| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 23693 | κατασπάραξη | κα-τα-σπά-ρα-ξη ουσ. (θηλ.) (επιτατ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κατασπαράζω: ~ από άγρια ζώα.|| (μτφ.) ~ της δημόσιας περιουσίας (= κατασπατάληση, φάγωμα). | |
| 23694 | κατασπαράσσω | βλ. κατασπαράζω | |
| 23914 | κατάσπαρτος | , η, ο κα-τε-σπαρ-μέ-νος επίθ. (λόγ.-επιτατ.) ΣΥΝ. διεσπαρμένος, κατάσπαρτος 1. διασκορπισμένος: Το επιστημονικό του έργο είναι ~ο σε ελληνικά και ξένα περιοδικά. Βλ. εγ~. 2. διάσπαρτος: Η περιοχή είναι ~η από/με αρχαία μνημεία. [< αρχ. κατεσπαρμένος, μτχ. παθ. παρακ. του ρ. κατασπείρω] | |
| 23695 | κατάσπαρτος | , η, ο κα-τά-σπαρ-τος επίθ. 1. (για χώρο, έκταση) διάσπαρτος: (μτφ.) περιοχή ~η από/με αρχαία ερείπια.|| (κυριολ.) ~α: χωράφια (: σπαρμένα σε όλη τους την έκταση· πβ. κατάφυτος). 2. διασκορπισμένος, σκόρπιος: Στο έργο του υπάρχουν ~α ιστορικά στοιχεία. Πβ. (εγ)κατεσπαρμένος. [< γαλλ. parsemé] | |
| 3416 | Κατάσπαση | [ἀνάσπαση] α-νά-σπα-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): τράβηγμα προς τα πάνω: ~ της άγκυρας (= ανάσυρση). Πβ. ανύψωση.|| (ΙΑΤΡ.) ~ του τένοντα/της κάτω γνάθου (ΑΝΤ. κατάσπαση). [< αρχ. ἀνάσπασις] | |
| 23696 | κατάσπαση | κα-τά-σπα-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κίνηση προς τα κάτω: ~ της κάτω γνάθου/(ΓΥΜΝ.) ωμοπλάτης. Πβ. κατέβασμα, χαμήλωμα. Βλ. προσαγωγή. ΑΝΤ. ανάσπαση [< αρχ. κατάσπασις] | |
| 23697 | κατασπατάληση | κα-τα-σπα-τά-λη-ση ουσ. (θηλ.) (επιτατ.): υπερβολική ή μέχρι τέλους σπατάλη: ~ των αποθεματικών/του δημοσίου χρήματος/των κεφαλαίων/της περιουσίας. Πβ. διασκορπισμός, διασπάθιση, ξεκοκάλισμα, ξόδεμα. Βλ. κακοδιαχείριση.|| ~ του χρόνου.|| ~ ενέργειας (βλ. υπερκατανάλωση). | |
| 23698 | κατασπαταλώ | [κατασπαταλῶ] κα-τα-σπα-τα-λώ ρ. (μτβ.) {κατασπαταλ-άς, -ά κ. -άει ... | κατασπατάλ-ησε, -ήσει, -άται, -ήθηκε, -ηθεί, (σπάν.) -ημένος, -ώντας} & κατασπαταλάω (επιτατ.): σπαταλώ αλόγιστα ή μέχρι τέλους: ~ησε την κληρονομιά (= καταβρόχθισε, ξεκοκάλισε). ~ήθηκαν τεράστια ποσά για/σε άχρηστα έργα. Πβ. αποσώνω, διασκορπίζω, διασπαθίζω, κατα-ξοδεύω, -τρώω.|| Το νερό ~άται.|| (μτφ.) Μην ~άς τις δυνάμεις σου σε ανούσια πράγματα! [< μτγν. κατασπαταλῶ] | |
| 23699 | κατασπιλώνω | κα-τα-σπι-λώ-νω ρ. (μτβ.) (λόγ.-επιτατ.): ατιμάζω, προσβάλλω: ~ουν την τιμή του. Πβ. αμαυρ-, καταρρακ-, κηλιδ-ώνω. [< μτγν. κατασπιλῶ] | |
| 23700 | κατασπίλωση | κα-τα-σπί-λω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.-επιτατ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κατασπιλώνω: ~ της υπόληψης (κάποιου). Πβ. αμαύρ-, καταρράκ-, κηλίδ-ωση. [< μεσν. κατασπίλωσις] | |
