Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [24700-24720]

IDΛήμμαΕρμηνεία
23935κατευχαριστώ[κατευχαριστῶ] κα-τευ-χα-ρι-στώ ρ. (μτβ.) {κατευχαρίστη-σα} (επιτατ.): ευχαριστώ θερμά. Πβ. υπερευχαριστώ. ● Παθ.: κατευχαριστιέμαι & (προφ.) καταφχαριστιέμαι: ευχαριστιέμαι πάρα πολύ.
23936κατέφυγαβλ. καταφεύγω
23937κατεχίνεςκα-τε-χί-νες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. κατεχίνη}: ΒΙΟΧ. ομάδα ισχυρών φυσικών αντιοξειδωτικών (σύμβ. C15H14O6) που βρίσκονται άφθονα στο πράσινο τσάι. Πβ. πολυφαινόλες. Βλ. καφεΐνη, τανίνη, φλαβονοειδή. [< γαλλ. catéchine]
23938κατεχολαμίνεςκα-τε-χο-λα-μί-νες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. κατεχολαμίνη}: ΒΙΟΧ. ομάδα συμπαθητικομιμητικών αμινών που λειτουργούν ως ορμόνες ή/και ως νευροδιαβιβαστές: Το στρες προκαλεί έκκριση ~ών. Βλ. (νορ)αδρεναλίνη, ντοπαμίνη. [< αγγλ. catecholamine, 1954, γαλλ. catécholamine, 1958]
23939ΚατεχόμεναΚα-τε-χό-με-να ουσ. (ουδ.) (τα) {Κατεχομένων} τα εδάφη της 1. Κύπρου που έχουν καταληφθεί από τους Τούρκους, μετά την εισβολή του 1974. 2. Παλαιστίνης που βρίσκονται υπό την κατοχή των Ισραηλινών.
23940κατέχωκα-τέ-χω ρ. (μτβ.) {κατείχα (λαϊκό) κάτεχα, κατέχ-εται, -όταν, κατέχ-οντας, (λόγ.) -ων, -όμενος} 1. έχω στην ιδιοκτησία, στην κυριότητά μου: ~ει ακίνητα/εκτάσεις/μετοχές/το ...% της εταιρείας. ~ουν μέσα παραγωγής/πλούτο.|| Δεν κατείχαν ταξιδιωτικά έγγραφα. Κατείχαν παράνομα κροτίδες. 2. διαθέτω, έχω: ~ει εξουσία/το πανευρωπαϊκό ρεκόρ στην .../τα πρωτεία/την πρωτιά. ~ει επάξια το αξίωμα του προέδρου/τη φήμη του ... ~ουν άδεια άσκησης επαγγέλματος/δικαίωμα ψήφου/εμπιστευτικές πληροφορίες/τίτλους σπουδών. Κατείχε διευθυντική/ηγετική θέση. 3. γνωρίζω τέλεια ή/και σε βάθος, είμαι ειδήμων: ~ει την αλήθεια/ένα μυστικό.|| ~ μια τέχνη/τεχνική. ~ει γνώσεις και ικανότητες/ξένες γλώσσες/προσόντα.|| ~ουν απόλυτα το αντικείμενο. Δεν το ~ (ενν. το θέμα). (προφ.) Το ~ει το άθλημα (: είναι εξπέρ). Πβ. ξέρω. ΑΝΤ. αγνοώ (1) ● κατέχει 1. (για ξένη χώρα) εξουσιάζει, έχει καταλάβει με στρατιωτική δύναμη: Το νότιο τμήμα ~εται από τους ... ~όμενες: περιοχές. 2. διακατέχει: Τον ~ ανησυχία. 3. (για περιοχή) καταλαμβάνει, εκτείνεται, βρίσκεται σε: Ο Νομός ~ το βορειοδυτικό άκρο της χώρας. Περιφέρειες που ~ουν προνομιακή γεωγραφική θέση. [< 1: γαλλ. occuper] ● Παθ.: κατέχομαι: διακατέχομαι: ~εται (= κυριαρχείται, κυριεύεται) από το πάθος της .../φόβους. ~όταν από την ιδέα ότι .../το όραμα της ... Πβ. φλέγομαι. ● ΦΡ.: κατέχει δεσπόζουσα/εξέχουσα/κεντρική/περίοπτη θέση: κυριαρχεί, υπερέχει: Το μνημείο ~ ~ (μέσα) στην πόλη.|| (μτφ.) Η επιχείρηση ~ ~ στην αγορά., κρατά/κατέχει τα σκήπτρα/τα ηνία βλ. σκήπτρο [< αρχ. κατέχω, γαλλ. posséder]
