Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [24500-24520]

IDΛήμμαΕρμηνεία
23743κατασυντρίβωκα-τα-συ-ντρί-βω ρ. (μτβ.) {κατασύντρι-ψε (λόγ.) κατασυνέτρι-ψε, κατασυντρί-φτηκε (σπάν.-λόγ.) κατασυνετρίβη, (σπάν.) κατασυντετριμμένος, κατασυντρίβ-οντας} (επιτατ.): συντρίβω εντελώς. Πβ. κατα-νικώ, -τροπώνω. [< μεσν. κατασυντρίβω]
23744κατασφάζωκα-τα-σφά-ζω ρ. (μτβ.) {κατέσφα-ξε, κατασφά-ξει, -χτηκε κ. -χθηκε (λόγ. κατεσφάγη), -γμένος, κατασφάζ-οντας} (επιτατ.): σφάζω με πολλές βαθιές μαχαιριές· γενικότ. σκοτώνω πλήθος συνήθ. ανθρώπων. Πβ. κατακρεουργώ, πετσοκόβω. [< αρχ. κατασφάζω]
23745κατασχέθηκεβλ. κατάσχω
23746κατασχεμένος, η, ο βλ. κατάσχω
23747κατάσχεσηκα-τά-σχε-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΝΟΜ. δέσμευση, κατόπιν δικαστικής απόφασης, περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη, προκειμένου να ικανοποιηθεί απαίτηση του δανειστή: μαζικές ~έσεις. ~ εγγράφων/εμπορευμάτων και μηχανημάτων εταιρείας/κινητής περιουσίας. Ακύρωση/ανατροπή/άρση της ~ης. Έκθεση ~ης (= κατασχετήρια). Διατάχθηκε/δόθηκε εντολή για ~ (κατά του ...). Η τράπεζα προέβη/προχώρησε σε ~ του διαμερίσματός του (= το κατέσχεσε). Του έκαναν ~. Βλ. εκποίηση, πλειστηριασμός, υποθήκη. 2. παρακράτηση από τις Αρχές αντικειμένου που βρέθηκε παράνομα στην κατοχή κάποιου ή ακατάλληλου εμπορεύματος: ~ αρχαίων/όπλων και ναρκωτικών (από την Αστυνομία).|| ~έσεις κρεάτων. Βλ. επίταξη. ● ΣΥΜΠΛ.: αναγκαστική κατάσχεση: ΝΟΜ. μορφή αναγκαστικής εκτέλεσης για άμεση ή έμμεση χρηματική ικανοποίηση του δανειστή από τον πλειστηριασμό του πράγματος που κατασχέθηκε. Πβ. αναγκαστική διαχείριση., συντηρητική κατάσχεση: ΝΟΜ. ασφαλιστικό μέτρο με το οποίο δεν μεταβάλλεται η περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη, αλλά προβλέπεται μελλοντική αναγκαστική εκτέλεση, σε περίπτωση που συμπληρωθούν οι προϋποθέσεις που την επιτρέπουν. Πβ. απογραφή, μεσεγγύηση, σφράγιση. ● ΦΡ.: κατάσχεση στα χέρια τρίτου & (λόγ.) εις χείρας τρίτου/τρίτων: ΝΟΜ. μορφή αναγκαστικής κατάσχεσης που γίνεται για περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη που βρίσκονται στην κατοχή τρίτου. [< μτγν. κατάσχεσις ‘συγκράτηση, κτήση’, γαλλ. saisie]
23748κατασχετήριος, α, ο κα-τα-σχε-τή-ρι-ος επίθ.: ΝΟΜ. που αναφέρεται στην κατάσχεση: ~α: έκθεση. Βλ. -τήριος. ● Ουσ.: κατασχετήριο (το) {κατασχετηρ-ίου}: ενν. έγγραφο: επίδοση/κοινοποίηση ~ίου.
