| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 23703 | κατασταλαγμένος | , η, ο κα-τα-στα-λαγ-μέ-νος επίθ.: που ξέρει τι τον εκφράζει ή τι θέλει· που έχει λάβει οριστική μορφή: ~ος: καλλιτέχνης. Επαγγελματικά/ιδεολογικά/πολιτικά/συναισθηματικά ~. ~ στις απόψεις του. Πβ. ώριμος. ΑΝΤ. αναποφάσιστος.|| ~ο: στιλ/ύφος. Άνθρωπος με ~ες ιδέες. Πβ. αποκρυσταλλωμένος, ξεκάθαρος. ΑΝΤ. ακαταστάλακτος & ακαταστάλαχτος (1) | |
| 23704 | κατασταλάζω | κα-τα-στα-λά-ζω ρ. (αμτβ.) {καταστάλα-ξα, κατασταλά-ξει, -γμένος, κατασταλάζ-οντας} (λόγ.): (μτφ.) οδηγούμαι σε οριστική απόφαση, καταλήγω: Δεν έχει ακόμα ~ξει πού θα πάει/σε μια λύση/τι θα κάνει.|| Μετά από πολλά ταξίδια, ~ξε, τελικά, στην ... (= εγκαταστάθηκε μόνιμα). ● κατασταλάζει: κατακάθεται: Ηφαιστειακά υλικά που έχουν ~ξει στον βυθό. ΣΥΝ. καθιζάνει.|| (μτφ.) ~ουν μέσα στο μυαλό του εικόνες, συζητήσεις και γεγονότα (: απο-, εν-τυπώνονται). Δεν έχει ~ξει η κατάσταση ακόμη (: δεν έχει σταθεροποιηθεί). [< μεσν. κατασταλάζω 'στάζω', αγγλ. settle] | |
| 23705 | κατασταλτικός | , ή, ό κα-τα-σταλ-τι-κός επίθ.: που καταστέλλει: ~ές: μέθοδοι (π.χ. άσκηση βίας, συλλήψεις). Οι ~οί μηχανισμοί του κράτους (: Αστυνομία, Στρατός). ~ά και προληπτικά μέτρα.|| (ΙΑΤΡ.) Η ~ή δράση των κορτικοστεροειδών. Βλ. ανοσο~, ογκο~. ● Ουσ.: κατασταλτικά (τα): ΦΑΡΜΑΚ. φάρμακα που προκαλούν καταστολή του κεντρικού νευρικού συστήματος. Βλ. αγχολυτ-, αντικαταθλιπτ-, διεγερτ-, ηρεμιστ-, καταπραϋντ-ικά, οπιοειδή, υπνωτικό. ● επίρρ.: κατασταλτικά [< μτγν. κατασταλτικός, γαλλ. répressif] | |
| 23707 | καταστασιακός | , ή, ό κα-τα-στα-σι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με την κατάσταση μέσα στην οποία υπάρχει ή συμβαίνει κάτι: ~ά: δεδομένα.|| (ΓΛΩΣΣ.) Το ~ό και κοινωνικό περιβάλλον ενός κειμένου. Βλ. καταστασιακότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: Καταστασιακή Διεθνής: πρωτοποριακό πολιτικό, λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό κίνημα που εμφανίστηκε στα τέλη της δεκαετίας του '50 ως απόγονος του σουρεαλισμού και του λετρισμού. [< γαλλ. Ιnternationale situationniste, 1957] [< αγγλ. situational, γαλλ. situationnel, 1975] | |
