| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 23913 | κατέρχομαι | κα-τέρ-χο-μαι ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κατ-ήλθε, -έλθει, κατερχ-όμενος} (λόγ.): κατεβαίνω: Είναι η πρώτη φορά που ~εται (ως υποψήφιος) στις εκλογές. Σε απεργία αποφάσισαν να ~έλθουν οι εργαζόμενοι στους δήμους. Πβ. λαμβάνω/παίρνω μέρος, συμμετέχω.|| Το ποσοστό ~ήλθε (= έπεσε, μειώθηκε) στο ...%.|| Ο ομιλητής ~ήλθε από το βήμα/(λόγ.) του βήματος. (ΤΕΧΝΟΛ.) ~όμενη: ζεύξη (= καθοδική). ΑΝΤ. ανέρχομαι (1) [< αρχ. κατέρχομαι] | |
| 23915 | κατέστη | βλ. καθιστώ | |
| 23916 | κατεστημένο | κα-τε-στη-μέ-νο ουσ. (ουδ.) (αρνητ. συνυποδ.): σύνολο προσώπων με μεγάλη δύναμη που ελέγχουν έναν ή περισσότερους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας, εμποδίζοντας συνήθ. κάθε αλλαγή που θα μπορούσε να αποβεί σε βάρος τους· οι κυρίαρχες δομές μιας κοινωνίας, η υπάρχουσα τάξη πραγμάτων: το επιστημονικό/θρησκευτικό/κοινωνικό/κομματικό/οικονομικό/πανεπιστημιακό/πολιτικό/στρατιωτικό ~. Αμφισβήτηση/ανατροπή του ~ου. Ρήξη/σύγκρουση με το ~. (προφ.) Γροθιά στο ~. Πβ. η καθεστηκυία τάξη, καθεστώς, status quo. Βλ. καρτέλ, κλίκα, λόμπι. ● ΦΡ.: σπάω το κατεστημένο: ανατρέπω την παραδοσιακά ισχύουσα κατάσταση σε έναν χώρο. [< αγγλ. establishment, γαλλ. ~, 1965] | |
| 23917 | κατεστημένος | , η, ο κα-τε-στη-μέ-νος επίθ. (με άρθ.): που έχει επικρατήσει, παγιωθεί· καθιερωμένος: οι ~οι θεσμοί. Οι ~ες δομές. Αμφισβήτηση της ~ης (= καθεστηκυίας) τάξης πραγμάτων. Βλ. παραδοσιακός, πατροπαράδοτος. ΑΝΤ. εναλλακτικός (1) ● βλ. καθιστώ [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. καθίστημι ‘τοποθετώ’, αγγλ. established] | |
| 23918 | κατέστησε | βλ. καθιστώ | |
| 23919 | κατεστραμμένος | , η, ο κα-τε-στραμ-μέ-νος επίθ. & (προφ.) καταστραμμένος: που έχει καταστραφεί: ~η: γη (πβ. καμένη). ~α: δόντια (= χαλασμένα)/μαλλιά (πβ. αδύναμα, ταλαιπωρημένα). Σπίτια ολοσχερώς ~α από τον σεισμό (= γκρεμισμένα, κατεδαφισμένα, ρημαγμένα). Πβ. φθαρμένος.|| (ΠΛΗΡΟΦ., ως μήνυμα λάθους) Το ακόλουθο αρχείο λείπει ή είναι ~ο.|| (για πρόσ.) Οικονομικά ~ (= ξοφλημένος, χρεοκοπημένος).|| ~ος: γάμος (= αποτυχημένος). ~η: οικογένεια. Πβ. διαλυμένος. ● βλ. καταστρέφω [< αρχ. κατεστραμμένος, μτχ. παθ. παρακ. του ρ. καταστρέφω] | |
| 23920 | κατέσχεσε | & κατάσχεσε βλ. κατάσχω | |
| 23921 | κατεσχημένος | βλ. κατάσχω | |
| 23922 | κατέτμησε | βλ. κατατέμνω | |