| 23701 | κάτασπρος | , η, ο κά-τα-σπρος επίθ. (επιτατ.): κατάλευκος: ~ο: χιόνι.|| (μτφ.) Έγινε ~ από τον φόβο (= κατακίτρινος, κατάχλομος). Είναι ~η σαν το γάλα (πβ. πάλλευκος). ΣΥΝ. ολόασπρος, ολόλευκος ΑΝΤ. κατάμαυρος [< μεσν. κάτασπρος] | |
| 23702 | καταστάλαγμα | κα-τα-στά-λαγ-μα ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.) αποτέλεσμα, προϊόν: ~ σοφίας. Σύγγραμμα που αποτελεί ~ εμπειρίας και γνώσης/πολυετούς μελέτης και έρευνας. Πβ. απαύγασμα, αποκρυστάλλωμα, από-ρροια, -σταγμα. 2. (σπάν.) ίζημα. Πβ. κατακάθι, κατακάθισμα. [< πβ. μτγν. καταστάλαγμα ‘σταγόνα’] | |
| 23703 | κατασταλαγμένος | , η, ο κα-τα-στα-λαγ-μέ-νος επίθ.: που ξέρει τι τον εκφράζει ή τι θέλει· που έχει λάβει οριστική μορφή: ~ος: καλλιτέχνης. Επαγγελματικά/ιδεολογικά/πολιτικά/συναισθηματικά ~. ~ στις απόψεις του. Πβ. ώριμος. ΑΝΤ. αναποφάσιστος.|| ~ο: στιλ/ύφος. Άνθρωπος με ~ες ιδέες. Πβ. αποκρυσταλλωμένος, ξεκάθαρος. ΑΝΤ. ακαταστάλακτος & ακαταστάλαχτος (1) | |
| 23704 | κατασταλάζω | κα-τα-στα-λά-ζω ρ. (αμτβ.) {καταστάλα-ξα, κατασταλά-ξει, -γμένος, κατασταλάζ-οντας} (λόγ.): (μτφ.) οδηγούμαι σε οριστική απόφαση, καταλήγω: Δεν έχει ακόμα ~ξει πού θα πάει/σε μια λύση/τι θα κάνει.|| Μετά από πολλά ταξίδια, ~ξε, τελικά, στην ... (= εγκαταστάθηκε μόνιμα). ● κατασταλάζει: κατακάθεται: Ηφαιστειακά υλικά που έχουν ~ξει στον βυθό. ΣΥΝ. καθιζάνει.|| (μτφ.) ~ουν μέσα στο μυαλό του εικόνες, συζητήσεις και γεγονότα (: απο-, εν-τυπώνονται). Δεν έχει ~ξει η κατάσταση ακόμη (: δεν έχει σταθεροποιηθεί). [< μεσν. κατασταλάζω 'στάζω', αγγλ. settle] | |
| 23705 | κατασταλτικός | , ή, ό κα-τα-σταλ-τι-κός επίθ.: που καταστέλλει: ~ές: μέθοδοι (π.χ. άσκηση βίας, συλλήψεις). Οι ~οί μηχανισμοί του κράτους (: Αστυνομία, Στρατός). ~ά και προληπτικά μέτρα.|| (ΙΑΤΡ.) Η ~ή δράση των κορτικοστεροειδών. Βλ. ανοσο~, ογκο~. ● Ουσ.: κατασταλτικά (τα): ΦΑΡΜΑΚ. φάρμακα που προκαλούν καταστολή του κεντρικού νευρικού συστήματος. Βλ. αγχολυτ-, αντικαταθλιπτ-, διεγερτ-, ηρεμιστ-, καταπραϋντ-ικά, οπιοειδή, υπνωτικό. ● επίρρ.: κατασταλτικά [< μτγν. κατασταλτικός, γαλλ. répressif] | |
| 23707 | καταστασιακός | , ή, ό κα-τα-στα-σι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με την κατάσταση μέσα στην οποία υπάρχει ή συμβαίνει κάτι: ~ά: δεδομένα.|| (ΓΛΩΣΣ.) Το ~ό και κοινωνικό περιβάλλον ενός κειμένου. Βλ. καταστασιακότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: Καταστασιακή Διεθνής: πρωτοποριακό πολιτικό, λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό κίνημα που εμφανίστηκε στα τέλη της δεκαετίας του '50 ως απόγονος του σουρεαλισμού και του λετρισμού. [< γαλλ. Ιnternationale situationniste, 1957] [< αγγλ. situational, γαλλ. situationnel, 1975] | |