| 16373 | καταστασιακός | , ή, ό [ἐννοιολογικός] εν-νοι-ο-λο-γι-κός επίθ. ΣΥΝ. εννοιακός 1. που σχετίζεται με την έννοια: ~ός: ορισμός (βλ. καταστασιακός). ~ή: ανάλυση/δομή/ερμηνεία/οριοθέτηση. ~ό: λεξικό (: με βάση τα σημασιολογικά πεδία)/μοντέλο (δεδομένων)/περιεχόμενο/πλαίσιο. ~ές: κατηγορίες/προσεγγίσεις. Πβ. νοηματ-, σημασιολογ-ικός. 2. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. που σχετίζεται με την εννοιολογική τέχνη: ~ός: καλλιτέχνης. ● επίρρ.: εννοιολογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: εννοιολογική τέχνη: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. καλλιτεχνικό ρεύμα της δεκαετίας του '60 που προτάσσει την πνευματική προσέγγιση του έργου, δηλ. τη σύλληψή του και την ιδέα του έναντι της κατασκευής του. Βλ. μινιμαλισμός., εννοιολογική μεταφορά βλ. μεταφορά [< γαλλ. conceptuel] | |
| 23708 | καταστασιακότητα | κα-τα-στα-σι-α-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. κειμενική λειτουργία που σχετίζεται με τις περιστάσεις στις οποίες χρησιμοποιείται ένα κείμενο. Βλ. αποδεκτ-, (δια)κειμενικ-, πληροφορητικ-, προθετικ-, συνεκτικ-ότητα, συνοχή. [< αγγλ. situationality] | |
| 23709 | καταστατικό | κα-τα-στα-τι-κό ουσ. (ουδ.): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. έγγραφη πράξη σύστασης εταιρείας ή οργανισμού, που καθορίζει τον σκοπό και τους κανόνες λειτουργίας της/του: το ~ του κόμματος/του συλλόγου. Διατάξεις/(υποχρεωτική) τήρηση/τροποποίηση του ~ού. Το ~ προβλέπει ...|| Το ~ της πολυκατοικίας. [< μτγν. καταστατικόν 'καθησυχαστική δύναμη', γαλλ. statuts (les)] | |
| 23710 | καταστατικός | , ή, ό κα-τα-στα-τι-κός επίθ. 1. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. που σχετίζεται με το καταστατικό, καθορίζεται ή προβλέπεται από αυτό: ~ές: αλλαγές/διατάξεις. Τακτική και ~ή γενική συνέλευση. Διοικητικά και λοιπά ~ά όργανα. ~ές: αρχές (= βασικές, θεμελιώδεις). 2. ΦΥΣ.-ΧΗΜ. που αναφέρεται στην κατάσταση: ~ή εξίσωση ιδανικών αερίων. ● επίρρ.: καταστατικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: καταστατικός χάρτης: σύνολο νόμων που ρυθμίζουν τις προϋποθέσεις ίδρυσης εταιρείας ή οργανισμού, καθορίζουν τον σκοπό και την εσωτερική τους λειτουργία ή γενικότ. ρυθμίζουν κάτι· ειδικότ. το Σύνταγμα ενός κράτους: ο ~ ~ της Εκκλησίας της Ελλάδος/του ΟΗΕ. Βλ. χάρτα.|| Ολυμπιακός ~ ~. [< γαλλ. charte constitutionnelle] [< μτγν. καταστατικός 'που καθησυχάζει', γαλλ. statutaire] | |
| 23711 | καταστεί | βλ. καθιστώ | |
