Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [2440-2460]

IDΛήμμαΕρμηνεία
1470αισχρόλογα[αἰσχρόλογα] αι-σχρό-λο-γα ουσ. (ουδ.) (τα): πρόστυχες λέξεις ή φράσεις: Ξεστόμιζε βρισιές και ~ (= αισχρολογίες). ΣΥΝ. βρομόλογα, παλιοκουβέντες, παλιόλογα
1472αισχρός, ή, ό [αἰσχρός] αι-σχρός επίθ. {υπερθ. κ. αίσχιστος} 1. που χαρακτηρίζεται από ανηθικότητα ή αναξιοπρέπεια· ειδικότ. άσεμνος, πρόστυχος: ~ός: άνθρωπος/τύπος (ΣΥΝ. αναίσχυντος, αχρείος)/χαρακτηρισμός (ΣΥΝ. χυδαίος). ~ή: βρισιά/πράξη/συμπεριφορά. ~ό: υποκείμενο (ΣΥΝ. βρομερό, ελεεινό). ~ές: χειρονομίες. ~ά και αβάσιμα ψεύδη. ΣΥΝ. ξεδιάντροπος 2. απαράδεκτος λόγω έλλειψης καλαισθησίας, ποιότητας ή ικανότητας: ~ή: εικόνα/εμφάνιση (ΣΥΝ. κακόγουστη)/εξυπηρέτηση (ΑΝΤ. άψογη). ~ό: φαγητό (ΣΥΝ. απαίσιο). Βλ. αίσχος. ● επίρρ.: αισχρά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< αρχ. αἰσχρός]
1473αισχρότητα[αἰσχρότητα] αι-σχρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του αισχρού και (συνεκδ.-στον πληθ.) αισχρές πράξεις ή φράσεις: Αδίκημα ηθικής ~ας.|| Συκοφαντικές ~ες. ~ες και απρέπειες/βωμολοχίες. Πβ. αναισχυντία, ανηθικ-, αχρει-, φαυλ-, χυδαι-ότητα. [< αρχ. αἰσχρότης]
1474αισχύνη[αἰσχύνη] αι-σχύ-νη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ντροπή: ~ και όνειδος. Πβ. αίσχος, κατ~. ● ΦΡ.: οποία (κατ)αισχύνη! (αρχαιοπρ.-εμφατ.): τι (μεγάλη) ντροπή! ~ ~ για την κοινωνία! [< αρχ. αἰσχύνη]
1475αισχύνομαι[αἰσχύνομαι] αι-σχύ-νο-μαι ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κυρ. στον ενεστ.} (απαιτ. λεξιλόγ.) : ντρέπομαι: Δεν ~εται να λέει ψέματα; Θα έπρεπε να ~ονται για τις πράξεις τους. [< αρχ. αἰσχύνομαι]
1476αισώπειος, α, ο [αἰσώπειος] αι-σώ-πει-ος επίθ. (λόγ.) : που σχετίζεται με τον Αίσωπο ή το έργο του: ~οι: μύθοι. [< αρχ. Αἰσώπειος]
1477αίτημα[αἴτημα] αί-τη-μα ουσ. (ουδ.) {αιτήμ-ατος | -ατα, -άτων} (επίσ.) 1. προφορική ή γραπτή αξίωση, που υποβάλλεται συνήθ. επισήμως σε κάποια Αρχή και γενικότ. επιδίωξη ή επιτακτική ανάγκη για κάτι: άδικο/αιτιολογημένο/ανεδαφικό/διεθνές/καθολικό/λαϊκό/λογικό/ουτοπικό/πάγιο/πανανθρώπινο/παράλογο/χρόνιο ~. ~ αποφυλάκισης/έκδοσης. Αποδοχή/απόρριψη/διεκδίκηση/διεκπεραίωση/δικαίωση/έγκριση/εξέταση/επίλυση/ικανοποίηση/προβολή/προώθηση/υιοθέτηση/υλοποίηση/υποβολή/υποστήριξη ~ατος. Η βασιμότητα (/το βάσιμο)/το δίκαιο του ~ατος. ~ατα-προτάσεις. Απεργιακά/εργατικά/θεσμικά/νόμιμα/οικονομικά/παράνομα/πολιτικά/συνδικαλιστικά/φοιτητικά/φορολογικά ~ατα. ~ για αυξήσεις μισθών/διαφάνεια/διορισμούς/οικονομική ενίσχυση. Το ~ά σας απορρίπτεται/γίνεται δεκτό/ικανοποιείται/προωθείται στην αρμόδια υπηρεσία. Διατυπώνω/εκφράζω/καταθέτω/στηρίζω ~. Πβ. απαίτηση, διεκδίκηση.