| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 23634 | καταπτοώ | [καταπτοῶ] κα-τα-πτο-ώ ρ. (μτβ.) {καταπτο-εί ... | (σπάν.) καταπτό-ησε, -ήσει, -είται, (σπάν.) -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} (απαιτ. λεξιλόγ.-επιτατ.): απογοητεύω, αποθαρρύνω: Με ~ησε το γεγονός ότι ... Η δύναμη και η βούλησή τους δεν ~ούνται. Απελπισμένος και ~ημένος. Η ομάδα γύρισε ηττημένη και ~ημένη. Πβ. καταβάλλω. [< μτγν. καταπτοῶ] | |
| 23635 | κατάπτυστος | , η, ο κα-τά-πτυ-στος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.-επιτατ.): αισχρός, ανήθικος, ελεεινός, χυδαίος: Είναι ~! Πβ. τιποτένιος.|| ~ος: ισχυρισμός. ~η: δήλωση/συμπεριφορά. ~ο: δημοσίευμα. Βλ. ιταμός. ΣΥΝ. αχρείος, φαύλος ● επίρρ.: κατάπτυστα [< αρχ. κατάπτυστος] | |
| 23636 | κατάπτωση | κα-τά-πτω-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) εξάντληση, εξασθένηση, εξουθένωση: νευρική/συναισθηματική/σωματική (βλ. ατονία, κόπωση)/ψυχική (βλ. αθυμία, κατάθλιψη) ~. ΑΝΤ. δυνάμωμα. 2. (μτφ.) ξεπεσμός, παρακμή: ηθική/κοινωνική/πνευματική ~. ~ των αξιών/θεσμών/προτύπων. Πβ. εκφυλισμός, μαρασμός. 3. ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. απώλεια: καταχρηστική/μερική/ολική ~ εγγυητικής επιστολής. ~ ασφάλειας/ποινικής ρήτρας. 4. (επίσ.) κατάρρευση: ~ οροφής. ~ώσεις (βράχων) και κατολισθήσεις. Πβ. πέσιμο.|| (μτφ.) ~ του ηθικού (ΑΝΤ. ανύψωση). Βλ. -πτωση. [< αρχ.-μτγν. κατάπτωσις ‘πτώση, συμφορά, καταπληξία’, γερμ. Verfall] | |
| 23637 | καταπώς | [καταπῶς] κα-τα-πώς επίρρ. (προφ.) & κατά πως: καθώς, (έτσι) όπως: ~ δείχνουν τα πράγματα, πρέπει να ... Φέρεται ~ του αρέσει/τον βολεύει. ~ λένε/φαίνεται, θα παραιτηθεί. [< μεσν. καταπώς] | |
| 21958 | καταπώς | κα-θα-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. απουσία ξένων, περιττών ή επιβλαβών στοιχείων: ~ των ακτών/της ατμόσφαιρας/του νερού (πβ. διαύγεια, διαφάνεια). Αέρια υψηλής ~ας.|| Η ~ ενός μετάλλου. Πβ. αυθεντικ-, γνησι-ότητα.|| Γενετική ~ ζώων και φυτών (βλ. ευγονική). Γλωσσική (βλ. καθαρεύουσα)/ιδεολογική ~. Εθνική/φυλετική (πβ. καθαροαιμία· βλ. ρατσισμός) ~. 2. (κατ' επέκτ.) ευκρίνεια: εξαιρετική/υψηλή ~ εικόνας/ήχου. ~ των φωτογραφιών. 3. (μτφ.) ακρίβεια, σαφήνεια: ~ των νοημάτων/του ύφους.|| (ΑΡΧΙΤ.) ~ των γραμμών. 4. (μτφ.) αγνότητα, ειλικρίνεια, εντιμότητα: εσωτερική/ηθική/πολιτική/ψυχική ~. ~ της καρδιάς/των προθέσεων. Βλ. -ότητα. [< αρχ. καθαρότης, γαλλ. pureté] | |