| 23923 | κατευθείαν & κατ' ευθείαν | κα-τευ-θεί-αν επίρρ. 1. (μτφ.) χωρίς καθυστέρηση ή μεσολάβηση, δίχως την παρεμβολή άλλου: Πάω ~ (= αμέσως, γραμμή, γρήγορα) για ύπνο! Θα μπω ~ στο θέμα. Έπεσε ~ στα βαθιά/στα δύσκολα.|| Ενημερωθείτε ~ (= άμεσα) από τους καλύτερους του είδους. Πβ. ευθέως.|| (ως επίθ.) ~ πτήση (= απευθείας, χωρίς ενδιάμεσους σταθμούς). 2. ευθεία, ίσια: Με κοιτούσε ~ στα μάτια. Προχώρησε ~ προς την/στην έξοδο. Πβ. ντουγρού, ολόισια. ● ΦΡ.: κατευθείαν γραμμή βλ. γραμμή [< μτγν. κατ΄ εὐθεῖαν] | |
| 23925 | κατεύθυνση | κα-τεύ-θυν-ση ουσ. (θηλ.) 1. η πορεία που ακολουθεί ένα κινούμενο σώμα· το σημείο προς το οποίο κινείται κάποιος ή κάτι: αντίστροφη/κάθετη/λάθος/οριζόντια/σωστή ~. Αλλαγή ~ης. Έχει/παίρνει ~ προς/για ... Πάει με ~ (προς) ... (πβ. προορισμός). Έρχεται από αντίθετη ~. Έστριψε προς άλλη ~. (Δι)έφυγε προς άγνωστη ~.|| (ΦΥΣ.) Η ~ του αεροπλάνου/βλήματος (= τροχιά). Η ~ του ανέμου/του πλοίου (= ρότα)/του ρεύματος/της ροής. Πβ. διεύθυνση, φορά. Βλ. τηλε~.|| (μτφ., για πρόσ.) Μήνυμα προς κάθε/πάσα ~/προς όλες τις ~ύνσεις (= προς όλους). 2. (μτφ.) στόχος δραστηριότητας ή προσπάθειας: στρατηγική ~ της χώρας. Επενδύσεις με κύρια ~ τη φυτική παραγωγή. Μελέτη πολλαπλών ~ύνσεων. Η έρευνα πήρε διαφορετική ~. Οι τελευταίες ανακαλύψεις έδωσαν/χάραξαν νέα ~ στην επιστήμη. Έχει κάνει βήματα προς την ~ της οικολογικής ευαισθητοποίησης. Πβ. γραμμή.|| Η κουβέντα στράφηκε προς άλλη ~ (= ζήτημα, θέμα). Πβ. σκοπός. 3. (μτφ.) τάση, προσανατολισμός: επαγγελματική/ιδεολογική/πνευματική/πολιτική ~. Αλλαγή ~ης στην Παιδεία. Γενικές/μεθοδολογικές ~ύνσεις (= αρχές, κανόνες, οδηγίες). Νέες/σύγχρονες παιδαγωγικές ~ύνσεις. Μελλοντικές ~ύνσεις και προοπτικές. 4. (ειδικότ., κ. με κεφαλ. Κ) ειδίκευση σε συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο: (στο πανεπιστήμιο) ~ σπουδών. Ηλεκτρολόγος Μηχανικός Ενεργειακής ~ης. ~ Γλωσσολογίας. ● ΣΥΜΠΛ.: θετική/θεωρητική/τεχνολογική κατεύθυνση (κ. με κεφαλ. τα αρχικά Θ, Τ, Κ): που ακολουθούν οι μαθητές της Β' και Γ' τάξης του Γενικού Λυκείου, για να εισαχθούν, ύστερα από Πανελλαδικές Εξετάσεις, σε σχολές των θετικών, θεωρητικών ή εφαρμοσμένων επιστημών, αντίστοιχα: Αρχαία Θεωρητικής ~ης. Μαθηματικά Θετικής/Τεχνολογικής ~ης.|| Υποψήφιοι ανά κατεύθυνση., διπλής κατεύθυνσης/(λόγ.) κατευθύνσεως βλ. διπλός, μαθήματα κατεύθυνσης βλ. μάθημα, μονής κατεύθυνσης βλ. μονός [< γαλλ. direction] | |
