| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 23955 | κατηγορικός | , ή, ό κα-τη-γο-ρι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την κατηγορία: ~ή: ταξινόμηση. Πβ. κατηγοριακός, ταξινομικός.|| (ΣΤΑΤΙΣΤ.) ~ές: μεταβλητές. Ανάλυση ~ών δεδομένων. 2. κατηγορηματικός. ● επίρρ.: κατηγορικά ● ΣΥΜΠΛ.: κατηγορική προσταγή/προστακτική: ΦΙΛΟΣ. (στην καντιανή φιλοσοφία) ηθική επιταγή άνευ όρων με την οποία οφείλει κάποιος να συμμορφώνεται, ανεξάρτητα από τις επιθυμίες του. Βλ. ωφελιμισμός. [< γερμ. kategorischer Imperativ] , κατηγορική πρόταση/κρίση: ΦΙΛΟΣ. στην οποία το υποκείμενο συνδέεται με το κατηγορούμενο με το συνδετικό ρήμα 'είμαι': π.χ. Τα μέταλλα είναι ανόργανα στοιχεία., κατηγορικός συλλογισμός: ΦΙΛΟΣ. του οποίου οι προκείμενες είναι κατηγορικές προτάσεις, κρίσεις: π.χ. Τα μέταλλα είναι ανόργανα στοιχεία. Ο χρυσός είναι μέταλλο. Άρα, ο χρυσός είναι ανόργανο στοιχείο., κατηγορηματική λογική/κατηγορηματικός λογισμός βλ. λογική [< μτγν. κατηγορικός] | |
| 23956 | κατηγοριοποίηση | κα-τη-γο-ρι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ταξινόμηση σε κατηγορίες: ακριβέστερη/αναλυτικότερη/λεπτομερέστερη/συστηματική ~. Αυτόματη ~. ~ των αποτελεσμάτων/των ξενοδοχείων/των φορολογουμένων. Κριτήρια ~ης. Πβ. ομαδοποίηση. Βλ. -ποίηση, υπο~. [< γαλλ. catégorisation, αγγλ. categorization] | |
| 23957 | κατηγοριοποιώ | [κατηγοριοποιῶ] κα-τη-γο-ρι-ο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {κατηγοριοποι-είς ..., -ώντας | κατηγοριοποί-ησε, -ήσει, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος}: κάνω κατηγοριοποίηση: Το υλικό ~ήθηκε αλφαβητικά/σε τρεις ομάδες/ως εξής ... ~ημένος κατάλογος ελληνικών σάιτ. Πβ. ομαδοποιώ, ταξινομώ. Βλ. εν-, κατα-τάσσω.|| Δεν μου αρέσει να ~ τους ανθρώπους (: να τους βάζω σε κουτάκια, να τους κολλάω ταμπέλα). Βλ. -ποιώ. [< γαλλ. catégoriser, αγγλ. categorize] | |
| 23958 | κατήγορος | κα-τή-γο-ρος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (λόγ.) -όρου}: ΝΟΜ. πρόσωπο που απαγγέλλει κατηγορία σε βάρος κάποιου ενώπιον της Δικαιοσύνης: βασικός ~. Πβ. εγκαλών, ενάγων, μηνυτής. ΑΝΤ. κατηγορούμενος.|| (κατ' επέκτ.) Δριμύς ~ της καθαρεύουσας. Πβ. επι-, κατα-κριτής. Βλ. πολέμιος, φιλο~. ● ΣΥΜΠΛ.: δημόσιος κατήγορος: η κατηγορούσα αρχή στα πταισματοδικεία: γενικός/ειδικός ~ ~. Πβ. εισαγγελέας, πταισματοδίκης. [< αρχ., μτγν. κατήγορος] | |
| 23959 | κατηγορούμενο | κα-τη-γο-ρού-με-νο ουσ. (ουδ.): ΓΡΑΜΜ. όρος της πρότασης που συνήθ. συντάσσεται με συνδετικό ρήμα (π.χ. είμαι, γίνομαι) και αποδίδει μια ιδιότητα στο υποκείμενο ή το αντικείμενο, π.χ. η λ. "ψηλός" στην πρόταση "Ο αδελφός μου είναι ψηλός": Επιρρηματικό ~ (: που δηλώνει χρόνο, τρόπο, αιτία, σειρά), π.χ. περπατούσε σκυφτή (= σκυφτά). Προληπτικό ~ (: όταν το ρήμα δηλώνει σκοπό ή αποτέλεσμα), π.χ. σπουδάζει φυσικός (= για να γίνει φυσικός). [< αρχ. κατηγορούμενον, γαλλ. attribut] | |
