| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 23851 | καταχωρητής | κα-τα-χω-ρη-τής ουσ. (αρσ.) & καταχωριστής 1. ΠΛΗΡΟΦ. τύπος μικρής, αλλά πολύ γρήγορης μνήμης, που βρίσκεται σε επεξεργαστή: ~ εντολών. Βλ. απαριθμητής. 2. {σπάν. θηλ. καταχωρήτρια} πρόσωπο που καταχωρεί: γραμματέας-~. [< 1: αγγλ. register] | |
| 23852 | καταχωρίζω | κα-τα-χω-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {καταχώρι-σα, καταχωρί-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος}: καταχωρώ. [< μτγν. καταχωρίζω] | |
| 23853 | καταχώριση | κα-τα-χώ-ρι-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) καταχώρηση: εγγραφή, δημοσίευση· συνεκδ. ό,τι έχει καταγραφεί, δημοσίευμα: έντυπη/ηλεκτρονική ~. ~ αγγελίας/εταιρείας στο μητρώο ... ~ των γεγονότων/λέξεων. Βλ. πρωτοκόλληση.|| Νέες/ολοσέλιδες/πρόσφατες/τελευταίες ~ίσεις (: άρθρα σε ιστοσελίδες). Διαφημιστικές ~ίσεις (= διαφημίσεις) σε εφημερίδες και περιοδικά. Πληρωμένες/προβεβλημένες ~ίσεις σε μηχανές αναζήτησης/στον Τύπο. [< γαλλ. enregistrement] | |
| 23854 | καταχωριστής | βλ. καταχωρητής | |
| 23855 | καταχωρώ | [καταχωρῶ] κα-τα-χω-ρώ ρ. (μτβ.) {καταχωρ-είς ..., -ώντας | καταχώρ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος}: καταγράφω, εγγράφω· σπανιότ. δημοσιεύω: Η αίτηση ~είται κατά αλφαβητική/χρονική σειρά στη βάση δεδομένων. Λέξη που ~ήθηκε στο λεξικό. Η συλλογή δεν έχει ακόμα ~ηθεί στον ηλεκτρονικό κατάλογο της βιβλιοθήκης. Μη ~ημένα εμπορικά σήματα/στοιχεία. Πβ. περνώ. Βλ. πρωτοκολλώ.|| Η εφημερίδα ~ησε την αγγελία. ΣΥΝ. καταχωρίζω [< πβ. μτγν. καταχωρῶ ‘υποχωρώ, παραχωρώ’, γαλλ. enregistrer] | |
| 23856 | κατάχωση | κα-τά-χω-ση ουσ. (θηλ.) κυρ. ΑΡΧΑΙΟΛ.: κάλυψη συνήθ. με χώμα: ~ ευρημάτων. Διατήρηση αρχαιοτήτων σε ~. Βλ. αποθέτης. [< μτγν. κατάχωσις] | |
| 23857 | καταψηφίζω | κα-τα-ψη-φί-ζω ρ. (μτβ.) {καταψήφι-σε, καταψηφί-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, καταψηφίζ-οντας}: δίνω αρνητική ψήφο, απορρίπτω: Η Βουλή ~σε τη σύσταση εξεταστικής επιτροπής. Το νομοσχέδιο ~στηκε από την αντιπολίτευση.|| Η Γενική Συνέλευση εγκρίνει ή ~ει τα πεπραγμένα του Διοικητικού Συμβουλίου. Πβ. μαυρίζω. ΑΝΤ. επιψηφίζω, υπερψηφίζω, ψηφίζω (2) [< αρχ. καταψηφίζομαι, γαλλ. voter contre] | |
| 23858 | καταψήφιση | κα-τα-ψή-φι-ση ουσ. (θηλ.): αρνητική ψήφος, απόρριψη: ~ του προϋπολογισμού/της τροπολογίας (από την αντιπολίτευση). ~ της πρότασης μομφής. ~ της κυβέρνησης (βλ. ψήφος εμπιστοσύνης). Έκκληση για ~. Πβ. μαύρισμα. ΑΝΤ. επιψήφιση, υπερψήφιση, ψήφιση [< μτγν. καταψήφισις] | |