| 23926 | κατευθυντήριος | , α/ος, ο κα-τευ-θυ-ντή-ρι-ος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που καθορίζει την κατεύθυνση ενέργειας, διαδικασίας ή πορείας: ~ες: αρχές/οδηγίες. Οι ~οι άξονες μιας πολιτικής. Χάραξη ~ων/(λόγ.) ~ίων γραμμών. Πβ. (καθ)οδηγητικός.|| (σπανιότ. κυριολ.) ~ο: σύστημα (φορτηγού). ~οι: τροχοί (οχήματος). Βλ. -τήριος. [< πβ. μτγν. κατευθυντηρία ‘κανόνας, νήμα της στάθμης’, γαλλ. directif] | |
| 23927 | κατευθυντικός | , ή, ό κα-τευ-θυ-ντι-κός επίθ. 1. ΤΕΧΝΟΛ.-ΤΗΛΕΠ. που εκπέμπει ηλεκτρομαγνητικά κύματα περισσότερο προς μία κατεύθυνση παρά προς άλλες: ~ή: κεραία. Μη ~οί ραδιοφάροι. 2. (μτφ.) που επηρεάζει, ελέγχει ή διαμορφώνει κατά συγκεκριμένο τρόπο την πορεία μιας κατάστασης: ~ός: λόγος (: στοχεύει στην υιοθέτηση νέας συμπεριφοράς από τον δέκτη μέσω επιχειρημάτων, οδηγιών· βλ. αναφορ-, περιγραφ-ικός). Μη ~ή ψυχοθεραπεία (= μη παρεμβατική). Πβ. κατευθυνόμενος. 3. ΤΕΧΝΟΛ. που κατευθύνει· που αναφέρεται σε αντικείμενο το οποίο κατευθύνεται: χειριστήριο με ~ούς μοχλούς.|| ~ός: κυματογράφος. ~ή: σταθερότητα (οχήματος). [< 1,3: αγγλ. directional 2: αγγλ. directive, 1938, γαλλ. directif, 1968] | |
| 23928 | κατευθυντικότητα | κα-τευ-θυ-ντι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ.-ΤΗΛΕΠ. η ιδιότητα ενός πομπού, κυρ. κεραίας, να εκπέμπει ηλεκτρομαγνητικά κύματα περισσότερο προς μία κατεύθυνση παρά προς άλλες. 2. ΤΕΧΝΟΛ. διατήρηση ορισμένης κατεύθυνσης: η ~ του αυτοκινήτου/του ήχου. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. directionality, 1951, γαλλ. directivité, 1953] | |
| 23929 | κατευθύνω | κα-τευ-θύ-νω ρ. (μτβ.) {κατεύθυν-ε (λόγ.) κατηύθυν-ε, κατευθύν-θηκε, -θεί, -όμενος, -οντας} 1. (μτφ.) υποδεικνύω σε κάποιον πώς να ενεργήσει, να συμπεριφερθεί· διαμορφώνω, ελέγχω, επηρεάζω: Ο πρωθυπουργός ~ει τις ενέργειες/το έργο/τις προσπάθειες της κυβέρνησης (πβ. καθοδηγώ). Ο δημοσιογράφος ~ε τη συζήτηση (= διηύθυνε, συντόνισε).|| Τον ~ει το ένστικτο κι όχι η λογική. Τυχαίοι παράγοντες ~αν το μέλλον του.|| (αρνητ. συνυποδ.) Επιχείρησαν να ~ουν τον αγώνα. ~ουν τις τύχες των ανθρώπων. Πβ. καναλιζάρω, καπελώνω, καπηλεύομαι, κηδεμονεύω, ποδηγετώ, χειραγωγώ. 2. καθορίζω την κατεύθυνση: (σε τηλεσκόπιο) Ένας φακός ~ει το φως. Μας ~ε το τζι πι ες. Πβ. οδηγώ.|| (μτφ.) ~ουν τη δράση τους προς ... (= προσανατολίζουν). ● Παθ.: κατευθύνομαι: ακολουθώ ορισμένη πορεία: ~θηκαν αριστερά (= έστριψαν)/από ... για .../νότια (= κινήθηκαν).|| Σφοδρό κύμα κακοκαιρίας ~εται προς τη χώρα. Πβ. οδεύω.|| ~θηκε (= στράφηκε) προς την ιατρική (: για σπουδές).|| Πόροι που ~θηκαν (= διατέθηκαν, ξοδεύτηκαν) σε έργα για την προστασία του περιβάλλοντος. ● βλ. κατευθυνόμενος [< αρχ. κατευθύνω, γαλλ. diriger] | |
