Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [24660-24680]

IDΛήμμαΕρμηνεία
23905κατεργάρικος, η, ο κα-τερ-γά-ρι-κος επίθ. (προφ.): που χαρακτηρίζεται από κατεργαριά. Πβ. ζαβολιάρικος, πονηρός. ● επίρρ.: κατεργάρικα
23906κατεργασίακα-τερ-γα-σί-α ουσ. (θηλ.): επεξεργασία κυρ. πρώτων υλών: (ΜΕΤΑΛΛ.) θερμική/μηχανική ~. ~ες διαμόρφωσης. Βλ. ανόπτηση, βαφή, γαλβανισμός, διέλαση, επιχρωμίωση, χύτευση.|| Μηχανουργικές ~ες. ~ του δέρματος/του μαλλιού (= εριουργία)/του ξύλου (= ξυλουργία). ~ με ατμό/διάλυμα (π.χ. θειικού οξέος). Κοπή και ~ μαρμάρου. Πβ. δούλεμα.|| ~ του εδάφους (βλ. όργωμα).|| Βιολογική ~ αποβλήτων. ~ του νερού (πβ. φίλτρανση). [< μτγν. κατεργασία]
23907κατεργασμένος, η, ο κα-τερ-γα-σμέ-νος επίθ.: που έχει υποστεί ειδική κατεργασία: ~η: ζάχαρη. ~α: διαμάντια/κρέατα (βλ. αλλαντικά)/προϊόντα (π.χ. μαρμάρου). Θερμικά ~ χάλυβας (βλ. σφυρήλατος). Δέρματα ~α σε βυρσοδεψείο. Πβ. επεξεργασ-, δουλε-μένος. Βλ. ημι~, κατεργάζομαι. ΑΝΤ. ακατέργαστος (1) [< αρχ. κατειργασμένος, μτχ. παθ. παρακ. του ρ. κατεργάζομαι]
23908κάτεργοκά-τερ-γο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: χώρος όπου επικρατούν απάνθρωπες, εξαντλητικές συνθήκες εργασίας: εργασιακό ~. Εργοτάξια-~α. Συνθήκες ~ου.κάτεργα (τα) (παλαιότ.): καταναγκαστικά έργα που επιβάλλονταν σε κατάδικους: Τον έστειλαν στα ~. Βλ. αγγαρεία. [< μεσν. κάτεργον]
23909κατερείπωσηκα-τε-ρεί-πω-ση ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λόγ.-επιτατ.) 1. πλήρης ερείπωση: ~ μνημείων/ναών. 2. (μτφ.) ολοκληρωτική καταστροφή, πλήρης διάλυση: οικονομική/πνευματική ~. ~ αρχών και αξιών. Πβ. καταρράκωση. [< μεσν. κατερείπωσις]
23910Κατερινιώτης, ΚατερινιώτισσαΚα-τε-ρι-νιώ-της επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής την Κατερίνη.
23911κατερινιώτικος, η, ο κα-τε-ρι-νιώ-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με την Κατερίνη ή/και τους Κατερινιώτες.
