| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 23947 | κατηγόρημα | κα-τη-γό-ρη-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΓΡΑΜΜ. κύριος όρος της πρότασης ο οποίος συμπληρώνει το υποκείμενο και είναι είτε μονολεκτικός, αποτελούμενος μόνο από το ρήμα (π.χ. το "δύει" στην πρόταση "Ο ήλιος δύει"), είτε περιφραστικός, αποτελούμενος από μεταβατικό ρήμα και αντικείμενο (π.χ. το "πλένει τα πιάτα" στην πρόταση "Η μητέρα πλένει τα πιάτα") ή από συνδετικό ρήμα και κατηγορούμενο (π.χ. το "είναι αίθριος" στην πρόταση "Ο καιρός είναι αίθριος"). 2. ΦΙΛΟΣ. το στοιχείο, η ιδιότητα που καθιστά μια έννοια γνωστή και τη διακρίνει από τις άλλες· γνώρισμα. 3. ΜΑΘ. (στη Λογική) όρος της πρότασης με αληθή ή ψευδή τιμή. [< 1,3: αρχ. κατηγόρημα, γαλλ. prédicat 2: γαλλ. catégorème, αγγλ. categorem] | |
| 23948 | κατηγορηματικός | , ή, ό κα-τη-γο-ρη-μα-τι-κός επίθ.: που διατυπώνεται ευθέως και σαφώς, χωρίς να επιδέχεται αμφισβήτηση: ~ή: αντίδραση/απάντηση/άποψη/άρνηση/δήλωση/διάψευση/θέση. ~ό "όχι" του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Πβ. απερίφραστος, απόλυτος, οριστικός, ρητός.|| Είμαι απολύτως/εμφανίστηκε ~ σε ό,τι αφορά το .../στο/για το ... ΣΥΝ. κατηγορικός (2) ● επίρρ.: κατηγορηματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] 1. με κατηγορηματικό τρόπο: Απέρριψε ~ την πρόταση. 2. (σπάν.) ως κατηγορούμενο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ~. ● ΣΥΜΠΛ.: κατηγορηματικός προσδιορισμός: ΓΡΑΜΜ. επίθετο ή μετοχή σε θέση ομοιόπτωτου ονοματικού προσδιορισμού που προσδίδει σε ένα ουσιαστικό μια παροδική ιδιότητα ή επισημαίνει εμφατικά ένα μέρος του προσδιοριζόμενου όρου (π.χ. η λ. "σκυμμένο" στην πρόταση "περπατά με σκυμμένο το κεφάλι"). Βλ. επιθετικός προσδιορισμός., κατηγορηματική λογική/κατηγορηματικός λογισμός βλ. λογική ● ΦΡ.: ρητά και κατηγορηματικά βλ. ρητός [< γαλλ. catégorique, prédicatif] | |
| 23949 | κατηγορηματικότητα | κα-τη-γο-ρη-μα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): το να είναι κάποιος ή κάτι κατηγορηματικό(ς): η ~ μιας διατύπωσης. Δήλωσε με σαφήνεια και ~ (= κατηγορηματικά) ότι ... Πβ. απολυτ-, βεβαι-ότητα. | |
| 23950 | κατηγορητήριο | κα-τη-γο-ρη-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {κατηγορητηρί-ου}: ΝΟΜ. οι κατηγορίες που αποδίδονται σε κάποιον, η γραπτή διατύπωση και απαγγελία τους από το αρμόδιο δικαστικό όργανο στην έναρξη της δίκης· συνεκδ. το αντίστοιχο έγγραφο: βαρύ ~. Ομαδικά ~α. Απορρίφθηκαν οι ενστάσεις ακυρότητας του ~ου.|| Τρισέλιδο ~. Ανάγνωση ~ου από τον εισαγγελέα της έδρας. Βλ. εγκλητήριο.|| (μτφ.) Δριμύ/σφοδρό ~ εναντίον της μαζικής κουλτούρας (πβ. επίκριση, κατηγορώ (το), φιλιππικός· ΑΝΤ. διθύραμβος). Βλ. -τήριο. [< γαλλ. réquisitoire] | |