| 23930 | κατευνάζω | κα-τευ-νά-ζω ρ. (μτβ.) {κατεύνα-σε, κατευνά-σει, -στηκε, -σμένος, κατευνάζ-οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.): μετριάζω την ένταση, κάνω κάτι ηπιότερο: Η μουσική ~ει (= ηρεμεί, χαλαρώνει) τα νεύρα. Χάπι που ~ει (= ανακουφίζει, καταπραΰνει) τους πόνους (βλ. αναλγητικά). Οι σεισμολόγοι ~σαν τις ανησυχίες/τους φόβους του κόσμου. Προσπάθησε να ~σει (= καλμάρει, κατασιγάσει) τον θυμό του. Πβ. (απ)αμβλύνω, εκτονώνω, μαλακώνω. Βλ. διεγείρω, εντείνω, εξάπτω, ερεθίζω. ΑΝΤ. οξύνω (1) [< μτγν. κατευνάζω, γαλλ. calmer, apaiser] | |
| 23931 | κατευνασμός | κα-τευ-να-σμός ουσ. (αρσ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κατευνάζω: ~ των αντιδράσεων/των παθών (ΑΝΤ. αναρρίπιση). ~ του πόνου (= ανακούφιση, καταπράυνση). Προσπάθεια ~ού των πνευμάτων. Προς ~ό της λαϊκής δυσαρέσκειας (= εκτόνωση), ... Πβ. (απ)άμβλυνση, καθησυχασμός, μετριασμός, καλμάρισμα, καταλάγιασμα. ΑΝΤ. όξυνση (1) [< μτγν. κατευνασμός ‘το να βάζει κανείς κάποιον να κοιμηθεί’, γαλλ. apaisement] | |
| 23932 | κατευναστικός | , ή, ό κα-τευ-να-στι-κός επίθ.: που κατευνάζει: βότανο με ~ή δράση/~ές ιδιότητες. Πβ. ανακουφιστ-, καταπραϋντ-, μαλακτ-, χαλαρωτ-ικός. ΑΝΤ. διεγερτ-, ερεθιστ-ικός.|| ~ός: ρόλος. ~ή: πολιτική (πβ. συμβιβαστικός).|| (για πρόσ.) Εμφανίστηκε ~ στις δηλώσεις του. Πβ. καθησυχαστικός.|| (ως ουσ.) Ήπιο ~ό (ενν. σκεύασμα, φάρμακο). Πβ. ηρεμιστικά. ● επίρρ.: κατευναστικά [< μτγν. κατευναστικός, γαλλ. apaisant] | |
| 23933 | κατευόδιο | κα-τευ-ό-δι-ο ουσ. (ουδ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: καλό κατευόδιο!: καλό ταξίδι! Πβ. ξεπροβόδισμα.|| (κ. ως αποχαιρετιστήρια ευχή σε νεκρό). [< μεσν. κατευόδιον] | |
| 23934 | κατευοδώνω | κα-τευ-ο-δώ-νω ρ. (μτβ.) {κατευόδω-σα, κατευοδών-οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.): συνοδεύω κάποιον που φεύγει· αποχαιρετώ: Τους ~σε μέχρι τον σταθμό του τρένου.|| (για νεκρό:) Συγγενείς και φίλοι τον ~σαν στην τελευταία του κατοικία. ΣΥΝ. ξεπροβοδίζω [< μεσν. κατευοδώ] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