|| Διαχρονικό/επιστημονικό/ηθικό/ιστορικό/κοινό ~. Επείγον/κρίσιμο/κυρίαρχο ~ (= επιταγή) των καιρών. 2. ΦΙΛΟΣ.-ΜΑΘ. βασική πρόταση που γίνεται δεκτή χωρίς απόδειξη και χρησιμοποιείται ως βάση για τη λογική συναγωγή άλλων προτάσεων. Πβ. αξίωμα. ● ΣΥΜΠΛ.: ευκλείδειο αίτημα βλ. ευκλείδειος ● ΦΡ.: κατόπιν αιτήματος (+ γεν.) (επίσ.): ύστερα από επίσημη προφορική ή γραπτή αξίωση: Παρέχεται δωρεάν νομική συνδρομή ~ ~ός σας. [< αρχ. αἴτημα, γαλλ. demande]
1479αίτηση[αἴτηση] αί-τη-ση ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -ήσεως | -ήσεις, -ήσεων}: έγγραφη συνήθ. αναφορά προς κάποια Αρχή με την οποία ζητείται κάτι και συνεκδ. το τυποποιημένο έγγραφο στο οποίο διατυπώνεται το περιεχόμενό της: έντυπη/ηλεκτρονική/τηλεφωνική ~. ~ απόσπασης/αποφυλάκισης/ασύλου/διαζυγίου/εκδήλωσης ενδιαφέροντος/μετάθεσης/μετάταξης/συμμετοχής σε .../υποψηφιότητας. ~-εξουσιοδότηση/υπεύθυνη δήλωση/υπόμνημα. ~ για άνοιγμα λογαριασμού/δανειοδότηση/έκδοση πιστοποιητικού. Έγκριση/έντυπο/εξέταση/φόρμα ~ης. Αξιολόγηση/παραλαβή/συμπλήρωση/υποβολή ~ήσεων. Αποστέλλω/καταθέτω/συμπληρώνω/υπογράφω (μια) ~. Η ~ή σας απορρίπτεται/γίνεται δεκτή/πρωτοκολλήθηκε. Τα στοιχεία που δηλώνω με την παρούσα ~ είναι αληθή και ακριβή.|| Αντίγραφο ~ης. Επισυνάπτω στην ~ (άλλα έγγραφα). Βλ. παρ~. ● ΣΥΜΠΛ.: αίτηση θεραπείας: ΝΟΜ. αναφορά με την οποία ζητείται τροποποίηση ή ανάκληση πράξης από την Αρχή που την εξέδωσε: ~ ~ κατά απόφασης (πβ. ένσταση). Η ~ ~ κρίθηκε βάσιμη. Βλ. ιεραρχική προσφυγή, αίτηση ακύρωσης. [< γαλλ. recours gracieux] , αίτηση ακύρωσης/ακυρώσεως βλ. ακύρωση [< αρχ. αἴτησις ‘παράκληση’, γαλλ. pétition]
1480αιτητής[αἰτητής] αι-τη-τής ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. αιτήτρια} (κυρ. στην Κύπρο): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. πρόσωπο ή φορέας που καταθέτει γραπτό αίτημα σε υπηρεσία: οι δικαιούχοι/ενδιαφερόμενοι/υποψήφιοι ~ές. Βλ. αιτών, απ~. ● ΣΥΜΠΛ.: αιτητής ασύλου: ΝΟΜ. πολιτικός πρόσφυγας που ζητά προστασία σε άλλη χώρα. [< αγγλ. asylum seeker, 1959] [< μτγν. αἰτητής]
1481αιτητικό[αἰτητικό] αι-τη-τι-κό ουσ. (ουδ.): ΝΟΜ. έντυπο μέσω του οποίου ζητούνται πληροφορίες που σχετίζονται κυρ. με δικαστική υπόθεση: το ~ της αγωγής/του δικογράφου/της προσφυγής. [< αρχ. επίθ. αἰτητικός]
