| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 23711 | καταστεί | βλ. καθιστώ | |
| 23712 | καταστέλλω | κα-τα-στέλ-λω ρ. (μτβ.) {κατέστειλ-ε, καταστείλ-ει, καταστέλλ-εται, καταστάλ-θηκε (συνήθ. λόγ. κατεστάλ-η, -ησαν), -θεί (συνήθ. λόγ. -εί), -μένος (λόγ. κατεσταλ-μένος), καταστέλλ-οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.): μειώνω, περιορίζω ή εξαλείφω τελείως αρνητικό συνήθ. φαινόμενο ή (συν)αίσθημα: Η αστυνομία ~ε την εξέγερση. Η επανάσταση/το κίνημα ~θηκε βίαια. Πβ. καταπνίγω.|| Μέτρα για να προληφθούν ή να ~ούν έγκαιρα οι πυρκαγιές. Πβ. ανα-κόπτω, -χαιτίζω, εμποδίζω.|| Φάρμακο που ~ει τον βήχα/την όρεξη/τον πόνο. ~ τον θυμό μου. Πβ. καλμάρω, καταπραΰνω, κατευνάζω, μετριάζω. Βλ. διεγείρω, ερεθίζω. [< αρχ. καταστέλλω] | |
| 23713 | καταστενοχωρώ | [καταστενοχωρῶ] κα-τα-στε-νο-χω-ρώ ρ. (μτβ.) {καταστενοχώρ-ησα, -ήσω, -ήθηκα, -ηθεί, -ημένος, -ώντας} & (προφ.) καταστεναχωρώ (επιτατ.): στενοχωρώ πάρα πολύ: Φαινόταν ~ημένος (= καταλυπημένος, συντετριμμένος. ΑΝΤ. καταχαρούμενος). Πβ. καταθλίβω, ψυχοπλακώνω. [< μτγν. καταστενοχωρῶ] | |
| 23714 | κατάστηθα | κα-τά-στη-θα επίρρ. (λαϊκό-λογοτ.): ακριβώς στο στήθος, στον θώρακα: Η σφαίρα τον βρήκε ~. Βλ. πισώπλατα.|| (μτφ.) Την πλήγωσε ~ (= κατάκαρδα). | |
| 23715 | κατάστημα | κα-τά-στη-μα ουσ. (ουδ.) {καταστήμ-ατος | -ατα} (επίσ.) 1. μαγαζί: γωνιακό/εμπορικό/ηλεκτρονικό/κεντρικό/μεγάλο (βλ. πολυ~) ~. ~ αθλητικών/αφορολογήτων (βλ. ντιούτι φρι)/ηλεκτρικών/ηλεκτρονικών ειδών/υγειονομικού ενδιαφέροντος. Ιδιοκτήτης (= καταστηματάρχης)/βιτρίνα/ράφια/υπάλληλος ~ατος. Αλυσίδα/ωράριο ~άτων. Διατηρεί ~ παιχνιδιών/ρούχων/τροφίμων/υποδημάτων. Αύριο τα ~ατα θα είναι κλειστά. Βλ. πρατήριο. 2. κτίριο στέγασης δημόσιας υπηρεσίας, κοινωφελούς ιδρύματος, εταιρείας, οργανισμού· κατ' επέκτ. η ίδια η υπηρεσία: αστυνομικό/σωφρονιστικό (= φυλακή)/φιλανθρωπικό ~. Συνοικιακά ~ατα. Το κεντρικό ~ της Εθνικής Τράπεζας/των Ελληνικών Ταχυδρομείων. Βλ. υπο~.|| Δημαρχιακό (= δημαρχείο) ~. ● Υποκ.: καταστηματάκι (το): στη σημ. 1. ● Μεγεθ.: καταστηματάρα (η): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Νέων (ακρ. ΕΚΚΝ): αναμορφωτήριο., θεραπευτικό κατάστημα: ΝΟΜ. ίδρυμα στο οποίο παραπέμπονται εγκληματίες που έχουν καταδικαστεί για αξιόποινες πράξεις, αλλά θεωρούνται ότι έχουν το ακαταλόγιστο λόγω π.χ. ψυχοδιανοητικών προβλημάτων ή χρήσης ουσιών: απεξάρτηση τοξικομανών σε ειδικό ~ ~., Σωφρονιστικό Κατάστημα Ανηλίκων & Ίδρυμα Αγωγής Ανηλίκων: αναμορφωτήριο. [< πβ. μτγν. κατάστημα ‘κατάσταση, συμπεριφορά, καιρός’ 1: γαλλ. établissement de commerce 2: γαλλ. établissement] | |