23912κατέρρευσεβλ. καταρρέω
23913κατέρχομαικα-τέρ-χο-μαι ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κατ-ήλθε, -έλθει, κατερχ-όμενος} (λόγ.): κατεβαίνω: Είναι η πρώτη φορά που ~εται (ως υποψήφιος) στις εκλογές. Σε απεργία αποφάσισαν να ~έλθουν οι εργαζόμενοι στους δήμους. Πβ. λαμβάνω/παίρνω μέρος, συμμετέχω.|| Το ποσοστό ~ήλθε (= έπεσε, μειώθηκε) στο ...%.|| Ο ομιλητής ~ήλθε από το βήμα/(λόγ.) του βήματος. (ΤΕΧΝΟΛ.) ~όμενη: ζεύξη (= καθοδική). ΑΝΤ. ανέρχομαι (1) [< αρχ. κατέρχομαι]
23915κατέστηβλ. καθιστώ
23916κατεστημένοκα-τε-στη-μέ-νο ουσ. (ουδ.) (αρνητ. συνυποδ.): σύνολο προσώπων με μεγάλη δύναμη που ελέγχουν έναν ή περισσότερους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας, εμποδίζοντας συνήθ. κάθε αλλαγή που θα μπορούσε να αποβεί σε βάρος τους· οι κυρίαρχες δομές μιας κοινωνίας, η υπάρχουσα τάξη πραγμάτων: το επιστημονικό/θρησκευτικό/κοινωνικό/κομματικό/οικονομικό/πανεπιστημιακό/πολιτικό/στρατιωτικό ~. Αμφισβήτηση/ανατροπή του ~ου. Ρήξη/σύγκρουση με το ~. (προφ.) Γροθιά στο ~. Πβ. η καθεστηκυία τάξη, καθεστώς, status quo. Βλ. καρτέλ, κλίκα, λόμπι. ● ΦΡ.: σπάω το κατεστημένο: ανατρέπω την παραδοσιακά ισχύουσα κατάσταση σε έναν χώρο. [< αγγλ. establishment, γαλλ. ~, 1965]
23917κατεστημένος, η, ο κα-τε-στη-μέ-νος επίθ. (με άρθ.): που έχει επικρατήσει, παγιωθεί· καθιερωμένος: οι ~οι θεσμοί. Οι ~ες δομές. Αμφισβήτηση της ~ης (= καθεστηκυίας) τάξης πραγμάτων. Βλ. παραδοσιακός, πατροπαράδοτος. ΑΝΤ. εναλλακτικός (1) ● βλ. καθιστώ [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. καθίστημι ‘τοποθετώ’, αγγλ. established]
23918κατέστησεβλ. καθιστώ
23919κατεστραμμένος, η, ο κα-τε-στραμ-μέ-νος επίθ. & (προφ.) καταστραμμένος: που έχει καταστραφεί: ~η: γη (πβ. καμένη). ~α: δόντια (= χαλασμένα)/μαλλιά (πβ. αδύναμα, ταλαιπωρημένα). Σπίτια ολοσχερώς ~α από τον σεισμό (= γκρεμισμένα, κατεδαφισμένα, ρημαγμένα). Πβ. φθαρμένος.|| (ΠΛΗΡΟΦ., ως μήνυμα λάθους) Το ακόλουθο αρχείο λείπει ή είναι ~ο.|| (για πρόσ.) Οικονομικά ~ (= ξοφλημένος, χρεοκοπημένος).|| ~ος: γάμος (= αποτυχημένος). ~η: οικογένεια. Πβ. διαλυμένος. ● βλ. καταστρέφω [< αρχ. κατεστραμμένος, μτχ. παθ. παρακ. του ρ. καταστρέφω]
23920κατέσχεσε& κατάσχεσε βλ. κατάσχω
23921κατεσχημένοςβλ. κατάσχω
23922κατέτμησεβλ. κατατέμνω
23923κατευθείαν & κατ' ευθείανκα-τευ-θεί-αν επίρρ. 1. (μτφ.) χωρίς καθυστέρηση ή μεσολάβηση, δίχως την παρεμβολή άλλου: Πάω ~ (= αμέσως, γραμμή, γρήγορα) για ύπνο! Θα μπω ~ στο θέμα. Έπεσε ~ στα βαθιά/στα δύσκολα.|| Ενημερωθείτε ~ (= άμεσα) από τους καλύτερους του είδους. Πβ. ευθέως.|| (ως επίθ.) ~ πτήση (= απευθείας, χωρίς ενδιάμεσους σταθμούς). 2. ευθεία, ίσια: Με κοιτούσε ~ στα μάτια. Προχώρησε ~ προς την/στην έξοδο. Πβ. ντουγρού, ολόισια. ● ΦΡ.: κατευθείαν γραμμή βλ. γραμμή [< μτγν. κατ΄ εὐθεῖαν]