1482αιτία[αἰτία] αι-τί-α ουσ. (θηλ.) {αιτιών} 1. λόγος που οδηγεί σε ένα αποτέλεσμα και καταχρ. αφορμή, πρόσχημα, πρόφαση: άγνωστη/ακριβής/αντικειμενική/βαθύτερη/βασική/γενεσιουργός/γνωστή/επαρκής/κύρια/κυρίαρχη/μοναδική/πιθανή/προφανής/συνηθισμένη/συχνή/τυπική/φανερή/φυσική ~. (ΝΟΜ.) Επαχθής/πρόσφορη/χαριστική ~. Η ~ της ανησυχίας/του ατυχήματος/του διαζυγίου/της διαμάχης/του θανάτου/του κακού (= ρίζα)/της κρίσης/της νόσου/του προβλήματος (= πηγή)/του συμβάντος. Αναζήτηση/(αν)εύρεση/αποτίμηση/διάγνωση/διερεύνηση/εξάλειψη/προσδιορισμός της ~ας. Με ~/χωρίς ~ (= αναίτια). Ποια είναι η ~ για ...; Η ~ που/για την οποία απολύθηκε. Πβ. αιτιολογία.|| Κάτι γίνεται ~ να βάλει τα γέλια/να ψυχρανθούν οι σχέσεις τους. Βρήκε/γυρεύει/ψάχνει ~, για να αρπαχτεί/καβγαδίσει (πβ. δικαιολογία, πάτημα). ΣΥΝ. αίτιο (1) 2. (σπανιότ.) φταίξιμο, ευθύνη και συνεκδ. ο υπαίτιος, υπεύθυνος: Έριξε σε μένα την ~.|| Δεν θέλω να γίνω εγώ η ~ της δυστυχίας τους/να υποφέρουν αθώοι άνθρωποι. Πβ. πρόξενος, φταίχτης. 3. ΦΙΛΟΣ. λόγος γένεσης, μεταβολής, κίνησης των όντων και ειδικότ. ο πρώτος λόγος ύπαρξης του κόσμου, ο Θεός: ~ της δημιουργίας/της κτίσης/του Σύμπαντος. ΣΥΝ. αίτιο (2), αρχή (6) ● ΣΥΜΠΛ.: αιτία πολέμου 1. λόγος πολεμικής σύρραξης μεταξύ δύο κρατών. 2. (μτφ.) αίτιο έντονης διαμάχης μεταξύ δύο πλευρών: ~ ~ οι μισθολογικές περικοπές. [< λατ. casus belli] ● ΦΡ.: επαναστάτης χωρίς (/με) αιτία βλ. επαναστάτης, χωρίς/δίχως λόγο (και αιτία) βλ. λόγος ● βλ. εξαιτίας [< αρχ. αἰτία, γαλλ. cause]
1483αιτιακός, ή, ό [αἰτιακός] αι-τι-α-κός επίθ. (επιστ.): αιτιώδης. Πβ. αιτιατός. ● επίρρ.: αιτιακά [< γαλλ. causal]
1485αιτιατική[αἰτιατική] αι-τι-α-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΜΜ. μία από τις πλάγιες πτώσεις, στην οποία τίθεται το άμεσο αντικείμενο του ρήματος ή εκφράζει διάφορες επιρρηματικές σχέσεις: ~ ενικού/πληθυντικού αριθμού. Κατάληξη ~ής. ~ του χρόνου. ● ΣΥΜΠΛ.: αιτιατική της αναφοράς (/του "κατά τι") (στην αρχ. ελλην. γλ.): ΓΡΑΜΜ. ετερόπτωτος ονοματικός ή επιρρηματικός προσδιορισμός που δηλώνει την αναφορά, την έννοια του "ως προς κάτι", "σχετικά με κάτι". [< μτγν. αἰτιατική]
1486αιτιατό(ν)[αἰτιατόν] αι-τι-α-τό(ν) ουσ. (ουδ.) (επιστ.): το αποτέλεσμα ενός αιτίου, ενός παράγοντα που επιδρά σε κάτι: Σχέση αιτίας-~ού. [< αρχ. αἰτιατόν]
