Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [24540-24560]

IDΛήμμαΕρμηνεία
23783κατατρύχεικα-τα-τρύ-χει ρ. (μτβ.) {κατέτρυχε | κατατρύχ-εται} (απαιτ. λεξιλόγ.): βασανίζει, ταλαιπωρεί: Τον ~ουν οι αναμνήσεις του παρελθόντος/οι εφιάλτες (= κατα-διώκουν, -τρέχουν, -τρώνε). ~εται (= καταδυναστεύεται, ταλανίζεται) από αμφιβολίες/εμμονές. Κοινωνία που ~εται (= μαστίζεται, υποφέρει) από την ανεργία/τη φτώχεια. [< αρχ. κατατρύχω]
23784κατατρώωκα-τα-τρώ-ω ρ. (μτβ.) {παρατ. κατέτρωγε κ. κατάτρωγε, αόρ. κατέφαγε κ. κατάφαγε, καταφαγώ-θηκε, -θεί, -μένος} & (λαϊκό) κατατρώγω (επιτατ.) 1. τρώω κάτι εξ ολοκλήρου ή σε πολλά μέρη: Το σκουλήκι ~ει τις καλλιέργειες. Με κατάφαγαν τα κουνούπια (πβ. τσιμπώ). ~μένα: νύχια. 2. (μτφ.) καταξοδεύω, κατασπαταλώ: Έχει καταφάει τη ζωή/τα νιάτα/τον χρόνο του.κατατρώει (μτφ.) 1. προξενεί πολλές και μεγάλες καταστροφές, φθείρει εντελώς: Οι φλόγες κατέφαγαν το δάσος. Μέταλλο ~μένο απ' τη σκουριά (= διαβρωμένο). 2. βασανίζει, καταταλαιπωρεί: Η ακρίβεια ~ τον λαό. Τον έχει καταφάει η ζήλια/το μαράζι. Πβ. κατατρύχει. [< μεσν. κατατρώγω]
23785κατατυραννώ[κατατυραννῶ] κα-τα-τυ-ραν-νώ ρ. (μτβ.) {-ά κ. -άει κ. -εί ... | κατατυράνν-ησε} & κατατυραννάω (σπάν.-επιτατ.): καταταλαιπωρώ. [< μεσν. κατατυραννώ]
23786καταυγάζεικα-ταυ-γά-ζει ρ. (μτβ.) {καταύγα-σε, -στηκε, -σμένος} (λόγ.-επιτατ.): φωτίζει με πολύ έντονο φως και σε μεγάλη έκταση: Αστραπές/πολύχρωμα πυροτεχνήματα ~σαν τον ουρανό. Πβ. φωταγωγώ.|| (μτφ., συνήθ. ΕΚΚΛΗΣ.) Το θείο φως ~ τους πιστούς/την ψυχή. Ιστορικό ορόσημο που ~ει και λαμπρύνει την ιστορία μας. Πβ. περιαυγάζει. || [< μτγν. καταυγάζω ‘λαμποκοπώ’]
23787καταυγασμόςκα-ταυ-γα-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.-επιτατ.): άπλετος, λαμπρός φωτισμός. Πβ. φωταγώγηση. [< μτγν. καταυγασμός]
23788καταυγαστήραςκα-ταυ-γα-στή-ρας ουσ. (αρσ.) (επίσ.) 1. αμπαζούρ. 2. ΦΩΤΟΓΡ. (σπάν.) φλας. Βλ. -τήρας.
23789καταυλισμόςκα-ταυ-λι-σμός ουσ. (αρσ.): χώρος συνήθ. προσωρινής διαμονής, με σκηνές ή πρόχειρα καταλύματα· σπανιότ. η ίδια η διαμονή: προσφυγικός/στρατιωτικός (πβ. στρατοπέδευση) ~. ~ αστέγων/προσφύγων/σεισμοπαθών/τσιγγάνων. Βλ. κατασκήνωση, -ισμός. [< γαλλ. bivouac, campement]
23790καταϋποχρεώνωκα-τα-ϋ-πο-χρε-ώ-νω ρ. (μτβ.) {καταϋποχρέω-σα, -μένος} (επιτατ.): κάνω κάποιον να αισθάνεται πολύ μεγάλη υποχρέωση: Αισθάνομαι/σου είμαι ~μένος (πβ. ευγνώμων, υπόχρεος). ΣΥΝ. σκλαβώνω.|| (ειρων.) Μας ~σες!
