| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 23664 | καταρώμαι | βλ. καταριέμαι | |
| 23665 | κατάσαρκα | κα-τά-σαρ-κα επίρρ. (λαϊκό-λογοτ.): ακουμπώντας απευθείας πάνω στο σώμα: ρούχο φορεμένο ~ (: χωρίς άλλο ενδιάμεσα). [< μεσν. κατάσαρκα] | |
| 23666 | κατάσβεση | κα-τά-σβε-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): σβήσιμο φωτιάς: γρήγορη/έγκαιρη ~. Αυτόματο σύστημα/επίγεια και εναέρια μέσα (βλ. καναντέρ)/επιχείρηση/υλικά ~ης. Δίνουν μάχη για την ~ της πυρκαγιάς.|| (σπάν.-μτφ.) ~ της επιθυμίας. Πβ. κατάπνιξη. ΣΥΝ. πυρόσβεση [< μτγν. κατάσβεσις] | |
| 23667 | κατασβεστικός | , ή, ό κα-τα-σβε-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την κατάσβεση: ~ή: ικανότητα (πυροσβεστήρα). ~ό: μέσο/υλικό (: αλογονούχα υγρά και αέρια, αφρός, νερό, σκόνη). Πβ. αντιπυρικός. ΣΥΝ. πυροσβεστικός (1) [< μτγν. κατασβεστικός] | |
| 23668 | κατασβήνω | κα-τα-σβή-νω ρ. (μτβ.) {κατέσβε-σε κ. κατέσβη-σε, κατασβέ-σει κ. κατασβή-σει, κατασβέ-στηκε κ. κατασβή-στηκε (λόγ. κατεσβέσθ-η, -ησαν), κατασβε-στεί κ. κατασβη-στεί, συνήθ. στο θ. του αορίστου} & κατασβένω (επίσ.): σβήνω τελείως φωτιά: Χάρη στην άμεση επέμβαση της Πυροσβεστικής, η πυρκαγιά ~στηκε εγκαίρως/πριν επεκταθεί.|| (μτφ.) ~ την επιθυμία. Πβ. κατα-πνίγω, -σιγάζω, κατευνάζω. [< αρχ. κατασβέννυμι] | |
| 23669 | κατασιγάζω | κα-τα-σι-γά-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κατασίγα-σε, κατασιγά-σει, (σπάν.) -στηκε, -στεί, κατασιγάζ-οντας} (λόγ.) 1. γίνομαι πιο ήπιος: Οι φωνές διαμαρτυρίας δεν έχουν ακόμη ~σει (= κοπάσει). 2. μειώνω την ένταση: ~σε τις ανησυχίες μου. Προσπάθεια να ~στεί η λαϊκή οργή. Πβ. καλμάρω, κατευνάζω, μετριάζω. [< αρχ. κατασιγάζω, γαλλ. faire taire] | |
| 23670 | κατασίγαση | κα-τα-σί-γα-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): μετριασμός της έντασης, άμβλυνση: ~ ενός σκανδάλου/των τύψεων/των φόβων. Πβ. κατευνασμός. | |
| 23671 | κατασκάβω | κα-τα-σκά-βω ρ. (μτβ.) {κατέσκα-ψε, κατασκά-ψει, -φτηκε, -φτεί, κατασκα-μμένος (λόγ.) κατεσκα-μμένος} (επιτατ.): σκάβω: Έχουν ~ψει τη γη. ~μμένοι: δρόμοι. [< αρχ. κατασκάπτω] | |
| 23672 | κατασκευάζω | κα-τα-σκευ-ά-ζω ρ. (μτβ.) {κατασκεύα-σα, κατασκευά-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, κατασκευάζ-οντας, -όμενος} 1. φτιάχνω κάτι, από στέρεα συνήθ. υλικά, κυρ. με τη βοήθεια μηχανών και σύμφωνα με συγκεκριμένη τεχνική: ~σαν ένα υβριδικό αυτοκίνητο. ~ηκε με σύγχρονα υλικά. Αντικείμενα ~σμένα από μέταλλο και γυαλί. Πβ. δημιουργώ.|| ~στηκαν σύγχρονα κτίρια (= ανεγέρθηκαν, οικοδομήθηκαν, χτίστηκαν)/πλοία (= ναυπηγήθηκαν). Το έργο θα ~στεί σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα ασφαλείας.|| Το εργοστάσιο ~ει (= παράγει) ηλεκτρικές συσκευές. Βλ. ανα~, προ~.|| (κατ' επέκτ.) Η εταιρεία ~ει ιστοσελίδες. ~άστε (= σχεδιάστε) ένα ισοσκελές τρίγωνο. 2. (μτφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) επινοώ, σκαρώνω: ~ει θεωρίες. Ποιος ~σε αυτή την ιστορία/αυτά τα ψέματα; ~σμένες: δικαιολογίες (= ανυπόστατες, ψεύτικες)/κατηγορίες (= στημένες, φτιαχτές). ~σμένα: στοιχεία (= πλαστά). Πβ. μηχανεύ-, σκαρφίζ-ομαι, πλάθω. [< αρχ. κατασκευάζω, γαλλ. construire] | |
