| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 23831 | καταχειροκροτώ | [καταχειροκροτῶ] κα-τα-χει-ρο-κρο-τώ ρ. (μτβ.) {καταχειροκρότ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ώντας} (επιτατ.) : χειροκροτώ με θέρμη και παρατεταμένα: ~ησαν τους συντελεστές της παράστασης. Η ομιλία του ~ήθηκε. ..., είπε ~ούμενος από το κοινό. | |
| 23832 | καταχεριάζω & καταχερίζω | κα-τα-χε-ριά-ζω ρ. (μτβ.) {καταχέρια-σε κ. καταχέρι-σε} (λαϊκό) 1. χειροδικώ, βαρώ, δέρνω. Πβ. καρπαζώνω, πλακώνω. 2. (μτφ.) επιπλήττω, κατηγορώ. Πβ. μαλώνω. [< μεσν. καταχερίζω < μτγν. καταχειρίζομαι] | |
| 23833 | καταχθόνιος | , α, ο κα-τα-χθό-νι-ος επίθ. ΣΥΝ. υποχθόνιος (λόγ.) 1. (μτφ.) δόλιος, σατανικός: ~ο: σχέδιο. ~οι: εχθροί. ~ες: δυνάμεις. Πβ. διαβολικός, παν-, ραδι-ούργος, ύπουλος. Βλ. αγγελικός. 2. (για μεταφυσικά όντα) που βρίσκεται ή δρα κάτω από την επιφάνεια της Γης: ~οι: δαίμονες. Πβ. υπόγειος. ● επίρρ.: καταχθόνια & (λογιότ.) -ίως [< 1: γαλλ. infernal 2: αρχ. καταχθόνιος] | |
| 23834 | κατάχλομος | , η, ο κα-τά-χλο-μος επίθ. & κατάχλωμος (επιτατ.): υπερβολικά χλομός: ~ από την αγωνία/τον φόβο (= κάτασπρος, κατακίτρινος). ΣΥΝ. κάτωχρος | |
| 23835 | καταχνιά | κα-τα-χνιά ουσ. (θηλ.): αραιή ομίχλη, απουσία διαύγειας στην ατμόσφαιρα: πρωινή/πυκνή ~. Έχει (μια) ~ σήμερα. Έπεσε ~. Πβ. αχλή, πούσι.|| (μτφ.) Πλάκωσε (μαύρη) ~. [< μεσν. καταχνιά] | |
| 23836 | καταχράστηκε | βλ. καταχρώμαι | |
| 23837 | καταχραστής | κα-τα-χρα-στής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που έχει καταχραστεί συνήθ. οικονομικό ποσό: ~ές του δημοσίου χρήματος/περιουσιών. Πβ. αρουραίος, τρωκτικό.|| (μτφ.) ~ές της εμπιστοσύνης του λαού/της εξουσίας. Πβ. εκμεταλλευτής, σφετεριστής. [< γαλλ. abuseur] | |
| 23838 | καταχραστώ | βλ. καταχρώμαι | |
| 23839 | καταχρεωμένος | , η, ο κα-τα-χρε-ω-μέ-νος επίθ. (επιτατ.): που έχει χρεωθεί υπερβολικά: ~η: επιχείρηση. ~ο: κράτος. ~α: νοικοκυριά. Είναι ~οι στην τράπεζα. Βλ. χρωστάω σε όποιον μιλάει ελληνικά. ΣΥΝ. υπερχρεωμένος | |
| 23840 | καταχρεώνω | κα-τα-χρε-ώ-νω ρ. (μτβ.) {καταχρέω-σα, καταχρεώ-θηκα, -θεί, -μένος} (επιτατ.): δημιουργώ πολύ μεγάλο χρέος σε κάποιον ή κάτι: ~σε την πιστωτική της κάρτα. ~σαν τα ταμεία της επιχείρησης (πβ. άδειασαν)/τη χώρα. ~θηκε για να πάρει αυτοκίνητο. Πβ. υπερχρεώνω. Βλ. ξεχρεώνω. | |
| 23841 | κατάχρηση | κα-τά-χρη-ση ουσ. (θηλ.) 1. αλόγιστη κατανάλωση τροφής ή ουσίας ή υπερβολική χρήση αγαθού, με επιβλαβείς συνέπειες για τον οργανισμό: ~ λιπαρών τροφίμων (βλ. παχυσαρκία). ~ αντιβιοτικών/φαρμάκων (βλ. πολυφαρμακία, φαρμακοεξάρτηση). ~ ποτών (βλ. αλκοολισμός).|| ~ του διαδικτύου από τους μαθητές (βλ. εθισμός).|| (μτφ.) Κάνω ~ των δυνάμεών μου (: εξαντλούμαι, καταπονούμαι). Πβ. παράχρηση. 2. (μτφ.) εκμετάλλευση κατάστασης ή δικαιώματος πέρα από τα επιτρεπτά ή νόμιμα όρια: ~ της ανοχής/ελευθερίας/εμπιστοσύνης/καλοσύνης/υπομονής (κάποιου). Δεν θέλω να κάνω ~ του χρόνου σας (= να τον καταχραστώ). Πβ. παράχρηση. 