Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [24520-24540]

IDΛήμμαΕρμηνεία
23751καταταλαιπωρώ[καταταλαιπωρῶ] κα-τα-τα-λαι-πω-ρώ ρ. (μτβ.) {καταταλαιπώρ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας} (επιτατ.): ταλαιπωρώ πάρα πολύ. Πβ. κατατρώει. Βλ. δεινοπαθώ, ταράζω. ΣΥΝ. κατατυραννώ [< μεσν. καταταλαιπωρώ]
23752κατάταξηκα-τά-τα-ξη ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -άξεως | -άξεις, -άξεων} 1. τοποθέτηση σε κατηγορίες, βάσει κριτηρίων: αλφαβητική/θεματική/χρονολογική ~ (= ταξινόμηση· πβ. γκρουπάρισμα, κατηγοριο-, ομαδο-ποίηση). ~ ξενοδοχείων με σύστημα αστέρων. Βλ. ανα~.|| ~ των μισθωτών σε ασφαλιστικές κλάσεις. Όλοι οι υποψήφιοι με σειρά ~ης. Πίνακας ~ης ανέργων/υποψηφίων. Τεστ ~ης (= κατατακτήριο). ~άξεις-προσλήψεις. Η ~ γίνεται με βάση τον βαθμό πτυχίου (= βαθμολογική ~)/με εξετάσεις. Διεθνής ~ πανεπιστημίων. Βρίσκεται στην πρώτη θέση της ετήσιας/παγκόσμιας/συνολικής ~ης.|| (ΑΘΛ.) Ατομική/ειδική/ομαδική/τελική ~. Αγώνες ~ης. Προηγείται στη γενική ~ με ... βαθμούς. Πβ. σειρά. || ~ μεταξύ των Αγίων (= αγιο~). 2. ΣΤΡΑΤ. εγγραφή στρατεύσιμου σε κλάδο των Ενόπλων Δυνάμεων· ένταξη δοκίμου σε κάποιο από τα Σώματα Ασφαλείας· κατ' επέκτ. η αντίστοιχη υπηρέτηση: ~ στον στρατό. Αναβολή ~ης. ΣΥΝ. στράτευση.|| ~ στην ΕΛ.ΑΣ. [< 1: μτγν. κατάταξις ‘διευθέτηση, θέση, ταξινόμηση’, γαλλ. classement]
23753κατατάξιμος, η, ο κα-τα-τά-ξι-μος επίθ. (λόγ.): που είναι δυνατόν να καταταχθεί, να ταξινομηθεί σε μια κατηγορία: Μη ~ος καλλιτέχνης.|| (ΟΙΚΟΝ.) Έσοδα μη άλλως ~α (= αταξινόμητα). Βλ. -ιμος.
23754κατατάσσωκα-τα-τάσ-σω ρ. (μτβ.) {κατέτα-ξα, κατατά-ξει, -χθηκε κ. -χτηκε (λόγ. κατετάγη), -χθεί κ. -χτεί κ. -γεί, -γμένος, κατατάσσ-οντας}: κάνω κατάταξη: Την ~ στις καλύτερες ταινίες που έχω δει. ~εται (= τοποθετείται) στην κατηγορία … Ο αλκοολισμός ~εται στις χρόνιες ασθένειες. Η Εκκλησία τον ~ξε μεταξύ των Αγίων. ΣΥΝ. συγκαταλέγω, συμπεριλαμβάνω. Βλ. ανα~.|| Κατατάξτε το υλικό σε κατηγορίες. Βιβλιογραφία αλφαβητικά/θεματικά/χρονολογικά ~γμένη. ΣΥΝ. ταξινομώ. Πβ. κατηγοριο-, ομαδο-ποιώ.|| (ΑΘΛ.) Κατετάγη πρώτος με χρόνο .../στο άλμα εις ύψος. ● Παθ.: κατατάσσομαι: ΣΤΡΑΤ. προσέρχομαι σε στρατιωτική μονάδα, για να υπηρετήσω τη θητεία μου· εντάσσομαι ως δόκιμος σε κάποιο από τα Σώματα Ασφαλείας: ~ στο Ναυτικό. Κλήθηκε να ~γεί. ~χθηκε εθελοντικά/ως εθελοντής στον στρατό. ΣΥΝ. παρουσιάζομαι. Βλ. απολύομαι.|| ~χθηκε στην Πυροσβεστική. [< αρχ. κατατάσσω ‘διευθετώ, τακτοποιώ’, γαλλ. classer, ranger]
23755κατατεθειμένος, η, ο βλ. καταθέτω
