| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 23723 | καταστρατήγηση | κα-τα-στρα-τή-γη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καταστρατηγώ: μερική/παράνομη ~ εργασιακών δικαιωμάτων/νομοθεσίας/όρων σύμβασης. ~ και υπονόμευση του ωραρίου εργασίας (βλ. τήρηση). Αποτροπή ~ήσεων. Πβ. αθέτηση, καταπάτηση, παράβαση, παραβίαση. | |
| 23724 | καταστρατηγώ | [καταστρατηγῶ] ρ. (μτβ.) {καταστρατήγ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, (σπάν.) -ημένος, -ώντας} (επίσ.): καταπατώ, παραβαίνω, παραβιάζω: ~ούνται πανανθρώπινες και παγκόσμιες αξίες. Βασικά δικαιώματα/θεμελιώδεις ελευθερίες/κανονισμοί/όροι που ~ήθηκαν. Πβ. αθετώ. Βλ. σέβομαι, τηρώ, φυλάσσω. [< μτγν. καταστρατηγῶ ‘νικώ με πολεμικά τεχνάσματα’] | |
| 23725 | καταστρεπτικός | , ή, ό κα-τα-στρε-πτι-κός επίθ. (λόγ.): καταστροφικός. ● επίρρ.: καταστρεπτικά | |
| 23726 | καταστρεπτικότητα | κα-τα-στρε-πτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): καταστροφικότητα. | |
| 23727 | καταστρέφω | κα-τα-στρέ-φω ρ. (μτβ.) {κατέστρε-ψα (προφ.) κατάστρε-ψα, καταστρά-φηκε (λόγ.) κατεστράφη, καταστρα-φεί, (λόγ.) καταστρα-φείς, κατεστρα-μμένος, καταστρέφ-οντας} 1. προξενώ υλική φθορά σε κάποιον ή κάτι: Η χαλαζόπτωση ~ψε τις καλλιέργειες/την παραγωγή. Μην ~ετε το περιβάλλον! Το σπίτι ~φηκε (= γκρεμίστηκε) από τον σεισμό. Το δάσος έχει ~φεί (= καεί) απ' τη φωτιά. ~φείσα: δασική έκταση. Πβ. (εξ)αφανίζω.|| Ουσία που ~ει τα μικρόβια (= εξοντώνει, σκοτώνει). 2. (μτφ.) προκαλώ αρνητικές, βλαβερές συνέπειες: Το κάπνισμα ~ει (πβ. βλάπτω) την υγεία. Θα ~ψεις τα μάτια σου τόσες ώρες μπροστά στον υπολογιστή! Θα τον ~ψει το ποτό (πβ. αποτελειώνω).|| Το σκάνδαλο ~ψε τη ζωή/την καριέρα του. Τον ~ψαν οι κακές παρέες (πβ. διαφθείρω, χαντακώνω). ~φηκαν όλες μας οι ελπίδες. Πβ. αχρηστεύω, διαλύω, χαλώ.|| Οικονομική πολιτική που ~ει τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. ● Παθ.: καταστρέφομαι: στερούμαι ή χάνω όλα μου τα υπάρχοντα: ~φηκε (οικονομικά) απ' τον τζόγο. Πβ. χρεοκοπώ. ● βλ. κατεστραμμένος [< 1: μτγν. καταστρέφω] | |
| 23728 | καταστροφέας | κα-τα-στρο-φέ-ας ουσ. (αρσ.): (για μηχάνημα ή πρόσ.) που καταστρέφει: ~ εγγράφων. ~-τεμαχιστής κλαδιών, δέντρων και χόρτων.|| Ο άνθρωπος, δημιουργός και ~ του περιβάλλοντος/πολιτισμού (πβ. εξολοθρευτής, ολετήρας, χαλαστής· ΑΝΤ. σωτήρας). (στις Ειδικές Δυνάμεις) Υποβρύχιος ~. Βλ. -έας. [< μτγν. καταστροφεύς, γαλλ. destructeur] | |
| 23729 | καταστροφή | κα-τα-στρο-φή ουσ. (θηλ.) 1. πρόκληση φθοράς, βλάβης ή αλλοίωσης: βαθμιαία/μαζική/μερική/οικολογική (= οικο~)/ολική/ολοσχερής (πβ. Αρμαγεδδώνας) ~. Εκτεταμένες/τεχνολογικές ~ές. ~ των αρχαιοτήτων/βιβλίων/δεδομένων/του κτιρίου (πβ. κατάρρευση)/της πόλης (πβ. ρήμαγμα)/του πολιτισμού. ~ του περιβάλλοντος. Αιτίες/θύματα ~ής. Έπαθε μεγάλη ~. Η παγωνιά/το χαλάζι έκανε/προκάλεσε/προξένησε ~ές. Πβ. αφανισμός, όλεθρος.|| Οικονομική ~ επιχείρησης (πβ. χρεοκοπία). Οδηγούμαι στην ~ (: καταλήγω σε πολύ άσχημη κατάσταση). Πβ. αχρήστευση, διάλυση, εξαφάνιση. Βλ. αυτο~. 