| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 23843 | καταχρώμαι | [καταχρῶμαι] κα-τα-χρώ-μαι ρ. (μτβ.) {καταχρ-άσαι, -άται, -ώμεθα, -άσθε, -ώνται | καταχράσ-τηκε (λόγ.) -θηκε, -τεί (λόγ.) -θεί, καταχρώμενος} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) χρησιμοποιώ κάτι σε σημείο υπερβολής ή αθέμιτα προς όφελός μου: ~τηκε την ευγένειά/(+ γεν., λόγ.) της φιλοξενίας μας. ~τηκαν την εξουσία που τους δόθηκε. Δεν θέλω να ~τώ τον χρόνο σας/τον χώρο σου. ΣΥΝ. εκμεταλλεύομαι (1) 2. ιδιοποιούμαι ξένα χρήματα: Ταμίας ~τηκε χιλιάδες ευρώ από τράπεζα. Φέρεται να έχει ~τεί δημόσιο χρήμα. Πβ. κλέβω, σφετερίζομαι, τρώω, τσεπώνω. ΣΥΝ. υπεξαιρώ [< 1: αρχ. καταχρῶμαι 2: μτγν. ~, γαλλ. abuser]Ι | |
| 23844 | κατάχτηση | βλ. κατάκτηση | |
| 23845 | καταχτητής | βλ. κατακτητής | |
| 23846 | καταχτητικός | βλ. κατακτητικός | |
| 23847 | καταχτώ | βλ. κατακτώ | |
| 23848 | καταχωνιάζω | κα-τα-χω-νιά-ζω ρ. (μτβ.) {καταχώνια-σα, καταχωνιά-σω, -στηκε, -στεί, -σμένος, καταχωνιάζ-οντας} (προφ.): τοποθετώ κάτι σε μέρος που είναι δύσκολο να βρεθεί: Πού τα ~σες τα κλειδιά; Δεν θυμάμαι πού είναι ~σμένο. Πβ. καταχ-, παραχ-, τρυπ-, χαντακ-ώνω, χώνω.|| (μτφ.) ~σμένα: μυστικά (= κρυμμένα).|| (σπάν. για πρόσ.) Πού ήσουν ~σμένος τόσον καιρό (= πού είχες χαθεί); | |
| 23849 | καταχώνιασμα | κα-τα-χώ-νια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καταχωνιάζω: (μτφ.) ~ της αλήθειας (= απόκρυψη). Πβ. τρύπωμα, χώσιμο. | |
| 23850 | καταχώνω | κα-τα-χώ-νω ρ. (μτβ.) {κατάχω-σα, -σει, -θηκε, -μένος} (επιτατ.): χώνω πολύ βαθιά: ~μένα: ερείπια. [< μεσν. καταχώνω] | |
| 23851 | καταχωρητής | κα-τα-χω-ρη-τής ουσ. (αρσ.) & καταχωριστής 1. ΠΛΗΡΟΦ. τύπος μικρής, αλλά πολύ γρήγορης μνήμης, που βρίσκεται σε επεξεργαστή: ~ εντολών. Βλ. απαριθμητής. 2. {σπάν. θηλ. καταχωρήτρια} πρόσωπο που καταχωρεί: γραμματέας-~. [< 1: αγγλ. register] | |
| 23852 | καταχωρίζω | κα-τα-χω-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {καταχώρι-σα, καταχωρί-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος}: καταχωρώ. [< μτγν. καταχωρίζω] | |
| 23853 | καταχώριση | κα-τα-χώ-ρι-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) καταχώρηση: εγγραφή, δημοσίευση· συνεκδ. ό,τι έχει καταγραφεί, δημοσίευμα: έντυπη/ηλεκτρονική ~. ~ αγγελίας/εταιρείας στο μητρώο ... ~ των γεγονότων/λέξεων. Βλ. πρωτοκόλληση.|| Νέες/ολοσέλιδες/πρόσφατες/τελευταίες ~ίσεις (: άρθρα σε ιστοσελίδες). Διαφημιστικές ~ίσεις (= διαφημίσεις) σε εφημερίδες και περιοδικά. Πληρωμένες/προβεβλημένες ~ίσεις σε μηχανές αναζήτησης/στον Τύπο. [< γαλλ. enregistrement] | |
| 23854 | καταχωριστής | βλ. καταχωρητής | |