| 23712 | καταστέλλω | κα-τα-στέλ-λω ρ. (μτβ.) {κατέστειλ-ε, καταστείλ-ει, καταστέλλ-εται, καταστάλ-θηκε (συνήθ. λόγ. κατεστάλ-η, -ησαν), -θεί (συνήθ. λόγ. -εί), -μένος (λόγ. κατεσταλ-μένος), καταστέλλ-οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.): μειώνω, περιορίζω ή εξαλείφω τελείως αρνητικό συνήθ. φαινόμενο ή (συν)αίσθημα: Η αστυνομία ~ε την εξέγερση. Η επανάσταση/το κίνημα ~θηκε βίαια. Πβ. καταπνίγω.|| Μέτρα για να προληφθούν ή να ~ούν έγκαιρα οι πυρκαγιές. Πβ. ανα-κόπτω, -χαιτίζω, εμποδίζω.|| Φάρμακο που ~ει τον βήχα/την όρεξη/τον πόνο. ~ τον θυμό μου. Πβ. καλμάρω, καταπραΰνω, κατευνάζω, μετριάζω. Βλ. διεγείρω, ερεθίζω. [< αρχ. καταστέλλω] | |
| 23713 | καταστενοχωρώ | [καταστενοχωρῶ] κα-τα-στε-νο-χω-ρώ ρ. (μτβ.) {καταστενοχώρ-ησα, -ήσω, -ήθηκα, -ηθεί, -ημένος, -ώντας} & (προφ.) καταστεναχωρώ (επιτατ.): στενοχωρώ πάρα πολύ: Φαινόταν ~ημένος (= καταλυπημένος, συντετριμμένος. ΑΝΤ. καταχαρούμενος). Πβ. καταθλίβω, ψυχοπλακώνω. [< μτγν. καταστενοχωρῶ] | |
| 23714 | κατάστηθα | κα-τά-στη-θα επίρρ. (λαϊκό-λογοτ.): ακριβώς στο στήθος, στον θώρακα: Η σφαίρα τον βρήκε ~. Βλ. πισώπλατα.|| (μτφ.) Την πλήγωσε ~ (= κατάκαρδα). | |
| 23715 | κατάστημα | κα-τά-στη-μα ουσ. (ουδ.) {καταστήμ-ατος | -ατα} (επίσ.) 1. μαγαζί: γωνιακό/εμπορικό/ηλεκτρονικό/κεντρικό/μεγάλο (βλ. πολυ~) ~. ~ αθλητικών/αφορολογήτων (βλ. ντιούτι φρι)/ηλεκτρικών/ηλεκτρονικών ειδών/υγειονομικού ενδιαφέροντος. Ιδιοκτήτης (= καταστηματάρχης)/βιτρίνα/ράφια/υπάλληλος ~ατος. Αλυσίδα/ωράριο ~άτων. Διατηρεί ~ παιχνιδιών/ρούχων/τροφίμων/υποδημάτων. Αύριο τα ~ατα θα είναι κλειστά. Βλ. πρατήριο. 2. κτίριο στέγασης δημόσιας υπηρεσίας, κοινωφελούς ιδρύματος, εταιρείας, οργανισμού· κατ' επέκτ. η ίδια η υπηρεσία: αστυνομικό/σωφρονιστικό (= φυλακή)/φιλανθρωπικό ~. Συνοικιακά ~ατα. Το κεντρικό ~ της Εθνικής Τράπεζας/των Ελληνικών Ταχυδρομείων. Βλ. υπο~.|| Δημαρχιακό (= δημαρχείο) ~. ● Υποκ.: καταστηματάκι (το): στη σημ. 1. ● Μεγεθ.: καταστηματάρα (η): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Νέων (ακρ. ΕΚΚΝ): αναμορφωτήριο., θεραπευτικό κατάστημα: ΝΟΜ. ίδρυμα στο οποίο παραπέμπονται εγκληματίες που έχουν καταδικαστεί για αξιόποινες πράξεις, αλλά θεωρούνται ότι έχουν το ακαταλόγιστο λόγω π.χ. ψυχοδιανοητικών προβλημάτων ή χρήσης ουσιών: απεξάρτηση τοξικομανών σε ειδικό ~ ~., Σωφρονιστικό Κατάστημα Ανηλίκων & Ίδρυμα Αγωγής Ανηλίκων: αναμορφωτήριο. [< πβ. μτγν. κατάστημα ‘κατάσταση, συμπεριφορά, καιρός’ 1: γαλλ. établissement de commerce 2: γαλλ. établissement] | |