| 23673 | κατασκεύασμα | κα-τα-σκεύ-α-σμα ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) επινόημα, εφεύρημα: Δεν είναι παρά ~ του μυαλού/της φαντασίας του (= αποκύημα, γέννημα). Πρόκειται για άθλια/ιδεολογικά (πβ. ιδεολόγημα)/νοητικά/νομικά/ψευδή ~ατα. 2. δημιούργημα, έργο: αρχιτεκτονικό/υπερσύγχρονο ~. Πβ. τεχνούργημα.|| Κακότεχνο ~ (πβ. τερατούργημα).|| (για πρόσ., υβριστ.) Ηλίθιο ~! Βλ. ανόητος. ΣΥΝ. κατασκευή (2) [< αρχ. κατασκεύασμα, αγγλ. construct] | |
| 23674 | κατασκευαστής | κα-τα-σκευ-α-στής ουσ. (αρσ.) , κατασκευάστρια (η): (κυρ. για εταιρεία) που κατασκευάζει καταναλωτικά αγαθά ή τεχνικά έργα· (για πρόσ.) δημιουργός: (παγκόσμιος) ~ κινητών/υπολογιστών. ~ές επίπλων/μηχανημάτων (βλ. παραγωγός). ~ές ιστοσελίδων (= σχεδιαστές). Βλ. παρασκευαστής.|| (ως επίθ.) Μελετητής ή ~ μηχανικός. Βλ. εργολάβος.|| ~ ρομποτικού συστήματος. ● ΣΥΜΠΛ.: κατασκευαστική/κατασκευάστρια εταιρεία βλ. κατασκευαστικός [< μτγν. κατασκευαστής ‘οργανωτής, ικανός σε επινοήσεις’, γαλλ. constructeur] | |
| 23675 | κατασκευαστικός | , ή, ό κα-τα-σκευ-α-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την κατασκευή κυρ. υποδομών: ~ός: κλαδος/όμιλος. ~ή: δραστηριότητα/τεχνογνωσία. ~ό: κόστος/πρόβλημα (= από κατασκευής)/σχέδιο. ~ά: υλικά (= δομικά). Μεσιτικό και ~ό γραφείο. Εμπορικοί ή ~οί οίκοι. Σε κρίση ο ~ κλάδος/τομέας (= οι κατασκευές). Βλ. προ~. ● επίρρ.: κατασκευαστικά & (σπάν.-λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: κατασκευαστική/κατασκευάστρια εταιρεία & (προφ.) κατασκευαστική: που αναλαμβάνει την υλοποίηση οικοδομικών και γενικότ. τεχνικών έργων. [< γαλλ. société constructrice] [< αρχ. κατασκευαστικός ‘ικανός να προνοεί, εποικοδομητικός’] | |
| 23676 | κατασκευή | κα-τα-σκευ-ή ουσ. (θηλ.) 1. δημιουργία, φτιάξιμο: ~ εργαλείων/κοσμημάτων (= φιλοτέχνηση)/χαρταετού.|| Μηχανολογικές ~ές. Βιομηχανία ~ής (= παραγωγής) επίπλων/ηλεκτρικών συσκευών/οχημάτων (βλ. παρασκευή). Πρόβλημα από ~ής (= κατασκευαστικό).|| (ανέγερση, οικοδόμηση, κτίσιμο:) ~ γέφυρας/κτιρίων. Μελέτη/σχέδιο ~ής αθλητικών εγκαταστάσεων. Μεζονέτες πολυτελούς ~ής. ΑΝΤ. καταστροφή, κατεδάφιση.|| ~ (= σχεδίαση) ιστοσελίδων. Βλ. ανα~. 2. (συνεκδ.) οτιδήποτε έχει κατασκευάσει κάποιος: γεωμετρική/ειδική/μηχανική/μόνιμη/παλιά/φορητή ~. ~ές-χειροτεχνίες μαθητών. Παιχνίδι ~ών. (ΠΑΙΔΑΓ.) ~ γνώσης. Πβ. δημιούργημα, έργο.|| (ΑΡΧΙΤ.-ΟΙΚΟΔ., κτίσμα ή γενικότ. δομική ~) Ανθεκτική/γερή/ελαττωματική/επικίνδυνη/ξύλινη (πβ. ξυλο~)/πρόχειρη ~. Προκάτ ~ (βλ. προ~). ~ στήριξης (σκεπής). Θεμέλια ~ής. Βλ. υπερ~. 3. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) επινόηση· συνεκδ. επινόημα: ~ ειδήσεων (πβ. χάλκευση).|| Δεν είναι παρά μια νοητική ~ (= κατασκεύασμα). 4. δομή, μορφή, σχήμα: η ~ του σώματος (= σωματότυπος). Πβ. καλούπι. ● κατασκευές (οι): τομέας οικονομικής δραστηριότητας που σχετίζεται με την εκτέλεση τεχνικών έργων: οικοδομικές ~. Ο κλάδος των ~ών (= κατασκευαστικός). Βλ. αλουμινο~, μηχανο~, σιδηρο~. ● ΣΥΜΠΛ.: φέρουσα κατασκευή βλ. φέρων ● ΦΡ.: υπό κατασκευή(ν) (επίσ.): σε φάση υλοποίησης: έργα ~ ~. Το σχολείο/σάιτ βρίσκεται ~ ~ (: δεν είναι ακόμα έτοιμο). [< αγγλ. under construction] [< αρχ. κατασκευή, γαλλ.-αγγλ. construction] | |
