| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 23651 | καταρρίπτω | κα-ταρ-ρί-πτω ρ. (μτβ.) {κατέρρι-ψε (σπάν.-προφ.) κατάρρι-ψε, καταρρί-ψει, -φθηκε (λόγ. κατερρίφθ-η, -ησαν), (σπάν.-προφ.) -φτηκε, -φθεί (σπάν.-προφ.) -φτεί, καταρρίπτ-οντας} 1. (μτφ.) ανατρέπω, αντικρούω: (για συνήγορο:) ~ψε τις κατηγορίες σε βάρος του πελάτη του. ~φθηκαν τα επιχειρήματα των αντιπάλων του. Πβ. ανασκευάζω.|| Νεότερα στοιχεία ~ουν τον μύθο περί ... ~εται η επικρατούσα αντίληψη ότι ...|| Οι προκαταλήψεις/τα στερεότυπα έχουν πλέον ~φθεί. 2. ΑΘΛ. ξεπερνώ, υπερβαίνω: Έχει ~ψει τρεις φορές το παγκόσμιο ρεκόρ στο άλμα εις μήκος. 3. ΣΤΡΑΤ. βάλλω εναντίον εναέριου στόχου και τον ρίχνω: ~φθηκε αναγνωριστικό αεροσκάφος από μαχητικό/με πύραυλο. [< αρχ. καταρρρίπτω 1,3: γαλλ. abattre 2: battre] | |
| 23652 | καταρρίχηση | κα-ταρ-ρί-χη-ση ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. ταχεία κατάβαση από κάθετη ή κεκλιμένη επιφάνεια με τη βοήθεια ορειβατικού σχοινιού και κατάλληλου εξοπλισμού: ~ βράχων/κτιρίων/φαραγγιών. Βλ. αλπινισμός. ΣΥΝ. ραπέλ ΑΝΤ. αναρρίχηση (1) | |
| 23653 | κατάρριψη | κα-τάρ-ρι-ψη ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) ανατροπή, αντίκρουση: ~ μιας επιστημονικής θεωρίας. Πβ. ανασκευή. 2. ΑΘΛ. ξεπέρασμα, υπέρβαση: ~ ατομικού/ολυμπιακού ρεκόρ. Βλ. ισοφάριση. 3. ΣΤΡΑΤ. βολή εναντίον εναέριου στόχου και πρόκληση πτώσης του: ~ ελικοπτέρου/εχθρικού αεροσκάφους/πυραύλου. [< μτγν. κατάρριψις] | |
| 23654 | καταρροή | κα-ταρ-ρο-ή ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) κατάρρους (ο) {κατάρρ-ου}: ΙΑΤΡ. συνάχι με άφθονη αποβολή βλέννας: ρινική ~ αλλεργικής αιτιολογίας. Μπούκωμα, φτέρνισμα και ~. Πβ. κόρυζα. [< μτγν. καταρροή, γαλλ. catarrhe, αγγλ. catarrh] | |
| 23655 | καταρροϊκός | , ή, ό κα-ταρ-ρο-ϊ-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την καταρροή: ~ή: ρινίτιδα/ωτίτιδα. ● ΣΥΜΠΛ.: καταρροϊκός πυρετός: ΚΤΗΝ. ιογενής λοίμωξη που προσβάλλει αιγοπρόβατα και βοοειδή και μεταδίδεται με κουνούπια του γένους Culicoides. Πβ. κόρυζα. Βλ. αφθώδης πυρετός, επιζωοτία. ΣΥΝ. νόσος της κυανής γλώσσας [< αρχ. καταρροϊκός, γαλλ.-αγγλ. catarrhal, γερμ. katarrhalisch] | |
| 23656 | κατάρρους | βλ. καταρροή | |
| 23657 | κατάρτι | κα-τάρ-τι ουσ. (ουδ.) {καταρτ-ιού}: ΝΑΥΤ. ψηλό κοντάρι πάνω στο οποίο στηρίζονται οι αντένες του σκάφους: ξύλινο/σιδερένιο/σπασμένο ~. Βλ. -κάταρτος, μαΐστρα, μετζάνα, ράντα1, φλόκος. ΣΥΝ. άλμπουρο, ιστός (1) [< μεσν. κατάρτι(ν)] | |
