Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [24500-24520]

IDΛήμμαΕρμηνεία
23731καταστροφικότητακα-τα-στρο-φι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του καταστροφικού: ανθρώπινη ~. Η ~ μιας πυρκαγιάς. Βλ. αυτο~, -ότητα. ΣΥΝ. καταστρεπτικότητα [< γαλλ. destructivité]
23732καταστροφισμόςκα-τα-στρο-φι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΓΕΩΛ. -ΒΙΟΛ. θεωρία που αποδίδει τις βιολογικές και γεωλογικές αλλαγές (π.χ. εξαφάνιση των ειδών, ορογένεση) σε μεγάλες καταστροφές και όχι σε εξελικτικές διαδικασίες. Βλ. ομοιομορφισμός. 2. ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ.-ΠΟΛΙΤ. αντίληψη κατά την οποία οι κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές οφείλονται σε ξαφνικές και βίαιες ανακατατάξεις. Βλ. οικονομισμός. 3. πεσιμισμός· το αντίστοιχο λογοτεχνικό κίνημα που αναπτύχθηκε στην Πολωνία τη δεκαετία του 1930. Πβ. καταστροφολογία. Βλ. -ισμός. [< αγγλ. catastrophism, γαλλ. catastrophisme]
23733καταστροφολογίακα-τα-στρο-φο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καταστροφολογώ: (ακατάσχετη) ~ από επιστήμονες/των ΜΜΕ. Σενάρια ~ας. Πβ. εσχατολογία, κινδυνολογία, μηδενισμός.
23734καταστροφολογικός, ή, ό κα-τα-στρο-φο-λο-γι-κός επίθ.: που αναφέρεται στην καταστροφολογία: ~ό: κλίμα. ~ές: προβλέψεις/φήμες. ~ά: σενάρια. Δηλώσεις ~ού περιεχομένου. Πβ. εσχατο-, κινδυνο-λογικός, κασσανδρ-, μηδενιστ-, πεσιμιστ-ικός. ● επίρρ.: καταστροφολογικά
23735καταστροφολόγοςκα-τα-στρο-φο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που επιδίδεται στην καταστροφολογία: Δεν θέλω να γίνω/φανώ ~, αλλά ... Πβ. Κασσάνδρα, κινδυνολόγος, μηδεν-, πεσιμ-ιστής. Βλ. -λόγος.
23736καταστροφολογώ[καταστροφολογῶ] κα-τα-στρο-φο-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {καταστροφολογ-είς ..., -ώντας | (σπάν.) καταστροφολόγ-ησε}: κάνω απαισιόδοξες και αρνητικές προβλέψεις ή εκτιμήσεις, μιλώ για επικείμενη καταστροφή: Χωρίς να θέλω να ~ήσω, ... Πβ. δαιμονο-, κινδυνο-λογώ. Βλ. ωραιοποιώ.
23737κατάστρωμακα-τά-στρω-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΝΑΥΤ. καθεμιά από τις συνεχείς οριζόντιες επιφάνειες (δάπεδα) του πλοίου, που εκτείνονται σε όλο το μήκος του ή σε μέρος αυτού: ξύλινο/πλαστικό/σιδερένιο ~. Το (επ)άνω/κάτω ~. Το πρώτο, δεύτερο, τρίτο ~. Πρυμναίο (: στο επίστεγο)/πρωραίο (: στο πρόστεγο) ~. Αίθριο ~ (: συνήθ. το ανώτατο ~). ~ αυτοκινήτων (: σε φεριμπότ)/επιβατών (: συνήθ. το κύριο ~)/πτήσεων (: σε αεροπλανοφόρο). Το ~ μιας θαλαμηγού. Ανεβαίνω στο ~. Βλ. γέφυρα. ΣΥΝ. κουβέρτα (2), ντεκ (1) 2. (ειδικότ.) η τρίτη (τουριστική) θέση πλοίου: εισιτήριο/επιβάτες ~ατος. Ταξιδεύουν ~. 3. οδόστρωμα. [< αρχ. κατάστρωμα ‘γέφυρα (πλοίου), δάπεδο’ 1: αγγλ. deck]
23738καταστρώνωκα-τα-στρώ-νω ρ. (μτβ.) {κατέστρω-σα (προφ.) κατάστρω-σα, καταστρώ-θηκε, -μένος, καταστρών-οντας}: προετοιμάζω κάτι με επιμέλεια και σε όλες του τις λεπτομέρειες: ~σε το σχέδιό του. Άψογα/προσεκτικά ~μένες: κινήσεις. Πβ. προ-μελετώ, -σχεδιάζω.|| ~θηκε πρόγραμμα έρευνας. Πβ. καταρτίζω. [< μεσν. καταστρώνω]
23739κατάστρωνω

κα-τά-στρω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καταστρώνω: ~ σχεδίου δράσης/δολοφονίας. Πβ. προετοιμασία, προσχεδιασμός.|| ~ και εκτέλεση επιχειρησιακής στρατηγικής. (ΜΑΘ.) ~ εξισώσεων. Πβ. κατάρτιση. [< μτγν. κατάστρωσις ‘στρώσιμο, διάδοση’]

