Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [24520-24540]

IDΛήμμαΕρμηνεία
23763κατατομήκα-τα-το-μή ουσ. (θηλ.) 1. προφίλ κυρ. προσώπου: Έχει (αρχαιο)ελληνική/ωραία ~.|| (κατ' επέκτ.) Σωματική ~. Πβ. σιλουέτα. 2. (επιστ.) εγκάρσια τομή. Βλ. διατομή. [< 2: αρχ. κατατομή ‘έγχάραξη’, γαλλ. profil]
23764κατατονίακα-τα-το-νί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΙΑΤΡ. (ως σύμπτωμα κυρ. σχιζοφρένειας) κατάσταση μυϊκής ακαμψίας και πλήρους παθητικότητας, που μπορεί να εναλλάσσεται με ακραία υπερδιέγερση. Πβ. καταληψία. Βλ. (μανιο)κατάθλιψη.|| (κατ' επέκτ.) Βρίσκεται σε ~ (: αδράνεια, αποχαύνωση). Βλ. α-, μονο-τονία. [< γερμ. Katatonie, γαλλ. catatonie, αγγλ. catatonia]
23765κατατονικός, ή, ό κα-τα-το-νι-κός επίθ.: ΨΥΧΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την κατατονία: ~ή: εμβροντησία/σχιζοφρένεια. (ως ουσ.) Ο ~/η ~ή (ενν. ασθενής).|| (κατ' επέκτ.) ~ή: ατμόσφαιρα (= υποτονική). Πβ. ά-, μονό-τονος, βαρετός, παθητικός. [< γερμ. katatonisch, γαλλ. catatonique, 1903, αγγλ. catatonic, 1904]
23766κατατόπιακα-τα-τό-πια ουσ. (ουδ.) (τα) (προφ.): άγνωστα στους πολλούς, όχι εύκολα αντιληπτά ή κρυφά σημεία ενός μέρους: Έλα να σου δείξω τα ~ (της περιοχής)! Ξέρει όλα τα ~ της πόλης. (για διαρρήκτη:) Γνώριζε καλά τα ~ (του σπιτιού).|| (μτφ.) Ως νέος χρήστης Η/Υ, δεν έχω μάθει ακόμη τα ~. [< μεσν. τα κατατόπια]
23767κατατοπίζωκα-τα-το-πί-ζω ρ. (μτβ.) {κατατόπι-σα, κατατοπί-σει, -στηκα, -στεί, -σμένος, κατατοπίζ-οντας} 1. (μτφ.) παρέχω σε κάποιον όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για κάτι που δεν ξέρει: Μας ~σε (επαρκώς/λεπτομερώς) για το/στο θέμα (πβ. ενημερώνω). Ευχαριστώ, με ~σατε/έχω ~στεί αρκετά/πλήρως. Ψάξε και σε παλιότερα άρθρα, για να ~στείς καλύτερα/περισσότερο. Πβ. διαφωτίζω. 2. καθοδηγώ, προσανατολίζω: Δεν υπήρχαν ταμπέλες, ώστε να ~στούμε εύκολα. ~σέ με πώς πάω μέχρι εκεί; [< γαλλ. localiser, s' orienter]
23768κατατόπισηκα-τα-τό-πι-ση ουσ. (θηλ.) & κατατοπισμός (ο): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κατατοπίζω: Για την καλύτερη/πληρέστερη ~ των αναγνωστών, ... Πβ. διαφώτιση, ενημέρωση, καθοδήγηση.
23769κατατοπισμένος, η, ο κα-τα-το-πι-σμέ-νος επίθ.: ενήμερος, πληροφορημένος: Δείχνει απόλυτα/άριστα/πλήρως/σωστά/τέλεια ~ στο/για το θέμα. Είναι ο πιο/πλέον ~ (πβ. γνώστης, ειδήμων, ειδικός, εξπέρ, επαΐων). Σε βρίσκω άκρως ~η. Δεν είστε καθόλου καλά ~οι. ΑΝΤ. ακατατόπιστος
23770κατατοπιστικός, ή, ό κα-τα-το-πι-στι-κός επίθ. {κατατοπιστικότ-ερος, -ατος}: που κατατοπίζει: ~ός: τίτλος. ~ή: απάντηση/εισαγωγή/ξενάγηση/παρουσίαση. ~ό: άρθρο/φυλλάδιο. ~ές: πινακίδες. ~ά: σχόλια. Πρακτικός, ~ και εύχρηστος τουριστικός οδηγός/χάρτης. ~ατες: σημειώσεις. Πβ. ενημερωτικός, πληροφοριακός.|| (για πρόσ.) Ήσουν αρκετά/πολύ ~ή! ΣΥΝ. διαφωτιστικός ● επίρρ.: κατατοπιστικά
23771κατατρεγμένος, η, ο κα-τα-τρεγ-μέ-νος επίθ.: που έχει υποστεί διωγμούς και βάσανα: ~οι: πρόσφυγες.|| (ως ουσ.) Οι ~οι της γης. [< μεσν. κατατρεγμένος]
23772κατατρεγμόςκα-τα-τρεγ-μός ουσ. (αρσ.): διωγμός, καταδίωξη: ~ θρησκευτικών ομάδων. Γνώρισε/έζησε ~ούς, φυλακές κι εξορίες.