| 23855 | καταχωρώ | [καταχωρῶ] κα-τα-χω-ρώ ρ. (μτβ.) {καταχωρ-είς ..., -ώντας | καταχώρ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος}: καταγράφω, εγγράφω· σπανιότ. δημοσιεύω: Η αίτηση ~είται κατά αλφαβητική/χρονική σειρά στη βάση δεδομένων. Λέξη που ~ήθηκε στο λεξικό. Η συλλογή δεν έχει ακόμα ~ηθεί στον ηλεκτρονικό κατάλογο της βιβλιοθήκης. Μη ~ημένα εμπορικά σήματα/στοιχεία. Πβ. περνώ. Βλ. πρωτοκολλώ.|| Η εφημερίδα ~ησε την αγγελία. ΣΥΝ. καταχωρίζω [< πβ. μτγν. καταχωρῶ ‘υποχωρώ, παραχωρώ’, γαλλ. enregistrer] | |
| 23856 | κατάχωση | κα-τά-χω-ση ουσ. (θηλ.) κυρ. ΑΡΧΑΙΟΛ.: κάλυψη συνήθ. με χώμα: ~ ευρημάτων. Διατήρηση αρχαιοτήτων σε ~. Βλ. αποθέτης. [< μτγν. κατάχωσις] | |
| 23857 | καταψηφίζω | κα-τα-ψη-φί-ζω ρ. (μτβ.) {καταψήφι-σε, καταψηφί-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, καταψηφίζ-οντας}: δίνω αρνητική ψήφο, απορρίπτω: Η Βουλή ~σε τη σύσταση εξεταστικής επιτροπής. Το νομοσχέδιο ~στηκε από την αντιπολίτευση.|| Η Γενική Συνέλευση εγκρίνει ή ~ει τα πεπραγμένα του Διοικητικού Συμβουλίου. Πβ. μαυρίζω. ΑΝΤ. επιψηφίζω, υπερψηφίζω, ψηφίζω (2) [< αρχ. καταψηφίζομαι, γαλλ. voter contre] | |
| 23858 | καταψήφιση | κα-τα-ψή-φι-ση ουσ. (θηλ.): αρνητική ψήφος, απόρριψη: ~ του προϋπολογισμού/της τροπολογίας (από την αντιπολίτευση). ~ της πρότασης μομφής. ~ της κυβέρνησης (βλ. ψήφος εμπιστοσύνης). Έκκληση για ~. Πβ. μαύρισμα. ΑΝΤ. επιψήφιση, υπερψήφιση, ψήφιση [< μτγν. καταψήφισις] | |
| 23859 | καταψηφιστικός | , ή, ό κα-τα-ψη-φι-στι-κός επίθ.: ΝΟΜ. που καταψηφίζει: ~ή: απόφαση (του Μονομελούς Πρωτοδικείου). ● ΣΥΜΠΛ.: καταψηφιστική αγωγή: με την οποία ο ενάγων ζητά την ικανοποίηση αξίωσής του. Βλ. αναγνωριστική αγωγή. [< γερμ. Verpflichtungsklage] | |
| 23860 | καταψυγμένος | βλ. κατεψυγμένος | |
| 23861 | καταψύκτης | κα-τα-ψύ-κτης ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. θάλαμος ψυγείου ή αυτόνομη συσκευή, για κατάψυξη και συντήρηση τροφίμων ή άλλων προϊόντων, π.χ. φαρμάκων, για μεγάλο χρονικό διάστημα: (πλήρως) εντοιχιζόμενος ~. Εργαστηριακός/οικιακός ~. Κάθετος/οριζόντιος ~ (: που ανοίγει από μπροστά ή από πάνω αντίστοιχα). ~-μπαούλο. ~ με συρτάρια. Χωρητικότητα ~η. Βλ. ψυγειο~. [< γαλλ. congélateur, αγγλ. freezer] | |
| 23862 | κατάψυξη | κα-τά-ψυ-ξη ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. καταψύκτης ψυγείου: Αφήνω/βάζω το κρέας στην ~. Τα παγωτά διατηρούνται στην ~. Βλ. συντήρηση. 2. μέθοδος κατά την οποία τρόφιμα ή άλλα υλικά τοποθετούνται σε πολύ χαμηλές θερμοκρασίες (κάτω του μηδενός), για να μην αλλοιωθούν και να διατηρηθούν για μεγάλο χρονικό διάστημα: ~ ψαριών (αμέσως μετά την αλίευσή τους). Προϊόντα βαθιάς ~ης. (συνήθ. σε ψυγεία:) Λειτουργία ταχείας ~ης. Πβ. πάγωμα, ψύξη. Βλ. θέρμανση.|| (ΙΑΤΡ.) ~ σπέρματος/ωαρίων. Πβ. κρυοσυντήρηση. Βλ. εξωσωματική γονιμοποίηση. ΑΝΤ. απόψυξη (2) ● ΦΡ.: στο ψυγείο/στην κατάψυξη βλ. ψυγείο [< 1: αγγλ. freezer 2: αρχ. κατάψυξις ΄αίσθηση δροσιάς ή κρύου στο σώμα', γαλλ. réfrigération] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