| 23716 | καταστηματάρχης | κα-τα-στη-μα-τάρ-χης ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. καταστηματάρχισσα} (επίσ.): ιδιοκτήτης ή/και διευθυντής εμπορικού καταστήματος: ~ες και εμποροϋπάλληλοι/καταναλωτές/πελάτες/προμηθευτές. Πβ. μαγαζάτορας. Βλ. -άρχης. [< γαλλ. chef d΄établissement] | |
| 23717 | καταστήσει | βλ. καθιστώ | |
| 23718 | κατάστικτος | , η, ο κα-τά-στι-κτος επίθ. (λόγ.): διάστικτος: σώμα ~ο από μώλωπες. Τοίχοι ~οι από/με συνθήματα. [< αρχ. κατάστικτος ‘γεμάτος στίγματα’] | |
| 23719 | κατάστιχο | κα-τά-στι-χο ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (παρωχ.): λογιστικό ή άλλου είδους βιβλίο για καταγραφή στοιχείων: δικαστικά/εμπορικά/οικονομικά/φορολογικά ~α. ~ εσόδων/χρεών. Πβ. κιτάπι, τεφτέρι. Βλ. κατάλογος, σημειωματάριο.|| (μτφ.-προφ.) Έχει περάσει στα ~α της ιστορίας. ● ΦΡ.: (γράφω κάποιον/κάτι) στα μαύρα κατάστιχα: απαξιώνω, υποτιμώ: Τον έχω γράψει/μπήκε ~ ~ (= στη μαύρη λίστα). [< μεσν. κατάστιχον] | |
| 23720 | καταστολέας | κα-τα-στο-λέ-ας ουσ. (αρσ.) {καταστολ-έα | -είς, -έων} 1. ΒΙΟΧ. πρωτεΐνη που συνδέεται με το DNA και εμποδίζει τη μεταγραφή γονιδίου: ~ της γλυκόζης. ~ των ηπατικών μεταστάσεων/της κυτταρικής βιωσιμότητας. Βλ. ενεργοποιητής. 2. ΤΕΧΝΟΛ. (για συσκευή) που μειώνει, περιορίζει κάτι: ~ θορύβου. ~είς υπέρτασης ρεύματος. [< μεσν. καταστολεύς 1: αγγλ. repressor, 1957, 2: αγγλ. suppressor] | |
| 23721 | καταστολή | κα-τα-στο-λή ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) περιορισμός ή παύση της ισχύος, της δράσης: ~ της ανταρσίας/του εγκλήματος/της εξέγερσης. Μέτρα ~ής της τρομοκρατίας. Δυνάμεις ~ής (: στρατιωτικές, αστυνομικές δυνάμεις για την επιβολή της τάξης). Πβ. αποδυνάμωση, εξουδετέρωση, κατά-παυση, -πνιξη, καταπολέμηση.|| (ΙΑΤΡ.) ~ του ανοσοποιητικού συστήματος/των συμπτωμάτων. Βλ. ανοσο~. 2. έλεγχος, συγκράτηση, καταπίεση: ~ των παθών. ~ και απώθηση ανεπιθύμητων σκέψεων από το συνειδητό. 3. ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. κατάσταση μειωμένης λειτουργίας ή ερεθιστικότητας των οργάνων ή του νευρικού συστήματος με φαρμακευτικά μέσα (π.χ. αναλγητικά, κατασταλτικά, ναρκωτικά): Ο ασθενής βρίσκεται/είναι σε/υπό ~. Βλ. κώμα. [< 2: μτγν. καταστολή, αγγλ. repression, suppression] | |
| 23722 | καταστόλιστος | , η, ο κα-τα-στό-λι-στος επίθ. (επιτατ.): πολύ στολισμένος: ~η: βιτρίνα. ~ο: χριστουγεννιάτικο δέντρο. Ναός ~ από/με τοιχογραφίες. Βλ. απέριττος, απλός. ΣΥΝ. ολοστόλιστος | |
