Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [24680-24700]

IDΛήμμαΕρμηνεία
23927κατευθυντικός, ή, ό κα-τευ-θυ-ντι-κός επίθ. 1. ΤΕΧΝΟΛ.-ΤΗΛΕΠ. που εκπέμπει ηλεκτρομαγνητικά κύματα περισσότερο προς μία κατεύθυνση παρά προς άλλες: ~ή: κεραία. Μη ~οί ραδιοφάροι. 2. (μτφ.) που επηρεάζει, ελέγχει ή διαμορφώνει κατά συγκεκριμένο τρόπο την πορεία μιας κατάστασης: ~ός: λόγος (: στοχεύει στην υιοθέτηση νέας συμπεριφοράς από τον δέκτη μέσω επιχειρημάτων, οδηγιών· βλ. αναφορ-, περιγραφ-ικός). Μη ~ή ψυχοθεραπεία (= μη παρεμβατική). Πβ. κατευθυνόμενος. 3. ΤΕΧΝΟΛ. που κατευθύνει· που αναφέρεται σε αντικείμενο το οποίο κατευθύνεται: χειριστήριο με ~ούς μοχλούς.|| ~ός: κυματογράφος. ~ή: σταθερότητα (οχήματος). [< 1,3: αγγλ. directional 2: αγγλ. directive, 1938, γαλλ. directif, 1968]
23928κατευθυντικότητακα-τευ-θυ-ντι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ.-ΤΗΛΕΠ. η ιδιότητα ενός πομπού, κυρ. κεραίας, να εκπέμπει ηλεκτρομαγνητικά κύματα περισσότερο προς μία κατεύθυνση παρά προς άλλες. 2. ΤΕΧΝΟΛ. διατήρηση ορισμένης κατεύθυνσης: η ~ του αυτοκινήτου/του ήχου. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. directionality, 1951, γαλλ. directivité, 1953]
23929κατευθύνωκα-τευ-θύ-νω ρ. (μτβ.) {κατεύθυν-ε (λόγ.) κατηύθυν-ε, κατευθύν-θηκε, -θεί, -όμενος, -οντας} 1. (μτφ.) υποδεικνύω σε κάποιον πώς να ενεργήσει, να συμπεριφερθεί· διαμορφώνω, ελέγχω, επηρεάζω: Ο πρωθυπουργός ~ει τις ενέργειες/το έργο/τις προσπάθειες της κυβέρνησης (πβ. καθοδηγώ). Ο δημοσιογράφος ~ε τη συζήτηση (= διηύθυνε, συντόνισε).|| Τον ~ει το ένστικτο κι όχι η λογική. Τυχαίοι παράγοντες ~αν το μέλλον του.|| (αρνητ. συνυποδ.) Επιχείρησαν να ~ουν τον αγώνα. ~ουν τις τύχες των ανθρώπων. Πβ. καναλιζάρω, καπελώνω, καπηλεύομαι, κηδεμονεύω, ποδηγετώ, χειραγωγώ. 2. καθορίζω την κατεύθυνση: (σε τηλεσκόπιο) Ένας φακός ~ει το φως. Μας ~ε το τζι πι ες. Πβ. οδηγώ.|| (μτφ.) ~ουν τη δράση τους προς ... (= προσανατολίζουν). ● Παθ.: κατευθύνομαι: ακολουθώ ορισμένη πορεία: ~θηκαν αριστερά (= έστριψαν)/από ... για .../νότια (= κινήθηκαν).|| Σφοδρό κύμα κακοκαιρίας ~εται προς τη χώρα. Πβ. οδεύω.|| ~θηκε (= στράφηκε) προς την ιατρική (: για σπουδές).|| Πόροι που ~θηκαν (= διατέθηκαν, ξοδεύτηκαν) σε έργα για την προστασία του περιβάλλοντος. ● βλ. κατευθυνόμενος [< αρχ. κατευθύνω, γαλλ. diriger]
23930κατευνάζωκα-τευ-νά-ζω ρ. (μτβ.) {κατεύνα-σε, κατευνά-σει, -στηκε, -σμένος, κατευνάζ-οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.): μετριάζω την ένταση, κάνω κάτι ηπιότερο: Η μουσική ~ει (= ηρεμεί, χαλαρώνει) τα νεύρα. Χάπι που ~ει (= ανακουφίζει, καταπραΰνει) τους πόνους (βλ. αναλγητικά). Οι σεισμολόγοι ~σαν τις ανησυχίες/τους φόβους του κόσμου. Προσπάθησε να ~σει (= καλμάρει, κατασιγάσει) τον θυμό του. Πβ. (απ)αμβλύνω, εκτονώνω, μαλακώνω. Βλ. διεγείρω, εντείνω, εξάπτω, ερεθίζω. ΑΝΤ. οξύνω (1) [< μτγν. κατευνάζω, γαλλ. calmer, apaiser]