| 23960 | κατηγορούμενος, κατηγορούμενη | κα-τη-γο-ρού-με-νος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -μένου | (λόγ.) θηλ. κατηγορουμένη} ΑΝΤ. κατήγορος 1. ΝΟΜ. πρόσωπο εναντίον του οποίου έχει ασκηθεί ποινική δίωξη από τον εισαγγελέα: ο συνήγορος του ~μένου. Αθώωση του ~μένου. Ο ~ απολογήθηκε/καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης ... ετών/κρίθηκε ένοχος. Βλ. συγ~. 2. ΝΟΜ. αυτός στον οποίο αποδίδεται αξιόποινη πράξη κατά τη διάρκεια της ανάκρισης ή που καταγγέλλεται ως ένοχος για αυτήν, ύποπτος: ~ για απάτη/βιασμό/ληστεία/φόνο. Η εξέταση/τα δικαιώματα του ~μένου. Ο ~ κλήθηκε σε απολογία/προφυλακίστηκε. (ως επίθ.) ~η: εταιρεία. Πβ. εγκαλού-, εναγό-, καταγγελλό-μενος. 3. (κατ' επέκτ.) όποιος ή ό,τι κατηγορείται δημόσια για κάτι: ~οι για ψεύδη. Οι πυλώνες υψηλής τάσης είναι ~οι για πρόκληση λευχαιμίας. ● ΦΡ.: στο εδώλιο (του κατηγορουμένου) βλ. εδώλιο [< αρχ. κατηγορούμενοι, γαλλ. accusé] | |
| 23961 | κατηγορώ | [κατηγορῶ] κα-τη-γο-ρώ ρ. (μτβ.) {κατηγόρ-ησα, -ούμαι, -ήθηκα, -ώντας, (λόγ.) -ών (συνήθ. στο θηλ. -ούσα), -ούμενος, (σπάν.) -ημένος}: θεωρώ κάποιον υπεύθυνο για κάτι αρνητικό ή δυσάρεστο και τον επικρίνω για αυτό: Δεν σε ~ για τίποτα. Με ~εί ότι του είπα ψέματα. ~ησε (ευθέως) την κυβέρνηση για ακραίο λαϊκισμό. Άδικα/τσάμπα τους ~ήσαμε. Βιάστηκες/έσπευσες να με ~ήσεις. Μην ~είς τον εαυτό σου! Δεν συνεχίζω, γιατί κινδυνεύω να ~ηθώ (από πολλούς) για αλαζονεία. Το μόνο για το οποίο δεν μπορούμε να ~ηθούμε είναι η έλλειψη συνέπειας. Απάντησε με επιστολή, ~ώντας τους πάντες και τα πάντα.|| (κατ' επέκτ.) Αρώματα που έχουν ~ηθεί για την πρόκληση αλλεργικών αντιδράσεων. Πβ. αιτιώμαι, κακολογώ, κατακρίνω, προσάπτω. ΣΥΝ. μέμφομαι, ψέγω ΑΝΤ. επαινώ, υπερασπίζομαι (1) ● Παθ.: κατηγορούμαι: ΝΟΜ. μου έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, μου αποδίδεται αξιόποινη πράξη: ~είται για ασέλγεια/τη δολοφονία του .../πλαστογραφία/υποκλοπή. ~ούνται ότι υπεξαίρεσαν χρήματα. ~ήθηκε ως κατάσκοπος. Πβ. εγκαλώ, ενάγω, διώκω, καταγγέλλω, μηνύω. ● Ουσ.: κατηγορώ (το): σύνολο κατηγοριών που εκτοξεύονται σε βάρος κάποιου, συνήθ. δημόσια και με έντονο τρόπο: Εξαπέλυσε βαρύ/δριμύ/σκληρό ~ εναντίον/κατά του ... Πβ. αποδοκιμασία, καταγγελία, κατηγορητήριο, πολεμική. ● ΣΥΜΠΛ.: η κατηγορούσα αρχή: ΝΟΜ. ο (αντι)εισαγγελέας ή ο δημόσιος κατήγορος: ο εκπρόσωπος της ~ας ~ής. Η ~ ~ ζήτησε ποινή κάθειρξης ... ετών. Ο δικαστής δέχθηκε το αίτημα της ~ας ~ής. Βλ. υπεράσπιση. [< αρχ. κατηγορῶ] | |
| 23962 | κατήλθε | βλ. κατέρχομαι | |
| 23963 | κατηρτισμένος | βλ. καταρτισμένος | |
| 23964 | κατής | βλ. καδής | |
| 23965 | κατηύθυνα | βλ. κατευθύνω | |
| 23966 | κατήφεια | κα-τή-φει-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): ακεφιά, σκυθρωπότητα: κλίμα ~ας. Πβ. δυσθυμία, μελαγχολία. ΑΝΤ. ευθυμία [< αρχ. κατήφεια] | |