| 23951 | κατηγορητικός | , ή, ό κα-τη-γο-ρη-τι-κός επίθ.: που κατηγορεί ή σχετίζεται με την απόδοση κατηγοριών: ~ός: λόγος. ~ό: ύφος. Πβ. επικριτ-, επιτιμητ-ικός.|| (ΝΟΜ.) Εξεταστικό-~ό σύστημα. [< αρχ. κατηγορητικός] | |
| 23952 | κατηγόρια | κα-τη-γό-ρια ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): κατηγορία, μομφή. | |
| 23953 | κατηγορία | κα-τη-γο-ρί-α ουσ. (θηλ.) {κατηγορι-ών} 1. ενοχοποίηση κάποιου για αξιόποινη πράξη· γενικότ. κάθε μορφή επίκρισης: άδικη/ανυπόστατη/αστήρικτη/βαριά/ψευδής ~. Μάρτυρας ~ας. Σωρεία ~ών σε βαθμό κακουργήματος. Η ~ αποσύρθηκε/ευσταθεί. Βαρύνεται με την ~ της ... Απαγγέλθηκε ~ σε βάρος/εναντίον του. Παραπέμφθηκε σε δίκη/συνελήφθη με την ~ της ανθρωποκτονίας. Απαλλάχθηκε από την ~. Αντέκρουσε/απέκρουσε/απέρριψε/αρνήθηκε τις ~ες (που του προσάπτουν).|| Διατύπωσε δημόσια μια σειρά από ~ες. Εκτόξευσε ~ες κατά των αρμοδίων. Πβ. αιτίαση, κατάκριση, μομφή, ψόγος. Βλ. αλληλοκατηγορίες, αυτο~. 2. σύνολο ταξινομημένων ομοειδών πραγμάτων ή προσώπων: εισοδηματική/κοινωνική ~ (πβ. στρώμα, τάξη). Aγωνιστικές/γνωστικές/γραμματικές (βλ. αριθμός, γένος, έγκλιση, πτώση, φωνή, χρόνος)/ηλικιακές/θεματικές ~ες. Ειδική ~ του πληθυσμού. Υποψήφιοι της ίδιας ~ας. Αγγελίες/αναζήτηση ανά/κατά ~. ~ες αυτοκινήτων (βλ. κυβισμός)/επαγγελμάτων/μαθημάτων/οχημάτων/προϊόντων/τροφίμων. Διάκριση ~ών. Χωρισμός σε ~ες (βλ. κατηγοριοποίηση). Ανήκει/εντάσσεται/κατατάσσεται/συμπεριλαμβάνεται σε μία ~. Πβ. είδος, οικογένεια, ομάδα. Βλ. υπο~.|| (ειδικότ. για αξιολόγηση:) Ανώτατη/κατώτατη ~. Ξενοδοχείο/(ειρων.) πολίτες πρώτης (Α')/δεύτερης (Β')/τρίτης (Γ') ~ας. Πβ. επίπεδο.|| (ΑΘΛ.) (στην πάλη:) ~ες βάρους. (στην άρση βαρών:) Αγωνίζεται στην ~ των ... κιλών. 3. ΦΙΛΟΣ. {κυρ. στον πληθ.} γενικές έννοιες που δεν επιδέχονται περαιτέρω ανάλυση σε απλούστερες: αριστοτελικές ~ες. ● ΣΥΜΠΛ.: Α'/Β'/Γ'/Δ' Εθνική (Κατηγορία) βλ. εθνικός, απαγγελία κατηγοριών/κατηγορίας βλ. απαγγελία, κατηγορία φτερού βλ. φτερό [< αρχ. κατηγορία, γαλλ. catégorie, αγγλ. category, γερμ. Kategorie] | |
| 23954 | κατηγοριακός | , ή, ό κα-τη-γο-ρι-α-κός επίθ.: ΦΙΛΟΣ. που σχετίζεται με την κατηγορία: ~ή: σκέψη. ~ό: σύστημα. Πβ. κατηγορ-, ταξινομ-ικός. Βλ. εννοιολογικός. [< αγγλ. categorial, 1912, γαλλ. catégoriel, 1929, γερμ. kategorial] | |
