| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 23791 | καταφαίνεται | κα-τα-φαί-νε-ται ρ. (αμτβ.) {καταφάν-ηκε (λόγ. κατεφάνη), καταφαν-εί} (λόγ.): καθίσταται ολοφάνερο, πασιφανές: ~ η αλήθεια. Για να ~εί ότι/πόσο/πως ... [< αρχ. καταφαίνεται] | |
| 23792 | καταφανής | , ής, ές κα-τα-φα-νής επίθ. {καταφανέστ-ερος, -ατος} (απαιτ. λεξιλόγ.) & καταφάνερος, η, ο: αναμφισβήτητος, ολοφάνερος: ~ής: αδικία/παραβίαση του Συντάγματος. Είναι/γίνεται ~ές ότι ... Πβ. ξεκάθαρος. Βλ. -φανής, πανηγυρικός, περίτρανος. ΣΥΝ. κατάδηλος, κατάφωρος, πασιφανής, πρόδηλος, προφανής ● επίρρ.: καταφανώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: καταφανές σημείο: ΝΑΥΤ. ευδιάκριτο σημείο στην ακτογραμμή που καθοδηγεί τους ναυτιλλομένους κατά την πρόσβαση του πλοίου στο λιμάνι. [< αρχ. καταφανής] | |
| 23793 | κατάφαση | κα-τά-φα-ση ουσ. (θηλ.) ΑΝΤ. άρνηση 1. ΓΡΑΜΜ. θετική απάντηση: ~ σε ερώτηση.|| Νεύμα ~ης (= καταφατικό). Βλ. βέβαια, ναι, φυσικά. 2. αποδοχή, συμφωνία. Πβ. έγκριση, επιδοκιμασία, συγκατά-θεση, -νευση, συναίνεση. 3. θετική στάση ή συμπεριφορά: ~ στην ελευθερία. [< αρχ. κατάφασις ‘καταφατική πρόταση’, γαλλ. affirmation] | |
| 23794 | καταφάσκω | κα-τα-φά-σκω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.}: αποδέχομαι, τάσσομαι υπέρ: ~ει στην ζωή/ισότητα. Πβ. εγκρίνω, επιδοκιμάζω, συγκατα-τίθεμαι, -νεύω, συναινώ. ΑΝΤ. αρνούμαι (1) [< μτγν. καταφάσκω] | |
| 23795 | καταφατικός | , ή, ό κα-τα-φα-τι-κός επίθ.: που εκφράζει κατάφαση: ~ή: απάντηση. ~ό: νεύμα. Πβ. βεβαιωτ-, συναινετ-ικός.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ή: πρόταση (: χωρίς άρνηση ή ερωτηματικό).|| (σπάν. για πρόσ.) Είμαι ~ απέναντι σε ... (= το αποδέχομαι, συμφωνώ). Πβ. θετικός. ΑΝΤ. αποφατικός (1), αρνητικός (2) ● επίρρ.: καταφατικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: καταφατική θεολογία (κ. με κεφαλ. τα αρχικά Κ, Θ): ΘΕΟΛ. θεωρία που δέχεται την προσιτή και καταληπτή όψη του Θεού: αποφατική και ~ ~. [< αρχ. καταφατικός ‘διαβεβαιωτικός, εμφατικός’] | |
| 23796 | κατάφατσα | κα-τά-φα-τσα επίρρ. (λαϊκό) 1. (μτφ.) με θάρρος ή χωρίς ντροπή: Δεν φοβάται να κοιτάξει τις αδυναμίες του/την πραγματικότητα ~. ΣΥΝ. κατάμουτρα (1), καταπρόσωπο (1) 2. μπροστά σε κάποιον: Δεν τολμώ να της πω την αλήθεια ~. ΣΥΝ. καταπρόσωπο (2) 3. ακριβώς απέναντι. | |