23791καταφαίνεταικα-τα-φαί-νε-ται ρ. (αμτβ.) {καταφάν-ηκε (λόγ. κατεφάνη), καταφαν-εί} (λόγ.): καθίσταται ολοφάνερο, πασιφανές: ~ η αλήθεια. Για να ~εί ότι/πόσο/πως ... [< αρχ. καταφαίνεται]
23792καταφανής, ής, ές κα-τα-φα-νής επίθ. {καταφανέστ-ερος, -ατος} (απαιτ. λεξιλόγ.) & καταφάνερος, η, ο: αναμφισβήτητος, ολοφάνερος: ~ής: αδικία/παραβίαση του Συντάγματος. Είναι/γίνεται ~ές ότι ... Πβ. ξεκάθαρος. Βλ. -φανής, πανηγυρικός, περίτρανος. ΣΥΝ. κατάδηλος, κατάφωρος, πασιφανής, πρόδηλος, προφανής ● επίρρ.: καταφανώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: καταφανές σημείο: ΝΑΥΤ. ευδιάκριτο σημείο στην ακτογραμμή που καθοδηγεί τους ναυτιλλομένους κατά την πρόσβαση του πλοίου στο λιμάνι. [< αρχ. καταφανής]
23793κατάφασηκα-τά-φα-ση ουσ. (θηλ.) ΑΝΤ. άρνηση 1. ΓΡΑΜΜ. θετική απάντηση: ~ σε ερώτηση.|| Νεύμα ~ης (= καταφατικό). Βλ. βέβαια, ναι, φυσικά. 2. αποδοχή, συμφωνία. Πβ. έγκριση, επιδοκιμασία, συγκατά-θεση, -νευση, συναίνεση. 3. θετική στάση ή συμπεριφορά: ~ στην ελευθερία. [< αρχ. κατάφασις ‘καταφατική πρόταση’, γαλλ. affirmation]
23794καταφάσκωκα-τα-φά-σκω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.}: αποδέχομαι, τάσσομαι υπέρ: ~ει στην ζωή/ισότητα. Πβ. εγκρίνω, επιδοκιμάζω, συγκατα-τίθεμαι, -νεύω, συναινώ. ΑΝΤ. αρνούμαι (1) [< μτγν. καταφάσκω]
23795καταφατικός, ή, ό κα-τα-φα-τι-κός επίθ.: που εκφράζει κατάφαση: ~ή: απάντηση. ~ό: νεύμα. Πβ. βεβαιωτ-, συναινετ-ικός.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ή: πρόταση (: χωρίς άρνηση ή ερωτηματικό).|| (σπάν. για πρόσ.) Είμαι ~ απέναντι σε ... (= το αποδέχομαι, συμφωνώ). Πβ. θετικός. ΑΝΤ. αποφατικός (1), αρνητικός (2) ● επίρρ.: καταφατικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: καταφατική θεολογία (κ. με κεφαλ. τα αρχικά Κ, Θ): ΘΕΟΛ. θεωρία που δέχεται την προσιτή και καταληπτή όψη του Θεού: αποφατική και ~ ~. [< αρχ. καταφατικός ‘διαβεβαιωτικός, εμφατικός’]
23796κατάφατσακα-τά-φα-τσα επίρρ. (λαϊκό) 1. (μτφ.) με θάρρος ή χωρίς ντροπή: Δεν φοβάται να κοιτάξει τις αδυναμίες του/την πραγματικότητα ~. ΣΥΝ. κατάμουτρα (1), καταπρόσωπο (1) 2. μπροστά σε κάποιον: Δεν τολμώ να της πω την αλήθεια ~. ΣΥΝ. καταπρόσωπο (2) 3. ακριβώς απέναντι.