1487αιτιατός, ή, ό [αἰτιατός] αι-τι-α-τός επίθ. (επιστ.): που οφείλεται σε μια αιτία, αιτιώδης: ~ή: σύνδεση/σχέση. ~ό: αποτέλεσμα/σύστημα. Πβ. αιτιακός. [< αρχ. αἰτιατός, γαλλ. causal]
1488αίτιο[αἴτιο] αί-τι-ο ουσ. (ουδ.) {αιτί-ου | -ων} (λόγ.) 1. {συνήθ. στον πληθ.} αιτία: ειδικά/πραγματικά ~α. Σχέση ~ου-αιτιατού. ~α και αφορμές. Τα ~α του δυστυχήματος/του εγκλήματος/της ήττας/της καταστροφής/του ναυαγίου/της παρακμής/του πληθωρισμού/του πολέμου/της πτώχευσης/της πυρκαγιάς/της τραγωδίας. Αναζητώ/αναλύω/βρίσκω/διαπιστώνω/διερευνώ/εντοπίζω/εξετάζω/μελετώ τα ~α. Αλυσίδα ~ων και αποτελεσμάτων. Τα ~α και οι επιπτώσεις/συνέπειες ενός φαινομένου. Τα ~α που γεννούν τη βία. Πβ. αιτιολογία, λόγος. 2. ΦΙΛΟΣ. η αιτία των όντων: πρωταρχικό ~. ΣΥΝ. αρχή (6) ● ΣΥΜΠΛ.: αναγκαστικό αίτιο: ΓΡΑΜΜ. προσδιορισμός που δηλώνει την αιτία της ενέργειας του ρήματος: π.χ. Έκλαιγε από τη χαρά και τη συγκίνησή της., κινούν αίτιο(ν) (λόγ.): αιτία, κίνητρο, δύναμη που ωθεί σε μια εξέλιξη: το ~ ~ των ανθρώπων/των εξελίξεων/της ιστορίας.|| (ΘΕΟΛ.) Η ενοποιός αρχή του κόσμου, το ~ ~ (= ο Θεός)., ποιητικό αίτιο: ΓΡΑΜΜ. εμπρόθετος προσδιορισμός που εκφέρεται με την πρόθεση "από" και αιτιατική και δηλώνει από ποιο πρόσωπο ή πράγμα παθαίνει κάτι το υποκείμενο: π.χ. Η διαδήλωση οργανώθηκε από τα συνδικάτα. [< αρχ. αἴτιον]
1489αιτιοκράτης[αἰτιοκράτης] αι-τι-ο-κρά-της ουσ. (αρσ.) (λόγ.): οπαδός της αιτιοκρατίας. ΣΥΝ. ντετερμινιστής [< γερμ. Determinist]
1490αιτιοκρατία[αἰτιοκρατία] αι-τι-ο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΦΙΛΟΣ. θεωρία σύμφωνα με την οποία κάθε πράξη ή φαινόμενο έχει κάποια αιτία, έχει προκαθοριστεί από τις συνθήκες που την/το προκάλεσαν: η αρχή της ~ας. Πβ. νομοτέλεια. ΣΥΝ. ντετερμινισμός ΑΝΤ. ιντετερμινισμός 2. (γενικότ.) σχέση αιτιότητας μεταξύ πράξεων ή φαινομένων: ιστορική/μηχανική/φυσική ~. [< γερμ. Determinismus]
1491αιτιοκρατικός, ή, ό [αἰτιοκρατικός] αι-τι-ο-κρα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αιτιοκρατία: ~ός: νόμος. ~ή: σχέση. ΣΥΝ. ντετερμινιστικός ● επίρρ.: αιτιοκρατικά [< γερμ. deterministisch]
1492αιτιολογημένος, η, ο [αἰτιολογημένος] αι-τι-ο-λο-γη-μέ-νος επίθ. (επίσ.): που έχει αιτιολογηθεί: ~η: απόφαση/γνώμη/έκθεση/κρίση/πρόταση (πβ. τεκμηριωμένη). ~ο: βούλευμα/πόρισμα. ~ες: αναφορές/αντιρρήσεις. ~α: επιχειρήματα. Παράταση προθεσμίας σε (δεόντως/επαρκώς) ~ες περιπτώσεις. ΑΝΤ. αναιτιολόγητος ● επίρρ.: αιτιολογημένα ● βλ. αιτιολογώ

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.