Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [24580-24600]

IDΛήμμαΕρμηνεία
23811καταφρονητήςκα-τα-φρο-νη-τής ουσ. (αρσ.): περιφρονητής. [< μτγν. καταφρονητής]
23812καταφρονητικός, ή, ό κα-τα-φρο-νη-τι-κός επίθ. & (σπάν.-λαϊκό) καταφρονετικός: περιφρονητικός: ~ά: σχόλια (= απαξιωτ-, προσβλητ-, υποτιμητ-ικά). ● επίρρ.: καταφρονητικά [< αρχ. καταφρονητικός]
23813καταφρόνιακα-τα-φρό-νια ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): καταφρόνηση. [< μεσν. καταφρόνια]
23814καταφρονώ[καταφρονῶ] κα-τα-φρο-νώ ρ. (μτβ.) {καταφρον-είς ..., -ώντας | καταφρόν-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος (συνήθ. λαϊκό) -εμένος} (λόγ.): περιφρονώ: ~ησε την εξουσία/τον κίνδυνο (= αψήφησε)/τα χρήματα. Αδικημένοι και ~εμένοι (ΑΝΤ. ακαταφρόνητος). Πβ. αγνοώ, απαξιώνω, υποτιμώ. ΑΝΤ. εκτιμώ (3), λογαριάζω (1), σέβομαι (1), υπολήπτομαι [< αρχ. καταφρονῶ]
23815καταφτάνωβλ. καταφθάνω
23816καταφυγήκα-τα-φυ-γή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αναζήτηση και εύρεση ασφάλειας, προστασίας· συνεκδ. αυτό(ς) στο(ν) οποίο καταφεύγει κάποιος: χώροι ~ής σε περίπτωση κινδύνου/σεισμού. Λιμένες ~ής για δεξαμενόπλοια.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Η Παναγία, σκέπη και ~.  Έχει βρει ~ στην προσευχή. || Η μουσική αποτελεί την/είναι η μοναδική ~ του. Πβ. απάγκιο, αποκούμπι, διέξοδος, καταφύγιο, λιμάνι, φωλιά. [< αρχ. καταφυγή ‘προστασία’]
23817καταφύγιοκα-τα-φύ-γι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} 1. μέρος όπου καταφεύγει κάποιος, για να προστατευτεί από κίνδυνο ή κακοκαιρία: Βρήκε/(ανα)ζήτησε ~ κάτω από ένα δέντρο. Έψαχναν για ~.|| Ορειβατικό/ορεινό ~ (: μικρό οίκημα στο βουνό για διανυκτέρευση ή προσωρινή διαμονή κυρ. των ορειβατών). Πβ. κατάλυμα. || Αλιευτικό ~. 2. ΣΤΡΑΤ. υπόγειος χώρος ειδικά διαμορφωμένος για την ασφάλεια στρατιωτών ή αμάχων από βομβαρδισμούς: αντιαεροπορικό/πυρηνικό ~. Μόλις ήχησαν οι σειρήνες, έτρεξαν/κατέβηκαν στα ~α. 3. (μτφ.) πρόσωπο ή χώρος στο(ν) οποίο βρίσκει κάποιος προστασία ή/και ανακούφιση από τα προβλήματά του: Η οικογένεια είναι το ~ό του (= απάγκιο, αποκούμπι, λιμάνι, στήριγμα).|| (για μέρος:) Έχει βρει ασφαλές/ήσυχο ~ σ' ένα σπιτάκι στην εξοχή (πβ. όαση, φωλιά). Βλ. άσυλο.|| (κατ' επέκτ.) Η δικαιοσύνη ως έσχατο ~. Πβ. καταφυγή. ● ΣΥΜΠΛ.: καταφύγιο άγριας ζωής/θηραμάτων: ΟΙΚΟΛ. περιοχή όπου απαγορεύεται το κυνήγι και επικρατούν ευνοϊκές συνθήκες για την ασφαλή διαβίωση και αναπαραγωγή θηραματικών ειδών. Βλ. βιό-, υγρό-τοπος, εθνικός δρυμός, θαλάσσιο πάρκο., φορολογικός παράδεισος βλ. παράδεισος [< 1: αρχ. καταφύγιον, γαλλ. refuge, abri]