| 23677 | κατασκηνώνω | κα-τα-σκη-νώ-νω ρ. (αμτβ.) {κατασκήνω-σε, κατασκηνώ-σει, -μένος, κατασκηνών-οντας} 1. στήνω σκηνή για προσωρινή διαμονή: ~σαν δίπλα στο ποτάμι/στο βουνό/στην παραλία (= έκαναν κάμπινγκ).|| Διαδηλωτές ~σαν έξω από το υπουργείο (: για να διαμαρτυρηθούν). 2. (μτφ.-ειρων.) παραμένω κάπου για μεγάλο χρονικό διάστημα: Έχει ~σει στο σπίτι μας και δεν λέει να φύγει. Πβ. θρονιάζ-, καλοκάθ-, στρογγυλοκάθ-, στρών-ομαι. [< αρχ. κατασκηνῶ ‘στρατοπεδεύω, κατοικώ’, γαλλ. camper] | |
| 23678 | κατασκήνωση | κα-τα-σκή-νω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ειδικά διαμορφωμένος χώρος με καταλύματα, χώρους υγιεινής και διάφορες εγκαταστάσεις (π.χ. αθλητικές, ψυχαγωγικές, εστιατόριο, αναψυκτήριο), όπου φιλοξενούνται κυρ. παιδιά ή έφηβοι για παραθερισμό: θερινή/οργανωμένη/περιβαλλοντική/προσκοπική/τουριστική ~. Ιδιωτικές/παιδικές ~ώσεις. Κάθε καλοκαίρι πήγαινε/τον έστελναν οι γονείς του (στην) ~. Βλ. καμπ. 2. εγκατάσταση και προσωρινή διαμονή σε σκηνές· ειδικότ. κάμπινγκ. [< μτγν. κατασκήνωσις ‘στρατοπέδευση’, γαλλ. campement, αγγλ. camping] | |
| 23679 | κατασκηνωτής | κα-τα-σκη-νω-τής ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. κατασκηνώτρια}: μέλος παιδικής κατασκήνωσης· παραθεριστής που κάνει κάμπινγκ. | |
| 23680 | κατασκηνωτικός | , ή, ό κα-τα-σκη-νω-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την κατασκήνωση ή τους κατασκηνωτές: ~ός: εξοπλισμός/τουρισμός (βλ. εναλλακτικός τουρισμός). Εκδρομικοί και ~οί χώροι (= κάμπινγκ).|| ~ό: κέντρο προσκόπων. ~ές: περίοδοι. ~ά: παιχνίδια/προγράμματα. [< αγγλ. camping, camp-] | |
| 23681 | κατάσκιος | , α/ος, ο κα-τά-σκι-ος επίθ. (λόγ.-λογοτ.-επιτατ.): πολύ σκιερός: ~ο: δάσος. [< αρχ. κατάσκιος] | |
| 23682 | κατασκονισμένος | , η, ο κα-τα-σκο-νι-σμέ-νος επίθ. (επιτατ.): που έχει πάρα πολύ σκόνη: ~ο: γραφείο. ~α: βιβλία.|| (για πρόσ.) Καταϊδρωμένος και ~ (= μες στη σκόνη). | |
| 23683 | κατασκοπεία | κα-τα-σκο-πεί-α ουσ. (θηλ.) & κατασκοπία 1. το σύνολο των πρακτικών για την απόκτηση απόρρητων πληροφοριών σχετικά με τα σχέδια και τις δραστηριότητες ξένης κυβέρνησης ή αντίπαλου στρατεύματος· συνεκδ. μυστική υπηρεσία: διεθνής/στρατιωτική ~. Διενέργεια ~ας σε βάρος/κατά/υπέρ μιας χώρας. Δίκτυο/ιστορία/μυθιστόρημα/υπόθεση ~ας. Συνωμοσίες και ~ες. Καταδικάστηκε/κατηγορείται για ~ (βλ. εσχάτη προδοσία). Βλ. αντι~, κυβερνο~, μυστικός πράκτορας.|| Βλ. ΕΥΠ, ΣΙΑ2. 2. (γενικότ.) μυστική παρακολούθηση. Πβ. κατασκόπευση. Βλ. ντετέκτιβ. ● ΣΥΜΠΛ.: βιομηχανική κατασκοπεία: που αποσκοπεί στην υποκλοπή τεχνικών ή κατασκευαστικών μυστικών μιας βιομηχανίας και πραγματοποιείται από ανταγωνίστριά της ή από ξένο κράτος. [< αγγλ. industrial espionage, 1962] [< μτγν. κατασκοπία 'γυναίκα-κατάσκοπος', γαλλ. espionnage] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