23925κατεύθυνσηκα-τεύ-θυν-ση ουσ. (θηλ.) 1. η πορεία που ακολουθεί ένα κινούμενο σώμα· το σημείο προς το οποίο κινείται κάποιος ή κάτι: αντίστροφη/κάθετη/λάθος/οριζόντια/σωστή ~. Αλλαγή ~ης. Έχει/παίρνει ~ προς/για ... Πάει με ~ (προς) ... (πβ. προορισμός). Έρχεται από αντίθετη ~. Έστριψε προς άλλη ~. (Δι)έφυγε προς άγνωστη ~.|| (ΦΥΣ.) Η ~ του αεροπλάνου/βλήματος (= τροχιά). Η ~ του ανέμου/του πλοίου (= ρότα)/του ρεύματος/της ροής. Πβ. διεύθυνση, φορά. Βλ. τηλε~.|| (μτφ., για πρόσ.) Μήνυμα προς κάθε/πάσα ~/προς όλες τις ~ύνσεις (= προς όλους). 2. (μτφ.) στόχος δραστηριότητας ή προσπάθειας: στρατηγική ~ της χώρας. Επενδύσεις με κύρια ~ τη φυτική παραγωγή. Μελέτη πολλαπλών ~ύνσεων. Η έρευνα πήρε διαφορετική ~. Οι τελευταίες ανακαλύψεις έδωσαν/χάραξαν νέα ~ στην επιστήμη. Έχει κάνει βήματα προς την ~ της οικολογικής ευαισθητοποίησης. Πβ. γραμμή.|| Η κουβέντα στράφηκε προς άλλη ~ (= ζήτημα, θέμα). Πβ. σκοπός. 3. (μτφ.) τάση, προσανατολισμός: επαγγελματική/ιδεολογική/πνευματική/πολιτική ~. Αλλαγή ~ης στην Παιδεία. Γενικές/μεθοδολογικές ~ύνσεις (= αρχές, κανόνες, οδηγίες). Νέες/σύγχρονες παιδαγωγικές ~ύνσεις. Μελλοντικές ~ύνσεις και προοπτικές. 4. (ειδικότ., κ. με κεφαλ. Κ) ειδίκευση σε συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο: (στο πανεπιστήμιο) ~ σπουδών. Ηλεκτρολόγος Μηχανικός Ενεργειακής ~ης. ~ Γλωσσολογίας. ● ΣΥΜΠΛ.: θετική/θεωρητική/τεχνολογική κατεύθυνση (κ. με κεφαλ. τα αρχικά Θ, Τ, Κ): που ακολουθούν οι μαθητές της Β' και Γ' τάξης του Γενικού Λυκείου, για να εισαχθούν, ύστερα από Πανελλαδικές Εξετάσεις, σε σχολές των θετικών, θεωρητικών ή εφαρμοσμένων επιστημών, αντίστοιχα: Αρχαία Θεωρητικής ~ης. Μαθηματικά Θετικής/Τεχνολογικής ~ης.|| Υποψήφιοι ανά κατεύθυνση., διπλής κατεύθυνσης/(λόγ.) κατευθύνσεως βλ. διπλός, μαθήματα κατεύθυνσης βλ. μάθημα, μονής κατεύθυνσης βλ. μονός [< γαλλ. direction]
23926κατευθυντήριος, α/ος, ο κα-τευ-θυ-ντή-ρι-ος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που καθορίζει την κατεύθυνση ενέργειας, διαδικασίας ή πορείας: ~ες: αρχές/οδηγίες. Οι ~οι άξονες μιας πολιτικής. Χάραξη ~ων/(λόγ.) ~ίων γραμμών. Πβ. (καθ)οδηγητικός.|| (σπανιότ. κυριολ.) ~ο: σύστημα (φορτηγού). ~οι: τροχοί (οχήματος). Βλ. -τήριος. [< πβ. μτγν. κατευθυντηρία ‘κανόνας, νήμα της στάθμης’, γαλλ. directif]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.