23797καταφέρνωκα-τα-φέρ-νω ρ. (μτβ.) {κατάφερ-α, καταφέρ-ει, καταφέρν-οντας} 1. φτάνω στο επιθυμητό αποτέλεσμα χάρη στις ικανότητες ή τις προσπάθειές μου: Όταν θέλεις κάτι πολύ, πάντα το ~εις. Προσπαθεί, αλλά δεν ~ει να ... Πώς ~ετε και τα συνδυάζετε όλα τόσο καλά; Θα τα καταφέρεις με τόσο βάρος (: θα μπορέσεις να το σηκώσεις); ~ε όσα λίγοι. Μόλις που ~ε να τελειώσει. Δεν έχουμε ακόμη καταφέρει (= μπορέσει) να βρεθούμε.|| Τι νομίζεις ότι θα καταφέρεις μ' αυτή τη συμπεριφορά; Πβ. επιτυγχάνω. Βλ. κουτσο~, ψιλο~, -φέρνω. ΣΥΝ. κατορθώνω 2. (προφ.) πείθω: Πώς την ~ες (= έριξες, τούμπαρες) και άλλαξε γνώμη; Τελικά, πες πες, με ~ε. 3. (προφ.) τρώω μεγάλη ποσότητα φαγητού: ~αμε ένα κουτί σοκολατάκια. 4. (προφ.) καταφέρω: Του ~ει (= δίνει) μια γροθιά και τον ρίχνει κάτω. 5. (προφ.) νικώ: Μπορεί να καταφέρει πέντε σαν κι σένα. ● ΦΡ.: μου την κατάφερε (προφ.): με ξεγέλασε. ΣΥΝ. τη σκάω (σε κάποιον), τη(ν) φέρνω σε κάποιον από πίσω, τα καταφέρνω 1. το πετυχαίνω: Δεν ~ ~ει μόνη της/στα δύσκολα. Ελπίζω ότι θα τα καταφέρουμε. Είπε ότι θα κόψει το κάπνισμα και τελικά ~ ~ε. Δεν ~ ~αν να προκριθούν.|| (ειρων.) Ωραία ~ ~αμε, χάσαμε το λεωφορείο! 2. είμαι καλός, ικανός: ~ ~ει (αρκετά καλά/μια χαρά) στη μαγειρική/στο παρκάρισμα. 3. αντεπεξέρχομαι στις οικονομικές μου ανάγκες και υποχρεώσεις: ~ ~ουμε με δυσκολία. Πβ. πορεύομαι, τα/τη βολεύω, τα φέρνω βόλτα. ΣΥΝ. τα βγάζω/τα φέρνω πέρα [< μεσν. καταφέρω]
23798καταφέρομαικα-τα-φέ-ρο-μαι ρ. (αμτβ.) {καταφέρ-θηκε, -θεί, -όμενος} (απαιτ. λεξιλόγ.): κατηγορώ: ~θηκε ανοιχτά/προσωπικά εναντίον/κατά των συναδέλφων του. Πβ. επι-, κατα-κρίνω, μέμφομαι, ψέγω. [< αρχ. καταφέρομαι, γαλλ. invectiver]
23799καταφερτζήςκα-τα-φερ-τζής ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. καταφερτζού} (προφ.): πρόσωπο που καταφέρνει να πετύχει τον σκοπό του, χρησιμοποιώντας συχνά πλάγια μέσα. Πβ. γαλίφης, επιτήδειος, καπάτσος, κωλοπετσωμένος, μαλαγάνας. Βλ. -τζής.
23800καταφέρωκα-τα-φέ-ρω ρ. (μτβ.) {κατέφερ-ε (προφ.) κατάφερ-ε, καταφέρ-οντας}: πλήττω, χτυπώ, ρίχνω: Του ~ε δύο δυνατά χτυπήματα.|| (μτφ.) Ο πόλεμος ~ε σοβαρά πλήγματα στην οικονομία της χώρας. ΣΥΝ. καταφέρνω (4) [< μτγν. καταφέρω]
23801καταφεύγωκα-τα-φεύ-γω ρ. (αμτβ.) {κατέφυγ-α, καταφύγ-ω, καταφεύγ-οντας} 1. (μτφ.) χρησιμοποιώ ένα μέσο προκειμένου να αντιμετωπίσω μια δύσκολη κατάσταση ή να πετύχω τον σκοπό μου· απευθύνομαι σε πρόσωπο, Αρχή, οργανισμό για να μου παράσχει βοήθεια, προστασία: Η χώρα ~ε σε νέο δανεισμό. Αποφάσισαν να καταφύγουν στη λύση/μέθοδο της ... Μην ~εις σε φτηνές δικαιολογίες/ψέματα! Βλ. προστρέχω.|| Οι εργαζόμενοι ~αν στα δικαστήρια/στη δικαιοσύνη. Πβ. αποτείνομαι, προσφεύγω.|| Ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι ~ουν στους πλαστικούς χειρουργούς.|| ~ε (= έπεσε) στα ναρκωτικά. 2. πηγαίνω σε έναν τόπο αναζητώντας ασφάλεια, καλύτερες συνθήκες διαβίωσης· ζητώ καταφύγιο: Κέντρο φιλοξενίας αλλοδαπών που ~ουν στο ελληνικό έδαφος. ● ΦΡ.: καταφεύγω στα όπλα βλ. όπλο [< 1: γαλλ. recourir à 2: αρχ., μεσν. καταφεύγω]
23802καταφθάνωκα-τα-φθά-νω ρ. (αμτβ.) {κατέφθα-σε, καταφθά-σει, καταφθάν-οντας} & (προφ.) καταφτάνω: έρχομαι ή πηγαίνω κάπου, εμφανίζομαι, φτάνω γρήγορα ή ξαφνικά: Έκτακτη ανθρωπιστική βοήθεια έχει αρχίσει να ~ει στις πληγείσες περιοχές. Πβ. αφικνούμαι.|| (μτφ.) Με ανατιμήσεις ~ει το νέο έτος. Πβ. αριβάρω. [< μτγν. καταφθάνω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.