2. (συνεκδ.-προφ.) καθετί που έχει ολέθρια, πολύ αρνητικά αποτελέσματα: Τα ναρκωτικά/το ποτό/η χαρτοπαιξία ήταν η ~ του. Η ταινία ήταν σκέτη ~ (πβ. απογοήτευση, αποτυχία). (επιφών.) ~! Τι θα κάνω τώρα; Πβ. δυστυχία, συμφορά. Βλ. ευτύχημα. ● ΣΥΜΠΛ.: θεωρία των καταστροφών: ΦΥΣ.-ΜΑΘ. θεωρητικό μοντέλο που περιγράφει τις ασυνεχείς συστημικές αλλαγές, οι οποίες εξαρτώνται από εξωτερικές παραμέτρους, τις λεγόμενες καταστροφές, που είναι μεμονωμένα συμβάντα. [< αγγλ. catastrophe theory, 1971, γαλλ. théorie des catastrophes, 1972] , φυσική καταστροφή 1. {συνήθ. στον πληθ.} εκτεταμένη φθορά που προκαλείται από ακραία και συνήθ. απρόβλεπτα φυσικά φαινόμενα: ~ές ~ές από παλιρροϊκά κύματα (βλ. τσουνάμι)/πλημμύρες/πυρκαγιές/σεισμούς/τυφώνες. Ζημιές από τις ~ές ~ές. Τα θύματα/οι πληγέντες των ~ών ~ών. Η περιοχή υπέστη ολοκληρωτική ~ ~. Πβ. θεομηνία. 2. ζημιά, βλάβη· κατ' επέκτ. εξόντωση: ~ ~ προϊόντος (= αλλοίωση).|| ~ ~ του εχθρού. [< αγγλ. natural disaster] , βιβλική καταστροφή βλ. βιβλικός, όπλα μαζικής καταστροφής βλ. όπλο, υποβρύχιες καταστροφές βλ. υποβρύχιος ● ΦΡ.: φέρνει την καταστροφή & φέρνει τον κατακλυσμό: παρουσιάζει μια κατάσταση περισσότερο δραματική απ' ό,τι είναι στην πραγματικότητα., στο χείλος του γκρεμού/της αβύσσου/της καταστροφής βλ. γκρεμός [< αρχ. καταστροφή, γαλλ.-αγγλ. catastrophe] | |
| 23730 | καταστροφικός | , ή, ό κα-τα-στρο-φι-κός επίθ.: που προκαλεί ή μπορεί να προκαλέσει μεγάλη καταστροφή: ~ός: πόλεμος/σεισμός/τυφώνας (= αφανιστ-, φον-ικός). ~ή: επιδημία/μανία. (για υπολογιστή) ~ός: ιός. Οι ~ές συνέπειες της έκρηξης. Ουσίες καρκινογόνες και ~ές για το περιβάλλον/την υγεία (πβ. επιβλαβής). Ενέργειες με ~ά αποτελέσματα (πβ. επιζήμιος). Το λάθος του αποδείχτηκε ~ό (= μοιραίο). Βλ. αυτο~, ευεργετικός, σωτήριος, ωφέλιμος. ΣΥΝ. καταστρεπτικός, ολέθριος ● επίρρ.: καταστροφικά & (σπάν.-λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: μη καταστροφικός έλεγχος βλ. έλεγχος [< γαλλ. destructif, catastrophique, αγγλ. catastrophic(al)] | |
| 23731 | καταστροφικότητα | κα-τα-στρο-φι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του καταστροφικού: ανθρώπινη ~. Η ~ μιας πυρκαγιάς. Βλ. αυτο~, -ότητα. ΣΥΝ. καταστρεπτικότητα [< γαλλ. destructivité] | |
| 23732 | καταστροφισμός | κα-τα-στρο-φι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΓΕΩΛ. -ΒΙΟΛ. θεωρία που αποδίδει τις βιολογικές και γεωλογικές αλλαγές (π.χ. εξαφάνιση των ειδών, ορογένεση) σε μεγάλες καταστροφές και όχι σε εξελικτικές διαδικασίες. Βλ. ομοιομορφισμός. 2. ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ.-ΠΟΛΙΤ. αντίληψη κατά την οποία οι κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές οφείλονται σε ξαφνικές και βίαιες ανακατατάξεις. Βλ. οικονομισμός. 3. πεσιμισμός· το αντίστοιχο λογοτεχνικό κίνημα που αναπτύχθηκε στην Πολωνία τη δεκαετία του 1930. Πβ. καταστροφολογία. Βλ. -ισμός. [< αγγλ. catastrophism, γαλλ. catastrophisme] | |