23931κατευνασμόςκα-τευ-να-σμός ουσ. (αρσ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κατευνάζω: ~ των αντιδράσεων/των παθών (ΑΝΤ. αναρρίπιση). ~ του πόνου (= ανακούφιση, καταπράυνση). Προσπάθεια ~ού των πνευμάτων. Προς ~ό της λαϊκής δυσαρέσκειας (= εκτόνωση), ... Πβ. (απ)άμβλυνση, καθησυχασμός, μετριασμός, καλμάρισμα, καταλάγιασμα. ΑΝΤ. όξυνση (1) [< μτγν. κατευνασμός ‘το να βάζει κανείς κάποιον να κοιμηθεί’, γαλλ. apaisement]
23932κατευναστικός, ή, ό κα-τευ-να-στι-κός επίθ.: που κατευνάζει: βότανο με ~ή δράση/~ές ιδιότητες. Πβ. ανακουφιστ-, καταπραϋντ-, μαλακτ-, χαλαρωτ-ικός. ΑΝΤ. διεγερτ-, ερεθιστ-ικός.|| ~ός: ρόλος. ~ή: πολιτική (πβ. συμβιβαστικός).|| (για πρόσ.) Εμφανίστηκε ~ στις δηλώσεις του. Πβ. καθησυχαστικός.|| (ως ουσ.) Ήπιο ~ό (ενν. σκεύασμα, φάρμακο). Πβ. ηρεμιστικά. ● επίρρ.: κατευναστικά [< μτγν. κατευναστικός, γαλλ. apaisant]
23933κατευόδιοκα-τευ-ό-δι-ο ουσ. (ουδ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: καλό κατευόδιο!: καλό ταξίδι! Πβ. ξεπροβόδισμα.|| (κ. ως αποχαιρετιστήρια ευχή σε νεκρό). [< μεσν. κατευόδιον]
23934κατευοδώνωκα-τευ-ο-δώ-νω ρ. (μτβ.) {κατευόδω-σα, κατευοδών-οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.): συνοδεύω κάποιον που φεύγει· αποχαιρετώ: Τους ~σε μέχρι τον σταθμό του τρένου.|| (για νεκρό:) Συγγενείς και φίλοι τον ~σαν στην τελευταία του κατοικία. ΣΥΝ. ξεπροβοδίζω [< μεσν. κατευοδώ]
23935κατευχαριστώ[κατευχαριστῶ] κα-τευ-χα-ρι-στώ ρ. (μτβ.) {κατευχαρίστη-σα} (επιτατ.): ευχαριστώ θερμά. Πβ. υπερευχαριστώ. ● Παθ.: κατευχαριστιέμαι & (προφ.) καταφχαριστιέμαι: ευχαριστιέμαι πάρα πολύ.
23936κατέφυγαβλ. καταφεύγω
23937κατεχίνεςκα-τε-χί-νες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. κατεχίνη}: ΒΙΟΧ. ομάδα ισχυρών φυσικών αντιοξειδωτικών (σύμβ. C15H14O6) που βρίσκονται άφθονα στο πράσινο τσάι. Πβ. πολυφαινόλες. Βλ. καφεΐνη, τανίνη, φλαβονοειδή. [< γαλλ. catéchine]
23938κατεχολαμίνεςκα-τε-χο-λα-μί-νες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. κατεχολαμίνη}: ΒΙΟΧ. ομάδα συμπαθητικομιμητικών αμινών που λειτουργούν ως ορμόνες ή/και ως νευροδιαβιβαστές: Το στρες προκαλεί έκκριση ~ών. Βλ. (νορ)αδρεναλίνη, ντοπαμίνη. [< αγγλ. catecholamine, 1954, γαλλ. catécholamine, 1958]
23939ΚατεχόμεναΚα-τε-χό-με-να ουσ. (ουδ.) (τα) {Κατεχομένων} τα εδάφη της 1. Κύπρου που έχουν καταληφθεί από τους Τούρκους, μετά την εισβολή του 1974. 2. Παλαιστίνης που βρίσκονται υπό την κατοχή των Ισραηλινών.
