Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [24640-24660]

IDΛήμμαΕρμηνεία
23871κατεβατός, ή, ό κα-τε-βα-τός επίθ. (λαϊκό): κατηφορικός: ~ός: άνεμος (= καταβατικός). Πβ. καθοδικός. Βλ. ουρανοκατέβατος.|| ~ές: λίστες/σελίδες (: μεγάλες σε έκταση, γεμάτες). [< μτγν. καταβατός]
23872κατέβει & κατεβείβλ. κατεβαίνω
23873κατέβηκαβλ. κατεβαίνω
23875κατεδάφισηκα-τε-δά-φι-ση ουσ. (θηλ.) 1. γκρέμισμα οικοδομήματος: ελεγχόμενη ~. ~ ετοιμόρροπων κτιρίων (βλ. χάλασμα). ~ίσεις αυθαιρέτων. Εκσκαφές, κατασκευές και ~ίσεις. Πβ. ισοπέδωση, κατακρήμνιση. Βλ. ανέγερση, θεμελίωση. ΑΝΤ. ανοικοδόμηση (1), κτίσιμο, οικοδόμηση (1) 2. (μτφ.) ολοκληρωτική διάλυση, κατάρρευση: ~ του ασφαλιστικού συστήματος. Πβ. καταστροφή. [< μεσν. κατεδάφισις]
23876κατεδαφιστέος, α, ο κα-τε-δα-φι-στέ-ος επίθ. (επίσ.): που πρέπει να κατεδαφιστεί: Το κτίριο έχει κριθεί ακατάλληλο και ~ο (από την πολεοδομία). Διατηρητέα ή ~α κτίσματα. Κατασκευές/κατοικίες άμεσα/οριστικά ~ες. Βλ. επισκευάσιμος, ετοιμόρροπος, -τέος.
23877κατεδαφιστικός, ή, ό κα-τε-δα-φι-στι-κός επίθ.: που χρησιμοποιείται για κατεδάφιση ή σχετίζεται με αυτήν: ~ό: πιστολέτο.|| (ως ουσ.) Ισχυρό ~ό (ενν. εργαλείο, μηχάνημα) με υψηλή απόδοση κρούσης.|| (μτφ.) ~ή: κριτική (= ισοπεδωτική, σαρωτική)/πολιτική (= καταστροφική).
23878κατέδειξαβλ. καταδεικνύω
23879κατέδωσαβλ. καταδίδω
23880κατέθεσαβλ. καταθέτω
23881κατειλημμένος, η, ο κα-τει-λημ-μέ-νος επίθ. 1. (για χώρο) που έχει καταληφθεί: πεζόδρομοι ~οι από σταθμευμένα αυτοκίνητα. Το ασανσέρ είναι ~ο. Όλες οι θέσεις είναι ~ες (= πιασμένες· ΑΝΤ. άδειες, διαθέσιμες, ελεύθερες).|| ~ο: εργοστάσιο/πανεπιστήμιο (: υπό κατάληψη). 2. (για τηλεφωνική γραμμή) απασχολημένος: Το τηλέφωνό του είναι μονίμως/συνέχεια ~ο. ● βλ. καταλαμβάνω [< αρχ. κατειλημμένος, γαλλ. occupé]
23882κατείχαβλ. κατέχω
23883κατέλαβαβλ. καταλαμβάνω
23884κατελήφθηβλ. καταλαμβάνω
23885κατέλθειβλ. κατέρχομαι
23886κατέλιπεβλ. καταλείπω
23888κατέναντικα-τέ-να-ντι επίρρ. (λόγ.): ακριβώς απέναντι. Πβ. καταντικρύ. Βλ. κατενώπιον. [< μτγν. κατέναντι]
23889κατενάτσιοκα-τε-νά-τσιο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. αγωνιστικό σύστημα ποδοσφαιρικής ομάδας το οποίο στηρίζεται κυρ. στη σφιχτή, κλειστή άμυνα: Πήρε την πρόκριση, παίζοντας ~.|| (μτφ.) Πολιτικό ~. [< ιταλ. catenaccio]
23890κατένειμαβλ. κατανέμω
23891κατενθουσιάζωκα-τεν-θου-σι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {κατενθουσία-σε, κατενθουσιά-σει, -στηκα, -σμένος, κατενθουσιάζ-οντας} (επιτατ.): δημιουργώ πολύ μεγάλο ενθουσιασμό σε κάποιον: Η συναυλία ~σε τα παιδιά. Χόρεψαν με πάθος, ~οντας τους θεατές. Πβ. συναρπάζω, συνεπαίρνω.|| Όσοι δουν την ταινία θα ~στούν. Δεν μπορώ να πω ότι ~στηκα με το βιβλίο. Δήλωσε/έμεινε ~σμένος.
23892κατενώπιονκα-τε-νώ-πι-ον επίρρ. (+ γεν.) (λόγ.): ακριβώς μπροστά από κάποιον ή κάτι. Βλ. κατέναντι. [< μτγν. κατενώπιον]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.