| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 23771 | κατατρεγμένος | , η, ο κα-τα-τρεγ-μέ-νος επίθ.: που έχει υποστεί διωγμούς και βάσανα: ~οι: πρόσφυγες.|| (ως ουσ.) Οι ~οι της γης. [< μεσν. κατατρεγμένος] | |
| 23772 | κατατρεγμός | κα-τα-τρεγ-μός ουσ. (αρσ.): διωγμός, καταδίωξη: ~ θρησκευτικών ομάδων. Γνώρισε/έζησε ~ούς, φυλακές κι εξορίες. | |
| 23773 | κατατρέχω | κα-τα-τρέ-χω ρ. (μτβ.) {κατέτρε-ξε, κατατρέ-ξει, -γμένος, κατατρέχ-οντας} (κυρ. μτφ.): κυνηγώ συνεχώς, δεν αφήνω κάποιον σε ησυχία, προσπαθώ να τον εξοντώσω ή να τον βλάψω: Τον ~ει (= κατατρύχει) το παρελθόν του. Ο χρόνος διαρκώς μας ~ει (: πιέζει). ~εται από ατυχία/εμμονές/τύψεις. ΣΥΝ. καταδιώκω (3) [< μτγν. κατατρέχω] | |
| 23774 | κατατριβή | κα-τα-τρι-βή ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): άσκοπη σπατάλη δυνάμεων ή χρόνου. Πβ. ανάλωση, εξάντληση, ξόδεμα. Βλ. φθορά. [< μτγν. κατατριβή] | |
| 23775 | κατατρίβομαι | κα-τα-τρί-βο-μαι ρ. {μόνο στον ενεστ., συνήθ. στο γ΄πρόσ.} (απαιτ. λεξιλόγ.): αναλώνομαι: ~εται με ασήμαντα πράγματα. Ας μην ~όμαστε άλλο σε άσκοπες συζητήσεις! Πβ. ξοδεύ-, φθείρ-ομαι. [< αρχ. κατατρίβομαι] | |
| 23776 | κατατρομαγμένος | , η, ο κα-τα-τρο-μαγ-μέ-νος επίθ. (επιτατ.): γεμάτος τρόμο: Το 'βαλε στα πόδια ~. Ξύπνησε καταϊδρωμένη και ~η απ' τον εφιάλτη. Πβ. καταφοβισμένος. ΣΥΝ. έντρομος, περίτρομος | |
| 23777 | κατατρομάζω | κα-τα-τρο-μά-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κατατρόμα-ξε, κατατρομά-ξει, -γμένος, κατατρομάζ-οντας} (επιτατ.): τρομάζω πάρα πολύ: ~ξα, όταν τον είδα.|| Με ~ξες (= κοψοχόλιασες)! Πβ. λαχταρίζω. | |
| 23778 | κατατρομοκράτηση | κα-τα-τρο-μο-κρά-τη-ση ουσ. (θηλ.) (επιτατ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κατατρομοκρατώ. Πβ. εκφοβισμός. | |
| 23779 | κατατρομοκρατώ | [κατατρομοκρατῶ] κα-τα-τρο-μο-κρα-τώ ρ. (μτβ.) {κατατρομοκράτ-ησα, -ήσει, -ήθηκα, -ηθεί, -ημένος, -ώντας} (επιτατ.): προκαλώ μεγάλο τρόμο: Μας ~ησαν άδικα. Το θύμα ήταν ~ημένο. Πβ. εκφοβίζω. | |
| 23780 | κατατροπώνω | κα-τα-τρο-πώ-νω ρ. (μτβ.) {κατατρόπω-σε, κατατροπώ-σει, -θηκε, -μένος, κατατροπών-οντας}: νικώ ολοκληρωτικά: ~σαν τους εχθρούς (= εξολόθρευσαν, εξόντωσαν).|| ~σαν τους αντιπάλους τους. ΣΥΝ. κατανικώ (2), συντρίβω (1) [< μτγν. κατατροπῶ] | |
| 23781 | κατατρόπωση | κα-τα-τρό-πω-ση ουσ. (θηλ.): κατανίκηση, συντριβή: ~ των εισβολέων (= εξολόθρευση, εξόντωση). Πβ. κατανίκηση, συντριβή. [< μεσν. κατατρόπωσις] | |
| 23782 | κατατρυπώ | [κατατρυπῶ] κα-τα-τρυ-πώ ρ. (μτβ.) {-ά κ. -άει ... | κατατρύπ-ησα, -ήσει, -ιέται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} & κατατρυπάω (επιτατ.): τρυπώ πολλές φορές, σε πολλά σημεία. [< μτγν. κατατρυπῶ] | |
