, α, ο κα-τε-δα-φι-στέ-ος επίθ. (επίσ.): που πρέπει να κατεδαφιστεί: Το κτίριο έχει κριθεί ακατάλληλο και ~ο (από την πολεοδομία). Διατηρητέα ή ~α κτίσματα. Κατασκευές/κατοικίες άμεσα/οριστικά ~ες. Βλ. επισκευάσιμος, ετοιμόρροπος, -τέος.
23877
κατεδαφιστικός
, ή, ό κα-τε-δα-φι-στι-κός επίθ.: που χρησιμοποιείται για κατεδάφιση ή σχετίζεται με αυτήν: ~ό: πιστολέτο.|| (ως ουσ.) Ισχυρό ~ό (ενν. εργαλείο, μηχάνημα) με υψηλή απόδοση κρούσης.|| (μτφ.) ~ή: κριτική (= ισοπεδωτική, σαρωτική)/πολιτική (= καταστροφική).
, η, ο κα-τει-λημ-μέ-νος επίθ. 1. (για χώρο) που έχει καταληφθεί: πεζόδρομοι ~οι από σταθμευμένα αυτοκίνητα. Το ασανσέρ είναι ~ο. Όλες οι θέσεις είναι ~ες (= πιασμένες· ΑΝΤ. άδειες, διαθέσιμες, ελεύθερες).|| ~ο: εργοστάσιο/πανεπιστήμιο (: υπό κατάληψη).2. (για τηλεφωνική γραμμή) απασχολημένος: Το τηλέφωνό του είναι μονίμως/συνέχεια ~ο. ● βλ. καταλαμβάνω [< αρχ. κατειλημμένος, γαλλ. occupé]
κα-τε-νά-τσιο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. αγωνιστικό σύστημα ποδοσφαιρικής ομάδας το οποίο στηρίζεται κυρ. στη σφιχτή, κλειστή άμυνα: Πήρε την πρόκριση, παίζοντας ~.|| (μτφ.) Πολιτικό ~. [< ιταλ. catenaccio]
κα-τεν-θου-σι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {κατενθουσία-σε, κατενθουσιά-σει, -στηκα, -σμένος, κατενθουσιάζ-οντας} (επιτατ.): δημιουργώ πολύ μεγάλο ενθουσιασμό σε κάποιον: Η συναυλία ~σε τα παιδιά. Χόρεψαν με πάθος, ~οντας τους θεατές. Πβ. συναρπάζω, συνεπαίρνω.|| Όσοι δουν την ταινία θα ~στούν. Δεν μπορώ να πω ότι ~στηκα με το βιβλίο. Δήλωσε/έμεινε ~σμένος.
23892
κατενώπιον
κα-τε-νώ-πι-ον επίρρ. (+ γεν.) (λόγ.): ακριβώς μπροστά από κάποιον ή κάτι. Βλ. κατέναντι. [< μτγν. κατενώπιον]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.