| 23638 | κατάρα | κα-τά-ρα ουσ. (θηλ.) 1. φράση που δηλώνει επιθυμία να πάθει κάποιος κάτι κακό, συχνά με επίκληση υπερφυσικής δύναμης: βαριά ~. Η ~ της έπιασε (= πραγματοποιήθηκε). Την ~ μου να 'χει! Εκστομίζει ~ες.|| (ως επιφών.) ~ (σ)τη στιγμή/(σ)την ώρα που ... (= ανάθεμα)! Βλ. ευλογία. 2. (μτφ.) συμφορά, δυστυχία: η ~ του πολέμου (πβ. μάστιγα). Η χαρτοπαιξία είναι ~. Κάποια ~ τον βαραίνει/βρήκε. ~ έπεσε στο ... Τι ~ είν' αυτή να μη στεριώνει πουθενά! Είναι κατάρα και ευχή μαζί. Βλ. ευτυχία. ● ΦΡ.: γυρίζει σαν την άδικη κατάρα (προφ.): περιφέρεται άσκοπα., ευχή και κατάρα 1. για κάτι που έχει θετικές και αρνητικές πλευρές: Η δόξα/ομορφιά είναι ~ ~ (μαζί). 2. (προφ.) για να δηλωθεί εντολή επιτακτική και δεσμευτική για τον αποδέκτη της: ~ ~ σου αφήνω/δίνω, μην ασχοληθείς ποτέ σου με .../φύγε μακριά!, κατάρα στον λαδέμπορα! βλ. λαδέμπορος [< αρχ. κατάρα] | |
| 23639 | καταραμένος | , η, ο κα-τα-ρα-μέ-νος επίθ. 1. που τον έχουν καταραστεί· κυρ. δυστυχισμένος, κακότυχος σαν να τον βαραίνει κάποια κατάρα: Το σπίτι είναι ~ο (= στοιχειωμένο).|| ~η: γενιά. ~οι: ποιητές (: περιθωριοποιημένοι). ΑΝΤ. ευλογημένος (1) 2. (μτφ.-εμφατ., ως έκφρ. αποδοκιμασίας ή αγανάκτησης) άσχημος, κακός, μισητός: ~ος: καιρός (πβ. παλιόκαιρος). ~η: αρρώστια (πβ. επάρατος)/μέρα (= αποφράδα)/συνήθεια.|| (υβριστ.) ~ε! Πβ. (τρισ)κατάρατος. ● ΦΡ.: στον καταραμένο τόπο (τον) Μάη μήνα βρέχει βλ. Μάης [< μεσν. καταραμένος, γαλλ. maudit] | |
| 23640 | κατάρατος | , η, ο κα-τά-ρα-τος επίθ. (λαϊκό-λογοτ.): καταραμένος. Βλ. τρισ~. [< αρχ. κατάρατος] | |
| 23641 | κατάργηση | κα-τάρ-γη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καταργώ: ~ της θανατικής ποινής/της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων (= άρση)/της ρύθμισης για .../του πολυτονικού συστήματος. ~ δικαιώματος/θέσεων εργασίας (πβ. μείωση). Προς ~ ο νόμος ... ~ήσεις-συγχωνεύσεις οργανισμών. Η διάταξη είναι/τελεί υπό ~. Πβ. ακύρωση, ανατροπή, αχρήστευση, κατάλυση. Βλ. αυτο~, έγκριση, καθιέρωση, κύρωση.|| (ΝΟΜ.) Συμβιβασμός και ~ δίκης.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ (= διαγραφή) επαφής. Ασφαλής ~ συσκευών υλικού (πβ. αποσύνδεση). [< μτγν. κατάργησις] | |
| 22016 | Καταργώ | κα-θι-ε-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {καθιέρω-σε, καθιερώ-θηκε, -μένος, καθιερών-οντας} 1. επιβάλλω κάτι ως θεσμό: ~σε το βραβείο/τον όρο ... Η 1η Δεκεμβρίου ~θηκε ως Παγκόσμια Ημέρα κατά του έιτζ. Οι εθνικές εορτές έχουν ~θεί ως επίσημες ημέρες αργίας. Πβ. θεσμοθετώ, θεσπίζω. Βλ. επισημοποιώ, κατοχυρώνω. ΑΝΤ. καταργώ 2. υιοθετώ μια συνήθεια: Το έχω ~σει να πηγαίνω στο χωριό τα Σαββατοκύριακα. Πβ. εφαρμόζω. 3. (μτφ.) συντελώ στην επιβολή κάποιου και στην αναγνώρισή του από το ευρύτερο κοινό: Το έργο αυτό τον ~σε ως έναν από τους κορυφαίους θεατρικούς συγγραφείς. ΣΥΝ. καταξιώνω [< μεσν. καθιερώνω] | |
