Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [24660-24680]

IDΛήμμαΕρμηνεία
23893κατεξουσιάζωκα-τε-ξου-σι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {κυρ. στο γ' πρόσ. ενεστ.} (σπάν.-επιτατ.): εξουσιάζω ολοκληρωτικά κάποιον ή κάτι. Πβ. κατα-δυναστεύω, -πιέζω. [< μτγν. κατεξουσιάζω]
23894κατεξοχήν & κατ' εξοχήνκα-τε-ξο-χήν επίρρ. (λόγ.): κυρίως, περισσότερο από κάθε άλλο(ν): ~ παράδειγμα (: κλασικό, τυπικό). Αύγουστος, ο ~ μήνας των διακοπών. Είναι ο ~ αρμόδιος. Ασχολείται ~ με τον αθλητισμό. Πβ. ιδιαιτέρως, ιδίως, κατά κύριο/πρώτο/μείζονα λόγο, προπάντων. Βλ. πάνω απ' όλα. [< μτγν. κατ΄ ἐξοχήν, ἐξοχή ‘ανωτερότητα, εξαιρετικότητα’, πβ. γαλλ. par excellence]
23895κατεπάνωβλ. καταπάνω
23896κατεπείγεικα-τε-πεί-γει ρ. (αμτβ.) {μόνο στον ενεστ.} (λόγ.-επιτατ.): επείγει πάρα πολύ. Πβ. προέχει, πρωτεύει. [< αρχ. κατεπείγω ‘επισπεύδω’]
23897κατεπειγόντωςκα-τε-πει-γό-ντως επίρρ. (λόγ.-επιτατ.): αμέσως, χωρίς την παραμικρή καθυστέρηση: Απαιτείται ~ να ... Εισήχθη ~ στο χειρουργείο. Πβ. άρον-άρον, εσπευσμένα.
23898κατεπείγων, ουσα, ον κα-τε-πεί-γων επίθ. {κατεπείγ-οντος (θηλ. -ουσας (λόγ.) -ούσης) | -οντες (θηλ. -ουσες, ουδ. -οντα), -όντων (θηλ. -ουσών)} (λόγ.-επιτατ.): που πρέπει να γίνει το συντομότερο δυνατό, που είναι εξαιρετικά επείγων: ~ων: εμβολιασμός. ~ον: περιστατικό/τηλεφώνημα. Ο ~ χαρακτήρας ενός μέτρου. Διενέργεια ~οντος ελέγχου/~ουσας έρευνας. Κανονικό και ~ον ταχυδρομείο (πβ. εξπρές). Πβ. υπερεπείγων.|| (ως ένδειξη σε έγγραφα ή επιστολές:) ~ον.|| (ως ουσ.) Εγκρίθηκε το ~ον της συνεδρίασης. ● ΣΥΜΠΛ.: με τη διαδικασία του κατεπείγοντος βλ. διαδικασία ● ΦΡ.: υπάρχει άμεση/μεγάλη/(κατ)επείγουσα ανάγκη βλ. ανάγκη [< αρχ. κατεπείγων]
23899κατεπλάγηβλ. καταπλήσσω
23900κατέπλευσεβλ. καταπλέω
23901κατέπληξαβλ. καταπλήσσω
23902κατεργάζομαικα-τερ-γά-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {κατεργά-στηκε (λόγ.) -σθηκε, κατεργα-στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος}: επεξεργάζομαι κυρ. πρώτες ύλες: Οι βυρσοδέψες ~ονται τα δέρματα. (καταχρ.) Μέταλλο που έχει ~στεί (= έχει γίνει αντικείμενο κατεργασίας). Πβ. δουλεύω. Βλ. (ημι)κατεργασμένος. ● ΦΡ.: πενία τέχνας κατεργάζεται βλ. πενία [< αρχ. κατεργάζομαι]