| 23955 | κατηγορικός | , ή, ό κα-τη-γο-ρι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την κατηγορία: ~ή: ταξινόμηση. Πβ. κατηγοριακός, ταξινομικός.|| (ΣΤΑΤΙΣΤ.) ~ές: μεταβλητές. Ανάλυση ~ών δεδομένων. 2. κατηγορηματικός. ● επίρρ.: κατηγορικά ● ΣΥΜΠΛ.: κατηγορική προσταγή/προστακτική: ΦΙΛΟΣ. (στην καντιανή φιλοσοφία) ηθική επιταγή άνευ όρων με την οποία οφείλει κάποιος να συμμορφώνεται, ανεξάρτητα από τις επιθυμίες του. Βλ. ωφελιμισμός. [< γερμ. kategorischer Imperativ] , κατηγορική πρόταση/κρίση: ΦΙΛΟΣ. στην οποία το υποκείμενο συνδέεται με το κατηγορούμενο με το συνδετικό ρήμα 'είμαι': π.χ. Τα μέταλλα είναι ανόργανα στοιχεία., κατηγορικός συλλογισμός: ΦΙΛΟΣ. του οποίου οι προκείμενες είναι κατηγορικές προτάσεις, κρίσεις: π.χ. Τα μέταλλα είναι ανόργανα στοιχεία. Ο χρυσός είναι μέταλλο. Άρα, ο χρυσός είναι ανόργανο στοιχείο., κατηγορηματική λογική/κατηγορηματικός λογισμός βλ. λογική [< μτγν. κατηγορικός] | |
| 23956 | κατηγοριοποίηση | κα-τη-γο-ρι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ταξινόμηση σε κατηγορίες: ακριβέστερη/αναλυτικότερη/λεπτομερέστερη/συστηματική ~. Αυτόματη ~. ~ των αποτελεσμάτων/των ξενοδοχείων/των φορολογουμένων. Κριτήρια ~ης. Πβ. ομαδοποίηση. Βλ. -ποίηση, υπο~. [< γαλλ. catégorisation, αγγλ. categorization] | |
| 23957 | κατηγοριοποιώ | [κατηγοριοποιῶ] κα-τη-γο-ρι-ο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {κατηγοριοποι-είς ..., -ώντας | κατηγοριοποί-ησε, -ήσει, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος}: κάνω κατηγοριοποίηση: Το υλικό ~ήθηκε αλφαβητικά/σε τρεις ομάδες/ως εξής ... ~ημένος κατάλογος ελληνικών σάιτ. Πβ. ομαδοποιώ, ταξινομώ. Βλ. εν-, κατα-τάσσω.|| Δεν μου αρέσει να ~ τους ανθρώπους (: να τους βάζω σε κουτάκια, να τους κολλάω ταμπέλα). Βλ. -ποιώ. [< γαλλ. catégoriser, αγγλ. categorize] | |
| 23958 | κατήγορος | κα-τή-γο-ρος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (λόγ.) -όρου}: ΝΟΜ. πρόσωπο που απαγγέλλει κατηγορία σε βάρος κάποιου ενώπιον της Δικαιοσύνης: βασικός ~. Πβ. εγκαλών, ενάγων, μηνυτής. ΑΝΤ. κατηγορούμενος.|| (κατ' επέκτ.) Δριμύς ~ της καθαρεύουσας. Πβ. επι-, κατα-κριτής. Βλ. πολέμιος, φιλο~. ● ΣΥΜΠΛ.: δημόσιος κατήγορος: η κατηγορούσα αρχή στα πταισματοδικεία: γενικός/ειδικός ~ ~. Πβ. εισαγγελέας, πταισματοδίκης. [< αρχ., μτγν. κατήγορος] | |
| 23959 | κατηγορούμενο | κα-τη-γο-ρού-με-νο ουσ. (ουδ.): ΓΡΑΜΜ. όρος της πρότασης που συνήθ. συντάσσεται με συνδετικό ρήμα (π.χ. είμαι, γίνομαι) και αποδίδει μια ιδιότητα στο υποκείμενο ή το αντικείμενο, π.χ. η λ. "ψηλός" στην πρόταση "Ο αδελφός μου είναι ψηλός": Επιρρηματικό ~ (: που δηλώνει χρόνο, τρόπο, αιτία, σειρά), π.χ. περπατούσε σκυφτή (= σκυφτά). Προληπτικό ~ (: όταν το ρήμα δηλώνει σκοπό ή αποτέλεσμα), π.χ. σπουδάζει φυσικός (= για να γίνει φυσικός). [< αρχ. κατηγορούμενον, γαλλ. attribut] | |