| 23967 | κατηφής | , ής, ές κα-τη-φής επίθ. {σπάν. κατηφ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (απαιτ. λεξιλόγ.): άκεφος, σκυθρωπός. Πβ. δύσθυμος, μελαγχολικός. ΣΥΝ. κατσούφης ΑΝΤ. εύθυμος [< αρχ. κατηφής] | |
| 23968 | κατηφόρα | κα-τη-φό-ρα ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό-λογοτ.) κατηφοριά (η), κατηφόρι (το): κατήφορος: ολισθηρή ~. Πβ. κατωφέρεια.|| (μτφ.) Το χρηματιστήριο πήρε την ~. ΑΝΤ. ανηφόρα ● Υποκ.: κατηφορίτσα (η) [< μεσν. κατηφοριά] | |
| 23969 | κατηφορίζω | κα-τη-φο-ρί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κατηφόρι-σα, κατηφορίζ-οντας} ΣΥΝ. κατεβαίνω ΑΝΤ. ανεβαίνω, ανηφορίζω 1. κινούμαι ή περπατώ σε κατηφορικό δρόμο ή έδαφος: Άρχισα να ~ την οδό .../προς το μετρό. Αφήνοντας το χιονοδρομικό, ~ουμε ως τον οικισμό ... 2. (προφ.) μετακινούμαι προς ένα νοτιότερο γεωγραφικό σημείο: Θα ~σω για/προς Πελοπόννησο. ● κατηφορίζει ΑΝΤ. ανηφορίζει 1. {κυρ. στον ενεστ.} γίνεται κατηφορικός: Λίγο πιο κάτω το μονοπάτι ~. 2. (μτφ.) παρουσιάζει κάμψη: ~ η δημοτικότητά του (= πέφτει). [< μεσν. κατηφορίζω] | |
| 23970 | κατηφορικός | , ή, ό κα-τη-φο-ρι-κός επίθ. ΑΝΤ. ανηφορικός 1. που έχει, παρουσιάζει κλίση προς τα κάτω: ~ός: δρόμος. ~ή: διαδρομή. ~ό: δάπεδο/έδαφος. Απότομες ~ές στροφές. Πβ. επικλινής. ΣΥΝ. κατάντης, κατωφερής, πρανής 2. (μτφ.) καθοδικός, πτωτικός: ~ή η πορεία της οικονομίας. ● επίρρ.: κατηφορικά [< μεσν. κατηφορικός] | |
| 23971 | κατηφόρισμα | κα-τη-φό-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (σπάν.-προφ.): η ενέργεια του κατηφορίζω: ~ με τα πόδια.|| Το απότομο ~ των νερών του ποταμού. ΑΝΤ. ανηφόρισμα | |
| 23972 | κατήφορος | κα-τή-φο-ρος ουσ. (αρσ.) ΣΥΝ. κατηφόρα ΑΝΤ. ανήφορος 1. δρόμος ή έδαφος που παρουσιάζει κλίση προς τα κάτω: απότομος ~. Πβ. κατωφέρεια. 2. (μτφ.) καθοδική πορεία· ξεπεσμός, παρακμή: Οι τιμές έχουν πάρει τον ~ο (= την κατιούσα, την κάτω βόλτα). Δεν έχει σταματημό ο ~ της ομάδας.|| Ηθικός/πνευματικός ~. ΣΥΝ. κατρακύλα ● ΦΡ.: το μάτι σου τ΄αλλήθωρο (που τρέχει στον κατήφορο) βλ. αλλήθωρος [< μεσν. κατήφορος] | |
| 23973 | κατήχηση | κα-τή-χη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. διδασκαλία της χριστιανικής θρησκείας: ορθόδοξη ~. ~ των νέων/πιστών. Βλ. θρησκευτικά, ιεραποστολή. 2. (κατ' επέκτ.) μύηση σε δόγμα ή μυστική οργάνωση: ~ στη Φιλική Εταιρεία. 3. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) προσπάθεια προσηλυτισμού: πολιτική ~. Βλ. προπαγάνδα.|| Σταμάτα να μου κάνεις ~ (= κήρυγμα)! Πβ. δασκάλεμα. [< 1: μτγν. κατήχησις, γαλλ. catéchèse, αγγλ. catechesis] | |
| 23974 | κατηχητής | κα-τη-χη-τής ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. κατηχήτρια}: πρόσωπο που κάνει κατήχηση· ειδικότ. κληρικός ή λαϊκός που διδάσκει στο κατηχητικό. Πβ. μυητής, μυσταγωγός.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Εφημέριος και ~ της ενορίας. Βλ. ιεροκήρυκας, πνευματικός. [< μτγν. κατηχητής, γαλλ. catéchiste, αγγλ. catechist] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