23903κατεργάρης, κατεργάρακα-τερ-γά-ρης ουσ. (αρσ. + θηλ.) {κατεργάρ-ηδες (σπανιότ.-λαϊκό) κατεργαραίοι κ. κατεργαρέοι | σπάν. θηλ. κατεργάρισσα} (προφ.): πρόσωπο που συμπεριφέρεται με πανουργία και χρησιμοποιεί διάφορα τεχνάσματα, για να πετύχει κάτι: Είναι μεγάλος ~, μην του έχεις καμία εμπιστοσύνη (πβ. λαμόγιο, μασκαράς, μούτρο, μπαγαπόντης, παμπόνηρος)! (οικ.) Είσαι μια ~α εσύ (πβ. μουσίτσα, σουπιά)!|| (ως επίθ.) ~α: γυναίκα. Πβ. ζαβολιάρης. ● Υποκ.: κατεργαράκος (ο), κατεργαρούλα (η) {σπάν. αρσ. κατεργαρούλης} ● ΦΡ.: κάθε κατεργάρης στον πάγκο του: για επιστροφή στο καθήκον ύστερα από διάλειμμα ή διακοπή: Τα σχολεία άνοιξαν και τώρα πλέον ~ ~! Πβ. τα κεφάλια μέσα!, μεταξύ κατεργαραίων ειλικρίνεια: όσοι έχουν κάνει τις ίδιες κατεργαριές πρέπει να είναι ειλικρινείς μεταξύ τους. [< μεσν. κατεργάρης]
23904κατεργαριάκα-τερ-γα-ριά ουσ. (θηλ.) (προφ.): η ιδιότητα του κατεργάρη· κυρ. συνεκδ. η αντίστοιχη πράξη ή συμπεριφορά. Πβ. απατεωνιά, ζαβολιά, κόλπο, λαμογιά, μπαγαποντιά, πονηριά.
23905κατεργάρικος, η, ο κα-τερ-γά-ρι-κος επίθ. (προφ.): που χαρακτηρίζεται από κατεργαριά. Πβ. ζαβολιάρικος, πονηρός. ● επίρρ.: κατεργάρικα
23906κατεργασίακα-τερ-γα-σί-α ουσ. (θηλ.): επεξεργασία κυρ. πρώτων υλών: (ΜΕΤΑΛΛ.) θερμική/μηχανική ~. ~ες διαμόρφωσης. Βλ. ανόπτηση, βαφή, γαλβανισμός, διέλαση, επιχρωμίωση, χύτευση.|| Μηχανουργικές ~ες. ~ του δέρματος/του μαλλιού (= εριουργία)/του ξύλου (= ξυλουργία). ~ με ατμό/διάλυμα (π.χ. θειικού οξέος). Κοπή και ~ μαρμάρου. Πβ. δούλεμα.|| ~ του εδάφους (βλ. όργωμα).|| Βιολογική ~ αποβλήτων. ~ του νερού (πβ. φίλτρανση). [< μτγν. κατεργασία]
23907κατεργασμένος, η, ο κα-τερ-γα-σμέ-νος επίθ.: που έχει υποστεί ειδική κατεργασία: ~η: ζάχαρη. ~α: διαμάντια/κρέατα (βλ. αλλαντικά)/προϊόντα (π.χ. μαρμάρου). Θερμικά ~ χάλυβας (βλ. σφυρήλατος). Δέρματα ~α σε βυρσοδεψείο. Πβ. επεξεργασ-, δουλε-μένος. Βλ. ημι~, κατεργάζομαι. ΑΝΤ. ακατέργαστος (1) [< αρχ. κατειργασμένος, μτχ. παθ. παρακ. του ρ. κατεργάζομαι]
23908κάτεργοκά-τερ-γο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: χώρος όπου επικρατούν απάνθρωπες, εξαντλητικές συνθήκες εργασίας: εργασιακό ~. Εργοτάξια-~α. Συνθήκες ~ου.κάτεργα (τα) (παλαιότ.): καταναγκαστικά έργα που επιβάλλονταν σε κατάδικους: Τον έστειλαν στα ~. Βλ. αγγαρεία. [< μεσν. κάτεργον]
23909κατερείπωσηκα-τε-ρεί-πω-ση ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λόγ.-επιτατ.) 1. πλήρης ερείπωση: ~ μνημείων/ναών. 2. (μτφ.) ολοκληρωτική καταστροφή, πλήρης διάλυση: οικονομική/πνευματική ~. ~ αρχών και αξιών. Πβ. καταρράκωση. [< μεσν. κατερείπωσις]
23910Κατερινιώτης, ΚατερινιώτισσαΚα-τε-ρι-νιώ-της επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής την Κατερίνη.
23911κατερινιώτικος, η, ο κα-τε-ρι-νιώ-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με την Κατερίνη ή/και τους Κατερινιώτες.
23912κατέρρευσεβλ. καταρρέω

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.