| 23723 | καταστρατήγηση | κα-τα-στρα-τή-γη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καταστρατηγώ: μερική/παράνομη ~ εργασιακών δικαιωμάτων/νομοθεσίας/όρων σύμβασης. ~ και υπονόμευση του ωραρίου εργασίας (βλ. τήρηση). Αποτροπή ~ήσεων. Πβ. αθέτηση, καταπάτηση, παράβαση, παραβίαση. | |
| 23724 | καταστρατηγώ | [καταστρατηγῶ] ρ. (μτβ.) {καταστρατήγ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, (σπάν.) -ημένος, -ώντας} (επίσ.): καταπατώ, παραβαίνω, παραβιάζω: ~ούνται πανανθρώπινες και παγκόσμιες αξίες. Βασικά δικαιώματα/θεμελιώδεις ελευθερίες/κανονισμοί/όροι που ~ήθηκαν. Πβ. αθετώ. Βλ. σέβομαι, τηρώ, φυλάσσω. [< μτγν. καταστρατηγῶ ‘νικώ με πολεμικά τεχνάσματα’] | |
| 23725 | καταστρεπτικός | , ή, ό κα-τα-στρε-πτι-κός επίθ. (λόγ.): καταστροφικός. ● επίρρ.: καταστρεπτικά | |
| 23726 | καταστρεπτικότητα | κα-τα-στρε-πτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): καταστροφικότητα. | |
| 23727 | καταστρέφω | κα-τα-στρέ-φω ρ. (μτβ.) {κατέστρε-ψα (προφ.) κατάστρε-ψα, καταστρά-φηκε (λόγ.) κατεστράφη, καταστρα-φεί, (λόγ.) καταστρα-φείς, κατεστρα-μμένος, καταστρέφ-οντας} 1. προξενώ υλική φθορά σε κάποιον ή κάτι: Η χαλαζόπτωση ~ψε τις καλλιέργειες/την παραγωγή. Μην ~ετε το περιβάλλον! Το σπίτι ~φηκε (= γκρεμίστηκε) από τον σεισμό. Το δάσος έχει ~φεί (= καεί) απ' τη φωτιά. ~φείσα: δασική έκταση. Πβ. (εξ)αφανίζω.|| Ουσία που ~ει τα μικρόβια (= εξοντώνει, σκοτώνει). 2. (μτφ.) προκαλώ αρνητικές, βλαβερές συνέπειες: Το κάπνισμα ~ει (πβ. βλάπτω) την υγεία. Θα ~ψεις τα μάτια σου τόσες ώρες μπροστά στον υπολογιστή! Θα τον ~ψει το ποτό (πβ. αποτελειώνω).|| Το σκάνδαλο ~ψε τη ζωή/την καριέρα του. Τον ~ψαν οι κακές παρέες (πβ. διαφθείρω, χαντακώνω). ~φηκαν όλες μας οι ελπίδες. Πβ. αχρηστεύω, διαλύω, χαλώ.|| Οικονομική πολιτική που ~ει τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. ● Παθ.: καταστρέφομαι: στερούμαι ή χάνω όλα μου τα υπάρχοντα: ~φηκε (οικονομικά) απ' τον τζόγο. Πβ. χρεοκοπώ. ● βλ. κατεστραμμένος [< 1: μτγν. καταστρέφω] | |
| 23728 | καταστροφέας | κα-τα-στρο-φέ-ας ουσ. (αρσ.): (για μηχάνημα ή πρόσ.) που καταστρέφει: ~ εγγράφων. ~-τεμαχιστής κλαδιών, δέντρων και χόρτων.|| Ο άνθρωπος, δημιουργός και ~ του περιβάλλοντος/πολιτισμού (πβ. εξολοθρευτής, ολετήρας, χαλαστής· ΑΝΤ. σωτήρας). (στις Ειδικές Δυνάμεις) Υποβρύχιος ~. Βλ. -έας. [< μτγν. καταστροφεύς, γαλλ. destructeur] | |