23773κατατρέχωκα-τα-τρέ-χω ρ. (μτβ.) {κατέτρε-ξε, κατατρέ-ξει, -γμένος, κατατρέχ-οντας} (κυρ. μτφ.): κυνηγώ συνεχώς, δεν αφήνω κάποιον σε ησυχία, προσπαθώ να τον εξοντώσω ή να τον βλάψω: Τον ~ει (= κατατρύχει) το παρελθόν του. Ο χρόνος διαρκώς μας ~ει (: πιέζει). ~εται από ατυχία/εμμονές/τύψεις. ΣΥΝ. καταδιώκω (3) [< μτγν. κατατρέχω]
23774κατατριβήκα-τα-τρι-βή ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): άσκοπη σπατάλη δυνάμεων ή χρόνου. Πβ. ανάλωση, εξάντληση, ξόδεμα. Βλ. φθορά. [< μτγν. κατατριβή]
23775κατατρίβομαικα-τα-τρί-βο-μαι ρ. {μόνο στον ενεστ., συνήθ. στο γ΄πρόσ.} (απαιτ. λεξιλόγ.): αναλώνομαι: ~εται με ασήμαντα πράγματα. Ας μην ~όμαστε άλλο σε άσκοπες συζητήσεις! Πβ. ξοδεύ-, φθείρ-ομαι. [< αρχ. κατατρίβομαι]
23776κατατρομαγμένος, η, ο κα-τα-τρο-μαγ-μέ-νος επίθ. (επιτατ.): γεμάτος τρόμο: Το 'βαλε στα πόδια ~. Ξύπνησε καταϊδρωμένη και ~η απ' τον εφιάλτη. Πβ. καταφοβισμένος. ΣΥΝ. έντρομος, περίτρομος
23777κατατρομάζωκα-τα-τρο-μά-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κατατρόμα-ξε, κατατρομά-ξει, -γμένος, κατατρομάζ-οντας} (επιτατ.): τρομάζω πάρα πολύ: ~ξα, όταν τον είδα.|| Με ~ξες (= κοψοχόλιασες)! Πβ. λαχταρίζω.
23778κατατρομοκράτησηκα-τα-τρο-μο-κρά-τη-ση ουσ. (θηλ.) (επιτατ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κατατρομοκρατώ. Πβ. εκφοβισμός.
23779κατατρομοκρατώ[κατατρομοκρατῶ] κα-τα-τρο-μο-κρα-τώ ρ. (μτβ.) {κατατρομοκράτ-ησα, -ήσει, -ήθηκα, -ηθεί, -ημένος, -ώντας} (επιτατ.): προκαλώ μεγάλο τρόμο: Μας ~ησαν άδικα. Το θύμα ήταν ~ημένο. Πβ. εκφοβίζω.
23780κατατροπώνωκα-τα-τρο-πώ-νω ρ. (μτβ.) {κατατρόπω-σε, κατατροπώ-σει, -θηκε, -μένος, κατατροπών-οντας}: νικώ ολοκληρωτικά: ~σαν τους εχθρούς (= εξολόθρευσαν, εξόντωσαν).|| ~σαν τους αντιπάλους τους. ΣΥΝ. κατανικώ (2), συντρίβω (1) [< μτγν. κατατροπῶ]
23781κατατρόπωσηκα-τα-τρό-πω-ση ουσ. (θηλ.): κατανίκηση, συντριβή: ~ των εισβολέων (= εξολόθρευση, εξόντωση). Πβ. κατανίκηση, συντριβή. [< μεσν. κατατρόπωσις]
23782κατατρυπώ[κατατρυπῶ] κα-τα-τρυ-πώ ρ. (μτβ.) {-ά κ. -άει ... | κατατρύπ-ησα, -ήσει, -ιέται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} & κατατρυπάω (επιτατ.): τρυπώ πολλές φορές, σε πολλά σημεία. [< μτγν. κατατρυπῶ]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.