| 23797 | καταφέρνω | κα-τα-φέρ-νω ρ. (μτβ.) {κατάφερ-α, καταφέρ-ει, καταφέρν-οντας} 1. φτάνω στο επιθυμητό αποτέλεσμα χάρη στις ικανότητες ή τις προσπάθειές μου: Όταν θέλεις κάτι πολύ, πάντα το ~εις. Προσπαθεί, αλλά δεν ~ει να ... Πώς ~ετε και τα συνδυάζετε όλα τόσο καλά; Θα τα καταφέρεις με τόσο βάρος (: θα μπορέσεις να το σηκώσεις); ~ε όσα λίγοι. Μόλις που ~ε να τελειώσει. Δεν έχουμε ακόμη καταφέρει (= μπορέσει) να βρεθούμε.|| Τι νομίζεις ότι θα καταφέρεις μ' αυτή τη συμπεριφορά; Πβ. επιτυγχάνω. Βλ. κουτσο~, ψιλο~, -φέρνω. ΣΥΝ. κατορθώνω 2. (προφ.) πείθω: Πώς την ~ες (= έριξες, τούμπαρες) και άλλαξε γνώμη; Τελικά, πες πες, με ~ε. 3. (προφ.) τρώω μεγάλη ποσότητα φαγητού: ~αμε ένα κουτί σοκολατάκια. 4. (προφ.) καταφέρω: Του ~ει (= δίνει) μια γροθιά και τον ρίχνει κάτω. 5. (προφ.) νικώ: Μπορεί να καταφέρει πέντε σαν κι σένα. ● ΦΡ.: μου την κατάφερε (προφ.): με ξεγέλασε. ΣΥΝ. τη σκάω (σε κάποιον), τη(ν) φέρνω σε κάποιον από πίσω, τα καταφέρνω 1. το πετυχαίνω: Δεν ~ ~ει μόνη της/στα δύσκολα. Ελπίζω ότι θα τα καταφέρουμε. Είπε ότι θα κόψει το κάπνισμα και τελικά ~ ~ε. Δεν ~ ~αν να προκριθούν.|| (ειρων.) Ωραία ~ ~αμε, χάσαμε το λεωφορείο! 2. είμαι καλός, ικανός: ~ ~ει (αρκετά καλά/μια χαρά) στη μαγειρική/στο παρκάρισμα. 3. αντεπεξέρχομαι στις οικονομικές μου ανάγκες και υποχρεώσεις: ~ ~ουμε με δυσκολία. Πβ. πορεύομαι, τα/τη βολεύω, τα φέρνω βόλτα. ΣΥΝ. τα βγάζω/τα φέρνω πέρα [< μεσν. καταφέρω] | |
| 23798 | καταφέρομαι | κα-τα-φέ-ρο-μαι ρ. (αμτβ.) {καταφέρ-θηκε, -θεί, -όμενος} (απαιτ. λεξιλόγ.): κατηγορώ: ~θηκε ανοιχτά/προσωπικά εναντίον/κατά των συναδέλφων του. Πβ. επι-, κατα-κρίνω, μέμφομαι, ψέγω. [< αρχ. καταφέρομαι, γαλλ. invectiver] | |
| 23799 | καταφερτζής | κα-τα-φερ-τζής ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. καταφερτζού} (προφ.): πρόσωπο που καταφέρνει να πετύχει τον σκοπό του, χρησιμοποιώντας συχνά πλάγια μέσα. Πβ. γαλίφης, επιτήδειος, καπάτσος, κωλοπετσωμένος, μαλαγάνας. Βλ. -τζής. | |
| 23800 | καταφέρω | κα-τα-φέ-ρω ρ. (μτβ.) {κατέφερ-ε (προφ.) κατάφερ-ε, καταφέρ-οντας}: πλήττω, χτυπώ, ρίχνω: Του ~ε δύο δυνατά χτυπήματα.|| (μτφ.) Ο πόλεμος ~ε σοβαρά πλήγματα στην οικονομία της χώρας. ΣΥΝ. καταφέρνω (4) [< μτγν. καταφέρω] | |
| 23801 | καταφεύγω | κα-τα-φεύ-γω ρ. (αμτβ.) {κατέφυγ-α, καταφύγ-ω, καταφεύγ-οντας} 1. (μτφ.) χρησιμοποιώ ένα μέσο προκειμένου να αντιμετωπίσω μια δύσκολη κατάσταση ή να πετύχω τον σκοπό μου· απευθύνομαι σε πρόσωπο, Αρχή, οργανισμό για να μου παράσχει βοήθεια, προστασία: Η χώρα ~ε σε νέο δανεισμό. Αποφάσισαν να καταφύγουν στη λύση/μέθοδο της ... Μην ~εις σε φτηνές δικαιολογίες/ψέματα! Βλ. προστρέχω.