23941κατέχων, ουσα, ον κα-τέ-χων επίθ. {κατέχ-οντος (θηλ. -ουσας, (λόγ.) -ούσης), -οντα | -οντες (ουδ. -οντα), -όντων (θηλ. -ουσών)} (λόγ.): που κατέχει κάτι: μέτοχος ~ ποσοστό ...%. Ο ~ την προεδρία. Εταιρεία ~ουσα άδεια εμπορίας. Πβ. ιδιοκτήτης, κάτοχος, κτήτορας, κύριος. ● ΦΡ.: μακάριοι οι κατέχοντες (συχνά ειρων.): ευτυχισμένοι όσοι έχουν εξουσία ή οικονομική δύναμη. [< λατ. beati possidentes] , οι έχοντες και κατέχοντες (ειρων.): οι πλούσιοι. [< αρχ. κατέχων]
23942κατεψυγμένος, η, ο κα-τε-ψυγ-μέ-νος επίθ. & (προφ.) καταψυγμένος: που τον έχουν καταψύξει, για να διατηρηθεί αναλλοίωτος: (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) ~ος: αρακάς/κιμάς. ~η: ζύμη. ~α: κρέατα/ψάρια. (ως ουσ.) ~α (ενν. προϊόντα) έτοιμα για ψήσιμο. Βλ. απόψυξη, νωπός, ξεπάγωμα, φρεσκο~, φρέσκος.|| (ΙΑΤΡ.) Γονιμοποίηση ωαρίου με ~ο σπέρμα.|| (μτφ.-προφ.) Έφτασε ~ (: παγωμένος από το πολύ κρύο). [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. καταψύχω, αγγλ. frozen, 1950]
23943κατήγαβλ. κατάγω
23944κατήγαγαβλ. κατάγω
23945κατήγγειλαβλ. καταγγέλλω
23946κατήγγελλαβλ. καταγγέλλω
23947κατηγόρημακα-τη-γό-ρη-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΓΡΑΜΜ. κύριος όρος της πρότασης ο οποίος συμπληρώνει το υποκείμενο και είναι είτε μονολεκτικός, αποτελούμενος μόνο από το ρήμα (π.χ. το "δύει" στην πρόταση "Ο ήλιος δύει"), είτε περιφραστικός, αποτελούμενος από μεταβατικό ρήμα και αντικείμενο (π.χ. το "πλένει τα πιάτα" στην πρόταση "Η μητέρα πλένει τα πιάτα") ή από συνδετικό ρήμα και κατηγορούμενο (π.χ. το "είναι αίθριος" στην πρόταση "Ο καιρός είναι αίθριος"). 2. ΦΙΛΟΣ. το στοιχείο, η ιδιότητα που καθιστά μια έννοια γνωστή και τη διακρίνει από τις άλλες· γνώρισμα. 3. ΜΑΘ. (στη Λογική) όρος της πρότασης με αληθή ή ψευδή τιμή. [< 1,3: αρχ. κατηγόρημα, γαλλ. prédicat 2: γαλλ. catégorème, αγγλ. categorem]
23948κατηγορηματικός, ή, ό κα-τη-γο-ρη-μα-τι-κός επίθ.: που διατυπώνεται ευθέως και σαφώς, χωρίς να επιδέχεται αμφισβήτηση: ~ή: αντίδραση/απάντηση/άποψη/άρνηση/δήλωση/διάψευση/θέση. ~ό "όχι" του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Πβ. απερίφραστος, απόλυτος, οριστικός, ρητός.|| Είμαι απολύτως/εμφανίστηκε ~ σε ό,τι αφορά το .../στο/για το ... ΣΥΝ. κατηγορικός (2) ● επίρρ.: κατηγορηματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] 1. με κατηγορηματικό τρόπο: Απέρριψε ~ την πρόταση. 2. (σπάν.) ως κατηγορούμενο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ~. ● ΣΥΜΠΛ.: κατηγορηματικός προσδιορισμός: ΓΡΑΜΜ. επίθετο ή μετοχή σε θέση ομοιόπτωτου ονοματικού προσδιορισμού που προσδίδει σε ένα ουσιαστικό μια παροδική ιδιότητα ή επισημαίνει εμφατικά ένα μέρος του προσδιοριζόμενου όρου (π.χ. η λ. "σκυμμένο" στην πρόταση "περπατά με σκυμμένο το κεφάλι"). Βλ. επιθετικός προσδιορισμός., κατηγορηματική λογική/κατηγορηματικός λογισμός βλ. λογική ● ΦΡ.: ρητά και κατηγορηματικά βλ. ρητός [< γαλλ. catégorique, prédicatif]
23949κατηγορηματικότητακα-τη-γο-ρη-μα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): το να είναι κάποιος ή κάτι κατηγορηματικό(ς): η ~ μιας διατύπωσης. Δήλωσε με σαφήνεια και ~ (= κατηγορηματικά) ότι ... Πβ. απολυτ-, βεβαι-ότητα.
