πτώση). Πβ. αποσάθρωση, καθίζηση, παρακμή.|| ~ των ελπίδων/σχεδίων (= ανατροπή, ματαίωση). ~ μιας θεωρίας (= κατάρριψη). ● ΦΡ.: υπό κατάρρευση (λόγ.): για να δηλωθεί ότι κάτι είναι έτοιμο να γκρεμιστεί: ~ ~ το νοσοκομείο.|| (μτφ.) Κοινωνία/οικονομία ~ ~. [< μεσν. κατάρρευσις 'ροή προς τα κάτω', γαλλ. écroulement] | |
| 23874 | καταρρέω | κα-τε-δα-φί-ζω ρ. (μτβ.) {κατεδάφι-σε, κατεδαφί-σει, -στηκε, -στεί, -σμένος, κατεδαφίζ-οντας} 1. γκρεμίζω οικοδόμημα: Το κτίριο ~στηκε. ~σμένος: ναός. Βλ. ανεγείρω, θεμελιώνω, καταρρέει. ΑΝΤ. ανοικοδομώ, κτίζω (1), οικοδομώ (1) 2. (σπανιότ.-μτφ.) καταστρέφω εντελώς. Πβ. διαλύω, φθείρω. [< μεσν. κατεδαφίζω] | |
| 23650 | καταρρέω | κα-ταρ-ρέ-ω ρ. (αμτβ.) {κατέρρευ-σε, καταρρεύ-σει, καταρρέ-οντας} 1. (για πρόσ.) σωριάζομαι: ~σε στα σκαλιά. Ήταν έτοιμος να ~σει. 2. (μτφ.) εξασθενώ, εξαντλούμαι: Μετά τον θάνατο του άντρα της ~σε σωματικά/ψυχολογικά.|| ~σε το ηθικό του. ● καταρρέει 1. γκρεμίζεται, πέφτει: ~σε η οροφή/ο τοίχος. Το σπίτι ~σε σαν χάρτινος πύργος. 2. (μτφ.) διαλύεται, καταστρέφεται: ~σε η οικονομία/το σύστημα. Πβ. παρακμάζω.|| Οι ιδεολογίες/μύθοι ~ουν. Όλα μας τα όνειρα ~σαν μέσα σε μια στιγμή.|| ~σε το εχθρικό μέτωπο. [< αρχ. καταρρέω 'ρέω προς τα κάτω', γαλλ. (s΄) écrouler] | |
| 23651 | καταρρίπτω | κα-ταρ-ρί-πτω ρ. (μτβ.) {κατέρρι-ψε (σπάν.-προφ.) κατάρρι-ψε, καταρρί-ψει, -φθηκε (λόγ. κατερρίφθ-η, -ησαν), (σπάν.-προφ.) -φτηκε, -φθεί (σπάν.-προφ.) -φτεί, καταρρίπτ-οντας} 1. (μτφ.) ανατρέπω, αντικρούω: (για συνήγορο:) ~ψε τις κατηγορίες σε βάρος του πελάτη του. ~φθηκαν τα επιχειρήματα των αντιπάλων του. Πβ. ανασκευάζω.|| Νεότερα στοιχεία ~ουν τον μύθο περί ... ~εται η επικρατούσα αντίληψη ότι ...|| Οι προκαταλήψεις/τα στερεότυπα έχουν πλέον ~φθεί. 2. ΑΘΛ. ξεπερνώ, υπερβαίνω: Έχει ~ψει τρεις φορές το παγκόσμιο ρεκόρ στο άλμα εις μήκος. 3. ΣΤΡΑΤ. βάλλω εναντίον εναέριου στόχου και τον ρίχνω: ~φθηκε αναγνωριστικό αεροσκάφος από μαχητικό/με πύραυλο. [< αρχ. καταρρρίπτω 1,3: γαλλ. abattre 2: battre] | |
| 23652 | καταρρίχηση | κα-ταρ-ρί-χη-ση ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. ταχεία κατάβαση από κάθετη ή κεκλιμένη επιφάνεια με τη βοήθεια ορειβατικού σχοινιού και κατάλληλου εξοπλισμού: ~ βράχων/κτιρίων/φαραγγιών. Βλ. αλπινισμός. ΣΥΝ. ραπέλ ΑΝΤ. αναρρίχηση (1) | |
| 23653 | κατάρριψη | κα-τάρ-ρι-ψη ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) ανατροπή, αντίκρουση: ~ μιας επιστημονικής θεωρίας. Πβ. ανασκευή. 2. ΑΘΛ. ξεπέρασμα, υπέρβαση: ~ ατομικού/ολυμπιακού ρεκόρ. Βλ. ισοφάριση. 3. ΣΤΡΑΤ. βολή εναντίον εναέριου στόχου και πρόκληση πτώσης του: ~ ελικοπτέρου/εχθρικού αεροσκάφους/πυραύλου. [< μτγν. κατάρριψις] | |
| 23654 | καταρροή | κα-ταρ-ρο-ή ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) κατάρρους (ο) {κατάρρ-ου}: ΙΑΤΡ. συνάχι με άφθονη αποβολή βλέννας: ρινική ~ αλλεργικής αιτιολογίας. Μπούκωμα, φτέρνισμα και ~. Πβ. κόρυζα. [< μτγν. καταρροή, γαλλ. catarrhe, αγγλ. catarrh] | |