| 23716 | καταστηματάρχης | κα-τα-στη-μα-τάρ-χης ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. καταστηματάρχισσα} (επίσ.): ιδιοκτήτης ή/και διευθυντής εμπορικού καταστήματος: ~ες και εμποροϋπάλληλοι/καταναλωτές/πελάτες/προμηθευτές. Πβ. μαγαζάτορας. Βλ. -άρχης. [< γαλλ. chef d΄établissement] | |
| 23717 | καταστήσει | βλ. καθιστώ | |
| 23718 | κατάστικτος | , η, ο κα-τά-στι-κτος επίθ. (λόγ.): διάστικτος: σώμα ~ο από μώλωπες. Τοίχοι ~οι από/με συνθήματα. [< αρχ. κατάστικτος ‘γεμάτος στίγματα’] | |
| 23719 | κατάστιχο | κα-τά-στι-χο ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (παρωχ.): λογιστικό ή άλλου είδους βιβλίο για καταγραφή στοιχείων: δικαστικά/εμπορικά/οικονομικά/φορολογικά ~α. ~ εσόδων/χρεών. Πβ. κιτάπι, τεφτέρι. Βλ. κατάλογος, σημειωματάριο.|| (μτφ.-προφ.) Έχει περάσει στα ~α της ιστορίας. ● ΦΡ.: (γράφω κάποιον/κάτι) στα μαύρα κατάστιχα: απαξιώνω, υποτιμώ: Τον έχω γράψει/μπήκε ~ ~ (= στη μαύρη λίστα). [< μεσν. κατάστιχον] | |
| 23720 | καταστολέας | κα-τα-στο-λέ-ας ουσ. (αρσ.) {καταστολ-έα | -είς, -έων} 1. ΒΙΟΧ. πρωτεΐνη που συνδέεται με το DNA και εμποδίζει τη μεταγραφή γονιδίου: ~ της γλυκόζης. ~ των ηπατικών μεταστάσεων/της κυτταρικής βιωσιμότητας. Βλ. ενεργοποιητής. 2. ΤΕΧΝΟΛ. (για συσκευή) που μειώνει, περιορίζει κάτι: ~ θορύβου. ~είς υπέρτασης ρεύματος. [< μεσν. καταστολεύς 1: αγγλ. repressor, 1957, 2: αγγλ. suppressor] | |
| 23721 | καταστολή | κα-τα-στο-λή ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) περιορισμός ή παύση της ισχύος, της δράσης: ~ της ανταρσίας/του εγκλήματος/της εξέγερσης. Μέτρα ~ής της τρομοκρατίας. Δυνάμεις ~ής (: στρατιωτικές, αστυνομικές δυνάμεις για την επιβολή της τάξης). Πβ. αποδυνάμωση, εξουδετέρωση, κατά-παυση, -πνιξη, καταπολέμηση.|| (ΙΑΤΡ.) ~ του ανοσοποιητικού συστήματος/των συμπτωμάτων. Βλ. ανοσο~. 2. έλεγχος, συγκράτηση, καταπίεση: ~ των παθών. ~ και απώθηση ανεπιθύμητων σκέψεων από το συνειδητό. 3. ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. κατάσταση μειωμένης λειτουργίας ή ερεθιστικότητας των οργάνων ή του νευρικού συστήματος με φαρμακευτικά μέσα (π.χ. αναλγητικά, κατασταλτικά, ναρκωτικά): Ο ασθενής βρίσκεται/είναι σε/υπό ~. Βλ. κώμα. [< 2: μτγν. καταστολή, αγγλ. repression, suppression] | |
| 23722 | καταστόλιστος | , η, ο κα-τα-στό-λι-στος επίθ. (επιτατ.): πολύ στολισμένος: ~η: βιτρίνα. ~ο: χριστουγεννιάτικο δέντρο. Ναός ~ από/με τοιχογραφίες. Βλ. απέριττος, απλός. ΣΥΝ. ολοστόλιστος |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