| 23642 | καταργώ | [καταργῶ] κα-ταρ-γώ ρ. (μτβ) {καταργ-εί | κατάργ-ησε (λόγ.) κατήργ-ησε, καταργ-ήσει, -είται, -ήθηκε (λόγ. μτχ. καταργη-θείς, -θείσα, -θέν), -ηθεί, -ώντας, -ημένος (λόγ.) κατηργ-ημένος}: διακόπτω την ισχύ, εφαρμογή, λειτουργία, ύπαρξη ή χρήση: ~είται οριστικά/προσωρινά η γραμμή ... ~είται στην πράξη το οκτάωρο. Ο θεσμός/το μέτρο ~ήθηκε. ~ημένες: διατάξεις. Πβ. αίρω, ακύρωνω, ανατρέπω, αχρηστεύω, καταλύω. Βλ. εγκρίνω, καθιερώνω.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ την εγκατάσταση ενός προγράμματος/έναν λογαριασμό. [< μτγν. καταργῶ] | |
| 23643 | καταριέμαι | κα-τα-ριέ-μαι ρ. (μτβ.) {καταρά-στηκα, -στώ, καταρα-μένος} & (λόγ.) καταρώμαι {καταρ-άσαι}: απευθύνω κατάρα· κατ' επέκτ. βρίζω, καταφέρομαι με αγανάκτηση εναντίον: ~ιέται συνεχώς τους φονιάδες του παιδιού του.|| ~ιέται τον εαυτό/τη μοίρα/την τύχη του που ... ΣΥΝ. αναθεματίζω. ΑΝΤ. ευλογώ. ● ΦΡ.: βλαστημώ/καταριέμαι/σιχτιρίζω την ώρα και τη στιγμή που ... βλ. βλαστημώ [< αρχ. καταρῶμαι] | |
| 23644 | καταρράκτης | κα-ταρ-ρά-κτης ουσ. (αρσ.) & (προφ.) καταρράχτης 1. ΥΔΡΟΓΕΩΛ. απότομη πτώση των νερών ποταμού ή χειμάρρου από μεγάλο ύψος, λόγω μεγάλης κλίσης του εδάφους: τεχνητός/φυσικός ~. Οι ~ες της Έδεσσας/του Νιαγάρα. Βλ. υδροηλεκτρική ενέργεια. 2. ΙΑΤΡ. πάθηση των ματιών, η οποία οφείλεται συνήθ. στην πάροδο της ηλικίας και κατά την οποία παρατηρείται θόλωση του φακού, με αποτέλεσμα τη μείωση της όρασης: γεροντικός/συγγενής ~. Βλ. γλαύκωμα, ενδοφακοί, φακοθρυψία. 3. (μτφ.) καταιγισμός: ~ γεγονότων/πληροφοριών. Πβ. βομβαρδισμός, βροχή, κατακλυσμός, ορυμαγδός, χείμαρρος. 4. (επιστ.-κυρ. ΠΛΗΡΟΦ.-ΗΛΕΚΤΡΟΝ.) αλληλουχία, διαδοχική ακολουθία στοιχείων. ● ΦΡ.: άνοιξαν οι κρουνοί/καταρράκτες του ουρανού βλ. κρουνός [< 1: μτγν. καταρράκτης, γαλλ. cataracte, αγγλ. cataract, γερμ. Katarakt 2: μεσν. καταρράκτης, γαλλ. cataracte, αγγλ. cataract 4: αγγλ. cascade] | |
| 23645 | καταρρακτώδης | , ης, ες κα-ταρ-ρα-κτώ-δης επίθ. {καταρρακτώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): σφοδρός: υπό ~η βροχή (= κατακλυσμιαία). Βλ. θυελλ-, χειμαρρ-ώδης. ● επίρρ.: καταρρακτωδώς [-ῶς] [< γαλλ. torrentiel] | |