| 23859 | καταψηφιστικός | , ή, ό κα-τα-ψη-φι-στι-κός επίθ.: ΝΟΜ. που καταψηφίζει: ~ή: απόφαση (του Μονομελούς Πρωτοδικείου). ● ΣΥΜΠΛ.: καταψηφιστική αγωγή: με την οποία ο ενάγων ζητά την ικανοποίηση αξίωσής του. Βλ. αναγνωριστική αγωγή. [< γερμ. Verpflichtungsklage] | |
| 23860 | καταψυγμένος | βλ. κατεψυγμένος | |
| 23861 | καταψύκτης | κα-τα-ψύ-κτης ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. θάλαμος ψυγείου ή αυτόνομη συσκευή, για κατάψυξη και συντήρηση τροφίμων ή άλλων προϊόντων, π.χ. φαρμάκων, για μεγάλο χρονικό διάστημα: (πλήρως) εντοιχιζόμενος ~. Εργαστηριακός/οικιακός ~. Κάθετος/οριζόντιος ~ (: που ανοίγει από μπροστά ή από πάνω αντίστοιχα). ~-μπαούλο. ~ με συρτάρια. Χωρητικότητα ~η. Βλ. ψυγειο~. [< γαλλ. congélateur, αγγλ. freezer] | |
| 23862 | κατάψυξη | κα-τά-ψυ-ξη ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. καταψύκτης ψυγείου: Αφήνω/βάζω το κρέας στην ~. Τα παγωτά διατηρούνται στην ~. Βλ. συντήρηση. 2. μέθοδος κατά την οποία τρόφιμα ή άλλα υλικά τοποθετούνται σε πολύ χαμηλές θερμοκρασίες (κάτω του μηδενός), για να μην αλλοιωθούν και να διατηρηθούν για μεγάλο χρονικό διάστημα: ~ ψαριών (αμέσως μετά την αλίευσή τους). Προϊόντα βαθιάς ~ης. (συνήθ. σε ψυγεία:) Λειτουργία ταχείας ~ης. Πβ. πάγωμα, ψύξη. Βλ. θέρμανση.|| (ΙΑΤΡ.) ~ σπέρματος/ωαρίων. Πβ. κρυοσυντήρηση. Βλ. εξωσωματική γονιμοποίηση. ΑΝΤ. απόψυξη (2) ● ΦΡ.: στο ψυγείο/στην κατάψυξη βλ. ψυγείο [< 1: αγγλ. freezer 2: αρχ. κατάψυξις ΄αίσθηση δροσιάς ή κρύου στο σώμα', γαλλ. réfrigération] | |
| 23863 | καταψύχω | κα-τα-ψύ-χω (μτβ.) {κατέψυ-ξα, καταψύ-ξει, -χθηκε, -χθεί, κατεψυ-γμένος (σπάν. προφ.) καταψυγμένος, καταψύχ-οντας} (επίσ.): βάζω κάτι στον καταψύκτη και το παγώνω· συντηρώ με τη μέθοδο της κατάψυξης: ~ κρέατα/λαχανικά. (σε συνταγή:) ~ουμε το μείγμα για δύο ώρες. ΑΝΤ. ζεσταίνω, ξεπαγώνω.|| (ΙΑΤΡ.) Ωοθηκικός ιστός που ~χθηκε σε τράπεζα κρυοσυντήρησης. Πβ. ψύχω. ΑΝΤ. αποψύχω [< αρχ. καταψύχω, γαλλ. réfrigérer] | |
| 23864 | κατέβα | κα-τέ-βα ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (λαϊκό): κατέβασμα, κάθοδος. Κυρ. στη ● ΦΡ.: ανέβα-κατέβα βλ. ανέβα [< μεσν. κατέβα] | |
| 23865 | κατεβάζω | κα-τε-βά-ζω ρ. (μτβ.) {κατέβα-σα, κατεβά-σει, κατεβά-στηκε, -σμένος, κατεβάζ-οντας} 1. μετακινώ κάτι σε χαμηλότερο σημείο, προς τα κάτω: ~ το βιβλίο από το ράφι/τις κουρτίνες (= ξεκρεμώ)/τα μανίκια/τον μοχλό/τη σημαία (= υποστέλλω)/το τζάμι (του αυτοκινήτου). ~ τα σκουπίδια (ενν. στον δρόμο).|| ~ το χέρι. Με ~σμένα τα μάτια από ντροπή. ΑΝΤ. σηκώνω, υψώνω.