| 23783 | κατατρύχει | κα-τα-τρύ-χει ρ. (μτβ.) {κατέτρυχε | κατατρύχ-εται} (απαιτ. λεξιλόγ.): βασανίζει, ταλαιπωρεί: Τον ~ουν οι αναμνήσεις του παρελθόντος/οι εφιάλτες (= κατα-διώκουν, -τρέχουν, -τρώνε). ~εται (= καταδυναστεύεται, ταλανίζεται) από αμφιβολίες/εμμονές. Κοινωνία που ~εται (= μαστίζεται, υποφέρει) από την ανεργία/τη φτώχεια. [< αρχ. κατατρύχω] | |
| 23784 | κατατρώω | κα-τα-τρώ-ω ρ. (μτβ.) {παρατ. κατέτρωγε κ. κατάτρωγε, αόρ. κατέφαγε κ. κατάφαγε, καταφαγώ-θηκε, -θεί, -μένος} & (λαϊκό) κατατρώγω (επιτατ.) 1. τρώω κάτι εξ ολοκλήρου ή σε πολλά μέρη: Το σκουλήκι ~ει τις καλλιέργειες. Με κατάφαγαν τα κουνούπια (πβ. τσιμπώ). ~μένα: νύχια. 2. (μτφ.) καταξοδεύω, κατασπαταλώ: Έχει καταφάει τη ζωή/τα νιάτα/τον χρόνο του. ● κατατρώει (μτφ.) 1. προξενεί πολλές και μεγάλες καταστροφές, φθείρει εντελώς: Οι φλόγες κατέφαγαν το δάσος. Μέταλλο ~μένο απ' τη σκουριά (= διαβρωμένο). 2. βασανίζει, καταταλαιπωρεί: Η ακρίβεια ~ τον λαό. Τον έχει καταφάει η ζήλια/το μαράζι. Πβ. κατατρύχει. [< μεσν. κατατρώγω] | |
| 23785 | κατατυραννώ | [κατατυραννῶ] κα-τα-τυ-ραν-νώ ρ. (μτβ.) {-ά κ. -άει κ. -εί ... | κατατυράνν-ησε} & κατατυραννάω (σπάν.-επιτατ.): καταταλαιπωρώ. [< μεσν. κατατυραννώ] | |
| 23786 | καταυγάζει | κα-ταυ-γά-ζει ρ. (μτβ.) {καταύγα-σε, -στηκε, -σμένος} (λόγ.-επιτατ.): φωτίζει με πολύ έντονο φως και σε μεγάλη έκταση: Αστραπές/πολύχρωμα πυροτεχνήματα ~σαν τον ουρανό. Πβ. φωταγωγώ.|| (μτφ., συνήθ. ΕΚΚΛΗΣ.) Το θείο φως ~ τους πιστούς/την ψυχή. Ιστορικό ορόσημο που ~ει και λαμπρύνει την ιστορία μας. Πβ. περιαυγάζει. || [< μτγν. καταυγάζω ‘λαμποκοπώ’] | |
| 23787 | καταυγασμός | κα-ταυ-γα-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.-επιτατ.): άπλετος, λαμπρός φωτισμός. Πβ. φωταγώγηση. [< μτγν. καταυγασμός] | |
| 23788 | καταυγαστήρας | κα-ταυ-γα-στή-ρας ουσ. (αρσ.) (επίσ.) 1. αμπαζούρ. 2. ΦΩΤΟΓΡ. (σπάν.) φλας. Βλ. -τήρας. | |
| 23789 | καταυλισμός | κα-ταυ-λι-σμός ουσ. (αρσ.): χώρος συνήθ. προσωρινής διαμονής, με σκηνές ή πρόχειρα καταλύματα· σπανιότ. η ίδια η διαμονή: προσφυγικός/στρατιωτικός (πβ. στρατοπέδευση) ~. ~ αστέγων/προσφύγων/σεισμοπαθών/τσιγγάνων. Βλ. κατασκήνωση, -ισμός. [< γαλλ. bivouac, campement] | |
| 23790 | καταϋποχρεώνω | κα-τα-ϋ-πο-χρε-ώ-νω ρ. (μτβ.) {καταϋποχρέω-σα, -μένος} (επιτατ.): κάνω κάποιον να αισθάνεται πολύ μεγάλη υποχρέωση: Αισθάνομαι/σου είμαι ~μένος (πβ. ευγνώμων, υπόχρεος). ΣΥΝ. σκλαβώνω.|| (ειρων.) Μας ~σες! |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