| 23733 | καταστροφολογία | κα-τα-στρο-φο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καταστροφολογώ: (ακατάσχετη) ~ από επιστήμονες/των ΜΜΕ. Σενάρια ~ας. Πβ. εσχατολογία, κινδυνολογία, μηδενισμός. | |
| 23734 | καταστροφολογικός | , ή, ό κα-τα-στρο-φο-λο-γι-κός επίθ.: που αναφέρεται στην καταστροφολογία: ~ό: κλίμα. ~ές: προβλέψεις/φήμες. ~ά: σενάρια. Δηλώσεις ~ού περιεχομένου. Πβ. εσχατο-, κινδυνο-λογικός, κασσανδρ-, μηδενιστ-, πεσιμιστ-ικός. ● επίρρ.: καταστροφολογικά | |
| 23735 | καταστροφολόγος | κα-τα-στρο-φο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που επιδίδεται στην καταστροφολογία: Δεν θέλω να γίνω/φανώ ~, αλλά ... Πβ. Κασσάνδρα, κινδυνολόγος, μηδεν-, πεσιμ-ιστής. Βλ. -λόγος. | |
| 23736 | καταστροφολογώ | [καταστροφολογῶ] κα-τα-στρο-φο-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {καταστροφολογ-είς ..., -ώντας | (σπάν.) καταστροφολόγ-ησε}: κάνω απαισιόδοξες και αρνητικές προβλέψεις ή εκτιμήσεις, μιλώ για επικείμενη καταστροφή: Χωρίς να θέλω να ~ήσω, ... Πβ. δαιμονο-, κινδυνο-λογώ. Βλ. ωραιοποιώ. | |
| 23737 | κατάστρωμα | κα-τά-στρω-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΝΑΥΤ. καθεμιά από τις συνεχείς οριζόντιες επιφάνειες (δάπεδα) του πλοίου, που εκτείνονται σε όλο το μήκος του ή σε μέρος αυτού: ξύλινο/πλαστικό/σιδερένιο ~. Το (επ)άνω/κάτω ~. Το πρώτο, δεύτερο, τρίτο ~. Πρυμναίο (: στο επίστεγο)/πρωραίο (: στο πρόστεγο) ~. Αίθριο ~ (: συνήθ. το ανώτατο ~). ~ αυτοκινήτων (: σε φεριμπότ)/επιβατών (: συνήθ. το κύριο ~)/πτήσεων (: σε αεροπλανοφόρο). Το ~ μιας θαλαμηγού. Ανεβαίνω στο ~. Βλ. γέφυρα. ΣΥΝ. κουβέρτα (2), ντεκ (1) 2. (ειδικότ.) η τρίτη (τουριστική) θέση πλοίου: εισιτήριο/επιβάτες ~ατος. Ταξιδεύουν ~. 3. οδόστρωμα. [< αρχ. κατάστρωμα ‘γέφυρα (πλοίου), δάπεδο’ 1: αγγλ. deck] | |
| 23738 | καταστρώνω | κα-τα-στρώ-νω ρ. (μτβ.) {κατέστρω-σα (προφ.) κατάστρω-σα, καταστρώ-θηκε, -μένος, καταστρών-οντας}: προετοιμάζω κάτι με επιμέλεια και σε όλες του τις λεπτομέρειες: ~σε το σχέδιό του. Άψογα/προσεκτικά ~μένες: κινήσεις. Πβ. προ-μελετώ, -σχεδιάζω.|| ~θηκε πρόγραμμα έρευνας. Πβ. καταρτίζω. [< μεσν. καταστρώνω] | |
| 23739 | κατάστρωνω | κα-τά-στρω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καταστρώνω: ~ σχεδίου δράσης/δολοφονίας. Πβ. προετοιμασία, προσχεδιασμός.|| ~ και εκτέλεση επιχειρησιακής στρατηγικής. (ΜΑΘ.) ~ εξισώσεων. Πβ. κατάρτιση. [< μτγν. κατάστρωσις ‘στρώσιμο, διάδοση’] | |
| 23740 | κατασυγκινώ | [κατασυγκινῶ] κα-τα-συ-γκι-νώ ρ. (μτβ.) {κατασυγκιν-είς ... | κατασυγκίν-ησε, -ήσει, -ούμαι, -ήθηκα, -ημένος, -ώντας} (επιτατ.): προκαλώ πολύ μεγάλη συγκίνηση. | |
| 23741 | κατασυκοφάντηση | κα-τα-συ-κο-φά-ντη-ση ουσ. (θηλ.) (επιτατ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του κατασυκοφαντώ. | |
| 23742 | κατασυκοφαντώ | [κατασυκοφαντῶ] κα-τα-συ-κο-φα-ντώ ρ. (μτβ.) {κατασυκοφαντ-είς ... | κατασυκοφάντ-ησα, -ήσω, -είται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας} (επιτατ.): διατυπώνω πολλές και άθλιες συκοφαντίες σε βάρος κάποιου. [< μτγν. κατασυκοφαντῶ] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