23940κατέχωκα-τέ-χω ρ. (μτβ.) {κατείχα (λαϊκό) κάτεχα, κατέχ-εται, -όταν, κατέχ-οντας, (λόγ.) -ων, -όμενος} 1. έχω στην ιδιοκτησία, στην κυριότητά μου: ~ει ακίνητα/εκτάσεις/μετοχές/το ...% της εταιρείας. ~ουν μέσα παραγωγής/πλούτο.|| Δεν κατείχαν ταξιδιωτικά έγγραφα. Κατείχαν παράνομα κροτίδες. 2. διαθέτω, έχω: ~ει εξουσία/το πανευρωπαϊκό ρεκόρ στην .../τα πρωτεία/την πρωτιά. ~ει επάξια το αξίωμα του προέδρου/τη φήμη του ... ~ουν άδεια άσκησης επαγγέλματος/δικαίωμα ψήφου/εμπιστευτικές πληροφορίες/τίτλους σπουδών. Κατείχε διευθυντική/ηγετική θέση. 3. γνωρίζω τέλεια ή/και σε βάθος, είμαι ειδήμων: ~ει την αλήθεια/ένα μυστικό.|| ~ μια τέχνη/τεχνική. ~ει γνώσεις και ικανότητες/ξένες γλώσσες/προσόντα.|| ~ουν απόλυτα το αντικείμενο. Δεν το ~ (ενν. το θέμα). (προφ.) Το ~ει το άθλημα (: είναι εξπέρ). Πβ. ξέρω. ΑΝΤ. αγνοώ (1) ● κατέχει 1. (για ξένη χώρα) εξουσιάζει, έχει καταλάβει με στρατιωτική δύναμη: Το νότιο τμήμα ~εται από τους ... ~όμενες: περιοχές. 2. διακατέχει: Τον ~ ανησυχία. 3. (για περιοχή) καταλαμβάνει, εκτείνεται, βρίσκεται σε: Ο Νομός ~ το βορειοδυτικό άκρο της χώρας. Περιφέρειες που ~ουν προνομιακή γεωγραφική θέση. [< 1: γαλλ. occuper] ● Παθ.: κατέχομαι: διακατέχομαι: ~εται (= κυριαρχείται, κυριεύεται) από το πάθος της .../φόβους. ~όταν από την ιδέα ότι .../το όραμα της ... Πβ. φλέγομαι. ● ΦΡ.: κατέχει δεσπόζουσα/εξέχουσα/κεντρική/περίοπτη θέση: κυριαρχεί, υπερέχει: Το μνημείο ~ ~ (μέσα) στην πόλη.|| (μτφ.) Η επιχείρηση ~ ~ στην αγορά., κρατά/κατέχει τα σκήπτρα/τα ηνία βλ. σκήπτρο [< αρχ. κατέχω, γαλλ. posséder]
23941κατέχων, ουσα, ον κα-τέ-χων επίθ. {κατέχ-οντος (θηλ. -ουσας, (λόγ.) -ούσης), -οντα | -οντες (ουδ. -οντα), -όντων (θηλ. -ουσών)} (λόγ.): που κατέχει κάτι: μέτοχος ~ ποσοστό ...%. Ο ~ την προεδρία. Εταιρεία ~ουσα άδεια εμπορίας. Πβ. ιδιοκτήτης, κάτοχος, κτήτορας, κύριος. ● ΦΡ.: μακάριοι οι κατέχοντες (συχνά ειρων.): ευτυχισμένοι όσοι έχουν εξουσία ή οικονομική δύναμη. [< λατ. beati possidentes] , οι έχοντες και κατέχοντες (ειρων.): οι πλούσιοι. [< αρχ. κατέχων]
23942κατεψυγμένος, η, ο κα-τε-ψυγ-μέ-νος επίθ. & (προφ.) καταψυγμένος: που τον έχουν καταψύξει, για να διατηρηθεί αναλλοίωτος: (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) ~ος: αρακάς/κιμάς. ~η: ζύμη. ~α: κρέατα/ψάρια. (ως ουσ.) ~α (ενν. προϊόντα) έτοιμα για ψήσιμο. Βλ. απόψυξη, νωπός, ξεπάγωμα, φρεσκο~, φρέσκος.|| (ΙΑΤΡ.) Γονιμοποίηση ωαρίου με ~ο σπέρμα.|| (μτφ.-προφ.) Έφτασε ~ (: παγωμένος από το πολύ κρύο). [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. καταψύχω, αγγλ. frozen, 1950]
23943κατήγαβλ. κατάγω
23944κατήγαγαβλ. κατάγω
23945κατήγγειλαβλ. καταγγέλλω
23946κατήγγελλαβλ. καταγγέλλω

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.