| 23729 | καταστροφή | κα-τα-στρο-φή ουσ. (θηλ.) 1. πρόκληση φθοράς, βλάβης ή αλλοίωσης: βαθμιαία/μαζική/μερική/οικολογική (= οικο~)/ολική/ολοσχερής (πβ. Αρμαγεδδώνας) ~. Εκτεταμένες/τεχνολογικές ~ές. ~ των αρχαιοτήτων/βιβλίων/δεδομένων/του κτιρίου (πβ. κατάρρευση)/της πόλης (πβ. ρήμαγμα)/του πολιτισμού. ~ του περιβάλλοντος. Αιτίες/θύματα ~ής. Έπαθε μεγάλη ~. Η παγωνιά/το χαλάζι έκανε/προκάλεσε/προξένησε ~ές. Πβ. αφανισμός, όλεθρος.|| Οικονομική ~ επιχείρησης (πβ. χρεοκοπία). Οδηγούμαι στην ~ (: καταλήγω σε πολύ άσχημη κατάσταση). Πβ. αχρήστευση, διάλυση, εξαφάνιση. Βλ. αυτο~. 2. (συνεκδ.-προφ.) καθετί που έχει ολέθρια, πολύ αρνητικά αποτελέσματα: Τα ναρκωτικά/το ποτό/η χαρτοπαιξία ήταν η ~ του. Η ταινία ήταν σκέτη ~ (πβ. απογοήτευση, αποτυχία). (επιφών.) ~! Τι θα κάνω τώρα; Πβ. δυστυχία, συμφορά. Βλ. ευτύχημα. ● ΣΥΜΠΛ.: θεωρία των καταστροφών: ΦΥΣ.-ΜΑΘ. θεωρητικό μοντέλο που περιγράφει τις ασυνεχείς συστημικές αλλαγές, οι οποίες εξαρτώνται από εξωτερικές παραμέτρους, τις λεγόμενες καταστροφές, που είναι μεμονωμένα συμβάντα. [< αγγλ. catastrophe theory, 1971, γαλλ. théorie des catastrophes, 1972] , φυσική καταστροφή 1. {συνήθ. στον πληθ.} εκτεταμένη φθορά που προκαλείται από ακραία και συνήθ. απρόβλεπτα φυσικά φαινόμενα: ~ές ~ές από παλιρροϊκά κύματα (βλ. τσουνάμι)/πλημμύρες/πυρκαγιές/σεισμούς/τυφώνες. Ζημιές από τις ~ές ~ές. Τα θύματα/οι πληγέντες των ~ών ~ών. Η περιοχή υπέστη ολοκληρωτική ~ ~. Πβ. θεομηνία. 2. ζημιά, βλάβη· κατ' επέκτ. εξόντωση: ~ ~ προϊόντος (= αλλοίωση).|| ~ ~ του εχθρού. [< αγγλ. natural disaster] , βιβλική καταστροφή βλ. βιβλικός, όπλα μαζικής καταστροφής βλ. όπλο, υποβρύχιες καταστροφές βλ. υποβρύχιος ● ΦΡ.: φέρνει την καταστροφή & φέρνει τον κατακλυσμό: παρουσιάζει μια κατάσταση περισσότερο δραματική απ' ό,τι είναι στην πραγματικότητα., στο χείλος του γκρεμού/της αβύσσου/της καταστροφής βλ. γκρεμός [< αρχ. καταστροφή, γαλλ.-αγγλ. catastrophe] | |
| 23730 | καταστροφικός | , ή, ό κα-τα-στρο-φι-κός επίθ.: που προκαλεί ή μπορεί να προκαλέσει μεγάλη καταστροφή: ~ός: πόλεμος/σεισμός/τυφώνας (= αφανιστ-, φον-ικός). ~ή: επιδημία/μανία. (για υπολογιστή) ~ός: ιός. Οι ~ές συνέπειες της έκρηξης. Ουσίες καρκινογόνες και ~ές για το περιβάλλον/την υγεία (πβ. επιβλαβής). Ενέργειες με ~ά αποτελέσματα (πβ. επιζήμιος). Το λάθος του αποδείχτηκε ~ό (= μοιραίο). Βλ. αυτο~, ευεργετικός, σωτήριος, ωφέλιμος. ΣΥΝ. καταστρεπτικός, ολέθριος ● επίρρ.: καταστροφικά & (σπάν.-λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: μη καταστροφικός έλεγχος βλ. έλεγχος [< γαλλ. destructif, catastrophique, αγγλ. catastrophic(al)] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