23950κατηγορητήριοκα-τη-γο-ρη-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {κατηγορητηρί-ου}: ΝΟΜ. οι κατηγορίες που αποδίδονται σε κάποιον, η γραπτή διατύπωση και απαγγελία τους από το αρμόδιο δικαστικό όργανο στην έναρξη της δίκης· συνεκδ. το αντίστοιχο έγγραφο: βαρύ ~. Ομαδικά ~α. Απορρίφθηκαν οι ενστάσεις ακυρότητας του ~ου.|| Τρισέλιδο ~. Ανάγνωση ~ου από τον εισαγγελέα της έδρας. Βλ. εγκλητήριο.|| (μτφ.) Δριμύ/σφοδρό ~ εναντίον της μαζικής κουλτούρας (πβ. επίκριση, κατηγορώ (το), φιλιππικός· ΑΝΤ. διθύραμβος). Βλ. -τήριο. [< γαλλ. réquisitoire]
23951κατηγορητικός, ή, ό κα-τη-γο-ρη-τι-κός επίθ.: που κατηγορεί ή σχετίζεται με την απόδοση κατηγοριών: ~ός: λόγος. ~ό: ύφος. Πβ. επικριτ-, επιτιμητ-ικός.|| (ΝΟΜ.) Εξεταστικό-~ό σύστημα. [< αρχ. κατηγορητικός]
23952κατηγόριακα-τη-γό-ρια ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): κατηγορία, μομφή.
23953κατηγορίακα-τη-γο-ρί-α ουσ. (θηλ.) {κατηγορι-ών} 1. ενοχοποίηση κάποιου για αξιόποινη πράξη· γενικότ. κάθε μορφή επίκρισης: άδικη/ανυπόστατη/αστήρικτη/βαριά/ψευδής ~. Μάρτυρας ~ας. Σωρεία ~ών σε βαθμό κακουργήματος. Η ~ αποσύρθηκε/ευσταθεί. Βαρύνεται με την ~ της ... Απαγγέλθηκε ~ σε βάρος/εναντίον του. Παραπέμφθηκε σε δίκη/συνελήφθη με την ~ της ανθρωποκτονίας. Απαλλάχθηκε από την ~. Αντέκρουσε/απέκρουσε/απέρριψε/αρνήθηκε τις ~ες (που του προσάπτουν).|| Διατύπωσε δημόσια μια σειρά από ~ες. Εκτόξευσε ~ες κατά των αρμοδίων. Πβ. αιτίαση, κατάκριση, μομφή, ψόγος. Βλ. αλληλοκατηγορίες, αυτο~. 2. σύνολο ταξινομημένων ομοειδών πραγμάτων ή προσώπων: εισοδηματική/κοινωνική ~ (πβ. στρώμα, τάξη). Aγωνιστικές/γνωστικές/γραμματικές (βλ. αριθμός, γένος, έγκλιση, πτώση, φωνή, χρόνος)/ηλικιακές/θεματικές ~ες. Ειδική ~ του πληθυσμού. Υποψήφιοι της ίδιας ~ας. Αγγελίες/αναζήτηση ανά/κατά ~. ~ες αυτοκινήτων (βλ. κυβισμός)/επαγγελμάτων/μαθημάτων/οχημάτων/προϊόντων/τροφίμων. Διάκριση ~ών. Χωρισμός σε ~ες (βλ. κατηγοριοποίηση). Ανήκει/εντάσσεται/κατατάσσεται/συμπεριλαμβάνεται σε μία ~. Πβ. είδος, οικογένεια, ομάδα. Βλ. υπο~.|| (ειδικότ. για αξιολόγηση:) Ανώτατη/κατώτατη ~. Ξενοδοχείο/(ειρων.) πολίτες πρώτης (Α')/δεύτερης (Β')/τρίτης (Γ') ~ας. Πβ. επίπεδο.|| (ΑΘΛ.) (στην πάλη:) ~ες βάρους. (στην άρση βαρών:) Αγωνίζεται στην ~ των ... κιλών. 3. ΦΙΛΟΣ. {κυρ. στον πληθ.} γενικές έννοιες που δεν επιδέχονται περαιτέρω ανάλυση σε απλούστερες: αριστοτελικές ~ες. ● ΣΥΜΠΛ.: Α'/Β'/Γ'/Δ' Εθνική (Κατηγορία) βλ. εθνικός, απαγγελία κατηγοριών/κατηγορίας βλ. απαγγελία, κατηγορία φτερού βλ. φτερό [< αρχ. κατηγορία, γαλλ. catégorie, αγγλ. category, γερμ. Kategorie]
23954κατηγοριακός, ή, ό κα-τη-γο-ρι-α-κός επίθ.: ΦΙΛΟΣ. που σχετίζεται με την κατηγορία: ~ή: σκέψη. ~ό: σύστημα. Πβ. κατηγορ-, ταξινομ-ικός. Βλ. εννοιολογικός. [< αγγλ. categorial, 1912, γαλλ. catégoriel, 1929, γερμ. kategorial]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.