| 23646 | καταρρακώνω | κα-ταρ-ρα-κώ-νω ρ. (μτβ.) {καταρράκω-σε, καταρρακώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος, καταρρακών-οντας} (λόγ.): απαξιώνω, ταπεινώνω· εξουθενώνω ψυχικά: Τα σκάνδαλα έχουν ~σει το κύρος της χώρας. ~θηκε η αξιοπιστία/αξιοπρέπειά τους. ~μένη: τιμή/υπόληψη. Πβ. εξευτελίζω, κατασπιλώνω.|| ~μένος απ' τη διάλυση του γάμου του (βλ. ράκος). ~μένο: ηθικό. Πβ. κουρελιάζω. [< αρχ. καταρρακῶ 'σκίζω σε κουρέλια'] | |
| 23647 | καταρράκωση | κα-ταρ-ρά-κω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): εξευτελισμός, ισοπέδωση· εξάντληση, εξουθένωση: ~ της ανθρώπινης αξιοπρέπειας/των αξιών/των θεσμών. Πβ. κατασπίλ-, κατερείπ-, ταπείν-ωση.|| Ψυχολογική ~. Πβ. κουρέλιασμα. | |
| 23648 | καταρράχτης | βλ. καταρράκτης | |
| 23649 | κατάρρευση | κα-τάρ-ρευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. γκρέμισμα, πτώση, σώριασμα: ~ βράχων (πβ. κατολίσθηση)/γέφυρας/στέγης. ~εύσεις κτιρίων από τον σεισμό. 2. (μτφ.) εξάντληση, εξασθένηση: ~ του οργανισμού (βλ. ενδυνάμωση). Στα πρόθυρα νευρικής ~ης. Πβ. κατάπτωση, κολάπσους. 3. (μτφ.) διάλυση, καταστροφή: ~ του μετώπου και υποχώρηση του στρατού.|| Εκλογική/ηθική/οικονομική (βλ. κραχ)/πολιτική ~. ~ της αυτοκρατορίας/του καθεστώτος (= πτώση). Πβ. αποσάθρωση, καθίζηση, παρακμή.|| ~ των ελπίδων/σχεδίων (= ανατροπή, ματαίωση). ~ μιας θεωρίας (= κατάρριψη). ● ΦΡ.: υπό κατάρρευση (λόγ.): για να δηλωθεί ότι κάτι είναι έτοιμο να γκρεμιστεί: ~ ~ το νοσοκομείο.|| (μτφ.) Κοινωνία/οικονομία ~ ~. [< μεσν. κατάρρευσις 'ροή προς τα κάτω', γαλλ. écroulement] | |
| 23874 | καταρρέω | κα-τε-δα-φί-ζω ρ. (μτβ.) {κατεδάφι-σε, κατεδαφί-σει, -στηκε, -στεί, -σμένος, κατεδαφίζ-οντας} 1. γκρεμίζω οικοδόμημα: Το κτίριο ~στηκε. ~σμένος: ναός. Βλ. ανεγείρω, θεμελιώνω, καταρρέει. ΑΝΤ. ανοικοδομώ, κτίζω (1), οικοδομώ (1) 2. (σπανιότ.-μτφ.) καταστρέφω εντελώς. Πβ. διαλύω, φθείρω. [< μεσν. κατεδαφίζω] | |
| 23650 | καταρρέω | κα-ταρ-ρέ-ω ρ. (αμτβ.) {κατέρρευ-σε, καταρρεύ-σει, καταρρέ-οντας} 1. (για πρόσ.) σωριάζομαι: ~σε στα σκαλιά. Ήταν έτοιμος να ~σει. 2. (μτφ.) εξασθενώ, εξαντλούμαι: Μετά τον θάνατο του άντρα της ~σε σωματικά/ψυχολογικά.|| ~σε το ηθικό του. ● καταρρέει 1. γκρεμίζεται, πέφτει: ~σε η οροφή/ο τοίχος. Το σπίτι ~σε σαν χάρτινος πύργος. 2. (μτφ.) διαλύεται, καταστρέφεται: ~σε η οικονομία/το σύστημα. Πβ. παρακμάζω.|| Οι ιδεολογίες/μύθοι ~ουν. Όλα μας τα όνειρα ~σαν μέσα σε μια στιγμή.|| ~σε το εχθρικό μέτωπο. [< αρχ. καταρρέω 'ρέω προς τα κάτω', γαλλ. (s΄) écrouler] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