|| Οι εργαζόμενοι ~αν στα δικαστήρια/στη δικαιοσύνη. Πβ. αποτείνομαι, προσφεύγω.|| Ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι ~ουν στους πλαστικούς χειρουργούς.|| ~ε (= έπεσε) στα ναρκωτικά. 2. πηγαίνω σε έναν τόπο αναζητώντας ασφάλεια, καλύτερες συνθήκες διαβίωσης· ζητώ καταφύγιο: Κέντρο φιλοξενίας αλλοδαπών που ~ουν στο ελληνικό έδαφος. ● ΦΡ.: καταφεύγω στα όπλα βλ. όπλο [< 1: γαλλ. recourir à 2: αρχ., μεσν. καταφεύγω] | |
| 23802 | καταφθάνω | κα-τα-φθά-νω ρ. (αμτβ.) {κατέφθα-σε, καταφθά-σει, καταφθάν-οντας} & (προφ.) καταφτάνω: έρχομαι ή πηγαίνω κάπου, εμφανίζομαι, φτάνω γρήγορα ή ξαφνικά: Έκτακτη ανθρωπιστική βοήθεια έχει αρχίσει να ~ει στις πληγείσες περιοχές. Πβ. αφικνούμαι.|| (μτφ.) Με ανατιμήσεις ~ει το νέο έτος. Πβ. αριβάρω. [< μτγν. καταφθάνω] | |
| 23803 | καταφιλώ | [καταφιλῶ] κα-τα-φι-λώ ρ. (μτβ.) {καταφίλ-ησε, -ήσει} (λόγ.-επιτατ.): φιλώ εγκάρδια και πολλές φορές. [< αρχ. καταφιλῶ] | |
| 23804 | καταφοβισμένος | , η, ο κα-τα-φο-βι-σμέ-νος επίθ. (επιτατ.): πάρα πολύ φοβισμένος: Έτρεξαν ~οι να κρυφτούν. Πβ. έντρομος, κατατρομαγμένος. [< αρχ. καταφοβοῦμαι] | |
| 23805 | καταφορά | κα-τα-φο-ρά ουσ. (θηλ.) (λόγ.): διατύπωση έντονα αρνητικών, επικριτικών σχολίων σε βάρος κάποιου: ~ εναντίον/κατά του καθεστώτος. Πβ. αποδοκιμασία. [< μτγν. καταφορά, γαλλ. invective] | |
| 23806 | κατάφορτος | , η, ο κα-τά-φορ-τος επίθ. (λόγ.-επιτατ.): υπερβολικά και βαριά φορτωμένος· γεμάτος: ~α: βαγόνια. Δέντρα ~α από/με καρπούς. || (μτφ.) ~ από δόξα/ενοχές. Πβ. καταφορτωμένος. [< μτγν. κατάφορτος] | |
| 23807 | καταφορτώνω | κα-τα-φορ-τώ-νω ρ. (μτβ.) {καταφόρτω-σα, -μένος, καταφορτών-οντας} 1. ΠΛΗΡΟΦ. κατεβάζω. Πβ. μετα-, τηλε-φορτώνω. 2. {συνήθ. στη μτχ.} (επιτατ.) φορτώνω πάρα πολύ: αυτοκίνητο ~μένο (= κατάφορτο) με βαλίτσες. [< 1: αγγλ. download, 1980, 2: μτγν. καταφορτῶ] | |
| 23808 | καταφόρτωση | κα-τα-φόρ-τω-ση ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. κατέβασμα. Πβ. μετα-, τηλε-φόρτωση. [< αγγλ. download, 1977, downloading, 1982] | |
| 23809 | κατάφρακτος | , η, ο κα-τά-φρα-κτος επίθ.: ΙΣΤ. βαριά οπλισμένος: (κυρ. ως ουσ.) Οι ~οι (ενν. ιππείς) του βυζαντινού στρατού. [< αρχ. κατάφρακτος] | |
| 23810 | καταφρόνηση | κα-τα-φρό-νη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) & (λαϊκό) καταφρόνεση: περιφρόνηση: Αντιμετωπίζει/εισπράττει καθημερινά την ~ του κόσμου. Πβ. απαξίωση, υποτίμηση. ΣΥΝ. καταφρόνια ΑΝΤ. εκτίμηση (3), σεβασμός (1), υπόληψη (1) [< αρχ. καταφρόνησις] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