Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [24440-24460]

IDΛήμμαΕρμηνεία
23685κατασκοπευτικός, ή, ό κα-τα-σκο-πευ-τι-κός επίθ. & κατασκοπικός: που σχετίζεται με την κατασκοπεία: ~ός: δορυφόρος. ~ή: αποστολή/δράση/πτήση/υπηρεσία (= μυστική). ~ό: αεροσκάφος/δίκτυο. ~ά: εργαλεία (βλ. κοριός, μικροκάμερα)/συστήματα. ● ΣΥΜΠΛ.: κατασκοπευτικό λογισμικό & πρόγραμμα: ΠΛΗΡΟΦ. κακόβουλο λογισμικό που έχει ως σκοπό την υποκλοπή προσωπικών δεδομένων του χρήστη (π.χ. κωδικοί πρόσβασης, αριθμοί τραπεζικών λογαριασμών ή πιστωτικών καρτών) ή την καταγραφή των ιστοσελίδων που επισκέπτεται. Βλ. αντιβάιρους, δούρειος ίππος, ιός, σκουλήκι, τείχος προστασίας. [< αγγλ. spyware, 1994] [< μτγν. κατασκοπικός]
23686κατασκοπεύωκα-τα-σκο-πεύ-ω ρ. (μτβ.) {κατασκόπευ-σε, κατασκοπεύ-σει, -εται, -οντας} 1. παρακολουθώ κρυφά: Γιατί μ' ακολουθείς συνέχεια; Με ~εις; Τους ~αν με κάμερα. Νιώθουν ότι ~ονται. Βλ. κρυφοκοιτάζω. 2. διενεργώ κατασκοπεία: ~ε το στρατόπεδο.|| (για χώρες:) Η ... ~ει δορυφορικά την ... [< μτγν. κατασκοπεύω, γαλλ. espionner
23687κατασκοπίαβλ. κατασκοπεία
23688κατασκοπικός, ή, ό βλ. κατασκοπευτικός
23689κατάσκοπος

κα-τά-σκο-πος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (συνήθ.) -όπου}: πρόσωπο που κάνει κατασκοπεία ή παρακολουθεί κρυφά κάποιον, συνήθ. για να αναφέρει τις κινήσεις του: βιομηχανικός/διπλός ~. Σύλληψη ~όπου. Πβ. (μυστικός) πράκτορας. Βλ. αρχι~, κοριός, μεγάλος αδελφός.|| Δορυφόρος-~ (= κατασκοπευτικός).|| Είναι ο ~ του γραφείου. Πβ. προδότης, σπιούνος, χαφιές.|| (κυρ. στο ποδόσφαιρο) Ο ~ της ομάδας (: βλέπει τους αγώνες των αντιπάλων της ομάδας του και ενημερώνει τον προπονητή της· βλ. κυνηγός ταλέντων, σκάουτερ). [< αρχ. κατάσκοπος, γαλλ. espion]

23690κατασκότεινος, η, ο κα-τα-σκό-τει-νος επίθ. (επιτατ.): πολύ σκοτεινός: ~η: σπηλιά. ~ο: δωμάτιο/υπόγειο.|| (μτφ.) ~ο: μέλλον (= ζοφερό). ΣΥΝ. θεοσκότεινος, ολοσκότεινος, τρισκότεινος ΑΝΤ. κατάφωτος, ολόφωτος ● επίρρ.: κατασκότεινα
23691κατασκοτώνωκα-τα-σκο-τώ-νω ρ. (μτβ.) {κατασκότω-σε, κατασκοτώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος} (προφ.-επιτατ.) 1. δέρνω κάποιον πολύ: Τους ~σαν (= έσπασαν, μαύρισαν, πλάκωσαν, ρήμαξαν, σακάτεψαν, σάπισαν) στο ξύλο. 2. (για ανάγνωση ή μουσική συνήθ. εκτέλεση) αποδίδω ή παίζω πολύ άσχημα, τραγουδώ παράφωνα: Το ~σε το κείμενο/το κομμάτι/το τραγούδι. Πβ. δολοφονώ, κατακρεουργώ. ● Παθ.: κατασκοτώνομαι 1. κουράζομαι υπερβολικά, εξαντλούμαι· δείχνω μεγάλο ζήλο: ~θηκε (= ξεθεώθηκε, ξεπατώθηκε, πέθανε, ψόφησε) στη δουλειά. Γύρισαν ~μένοι απ' την κούραση (= κατακουρασμένοι).|| ~θηκε (= τσακίστηκε) να μας εξυπηρετήσει. 2. χτυπώ, τραυματίζομαι άσχημα: Έπεσε απ' τη σκάλα και ~θηκε (= γκρεμοτσακίστηκε). [< μεσν. κατασκοτώνω]
23692κατασπαράζωκα-τα-σπα-ρά-ζω ρ. (μτβ.) {κατασπάρα-ξε, κατασπαρά-ξει, -χθηκε κ. -χτηκε, -χθεί κ. -χτεί, -γμένος, κατασπαράζ-οντας} & (λόγ.) κατασπαράσσω (επιτατ.): κατακομματιάζω, ξεσκίζω και καταβροχθίζω: Ο αετός/το λιοντάρι ~ξε τη λεία του.|| (μτφ., για πρόσ.) ~ει ό,τι βρει μπροστά του (= χλαπακιάζει)! Μη δουν άνθρωπο να προκόβει, αμέσως να τον ~ξουν (= αφανίσουν, εξοντώσουν, καταστρέψουν)! [< αρχ. κατασπαράσσω]
23693κατασπάραξηκα-τα-σπά-ρα-ξη ουσ. (θηλ.) (επιτατ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κατασπαράζω: ~ από άγρια ζώα.|| (μτφ.) ~ της δημόσιας περιουσίας (= κατασπατάληση, φάγωμα).
23694κατασπαράσσωβλ. κατασπαράζω
23914κατάσπαρτος