23740κατασυγκινώ[κατασυγκινῶ] κα-τα-συ-γκι-νώ ρ. (μτβ.) {κατασυγκιν-είς ... | κατασυγκίν-ησε, -ήσει, -ούμαι, -ήθηκα, -ημένος, -ώντας} (επιτατ.): προκαλώ πολύ μεγάλη συγκίνηση.
23741κατασυκοφάντησηκα-τα-συ-κο-φά-ντη-ση ουσ. (θηλ.) (επιτατ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του κατασυκοφαντώ.
23742κατασυκοφαντώ[κατασυκοφαντῶ] κα-τα-συ-κο-φα-ντώ ρ. (μτβ.) {κατασυκοφαντ-είς ... | κατασυκοφάντ-ησα, -ήσω, -είται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας} (επιτατ.): διατυπώνω πολλές και άθλιες συκοφαντίες σε βάρος κάποιου. [< μτγν. κατασυκοφαντῶ]
23743κατασυντρίβωκα-τα-συ-ντρί-βω ρ. (μτβ.) {κατασύντρι-ψε (λόγ.) κατασυνέτρι-ψε, κατασυντρί-φτηκε (σπάν.-λόγ.) κατασυνετρίβη, (σπάν.) κατασυντετριμμένος, κατασυντρίβ-οντας} (επιτατ.): συντρίβω εντελώς. Πβ. κατα-νικώ, -τροπώνω. [< μεσν. κατασυντρίβω]
23744κατασφάζωκα-τα-σφά-ζω ρ. (μτβ.) {κατέσφα-ξε, κατασφά-ξει, -χτηκε κ. -χθηκε (λόγ. κατεσφάγη), -γμένος, κατασφάζ-οντας} (επιτατ.): σφάζω με πολλές βαθιές μαχαιριές· γενικότ. σκοτώνω πλήθος συνήθ. ανθρώπων. Πβ. κατακρεουργώ, πετσοκόβω. [< αρχ. κατασφάζω]
23745κατασχέθηκεβλ. κατάσχω
23746κατασχεμένος, η, ο βλ. κατάσχω
23747κατάσχεσηκα-τά-σχε-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΝΟΜ. δέσμευση, κατόπιν δικαστικής απόφασης, περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη, προκειμένου να ικανοποιηθεί απαίτηση του δανειστή: μαζικές ~έσεις. ~ εγγράφων/εμπορευμάτων και μηχανημάτων εταιρείας/κινητής περιουσίας. Ακύρωση/ανατροπή/άρση της ~ης. Έκθεση ~ης (= κατασχετήρια). Διατάχθηκε/δόθηκε εντολή για ~ (κατά του ...). Η τράπεζα προέβη/προχώρησε σε ~ του διαμερίσματός του (= το κατέσχεσε). Του έκαναν ~. Βλ. εκποίηση, πλειστηριασμός, υποθήκη. 2. παρακράτηση από τις Αρχές αντικειμένου που βρέθηκε παράνομα στην κατοχή κάποιου ή ακατάλληλου εμπορεύματος: ~ αρχαίων/όπλων και ναρκωτικών (από την Αστυνομία).|| ~έσεις κρεάτων. Βλ. επίταξη. ● ΣΥΜΠΛ.: αναγκαστική κατάσχεση: ΝΟΜ. μορφή αναγκαστικής εκτέλεσης για άμεση ή έμμεση χρηματική ικανοποίηση του δανειστή από τον πλειστηριασμό του πράγματος που κατασχέθηκε. Πβ. αναγκαστική διαχείριση., συντηρητική κατάσχεση: ΝΟΜ. ασφαλιστικό μέτρο με το οποίο δεν μεταβάλλεται η περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη, αλλά προβλέπεται μελλοντική αναγκαστική εκτέλεση, σε περίπτωση που συμπληρωθούν οι προϋποθέσεις που την επιτρέπουν. Πβ. απογραφή, μεσεγγύηση, σφράγιση. ● ΦΡ.: κατάσχεση στα χέρια τρίτου & (λόγ.) εις χείρας τρίτου/τρίτων: ΝΟΜ. μορφή αναγκαστικής κατάσχεσης που γίνεται για περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη που βρίσκονται στην κατοχή τρίτου. [< μτγν. κατάσχεσις ‘συγκράτηση, κτήση’, γαλλ. saisie]
23748κατασχετήριος, α, ο κα-τα-σχε-τή-ρι-ος επίθ.: ΝΟΜ. που αναφέρεται στην κατάσχεση: ~α: έκθεση. Βλ. -τήριος. ● Ουσ.: κατασχετήριο (το) {κατασχετηρ-ίου}: ενν. έγγραφο: επίδοση/κοινοποίηση ~ίου.
23749κατάσχωκα-τά-σχω ρ. (μτβ.) {κατέσχε-σε (προφ.) κατάσχε-σε, κατασχέ-σει, -θηκε (λόγ. κατεσχέθ-η, -ησαν), -θεί, μτχ. (λόγ.) -θείς, -θείσα, -θέν, -μένος (λόγ.) κατεσχημένος, κατάσχ-οντας}: κάνω κατάσχεση: (ΝΟΜ.) ~θέντα: σκάφη/τσιγάρα. ~μένη: περιουσία. ~μένα: αυτοκίνητα.|| ~θηκε μεγάλη ποσότητα ηρωίνης. Αλλοιωμένα τρόφιμα ~θηκαν από τον ΕΦΕΤ. Πβ. δεσμεύω. [< αρχ. κατάσχω, γαλλ. saisir]
23750κατατακτήριος, α/ος, ο κα-τα-τα-κτή-ρι-ος επίθ.: που αποσκοπεί στην κατάταξη κάποιου: ~ος: αγώνας/γύρος. ~α: δοκιμασία. ~ο: τεστ. Βλ. -τήριος. ● ΣΥΜΠΛ.: κατατακτήριες εξετάσεις & κατατακτήριες: που διενεργούνται για ένταξη πτυχιούχων σε διαφορετική σχολή ή τμήμα από αυτή/αυτό που αποφοίτησαν

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.