23749κατάσχωκα-τά-σχω ρ. (μτβ.) {κατέσχε-σε (προφ.) κατάσχε-σε, κατασχέ-σει, -θηκε (λόγ. κατεσχέθ-η, -ησαν), -θεί, μτχ. (λόγ.) -θείς, -θείσα, -θέν, -μένος (λόγ.) κατεσχημένος, κατάσχ-οντας}: κάνω κατάσχεση: (ΝΟΜ.) ~θέντα: σκάφη/τσιγάρα. ~μένη: περιουσία. ~μένα: αυτοκίνητα.|| ~θηκε μεγάλη ποσότητα ηρωίνης. Αλλοιωμένα τρόφιμα ~θηκαν από τον ΕΦΕΤ. Πβ. δεσμεύω. [< αρχ. κατάσχω, γαλλ. saisir]
23750κατατακτήριος, α/ος, ο κα-τα-τα-κτή-ρι-ος επίθ.: που αποσκοπεί στην κατάταξη κάποιου: ~ος: αγώνας/γύρος. ~α: δοκιμασία. ~ο: τεστ. Βλ. -τήριος. ● ΣΥΜΠΛ.: κατατακτήριες εξετάσεις & κατατακτήριες: που διενεργούνται για ένταξη πτυχιούχων σε διαφορετική σχολή ή τμήμα από αυτή/αυτό που αποφοίτησαν
23751καταταλαιπωρώ[καταταλαιπωρῶ] κα-τα-τα-λαι-πω-ρώ ρ. (μτβ.) {καταταλαιπώρ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας} (επιτατ.): ταλαιπωρώ πάρα πολύ. Πβ. κατατρώει. Βλ. δεινοπαθώ, ταράζω. ΣΥΝ. κατατυραννώ [< μεσν. καταταλαιπωρώ]
23752κατάταξηκα-τά-τα-ξη ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -άξεως | -άξεις, -άξεων} 1. τοποθέτηση σε κατηγορίες, βάσει κριτηρίων: αλφαβητική/θεματική/χρονολογική ~ (= ταξινόμηση· πβ. γκρουπάρισμα, κατηγοριο-, ομαδο-ποίηση). ~ ξενοδοχείων με σύστημα αστέρων. Βλ. ανα~.|| ~ των μισθωτών σε ασφαλιστικές κλάσεις. Όλοι οι υποψήφιοι με σειρά ~ης. Πίνακας ~ης ανέργων/υποψηφίων. Τεστ ~ης (= κατατακτήριο). ~άξεις-προσλήψεις. Η ~ γίνεται με βάση τον βαθμό πτυχίου (= βαθμολογική ~)/με εξετάσεις. Διεθνής ~ πανεπιστημίων. Βρίσκεται στην πρώτη θέση της ετήσιας/παγκόσμιας/συνολικής ~ης.|| (ΑΘΛ.) Ατομική/ειδική/ομαδική/τελική ~. Αγώνες ~ης. Προηγείται στη γενική ~ με ... βαθμούς. Πβ. σειρά. || ~ μεταξύ των Αγίων (= αγιο~). 2. ΣΤΡΑΤ. εγγραφή στρατεύσιμου σε κλάδο των Ενόπλων Δυνάμεων· ένταξη δοκίμου σε κάποιο από τα Σώματα Ασφαλείας· κατ' επέκτ. η αντίστοιχη υπηρέτηση: ~ στον στρατό. Αναβολή ~ης. ΣΥΝ. στράτευση.|| ~ στην ΕΛ.ΑΣ. [< 1: μτγν. κατάταξις ‘διευθέτηση, θέση, ταξινόμηση’, γαλλ. classement]
23753κατατάξιμος, η, ο κα-τα-τά-ξι-μος επίθ. (λόγ.): που είναι δυνατόν να καταταχθεί, να ταξινομηθεί σε μια κατηγορία: Μη ~ος καλλιτέχνης.|| (ΟΙΚΟΝ.) Έσοδα μη άλλως ~α (= αταξινόμητα). Βλ. -ιμος.