, η, ο κα-τε-σπαρ-μέ-νος επίθ. (λόγ.-επιτατ.) ΣΥΝ. διεσπαρμένος, κατάσπαρτος 1. διασκορπισμένος: Το επιστημονικό του έργο είναι ~ο σε ελληνικά και ξένα περιοδικά. Βλ. εγ~. 2. διάσπαρτος: Η περιοχή είναι ~η από/με αρχαία μνημεία. [< αρχ. κατεσπαρμένος, μτχ. παθ. παρακ. του ρ. κατασπείρω]

23695κατάσπαρτος, η, ο κα-τά-σπαρ-τος επίθ. 1. (για χώρο, έκταση) διάσπαρτος: (μτφ.) περιοχή ~η από/με αρχαία ερείπια.|| (κυριολ.) ~α: χωράφια (: σπαρμένα σε όλη τους την έκταση· πβ. κατάφυτος). 2. διασκορπισμένος, σκόρπιος: Στο έργο του υπάρχουν ~α ιστορικά στοιχεία. Πβ. (εγ)κατεσπαρμένος. [< γαλλ. parsemé]
3416Κατάσπαση

[ἀνάσπαση] α-νά-σπα-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): τράβηγμα προς τα πάνω: ~ της άγκυρας (= ανάσυρση). Πβ. ανύψωση.|| (ΙΑΤΡ.) ~ του τένοντα/της κάτω γνάθου (ΑΝΤ. κατάσπαση). [< αρχ. ἀνάσπασις]

23696κατάσπασηκα-τά-σπα-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κίνηση προς τα κάτω: ~ της κάτω γνάθου/(ΓΥΜΝ.) ωμοπλάτης. Πβ. κατέβασμα, χαμήλωμα. Βλ. προσαγωγή. ΑΝΤ. ανάσπαση [< αρχ. κατάσπασις]
23697κατασπατάλησηκα-τα-σπα-τά-λη-ση ουσ. (θηλ.) (επιτατ.): υπερβολική ή μέχρι τέλους σπατάλη: ~ των αποθεματικών/του δημοσίου χρήματος/των κεφαλαίων/της περιουσίας. Πβ. διασκορπισμός, διασπάθιση, ξεκοκάλισμα, ξόδεμα. Βλ. κακοδιαχείριση.|| ~ του χρόνου.|| ~ ενέργειας (βλ. υπερκατανάλωση).
23698κατασπαταλώ[κατασπαταλῶ] κα-τα-σπα-τα-λώ ρ. (μτβ.) {κατασπαταλ-άς, -ά κ. -άει ... | κατασπατάλ-ησε, -ήσει, -άται, -ήθηκε, -ηθεί, (σπάν.) -ημένος, -ώντας} & κατασπαταλάω (επιτατ.): σπαταλώ αλόγιστα ή μέχρι τέλους: ~ησε την κληρονομιά (= καταβρόχθισε, ξεκοκάλισε). ~ήθηκαν τεράστια ποσά για/σε άχρηστα έργα. Πβ. αποσώνω, διασκορπίζω, διασπαθίζω, κατα-ξοδεύω, -τρώω.|| Το νερό ~άται.|| (μτφ.) Μην ~άς τις δυνάμεις σου σε ανούσια πράγματα! [< μτγν. κατασπαταλῶ]
23699κατασπιλώνωκα-τα-σπι-λώ-νω ρ. (μτβ.) (λόγ.-επιτατ.): ατιμάζω, προσβάλλω: ~ουν την τιμή του. Πβ. αμαυρ-, καταρρακ-, κηλιδ-ώνω. [< μτγν. κατασπιλῶ]
23700κατασπίλωσηκα-τα-σπί-λω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.-επιτατ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κατασπιλώνω: ~ της υπόληψης (κάποιου). Πβ. αμαύρ-, καταρράκ-, κηλίδ-ωση. [< μεσν. κατασπίλωσις]
23701κάτασπρος, η, ο κά-τα-σπρος επίθ. (επιτατ.): κατάλευκος: ~ο: χιόνι.|| (μτφ.) Έγινε ~ από τον φόβο (= κατακίτρινος, κατάχλομος). Είναι ~η σαν το γάλα (πβ. πάλλευκος). ΣΥΝ. ολόασπρος, ολόλευκος ΑΝΤ. κατάμαυρος [< μεσν. κάτασπρος]
23702καταστάλαγμακα-τα-στά-λαγ-μα ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.) αποτέλεσμα, προϊόν: ~ σοφίας. Σύγγραμμα που αποτελεί ~ εμπειρίας και γνώσης/πολυετούς μελέτης και έρευνας. Πβ. απαύγασμα, αποκρυστάλλωμα, από-ρροια, -σταγμα. 2. (σπάν.) ίζημα. Πβ. κατακάθι, κατακάθισμα. [< πβ. μτγν. καταστάλαγμα ‘σταγόνα’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.