Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [24580-24600]

IDΛήμμαΕρμηνεία
23823κατάφωρος, η, ο κα-τά-φω-ρος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.-αρνητ. συνυποδ.): αναμφισβήτητος, ολοφάνερος: ~η: αδικία/παραβίαση (του Συντάγματος). ~ο: ψέμα. ~η κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας. Πβ. έκ-, κατά-δηλος, οφθαλμο-, πασι-, προ-φανής. ● επίρρ.: κατάφωρα [< μτγν. κατάφωρος]
23824κατάφωτος, η, ο κα-τά-φω-τος επίθ. (λόγ.-επιτατ.): που φωτίζεται άπλετα, που έχει πολλά φώτα: ~η: πόλη. ~οι: δρόμοι. Πβ. φωταγωγη-, φωτισ-μένος. Βλ. -φωτος. ΣΥΝ. ολόφωτος, πάμφωτος ΑΝΤ. αφώτιστος (1), θεοσκότεινος, κατασκότεινος, τρισκότεινος
23825καταχαίρομαικα-τα-χαί-ρο-μαι ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {καταχάρ-ηκε, καταχαρ-εί} (επιτατ.): χαίρομαι ή απολαμβάνω κάτι πάρα πολύ: ~ηκε, όταν άκουσε τα νέα/που σας είδε (ΑΝΤ. καταστενοχωρήθηκε).|| Όσοι παρακολούθησαν την παράσταση την ~ηκαν (= κατευχαριστήθηκαν). [< μεσν. καταχαίρομαι]
23826κατάχαμακα-τά-χα-μα επίρρ. (λαϊκό): στο έδαφος ή στο δάπεδο· κάτω: Έπεσε/κάθισε/ξάπλωσε (βλ. στρωματσάδα) ~. ΣΥΝ. καταγής, χάμω [< μεσν. κατάχαμα]
23827καταχανάςκα-τα-χα-νάς ουσ. (αρσ.) 1. (διαλεκτ., κυρ. στην Κρήτη) βρικόλακας. 2. (μτφ.) άπληστος, αχόρταγος, πλεονέκτης. [< μεσν. καταχανάς]
23828καταχαρούμενος, η, ο κα-τα-χα-ρού-με-νος επίθ. (επιτατ.): πάρα πολύ χαρούμενος. ΣΥΝ. περιχαρής ΑΝΤ. καταλυπημένος, περίλυπος
23829καταχείμωνακα-τα-χεί-μω-να επίρρ. (προφ.-εμφατ.): στα μέσα του χειμώνα: Με σορτσάκι θα κρυώσεις ~! ΑΝΤ. κατακαλόκαιρα
23830καταχείμωνοκα-τα-χεί-μω-νο ουσ. (ουδ.) (προφ.-εμφατ.): τα μέσα του χειμώνα, η περίοδος που επικρατεί το πιο πολύ κρύο: Έφτασε το ~. Η αμυγδαλιά άνθισε μες στο ~. ΣΥΝ. μεσοχείμωνο ΑΝΤ. κατακαλόκαιρο
23831καταχειροκροτώ[καταχειροκροτῶ] κα-τα-χει-ρο-κρο-τώ ρ. (μτβ.) {καταχειροκρότ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ώντας} (επιτατ.) : χειροκροτώ με θέρμη και παρατεταμένα: ~ησαν τους συντελεστές της παράστασης. Η ομιλία του ~ήθηκε. ..., είπε ~ούμενος από το κοινό.
23832καταχεριάζω & καταχερίζωκα-τα-χε-ριά-ζω ρ. (μτβ.) {καταχέρια-σε κ. καταχέρι-σε} (λαϊκό) 1. χειροδικώ, βαρώ, δέρνω. Πβ. καρπαζώνω, πλακώνω. 2. (μτφ.) επιπλήττω, κατηγορώ. Πβ. μαλώνω. [< μεσν. καταχερίζω < μτγν. καταχειρίζομαι]
23833καταχθόνιος, α, ο κα-τα-χθό-νι-ος επίθ. ΣΥΝ. υποχθόνιος (λόγ.) 1. (μτφ.) δόλιος, σατανικός: ~ο: σχέδιο. ~οι: εχθροί. ~ες: δυνάμεις. Πβ. διαβολικός, παν-, ραδι-ούργος, ύπουλος. Βλ. αγγελικός. 2. (για μεταφυσικά όντα) που βρίσκεται ή δρα κάτω από την επιφάνεια της Γης: ~οι: δαίμονες. Πβ. υπόγειος. ● επίρρ.: καταχθόνια & (λογιότ.) -ίως [< 1: γαλλ. infernal 2: αρχ. καταχθόνιος]
23834κατάχλομος, η, ο κα-τά-χλο-μος επίθ. & κατάχλωμος (επιτατ.): υπερβολικά χλομός: ~ από την αγωνία/τον φόβο (= κάτασπρος, κατακίτρινος). ΣΥΝ. κάτωχρος
23835καταχνιάκα-τα-χνιά ουσ. (θηλ.): αραιή ομίχλη, απουσία διαύγειας στην ατμόσφαιρα: πρωινή/πυκνή ~. Έχει (μια) ~ σήμερα. Έπεσε ~. Πβ. αχλή, πούσι.|| (μτφ.) Πλάκωσε (μαύρη) ~. [< μεσν. καταχνιά]
23836καταχράστηκεβλ. καταχρώμαι
23837καταχραστήςκα-τα-χρα-στής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που έχει καταχραστεί συνήθ. οικονομικό ποσό: ~ές του δημοσίου χρήματος/περιουσιών. Πβ. αρουραίος, τρωκτικό.|| (μτφ.) ~ές της εμπιστοσύνης του λαού/της εξουσίας. Πβ. εκμεταλλευτής, σφετεριστής. [< γαλλ. abuseur]
23838καταχραστώβλ. καταχρώμαι
23839καταχρεωμένος, η, ο κα-τα-χρε-ω-μέ-νος επίθ. (επιτατ.): που έχει χρεωθεί υπερβολικά: ~η: επιχείρηση. ~ο: κράτος. ~α: νοικοκυριά. Είναι ~οι στην τράπεζα. Βλ. χρωστάω σε όποιον μιλάει ελληνικά. ΣΥΝ. υπερχρεωμένος
23840καταχρεώνωκα-τα-χρε-ώ-νω ρ. (μτβ.) {καταχρέω-σα, καταχρεώ-θηκα, -θεί, -μένος} (επιτατ.): δημιουργώ πολύ μεγάλο χρέος σε κάποιον ή κάτι: ~σε την πιστωτική της κάρτα. ~σαν τα ταμεία της επιχείρησης (πβ. άδειασαν)/τη χώρα. ~θηκε για να πάρει αυτοκίνητο. Πβ. υπερχρεώνω. Βλ. ξεχρεώνω.