|| Το ποτάμι/ρέμα ~ει πολύ νερό. Πβ. φέρνει.|| (ΓΡΑΜΜ.) Ουσιαστικά που ~ουν τον τόνο στη γενική (: τον μετακινούν στη(ν) (μεθ)επόμενη συλλαβή). ΑΝΤ. ανεβάζω (1) 2. (προφ.) μεταφέρω κάποιον σε νοτιότερο, κεντρικότερο ή παραλιακό σημείο· αποβιβάζω: Θα σε ~σω (= πάω) με το αυτοκίνητο μέχρι την αγορά.|| Το λεωφορείο σε ~ει ακριβώς έξω/μπροστά από την τράπεζα.|| Τον ~σαν από το τρένο (= τον έβγαλαν με τη βία). ΑΝΤ. ανεβάζω. 3. (μτφ.-προφ.) ελαττώνω, χαμηλώνω: ~ τον ήχο (: την έντασή του)/τη θερμοκρασία. Η ομάδα ~σε (= μείωσε) τη διαφορά στους ... πόντους. ~σε ταχύτητα! ~σμένες: τιμές.|| Η ασπιρίνη ~ει τον πυρετό. ΣΥΝ. ρίχνω (6) ΑΝΤ. ανεβάζω (2) 4. ΠΛΗΡΟΦ. μεταφέρω δεδομένα από κεντρικό σύστημα (διακομιστή) σε προσωπικό υπολογιστή: ~ εικόνες/προγράμματα/ταινίες/τραγούδια από το ίντερνετ. ~ στον σκληρό δίσκο. ~σμένα: αρχεία. Πβ. μεταφορτώνω. Βλ. ξανα~.|| ~ μια εφαρμογή στο κινητό μου. ΣΥΝ. καταφορτώνω (1) ΑΝΤ. ανεβάζω (3) 5. (μτφ.-προφ.) παρουσιάζω, προτείνω: Ο προπονητής ~σε νέα ενδεκάδα/επιθετικό σχήμα στον αγώνα. Το κόμμα ~σε σημαντικό αριθμό νέων υποψηφίων στις εκλογές.|| ~ πρόταση (= καταθέτω, υποβάλλω). Να δούμε τι δικαιολογία/(ειρων.) εξυπνάδα θα ~σει (= επινοήσει, σκαρφιστεί) πάλι. Πβ. προβάλλω. 6. (μτφ.-προφ.) καταπίνω μονομιάς, καταβροχθίζω: ~σε ένα μπουκάλι ουίσκι/μια γουλιά κρασί/μονορούφι την μπίρα.|| ~ει ένα ταψί φαγητό στην καθισιά του. 7. (μτφ.-προφ.) ξεστομίζω: ~ει μπινελίκια. 8. (μτφ.-προφ.) αποσύρω, διακόπτω, σταματώ: ~σαν την παράσταση (: δεν είχε επιτυχία). ΑΝΤ. ανεβάζω (6) 9. (μτφ.-προφ.) υποβαθμίζω, υποβιβάζω: Μην ~εις το επίπεδο της συζήτησης!|| Η ήττα ~σε την ομάδα στη δεύτερη θέση.|| Τον ~σαν από την εξουσία/τον θρόνο (= τον καθαίρεσαν). ● ΦΡ.: κατεβάζει το κεφάλι/η κούτρα/η γκλάβα/ο νους/το ξερό μου (προφ.): μου έρχεται μια ιδέα: Για στάσου μήπως ~σει ~ κάτι καλό., τα κατεβάζω (αργκό): εξευτελίζομαι, ταπεινώνομαι., του κατεβάζει μια (προφ.): τον χτυπά (με το χέρι): ~ ~ γροθιά/μπουνιά. Του κατέβασε μια στο κεφάλι/στα μούτρα., αλί που/άμα το 'χει η κούτρα του να κατεβάζει ψείρες βλ. κούτρα, ανεβάζει και κατεβάζει κυβερνήσεις βλ. κυβέρνηση, βγάζω/κατεβάζω γάλα βλ. γάλα, κατεβάζει (τα) ρολά βλ. ρολό, κατεβάζει τα βρακιά (του) βλ. βρακί, κατεβάζει τους διακόπτες βλ. διακόπτης, κατεβάζω (την) προβοσκίδα (μου) βλ. προβοσκίδα, κατεβάζω το ακουστικό/το τηλέφωνο βλ. τηλέφωνο, κατεβάζω/ρίχνω καντήλια βλ. καντήλι, κατεβάζω/ρίχνω χριστοπαναγίες βλ. χριστοπαναγίες, κλείνει/πέφτει η αυλαία βλ. αυλαία, με κατεβασμένα χέρια βλ. χέρι, ξινίζω/κρεμάω/κατεβάζω/στραβώνω τα μούτρα μου βλ. μούτρο, ό,τι βρέξει ας κατεβάσει βλ. βρέχω, πέφτουν/χαμηλώνουν/κατεβαίνουν οι τόνοι & ρίχνω/χαμηλώνω/κατεβάζω τους τόνους βλ. τόνος1, ρίχνω/κατεβάζω/πέφτουν τ' αυτιά μου βλ. αυτί, τον ανεβάζει ... τον κατεβάζει βλ. ανεβάζω, τρώω/κατεβάζω τον περίδρομο βλ. περίδρομος [< μεσν. κατεβάζω 4: αγγλ. download, 1975] | |