23756κατατεθείς, είσα, έν κα-τα-τε-θείς επίθ. {κατατεθ-έντος (θηλ. -είσας) | -έντες (θηλ. -είσες, ουδ. -έντα), -έντων (θηλ. -εισών)} (λόγ.): που κατατέθηκε: ~είσα: αίτηση/εγγυητική επιστολή/τροπολογία (στη Βουλή). ● ΣΥΜΠΛ.: σήμα κατατεθέν 1. επίσημα κατοχυρωμένο διακριτικό σημείο εταιρείας (επωνυμία, λέξη, σύμβολο), που δικαιούνται να φέρουν μόνο τα προϊόντα της (σύμβ. ®). ΣΥΝ. εμπορικό σήμα, λογότυπο 2. (μτφ.) χαρακτηριστικό γνώρισμα: Το μνημείο αποτελεί/είναι το ~ ~ της πόλης. [< γαλλ. marque déposée] ● βλ. καταθέτω [< αρχ. κατατεθείς, γαλλ. déposé]
23757κατατέθηκεβλ. καταθέτω
23758κατατείνωκα-τα-τεί-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κατέτεινε} (απαιτ. λεξιλόγ.): κλίνω προς, αποσκοπώ: ~ουμε (= οδηγούμαστε) στη διαπίστωση ότι ... Οι ενδείξεις ~ουν στο συμπέρασμα ότι ...|| Τα μέτρα ~ουν (= στοχεύουν) στο να αναβαθμίσουν την περιοχή. [< αρχ. κατατείνω ‘τεντώνω, προσπαθώ’]
23759κατατεμαχίζωκα-τα-τε-μα-χί-ζω ρ. (μτβ.) {κατατεμάχι-σα, κατατεμαχί-σει, -στηκε, -στεί, -σμένος, κατατεμαχίζ-οντας} (επιτατ.): κόβω σε πολλά κομμάτια. Πβ. κατα-κομματιάζω, -κρεουργώ.|| (μτφ.) ~σμένη: χώρα (= κατακερματισμένη). Πβ. διαμελίζω, κατατέμνω. [< μεσν. κατατεμαχίζω]
23760κατατεμαχισμόςκα-τα-τε-μα-χι-σμός ουσ. (αρσ.) (επιτατ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καταταμεχίζω. Πβ. κατακρεούργηση.|| (μτφ.) ~ της γνώσης (= κατακερματισμός). Πβ. κατάτμηση.
23761κατατέμνωκα-τα-τέ-μνω ρ. (μτβ.) {κατέτμη-σε (προφ.) κατάτμη-σε, κατατμή-σει, -θηκε, -θεί, -μένος (σπάν.-λόγ.) κατατετμημένος} (λόγ.-επιτατ.): διαιρώ, χωρίζω σε πολλά μέρη: Η Σχολή ~εται σε τρία τμήματα. Το οικόπεδο ~θηκε στα δύο. Πβ. κατα-κερματίζω, -τεμαχίζω. [< αρχ. κατατέμνω]
23762κατάτμησηκα-τά-τμη-ση ουσ. (θηλ.) 1. (επίσ.) χωρισμός, διαίρεση σε πολύ μικρά κομμάτια: ~ γεωργικής έκτασης (σε αγροτεμάχια). ~ της ύλης σε θεματικούς κύκλους. Πβ. διαμέριση, κατα-κερματισμός, -τεμαχισμός, κομμάτιασμα.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ της αγοράς εργασίας.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ δίσκου. Πβ. τμηματοποίηση. 2. ΒΙΟΛ. αυλάκωση. 3. ΓΛΩΣΣ. (στον αμερικανικό δομισμό) ανάλυση της δομής του λόγου σε μικρότερες φωνολογικές, μορφολογικές και συντακτικές μονάδες: ~ και ταξινόμηση. [< 1,2: γαλλ.-αγγλ. fragmentation 3: αγγλ. segmentation]
23763κατατομήκα-τα-το-μή ουσ. (θηλ.) 1. προφίλ κυρ. προσώπου: Έχει (αρχαιο)ελληνική/ωραία ~.|| (κατ' επέκτ.) Σωματική ~. Πβ. σιλουέτα. 2. (επιστ.) εγκάρσια τομή. Βλ. διατομή. [< 2: αρχ. κατατομή ‘έγχάραξη’, γαλλ. profil]