23841κατάχρησηκα-τά-χρη-ση ουσ. (θηλ.) 1. αλόγιστη κατανάλωση τροφής ή ουσίας ή υπερβολική χρήση αγαθού, με επιβλαβείς συνέπειες για τον οργανισμό: ~ λιπαρών τροφίμων (βλ. παχυσαρκία). ~ αντιβιοτικών/φαρμάκων (βλ. πολυφαρμακία, φαρμακοεξάρτηση). ~ ποτών (βλ. αλκοολισμός).|| ~ του διαδικτύου από τους μαθητές (βλ. εθισμός).|| (μτφ.) Κάνω ~ των δυνάμεών μου (: εξαντλούμαι, καταπονούμαι). Πβ. παράχρηση. 2. (μτφ.) εκμετάλλευση κατάστασης ή δικαιώματος πέρα από τα επιτρεπτά ή νόμιμα όρια: ~ της ανοχής/ελευθερίας/εμπιστοσύνης/καλοσύνης/υπομονής (κάποιου). Δεν θέλω να κάνω ~ του χρόνου σας (= να τον καταχραστώ). Πβ. παράχρηση. 3. (ειδικότ.) παράνομη οικειοποίηση ξένων περιουσιακών στοιχείων, συνήθ. από άτομο στο οποίο έχει ανατεθεί η φύλαξη ή διαχείρισή τους: ~ δημοσίου χρήματος (βλ. διασπάθιση). Απόλυση για οικονομική ~. Πβ. ιδιοποίηση, σφετερισμός. ΣΥΝ. υπεξαίρεση ● καταχρήσεις (οι): ασωτίες, κραιπάλες: ζωή γεμάτη ~ (: ξενύχτια, ποτά, τσιγάρα, εξαρτησιογόνες ουσίες). Βλ. εγκράτεια. ● ΣΥΜΠΛ.: κατάχρηση δικαιώματος: ΝΟΜ. άσκηση δικαιώματος καθ' υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης, των χρηστών ηθών ή του νόμου, με ζημία τρίτου., κατάχρηση εξουσίας: ΝΟΜ. αξιόποινη πράξη υπαλλήλου, που συνίσταται στην αλόγιστη και παράνομη άσκηση εξουσίας: Του ασκήθηκε ποινική δίωξη για ~ ~. Βλ. υπέρβαση καθήκοντος. ● ΦΡ.: κατάχρηση σε ασέλγεια βλ. ασέλγεια [< 1: μτγν. κατάχρησις, γαλλ. abus]
23842καταχρηστικός, ή, ό κα-τα-χρη-στι-κός επίθ.: που γίνεται καθ' υπέρβαση του νόμου· που παρεκκλίνει από αυτό που θεωρείται κανονικό ή/και ορθό: (ΝΟΜ.) ~ός: όρος (δανείου). ~ή: άσκηση (δικαιώματος/εξουσίας)/εκμετάλλευση/ρήτρα/συμπεριφορά. ~ές: απολύσεις/πρακτικές/συμβάσεις/χρεώσεις. Πβ. αντικανονικός, παράτυπος.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ός: τύπος (π.χ. παρεισφρύω αντί παρεισφρέω). ~ή: σημασία (π.χ. αβγό με τη σημασία του ωαρίου)/χρήση μιας λέξης (π.χ. "μέταλλο που έχει κατεργαστεί" αντί "που έχει γίνει αντικείμενο κατεργασίας"). ~ό ως προς την ορθογραφία (π.χ. κάλυμα αντί κάλυμμα).|| (ΜΑΘ.) ~ό: κλάσμα (: ο αριθμητής είναι μεγαλύτερος από τον παρανομαστή). ● επίρρ.: καταχρηστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: καταχρηστικές προθέσεις βλ. πρόθεση, καταχρηστική απεργία βλ. απεργία, καταχρηστική δίφθογγος βλ. δίφθογγος, καταχρηστική σύνθεση βλ. σύνθεση [< μτγν. καταχρηστικός, γαλλ. abusif, impropre]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.