3. (ειδικότ.) παράνομη οικειοποίηση ξένων περιουσιακών στοιχείων, συνήθ. από άτομο στο οποίο έχει ανατεθεί η φύλαξη ή διαχείρισή τους: ~ δημοσίου χρήματος (βλ. διασπάθιση). Απόλυση για οικονομική ~. Πβ. ιδιοποίηση, σφετερισμός. ΣΥΝ. υπεξαίρεση ● καταχρήσεις (οι): ασωτίες, κραιπάλες: ζωή γεμάτη ~ (: ξενύχτια, ποτά, τσιγάρα, εξαρτησιογόνες ουσίες). Βλ. εγκράτεια. ● ΣΥΜΠΛ.: κατάχρηση δικαιώματος: ΝΟΜ. άσκηση δικαιώματος καθ' υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης, των χρηστών ηθών ή του νόμου, με ζημία τρίτου., κατάχρηση εξουσίας: ΝΟΜ. αξιόποινη πράξη υπαλλήλου, που συνίσταται στην αλόγιστη και παράνομη άσκηση εξουσίας: Του ασκήθηκε ποινική δίωξη για ~ ~. Βλ. υπέρβαση καθήκοντος. ● ΦΡ.: κατάχρηση σε ασέλγεια βλ. ασέλγεια [< 1: μτγν. κατάχρησις, γαλλ. abus] | |
| 23842 | καταχρηστικός | , ή, ό κα-τα-χρη-στι-κός επίθ.: που γίνεται καθ' υπέρβαση του νόμου· που παρεκκλίνει από αυτό που θεωρείται κανονικό ή/και ορθό: (ΝΟΜ.) ~ός: όρος (δανείου). ~ή: άσκηση (δικαιώματος/εξουσίας)/εκμετάλλευση/ρήτρα/συμπεριφορά. ~ές: απολύσεις/πρακτικές/συμβάσεις/χρεώσεις. Πβ. αντικανονικός, παράτυπος.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ός: τύπος (π.χ. παρεισφρύω αντί παρεισφρέω). ~ή: σημασία (π.χ. αβγό με τη σημασία του ωαρίου)/χρήση μιας λέξης (π.χ. "μέταλλο που έχει κατεργαστεί" αντί "που έχει γίνει αντικείμενο κατεργασίας"). ~ό ως προς την ορθογραφία (π.χ. κάλυμα αντί κάλυμμα).|| (ΜΑΘ.) ~ό: κλάσμα (: ο αριθμητής είναι μεγαλύτερος από τον παρανομαστή). ● επίρρ.: καταχρηστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: καταχρηστικές προθέσεις βλ. πρόθεση, καταχρηστική απεργία βλ. απεργία, καταχρηστική δίφθογγος βλ. δίφθογγος, καταχρηστική σύνθεση βλ. σύνθεση [< μτγν. καταχρηστικός, γαλλ. abusif, impropre] | |
| 23843 | καταχρώμαι | [καταχρῶμαι] κα-τα-χρώ-μαι ρ. (μτβ.) {καταχρ-άσαι, -άται, -ώμεθα, -άσθε, -ώνται | καταχράσ-τηκε (λόγ.) -θηκε, -τεί (λόγ.) -θεί, καταχρώμενος} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) χρησιμοποιώ κάτι σε σημείο υπερβολής ή αθέμιτα προς όφελός μου: ~τηκε την ευγένειά/(+ γεν., λόγ.) της φιλοξενίας μας. ~τηκαν την εξουσία που τους δόθηκε. Δεν θέλω να ~τώ τον χρόνο σας/τον χώρο σου. ΣΥΝ. εκμεταλλεύομαι (1) 2. ιδιοποιούμαι ξένα χρήματα: Ταμίας ~τηκε χιλιάδες ευρώ από τράπεζα. Φέρεται να έχει ~τεί δημόσιο χρήμα. Πβ. κλέβω, σφετερίζομαι, τρώω, τσεπώνω. ΣΥΝ. υπεξαιρώ [< 1: αρχ. καταχρῶμαι 2: μτγν. ~, γαλλ. abuser]Ι | |
| 23844 | κατάχτηση | βλ. κατάκτηση | |
| 23845 | καταχτητής | βλ. κατακτητής | |
| 23846 | καταχτητικός | βλ. κατακτητικός | |
| 23847 | καταχτώ | βλ. κατακτώ | |
| 23848 | καταχωνιάζω | κα-τα-χω-νιά-ζω ρ. (μτβ.) {καταχώνια-σα, καταχωνιά-σω, -στηκε, -στεί, -σμένος, καταχωνιάζ-οντας} (προφ.): τοποθετώ κάτι σε μέρος που είναι δύσκολο να βρεθεί: Πού τα ~σες τα κλειδιά; Δεν θυμάμαι πού είναι ~σμένο. Πβ. καταχ-, παραχ-, τρυπ-, χαντακ-ώνω, χώνω.|| (μτφ.) ~σμένα: μυστικά (= κρυμμένα).|| (σπάν. για πρόσ.) Πού ήσουν ~σμένος τόσον καιρό (= πού είχες χαθεί); | |
| 23849 | καταχώνιασμα | κα-τα-χώ-νια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καταχωνιάζω: (μτφ.) ~ της αλήθειας (= απόκρυψη). Πβ. τρύπωμα, χώσιμο. | |
| 23850 | καταχώνω | κα-τα-χώ-νω ρ. (μτβ.) {κατάχω-σα, -σει, -θηκε, -μένος} (επιτατ.): χώνω πολύ βαθιά: ~μένα: ερείπια. [< μεσν. καταχώνω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