| 23960 | κατηγορούμενος, κατηγορούμενη | κα-τη-γο-ρού-με-νος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -μένου | (λόγ.) θηλ. κατηγορουμένη} ΑΝΤ. κατήγορος 1. ΝΟΜ. πρόσωπο εναντίον του οποίου έχει ασκηθεί ποινική δίωξη από τον εισαγγελέα: ο συνήγορος του ~μένου. Αθώωση του ~μένου. Ο ~ απολογήθηκε/καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης ... ετών/κρίθηκε ένοχος. Βλ. συγ~. 2. ΝΟΜ. αυτός στον οποίο αποδίδεται αξιόποινη πράξη κατά τη διάρκεια της ανάκρισης ή που καταγγέλλεται ως ένοχος για αυτήν, ύποπτος: ~ για απάτη/βιασμό/ληστεία/φόνο. Η εξέταση/τα δικαιώματα του ~μένου. Ο ~ κλήθηκε σε απολογία/προφυλακίστηκε. (ως επίθ.) ~η: εταιρεία. Πβ. εγκαλού-, εναγό-, καταγγελλό-μενος. 3. (κατ' επέκτ.) όποιος ή ό,τι κατηγορείται δημόσια για κάτι: ~οι για ψεύδη. Οι πυλώνες υψηλής τάσης είναι ~οι για πρόκληση λευχαιμίας. ● ΦΡ.: στο εδώλιο (του κατηγορουμένου) βλ. εδώλιο [< αρχ. κατηγορούμενοι, γαλλ. accusé] | |
| 23961 | κατηγορώ | [κατηγορῶ] κα-τη-γο-ρώ ρ. (μτβ.) {κατηγόρ-ησα, -ούμαι, -ήθηκα, -ώντας, (λόγ.) -ών (συνήθ. στο θηλ. -ούσα), -ούμενος, (σπάν.) -ημένος}: θεωρώ κάποιον υπεύθυνο για κάτι αρνητικό ή δυσάρεστο και τον επικρίνω για αυτό: Δεν σε ~ για τίποτα. Με ~εί ότι του είπα ψέματα. ~ησε (ευθέως) την κυβέρνηση για ακραίο λαϊκισμό. Άδικα/τσάμπα τους ~ήσαμε. Βιάστηκες/έσπευσες να με ~ήσεις. Μην ~είς τον εαυτό σου! Δεν συνεχίζω, γιατί κινδυνεύω να ~ηθώ (από πολλούς) για αλαζονεία. Το μόνο για το οποίο δεν μπορούμε να ~ηθούμε είναι η έλλειψη συνέπειας. Απάντησε με επιστολή, ~ώντας τους πάντες και τα πάντα.|| (κατ' επέκτ.) Αρώματα που έχουν ~ηθεί για την πρόκληση αλλεργικών αντιδράσεων. Πβ. αιτιώμαι, κακολογώ, κατακρίνω, προσάπτω. ΣΥΝ. μέμφομαι, ψέγω ΑΝΤ. επαινώ, υπερασπίζομαι (1) ● Παθ.: κατηγορούμαι: ΝΟΜ. μου έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, μου αποδίδεται αξιόποινη πράξη: ~είται για ασέλγεια/τη δολοφονία του .../πλαστογραφία/υποκλοπή. ~ούνται ότι υπεξαίρεσαν χρήματα. ~ήθηκε ως κατάσκοπος. Πβ. εγκαλώ, ενάγω, διώκω, καταγγέλλω, μηνύω. ● Ουσ.: κατηγορώ (το): σύνολο κατηγοριών που εκτοξεύονται σε βάρος κάποιου, συνήθ. δημόσια και με έντονο τρόπο: Εξαπέλυσε βαρύ/δριμύ/σκληρό ~ εναντίον/κατά του ... Πβ. αποδοκιμασία, καταγγελία, κατηγορητήριο, πολεμική. ● ΣΥΜΠΛ.: η κατηγορούσα αρχή: ΝΟΜ. ο (αντι)εισαγγελέας ή ο δημόσιος κατήγορος: ο εκπρόσωπος της ~ας ~ής. Η ~ ~ ζήτησε ποινή κάθειρξης ... ετών. Ο δικαστής δέχθηκε το αίτημα της ~ας ~ής. Βλ. υπεράσπιση. [< αρχ. κατηγορῶ] | |
| 23962 | κατήλθε | βλ. κατέρχομαι | |
| 23963 | κατηρτισμένος | βλ. καταρτισμένος | |
| 23964 | κατής | βλ. καδής | |
| 23965 | κατηύθυνα | βλ. κατευθύνω | |
| 23966 | κατήφεια | κα-τή-φει-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): ακεφιά, σκυθρωπότητα: κλίμα ~ας. Πβ. δυσθυμία, μελαγχολία. ΑΝΤ. ευθυμία [< αρχ. κατήφεια] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