| 23866 | κατεβαίνω | κα-τε-βαί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κατέβ-ηκα, κατέβ-α, κατέβ-ει κ. κατεβ-εί, κατεβα-σμένος, κατεβαίν-οντας} ΣΥΝ. κατέρχομαι 1. (για έμψυχα ή άψυχα) κινούμαι από πάνω προς τα κάτω ή προς ένα χαμηλότερο σημείο· κατ' επέκτ. κινούμαι από τον βορρά προς τον νότο, από την περιφέρεια στο κέντρο, από την ενδοχώρα στα παράλια: ~ τον δρόμο/το μονοπάτι/την πλαγιά (= κατηφορίζω)/το φαράγγι (βλ. καταρρίχηση). ~ στο υπόγειο. ~ηκε από το βήμα/δέντρο/ποδήλατο. ~α αμέσως κάτω!|| Θα ~ώ με το ασανσέρ/τα πόδια. ~ηκε βιαστικά/τρέχοντας τις σκάλες.|| (αποβιβάζομαι:) ~ηκε από το λεωφορείο. ~είτε στην επόμενη στάση!|| ~ από το άλογο (= ξεκαβαλικεύω, ξεπεζεύω).|| ~ στο νησί/στην πλατεία. ~ηκα (για ψώνια/μια βόλτα) στην αγορά/στο κέντρο/στα μαγαζιά.|| Το ποτάμι ~ει από το βουνό. Η φωτιά ~ει προς το χωριό.|| (μτφ.) Δεν του κατέβαινε μπουκιά (: δεν είχε όρεξη). Δεν θα ~ω (= πέσω) στο επίπεδό του.|| (ΓΡΑΜΜ.) Ο τόνος ~ει στην παραλήγουσα. ΑΝΤ. ανεβαίνω (1) 2. (μτφ.-προφ.) συμμετέχω, παίρνω μέρος: ~ σε αγώνες/συνέδριο. ~ηκαν στην απεργία/στη διαδήλωση/στην πορεία/στο συλλαλητήριο.|| Θα ~ει για βουλευτής/ως υποψήφιος στις εκλογές.|| ~ να ψηφίσω. ● κατεβαίνει 1. ελαττώνεται, μειώνεται: ~ουν οι βάσεις/τα ενοίκια/τα επιτόκια/οι τιμές. ~ηκε η θερμοκρασία/ο πληθωρισμός/ο πυρετός/η στάθμη της θάλασσας. Ο Γενικός Δείκτης (του Χρηματιστηρίου) ~ηκε στις ... μονάδες. Έχει ~ει ο μέσος όρος ηλικίας (π.χ. των παικτών μιας ομάδας). Πβ. πέφτει.|| ~ ο ήχος (ΑΝΤ. δυναμώνει). 2. εκτείνεται, φτάνει: Ο δρόμος ~ όλο στροφές προς την ακτή. Τα δέντρα ~ουν ως/μέχρι τη θάλασσα.|| Το φουστάνι ~ ως τον αστράγαλο. 3. εκκρίνεται, παράγεται: ~ γάλα (: για θηλασμό). Δάκρυα ~ουν από τα μάτια. 4. ΠΛΗΡΟΦ. μεταφέρεται από ένα κεντρικό σε ένα περιφερειακό σύστημα: Η ιστοσελίδα ~ αργά. ~ουν αρχεία/εικόνες. 5. (για θεατρικό ή κινηματογραφικό έργο) σταματά η παρουσίαση ή η προβολή του. ● ΦΡ.: κατέβα να φάμε (ειρων.