| 23658 | καταρτίζω | κα-ταρ-τί-ζω ρ. (μτβ.) {κατάρτι-σε (λόγ.) κατήρτι-σε, καταρτί-σει, -στηκε, -στεί, μτχ. καταρτιζ-όμενος, καταρτι-σμένος (λόγ.) -σθείς, κατηρτι-σμένος, καταρτίζ-οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. συντάσσω, φτιάχνω: ~σαν ερωτηματολόγιο/κατάλογο/πρόγραμμα. ~σθείσα σύμβαση. 2. παρέχω γνώσεις σε κάποιον: Στόχος του σεμιναρίου είναι να ~σει τους εκπαιδευτικούς στις νέες τεχνολογίες. Οι ~όμενοι που συμμετέχουν στο πρόγραμμα ... Πβ. διδάσκω, εκπαιδεύω, εξασκώ. 3. συγκροτώ: ~στηκε το νέο συμβούλιο (= συστάθηκε). Βλ. οργανώνω. [< 1,3: αρχ. καταρτίζω 2: μτγν. ~ 'προετοιμάζω', γαλλ. instruire, αγγλ. train] | |
| 23659 | κατάρτιση | κα-τάρ-τι-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. παροχή εξειδικευμένων, συμπληρωματικών και σύγχρονων γνώσεων σε εργαζόμενο, ώστε να ανταποκρίνεται καλύτερα στις απαιτήσεις του επαγγέλματός του: ενδοεπιχειρησιακή/ενδοϋπηρεσιακή/θεωρητική/παιδαγωγική/πρακτική/προϋπηρεσιακή/τεχνική ~. Εξ αποστάσεως ~. Εκπαίδευση και ~. ~ εκπαιδευτικών/στελεχών. ~ σε θέματα οργάνωσης. Το ανθρώπινο δυναμικό της εταιρείας έχει άρτια επιστημονική/τεχνολογική ~. Βλ. ΕΠΕΑΕΚ, ΟΕΕΚ, προ~, τηλε~. 2. σύνταξη, συγκρότηση: ~ μητρώου/προϋπολογισμού/σχεδίου. Πβ. εκπόνηση.|| ~ επιτροπής (= σύσταση). ΣΥΝ. καταρτισμός ● ΣΥΜΠΛ.: εναλλασσόμενη κατάρτιση (όρ. της Ευρωπαϊκής Ένωσης): κάθε περίοδος επαγγελματικής κατάρτισης σε επιχειρήσεις, οργανισμούς και ιδρύματα, συμπεριλαμβανομένης και της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Βλ. μαθητεία. [< γαλλ. formation en alternance] , συνεχιζόμενη/διά βίου/διαρκής κατάρτιση: κάθε μαθησιακή δραστηριότητα (υπό την αιγίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης), η οποία αποβλέπει στην εξειδίκευση ανέργων με σκοπό την εξεύρεση εργασίας από μέρους τους, αλλά και στην επιμόρφωση εργαζομένων, προκειμένου να διευκολυνθεί η επαγγελματική τους άνοδος: αρχική και ~ ~. [< αγγλ. continued (vocational) training] [< 1: μτγν. κατάρτισις, γαλλ. formation, αγγλ. training] | |
| 23660 | καταρτισμένος | , η, ο & (λόγ.) κατηρτισμένος 1. που διαθέτει επαγγελματική κατάρτιση: άρτια/επαρκώς/επιστημονικά/υψηλά ~ο προσωπικό. Πλήρως ~η ομάδα συνεργατών. Άριστα ~οι καθηγητές. Πβ. εκπαιδευ-, (εξ)ειδικευ-μένος. Βλ. ανειδίκευτος, ανεκπαίδευτος. ΑΝΤ. ακατάρτιστος (1) 2. που έχει συνταχθεί: λογιστικές καταστάσεις ~ες σύμφωνα με διεθνή πρότυπα. | |