23818καταφύγωβλ. καταφεύγω
23819καταφύεταικα-τα-φύ-ε-ται ρ. (αμτβ.) {κυρ. στον ενεστ.} (+ σε) (λόγ.): καταλήγει: Ο πλατύς ραχιαίος μυς ~ στο βραχιόνιο οστό. Βλ. ψοΐτης. ΑΝΤ. εκφύεται [< μτγν. καταφύομαι]
23820κατάφυσηκα-τά-φυ-ση ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ. πρόσφυση, συνήθ. μυός στο οστό που κινεί· το αντίστοιχο σημείο. Βλ. νεύρωση, σύνδεσμος. ΑΝΤ. έκφυση [< μτγν. κατάφυσις]
23821κατάφυτος, η, ο κα-τά-φυ-τος επίθ. (λόγ.-επιτατ.): που καλύπτεται από πλούσια βλάστηση· γεμάτος φυτά: ~ος: κήπος. ~η: κοιλάδα/πλαγιά. Δάσος ~ο από/με καστανιές. Πβ. καταπράσινος, κατάσπαρτος, πυκνόφυτος. Βλ. -φυτος. ΑΝΤ. άδενδρος, γυμνός (2), κατάξερος [< μτγν. κατάφυτος]
23822καταφχαριστιέμαιβλ. κατευχαριστώ
23823κατάφωρος, η, ο κα-τά-φω-ρος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.-αρνητ. συνυποδ.): αναμφισβήτητος, ολοφάνερος: ~η: αδικία/παραβίαση (του Συντάγματος). ~ο: ψέμα. ~η κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας. Πβ. έκ-, κατά-δηλος, οφθαλμο-, πασι-, προ-φανής. ● επίρρ.: κατάφωρα [< μτγν. κατάφωρος]
23824κατάφωτος, η, ο κα-τά-φω-τος επίθ. (λόγ.-επιτατ.): που φωτίζεται άπλετα, που έχει πολλά φώτα: ~η: πόλη. ~οι: δρόμοι. Πβ. φωταγωγη-, φωτισ-μένος. Βλ. -φωτος. ΣΥΝ. ολόφωτος, πάμφωτος ΑΝΤ. αφώτιστος (1), θεοσκότεινος, κατασκότεινος, τρισκότεινος
23825καταχαίρομαικα-τα-χαί-ρο-μαι ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {καταχάρ-ηκε, καταχαρ-εί} (επιτατ.): χαίρομαι ή απολαμβάνω κάτι πάρα πολύ: ~ηκε, όταν άκουσε τα νέα/που σας είδε (ΑΝΤ. καταστενοχωρήθηκε).|| Όσοι παρακολούθησαν την παράσταση την ~ηκαν (= κατευχαριστήθηκαν). [< μεσν. καταχαίρομαι]
23826κατάχαμακα-τά-χα-μα επίρρ. (λαϊκό): στο έδαφος ή στο δάπεδο· κάτω: Έπεσε/κάθισε/ξάπλωσε (βλ. στρωματσάδα) ~. ΣΥΝ. καταγής, χάμω [< μεσν. κατάχαμα]
23827καταχανάςκα-τα-χα-νάς ουσ. (αρσ.) 1. (διαλεκτ., κυρ. στην Κρήτη) βρικόλακας. 2. (μτφ.) άπληστος, αχόρταγος, πλεονέκτης. [< μεσν. καταχανάς]
23828καταχαρούμενος, η, ο κα-τα-χα-ρού-με-νος επίθ. (επιτατ.): πάρα πολύ χαρούμενος. ΣΥΝ. περιχαρής ΑΝΤ. καταλυπημένος, περίλυπος
23829καταχείμωνακα-τα-χεί-μω-να επίρρ. (προφ.-εμφατ.): στα μέσα του χειμώνα: Με σορτσάκι θα κρυώσεις ~! ΑΝΤ. κατακαλόκαιρα
23830καταχείμωνοκα-τα-χεί-μω-νο ουσ. (ουδ.) (προφ.-εμφατ.): τα μέσα του χειμώνα, η περίοδος που επικρατεί το πιο πολύ κρύο: Έφτασε το ~. Η αμυγδαλιά άνθισε μες στο ~. ΣΥΝ. μεσοχείμωνο ΑΝΤ. κατακαλόκαιρο

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.