| 23655 | καταρροϊκός | , ή, ό κα-ταρ-ρο-ϊ-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την καταρροή: ~ή: ρινίτιδα/ωτίτιδα. ● ΣΥΜΠΛ.: καταρροϊκός πυρετός: ΚΤΗΝ. ιογενής λοίμωξη που προσβάλλει αιγοπρόβατα και βοοειδή και μεταδίδεται με κουνούπια του γένους Culicoides. Πβ. κόρυζα. Βλ. αφθώδης πυρετός, επιζωοτία. ΣΥΝ. νόσος της κυανής γλώσσας [< αρχ. καταρροϊκός, γαλλ.-αγγλ. catarrhal, γερμ. katarrhalisch] | |
| 23656 | κατάρρους | βλ. καταρροή | |
| 23657 | κατάρτι | κα-τάρ-τι ουσ. (ουδ.) {καταρτ-ιού}: ΝΑΥΤ. ψηλό κοντάρι πάνω στο οποίο στηρίζονται οι αντένες του σκάφους: ξύλινο/σιδερένιο/σπασμένο ~. Βλ. -κάταρτος, μαΐστρα, μετζάνα, ράντα1, φλόκος. ΣΥΝ. άλμπουρο, ιστός (1) [< μεσν. κατάρτι(ν)] | |
| 23658 | καταρτίζω | κα-ταρ-τί-ζω ρ. (μτβ.) {κατάρτι-σε (λόγ.) κατήρτι-σε, καταρτί-σει, -στηκε, -στεί, μτχ. καταρτιζ-όμενος, καταρτι-σμένος (λόγ.) -σθείς, κατηρτι-σμένος, καταρτίζ-οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. συντάσσω, φτιάχνω: ~σαν ερωτηματολόγιο/κατάλογο/πρόγραμμα. ~σθείσα σύμβαση. 2. παρέχω γνώσεις σε κάποιον: Στόχος του σεμιναρίου είναι να ~σει τους εκπαιδευτικούς στις νέες τεχνολογίες. Οι ~όμενοι που συμμετέχουν στο πρόγραμμα ... Πβ. διδάσκω, εκπαιδεύω, εξασκώ. 3. συγκροτώ: ~στηκε το νέο συμβούλιο (= συστάθηκε). Βλ. οργανώνω. [< 1,3: αρχ. καταρτίζω 2: μτγν. ~ 'προετοιμάζω', γαλλ. instruire, αγγλ. train] | |
| 23659 | κατάρτιση | κα-τάρ-τι-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. παροχή εξειδικευμένων, συμπληρωματικών και σύγχρονων γνώσεων σε εργαζόμενο, ώστε να ανταποκρίνεται καλύτερα στις απαιτήσεις του επαγγέλματός του: ενδοεπιχειρησιακή/ενδοϋπηρεσιακή/θεωρητική/παιδαγωγική/πρακτική/προϋπηρεσιακή/τεχνική ~. Εξ αποστάσεως ~. Εκπαίδευση και ~. ~ εκπαιδευτικών/στελεχών. ~ σε θέματα οργάνωσης. Το ανθρώπινο δυναμικό της εταιρείας έχει άρτια επιστημονική/τεχνολογική ~. Βλ. ΕΠΕΑΕΚ, ΟΕΕΚ, προ~, τηλε~. 2. σύνταξη, συγκρότηση: ~ μητρώου/προϋπολογισμού/σχεδίου. Πβ. εκπόνηση.|| ~ επιτροπής (= σύσταση). ΣΥΝ. καταρτισμός ● ΣΥΜΠΛ.: εναλλασσόμενη κατάρτιση (όρ. της Ευρωπαϊκής Ένωσης): κάθε περίοδος επαγγελματικής κατάρτισης σε επιχειρήσεις, οργανισμούς και ιδρύματα, συμπεριλαμβανομένης και της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Βλ. μαθητεία. [< γαλλ. formation en alternance] , συνεχιζόμενη/διά βίου/διαρκής κατάρτιση: κάθε μαθησιακή δραστηριότητα (υπό την αιγίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης), η οποία αποβλέπει στην εξειδίκευση ανέργων με σκοπό την εξεύρεση εργασίας από μέρους τους, αλλά και στην επιμόρφωση εργαζομένων, προκειμένου να διευκολυνθεί η επαγγελματική τους άνοδος: αρχική και ~ ~. [< αγγλ. continued (vocational) training] [< 1: μτγν. κατάρτισις, γαλλ. formation, αγγλ. training] | |
| 23660 | καταρτισμένος | , η, ο & (λόγ.) κατηρτισμένος 1. που διαθέτει επαγγελματική κατάρτιση: άρτια/επαρκώς/επιστημονικά/υψηλά ~ο προσωπικό. Πλήρως ~η ομάδα συνεργατών. Άριστα ~οι καθηγητές. Πβ. εκπαιδευ-, (εξ)ειδικευ-μένος. Βλ. ανειδίκευτος, ανεκπαίδευτος. ΑΝΤ. ακατάρτιστος (1) 2. που έχει συνταχθεί: λογιστικές καταστάσεις ~ες σύμφωνα με διεθνή πρότυπα. | |
| 23661 | καταρτισμός | κα-ταρ-τι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): κατάρτιση, συγκρότηση. Βλ. -ισμός. [< μτγν. καταρτισμός] | |
| 23663 | καταρχάς, καταρχήν | βλ. αρχή |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