23764κατατονίακα-τα-το-νί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΙΑΤΡ. (ως σύμπτωμα κυρ. σχιζοφρένειας) κατάσταση μυϊκής ακαμψίας και πλήρους παθητικότητας, που μπορεί να εναλλάσσεται με ακραία υπερδιέγερση. Πβ. καταληψία. Βλ. (μανιο)κατάθλιψη.|| (κατ' επέκτ.) Βρίσκεται σε ~ (: αδράνεια, αποχαύνωση). Βλ. α-, μονο-τονία. [< γερμ. Katatonie, γαλλ. catatonie, αγγλ. catatonia]
23765κατατονικός, ή, ό κα-τα-το-νι-κός επίθ.: ΨΥΧΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την κατατονία: ~ή: εμβροντησία/σχιζοφρένεια. (ως ουσ.) Ο ~/η ~ή (ενν. ασθενής).|| (κατ' επέκτ.) ~ή: ατμόσφαιρα (= υποτονική). Πβ. ά-, μονό-τονος, βαρετός, παθητικός. [< γερμ. katatonisch, γαλλ. catatonique, 1903, αγγλ. catatonic, 1904]
23766κατατόπιακα-τα-τό-πια ουσ. (ουδ.) (τα) (προφ.): άγνωστα στους πολλούς, όχι εύκολα αντιληπτά ή κρυφά σημεία ενός μέρους: Έλα να σου δείξω τα ~ (της περιοχής)! Ξέρει όλα τα ~ της πόλης. (για διαρρήκτη:) Γνώριζε καλά τα ~ (του σπιτιού).|| (μτφ.) Ως νέος χρήστης Η/Υ, δεν έχω μάθει ακόμη τα ~. [< μεσν. τα κατατόπια]
23767κατατοπίζωκα-τα-το-πί-ζω ρ. (μτβ.) {κατατόπι-σα, κατατοπί-σει, -στηκα, -στεί, -σμένος, κατατοπίζ-οντας} 1. (μτφ.) παρέχω σε κάποιον όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για κάτι που δεν ξέρει: Μας ~σε (επαρκώς/λεπτομερώς) για το/στο θέμα (πβ. ενημερώνω). Ευχαριστώ, με ~σατε/έχω ~στεί αρκετά/πλήρως. Ψάξε και σε παλιότερα άρθρα, για να ~στείς καλύτερα/περισσότερο. Πβ. διαφωτίζω. 2. καθοδηγώ, προσανατολίζω: Δεν υπήρχαν ταμπέλες, ώστε να ~στούμε εύκολα. ~σέ με πώς πάω μέχρι εκεί; [< γαλλ. localiser, s' orienter]
23768κατατόπισηκα-τα-τό-πι-ση ουσ. (θηλ.) & κατατοπισμός (ο): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κατατοπίζω: Για την καλύτερη/πληρέστερη ~ των αναγνωστών, ... Πβ. διαφώτιση, ενημέρωση, καθοδήγηση.
23769κατατοπισμένος, η, ο κα-τα-το-πι-σμέ-νος επίθ.: ενήμερος, πληροφορημένος: Δείχνει απόλυτα/άριστα/πλήρως/σωστά/τέλεια ~ στο/για το θέμα. Είναι ο πιο/πλέον ~ (πβ. γνώστης, ειδήμων, ειδικός, εξπέρ, επαΐων). Σε βρίσκω άκρως ~η. Δεν είστε καθόλου καλά ~οι. ΑΝΤ. ακατατόπιστος
23770κατατοπιστικός, ή, ό κα-τα-το-πι-στι-κός επίθ. {κατατοπιστικότ-ερος, -ατος}: που κατατοπίζει: ~ός: τίτλος. ~ή: απάντηση/εισαγωγή/ξενάγηση/παρουσίαση. ~ό: άρθρο/φυλλάδιο. ~ές: πινακίδες. ~ά: σχόλια. Πρακτικός, ~ και εύχρηστος τουριστικός οδηγός/χάρτης. ~ατες: σημειώσεις. Πβ. ενημερωτικός, πληροφοριακός.|| (για πρόσ.) Ήσουν αρκετά/πολύ ~ή! ΣΥΝ. διαφωτιστικός ● επίρρ.: κατατοπιστικά

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.