| 16373 | καταστασιακός | , ή, ό [ἐννοιολογικός] εν-νοι-ο-λο-γι-κός επίθ. ΣΥΝ. εννοιακός 1. που σχετίζεται με την έννοια: ~ός: ορισμός (βλ. καταστασιακός). ~ή: ανάλυση/δομή/ερμηνεία/οριοθέτηση. ~ό: λεξικό (: με βάση τα σημασιολογικά πεδία)/μοντέλο (δεδομένων)/περιεχόμενο/πλαίσιο. ~ές: κατηγορίες/προσεγγίσεις. Πβ. νοηματ-, σημασιολογ-ικός. 2. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. που σχετίζεται με την εννοιολογική τέχνη: ~ός: καλλιτέχνης. ● επίρρ.: εννοιολογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: εννοιολογική τέχνη: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. καλλιτεχνικό ρεύμα της δεκαετίας του '60 που προτάσσει την πνευματική προσέγγιση του έργου, δηλ. τη σύλληψή του και την ιδέα του έναντι της κατασκευής του. Βλ. μινιμαλισμός., εννοιολογική μεταφορά βλ. μεταφορά [< γαλλ. conceptuel] | |
| 23708 | καταστασιακότητα | κα-τα-στα-σι-α-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. κειμενική λειτουργία που σχετίζεται με τις περιστάσεις στις οποίες χρησιμοποιείται ένα κείμενο. Βλ. αποδεκτ-, (δια)κειμενικ-, πληροφορητικ-, προθετικ-, συνεκτικ-ότητα, συνοχή. [< αγγλ. situationality] | |
| 23709 | καταστατικό | κα-τα-στα-τι-κό ουσ. (ουδ.): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. έγγραφη πράξη σύστασης εταιρείας ή οργανισμού, που καθορίζει τον σκοπό και τους κανόνες λειτουργίας της/του: το ~ του κόμματος/του συλλόγου. Διατάξεις/(υποχρεωτική) τήρηση/τροποποίηση του ~ού. Το ~ προβλέπει ...|| Το ~ της πολυκατοικίας. [< μτγν. καταστατικόν 'καθησυχαστική δύναμη', γαλλ. statuts (les)] | |
| 23710 | καταστατικός | , ή, ό κα-τα-στα-τι-κός επίθ. 1. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. που σχετίζεται με το καταστατικό, καθορίζεται ή προβλέπεται από αυτό: ~ές: αλλαγές/διατάξεις. Τακτική και ~ή γενική συνέλευση. Διοικητικά και λοιπά ~ά όργανα. ~ές: αρχές (= βασικές, θεμελιώδεις). 2. ΦΥΣ.-ΧΗΜ. που αναφέρεται στην κατάσταση: ~ή εξίσωση ιδανικών αερίων. ● επίρρ.: καταστατικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: καταστατικός χάρτης: σύνολο νόμων που ρυθμίζουν τις προϋποθέσεις ίδρυσης εταιρείας ή οργανισμού, καθορίζουν τον σκοπό και την εσωτερική τους λειτουργία ή γενικότ. ρυθμίζουν κάτι· ειδικότ. το Σύνταγμα ενός κράτους: ο ~ ~ της Εκκλησίας της Ελλάδος/του ΟΗΕ. Βλ. χάρτα.|| Ολυμπιακός ~ ~. [< γαλλ. charte constitutionnelle] [< μτγν. καταστατικός 'που καθησυχάζει', γαλλ. statutaire] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