-χιουμορ.): σε πολύ ψηλό άνθρωπο., κατέβαινε (λαϊκό): πλήρωνε: ~ το παραδάκι!, κατέβηκε από την εξουσία/τον θρόνο: καθαιρέθηκε, εκθρονίστηκε., μου κατεβαίνει (στο κεφάλι/στο μυαλό) (προφ.): για κάτι που γίνεται ξαφνικά, αυθόρμητα, χωρίς πολλή σκέψη: Κάνει/λέει ό,τι του κατέβει ~. ~ ~ηκε (= μου ήρθε) μια ιδέα/λύση στο μυαλό. ~ ~ηκε να ... Έτσι μου ~ηκε! Πβ. έρχεται (κάτι) στο κεφάλι μου. ΣΥΝ. μου καπνίζει, μου μπαίνει/καρφώνεται (κάτι) στο μυαλό/κεφάλι (1), μου τη βιδώνει (1), από το βουνό κατέβηκε; βλ. βουνό, βγαίνω/κατεβαίνω/βρίσκομαι/είμαι στους δρόμους βλ. δρόμος, κατεβαίνει/παίζει με τα δεύτερα βλ. δεύτερος, κατεβαίνω από το τρένο βλ. τρένο, ο (ίδιος ο) Θεός να κατέβει κάτω βλ. θεός, πέφτουν/χαμηλώνουν/κατεβαίνουν οι τόνοι & ρίχνω/χαμηλώνω/κατεβάζω τους τόνους βλ. τόνος1 [< μεσν. κατεβαίνω] | |
| 23867 | κατεβασιά | κα-τε-βα-σιά ουσ. (θηλ.) 1. (λαϊκό) ισχυρό ρεύμα νερού (ποταμού ή βροχής) ή αέρα. 2. (λαϊκό) έδαφος ή δρόμος με κλίση προς τα κάτω: απότομη ~ βουνού. Πβ. κατηφόρα, κατήφορος. 3. {συνηθέστ. στον πληθ.} (προφ.) επίθεση παικτών ποδοσφαιρικής ομάδας στην αντίπαλη περιοχή. 4. (προφ.) κατάβαση βουνού στο σκι ή ποταμού στο ράφτινγκ. [< μτγν. καταβασία] | |
| 23868 | κατέβασμα | κα-τέ-βα-σμα ουσ. (ουδ.) {κατεβάσμ-ατος | -ατα} (προφ.) ΑΝΤ. ανέβασμα 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κατεβαίνω ή του κατεβάζω· κίνηση, πορεία, μεταφορά προς τα κάτω: ~ με σκοινιά από γκρεμό. ~ της πλαγιάς/του ποταμού. Το ~ στο φαράγγι είναι επικίνδυνο. Πβ. κάθοδος, κατάβαση.|| ~ της σκάλας.|| ~ από το λεωφορείο/τρένο (= αποβίβαση).|| ~ διαφημιστικών πινακίδων (= ξήλωμα)/κουρτίνας (= ξεκρέμασμα). ~ της σημαίας (= υποστολή)/της τέντας.|| ~ του διακόπτη (= κλείσιμο).|| ~ του κεφαλιού (= χαμήλωμα).|| Τα μανίκια θέλουν λίγο ~ (= μάκρεμα).|| (ΑΘΛ.) Ο παίκτης έκανε ωραίο ~ της μπάλας (: προς το καλάθι ή την εστία του αντίπαλου).|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ (= καταβιβασμός) του τόνου στη γενική. 2. ΠΛΗΡΟΦ. μεταφορά δεδομένων ή προγραμμάτων από κεντρικό σύστημα σε περιφερειακό ή από απομακρυσμένο κόμβο του διαδικτύου στον προσωπικό υπολογιστή συνδεδεμένου χρήστη: δωρεάν/παράνομο ~ ταινιών/τραγουδιών. ~ αρχείων/βίντεο/ιστοσελίδας. Πβ. λήψη, μετα-, τηλε-φόρτωση. ΣΥΝ. καταφόρτωση, νταουνλόουντ 3. (μτφ.) μείωση, ελάττωση: ~ της ταχύτητας/τιμής. 4. (για θεατρικό ή κινηματογραφικό έργο) διακοπή, σταμάτημα: ~ της παράστασης. [< μεσν. κατέβασμα 2: αγγλ. download, 1977, downloading, 1982] | |
| 23869 | κατεβασμένος | βλ. κατεβάζω | |
| 23870 | κατεβατό | κα-τε-βα-τό ουσ. (ουδ.) (προφ.): κείμενο με πολύ μεγάλη έκταση που απαιτεί αρκετό χρόνο, για να διαβαστεί: ένα ~ με επιχειρήματα. Βαριέμαι να διαβάσω όλο αυτό το ~. [< μτγν. καταβατόν ‘σελίδα’] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