23754κατατάσσωκα-τα-τάσ-σω ρ. (μτβ.) {κατέτα-ξα, κατατά-ξει, -χθηκε κ. -χτηκε (λόγ. κατετάγη), -χθεί κ. -χτεί κ. -γεί, -γμένος, κατατάσσ-οντας}: κάνω κατάταξη: Την ~ στις καλύτερες ταινίες που έχω δει. ~εται (= τοποθετείται) στην κατηγορία … Ο αλκοολισμός ~εται στις χρόνιες ασθένειες. Η Εκκλησία τον ~ξε μεταξύ των Αγίων. ΣΥΝ. συγκαταλέγω, συμπεριλαμβάνω. Βλ. ανα~.|| Κατατάξτε το υλικό σε κατηγορίες. Βιβλιογραφία αλφαβητικά/θεματικά/χρονολογικά ~γμένη. ΣΥΝ. ταξινομώ. Πβ. κατηγοριο-, ομαδο-ποιώ.|| (ΑΘΛ.) Κατετάγη πρώτος με χρόνο .../στο άλμα εις ύψος. ● Παθ.: κατατάσσομαι: ΣΤΡΑΤ. προσέρχομαι σε στρατιωτική μονάδα, για να υπηρετήσω τη θητεία μου· εντάσσομαι ως δόκιμος σε κάποιο από τα Σώματα Ασφαλείας: ~ στο Ναυτικό. Κλήθηκε να ~γεί. ~χθηκε εθελοντικά/ως εθελοντής στον στρατό. ΣΥΝ. παρουσιάζομαι. Βλ. απολύομαι.|| ~χθηκε στην Πυροσβεστική. [< αρχ. κατατάσσω ‘διευθετώ, τακτοποιώ’, γαλλ. classer, ranger]
23755κατατεθειμένος, η, ο βλ. καταθέτω
23756κατατεθείς, είσα, έν κα-τα-τε-θείς επίθ. {κατατεθ-έντος (θηλ. -είσας) | -έντες (θηλ. -είσες, ουδ. -έντα), -έντων (θηλ. -εισών)} (λόγ.): που κατατέθηκε: ~είσα: αίτηση/εγγυητική επιστολή/τροπολογία (στη Βουλή). ● ΣΥΜΠΛ.: σήμα κατατεθέν 1. επίσημα κατοχυρωμένο διακριτικό σημείο εταιρείας (επωνυμία, λέξη, σύμβολο), που δικαιούνται να φέρουν μόνο τα προϊόντα της (σύμβ. ®). ΣΥΝ. εμπορικό σήμα, λογότυπο 2. (μτφ.) χαρακτηριστικό γνώρισμα: Το μνημείο αποτελεί/είναι το ~ ~ της πόλης. [< γαλλ. marque déposée] ● βλ. καταθέτω [< αρχ. κατατεθείς, γαλλ. déposé]
23757κατατέθηκεβλ. καταθέτω
23758κατατείνωκα-τα-τεί-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κατέτεινε} (απαιτ. λεξιλόγ.): κλίνω προς, αποσκοπώ: ~ουμε (= οδηγούμαστε) στη διαπίστωση ότι ... Οι ενδείξεις ~ουν στο συμπέρασμα ότι ...|| Τα μέτρα ~ουν (= στοχεύουν) στο να αναβαθμίσουν την περιοχή. [< αρχ. κατατείνω ‘τεντώνω, προσπαθώ’]
23759κατατεμαχίζωκα-τα-τε-μα-χί-ζω ρ. (μτβ.) {κατατεμάχι-σα, κατατεμαχί-σει, -στηκε, -στεί, -σμένος, κατατεμαχίζ-οντας} (επιτατ.): κόβω σε πολλά κομμάτια. Πβ. κατα-κομματιάζω, -κρεουργώ.|| (μτφ.) ~σμένη: χώρα (= κατακερματισμένη). Πβ. διαμελίζω, κατατέμνω. [< μεσν. κατατεμαχίζω]
23760κατατεμαχισμόςκα-τα-τε-μα-χι-σμός ουσ. (αρσ.) (επιτατ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καταταμεχίζω. Πβ. κατακρεούργηση.|| (μτφ.) ~ της γνώσης (= κατακερματισμός). Πβ. κατάτμηση.
23761κατατέμνωκα-τα-τέ-μνω ρ. (μτβ.) {κατέτμη-σε (προφ.) κατάτμη-σε, κατατμή-σει, -θηκε, -θεί, -μένος (σπάν.-λόγ.) κατατετμημένος} (λόγ.-επιτατ.): διαιρώ, χωρίζω σε πολλά μέρη: Η Σχολή ~εται σε τρία τμήματα. Το οικόπεδο ~θηκε στα δύο. Πβ. κατα-κερματίζω, -τεμαχίζω. [< αρχ. κατατέμνω]
23762κατάτμησηκα-τά-τμη-ση ουσ. (θηλ.) 1. (επίσ.) χωρισμός, διαίρεση σε πολύ μικρά κομμάτια: ~ γεωργικής έκτασης (σε αγροτεμάχια). ~ της ύλης σε θεματικούς κύκλους. Πβ. διαμέριση, κατα-κερματισμός, -τεμαχισμός, κομμάτιασμα.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ της αγοράς εργασίας.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ δίσκου. Πβ. τμηματοποίηση. 2. ΒΙΟΛ. αυλάκωση. 3. ΓΛΩΣΣ. (στον αμερικανικό δομισμό) ανάλυση της δομής του λόγου σε μικρότερες φωνολογικές, μορφολογικές και συντακτικές μονάδες: ~ και ταξινόμηση. [< 1,2: γαλλ.-αγγλ. fragmentation 3: αγγλ. segmentation]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.