| 23661 | καταρτισμός | κα-ταρ-τι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): κατάρτιση, συγκρότηση. Βλ. -ισμός. [< μτγν. καταρτισμός] | |
| 23663 | καταρχάς, καταρχήν | βλ. αρχή | |
| 23664 | καταρώμαι | βλ. καταριέμαι | |
| 23665 | κατάσαρκα | κα-τά-σαρ-κα επίρρ. (λαϊκό-λογοτ.): ακουμπώντας απευθείας πάνω στο σώμα: ρούχο φορεμένο ~ (: χωρίς άλλο ενδιάμεσα). [< μεσν. κατάσαρκα] | |
| 23666 | κατάσβεση | κα-τά-σβε-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): σβήσιμο φωτιάς: γρήγορη/έγκαιρη ~. Αυτόματο σύστημα/επίγεια και εναέρια μέσα (βλ. καναντέρ)/επιχείρηση/υλικά ~ης. Δίνουν μάχη για την ~ της πυρκαγιάς.|| (σπάν.-μτφ.) ~ της επιθυμίας. Πβ. κατάπνιξη. ΣΥΝ. πυρόσβεση [< μτγν. κατάσβεσις] | |
| 23667 | κατασβεστικός | , ή, ό κα-τα-σβε-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την κατάσβεση: ~ή: ικανότητα (πυροσβεστήρα). ~ό: μέσο/υλικό (: αλογονούχα υγρά και αέρια, αφρός, νερό, σκόνη). Πβ. αντιπυρικός. ΣΥΝ. πυροσβεστικός (1) [< μτγν. κατασβεστικός] | |
| 23668 | κατασβήνω | κα-τα-σβή-νω ρ. (μτβ.) {κατέσβε-σε κ. κατέσβη-σε, κατασβέ-σει κ. κατασβή-σει, κατασβέ-στηκε κ. κατασβή-στηκε (λόγ. κατεσβέσθ-η, -ησαν), κατασβε-στεί κ. κατασβη-στεί, συνήθ. στο θ. του αορίστου} & κατασβένω (επίσ.): σβήνω τελείως φωτιά: Χάρη στην άμεση επέμβαση της Πυροσβεστικής, η πυρκαγιά ~στηκε εγκαίρως/πριν επεκταθεί.|| (μτφ.) ~ την επιθυμία. Πβ. κατα-πνίγω, -σιγάζω, κατευνάζω. [< αρχ. κατασβέννυμι] | |
| 23669 | κατασιγάζω | κα-τα-σι-γά-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κατασίγα-σε, κατασιγά-σει, (σπάν.) -στηκε, -στεί, κατασιγάζ-οντας} (λόγ.) 1. γίνομαι πιο ήπιος: Οι φωνές διαμαρτυρίας δεν έχουν ακόμη ~σει (= κοπάσει). 2. μειώνω την ένταση: ~σε τις ανησυχίες μου. Προσπάθεια να ~στεί η λαϊκή οργή. Πβ. καλμάρω, κατευνάζω, μετριάζω. [< αρχ. κατασιγάζω, γαλλ. faire taire] | |
| 23670 | κατασίγαση | κα-τα-σί-γα-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): μετριασμός της έντασης, άμβλυνση: ~ ενός σκανδάλου/των τύψεων/των φόβων. Πβ. κατευνασμός. | |
| 23671 | κατασκάβω | κα-τα-σκά-βω ρ. (μτβ.) {κατέσκα-ψε, κατασκά-ψει, -φτηκε, -φτεί, κατασκα-μμένος (λόγ.) κατεσκα-μμένος} (επιτατ.): σκάβω: Έχουν ~ψει τη γη. ~μμένοι: δρόμοι. [< αρχ. κατασκάπτω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