| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 23967 | κατηφής | , ής, ές κα-τη-φής επίθ. {σπάν. κατηφ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (απαιτ. λεξιλόγ.): άκεφος, σκυθρωπός. Πβ. δύσθυμος, μελαγχολικός. ΣΥΝ. κατσούφης ΑΝΤ. εύθυμος [< αρχ. κατηφής] | |
| 23968 | κατηφόρα | κα-τη-φό-ρα ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό-λογοτ.) κατηφοριά (η), κατηφόρι (το): κατήφορος: ολισθηρή ~. Πβ. κατωφέρεια.|| (μτφ.) Το χρηματιστήριο πήρε την ~. ΑΝΤ. ανηφόρα ● Υποκ.: κατηφορίτσα (η) [< μεσν. κατηφοριά] | |
| 23969 | κατηφορίζω | κα-τη-φο-ρί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κατηφόρι-σα, κατηφορίζ-οντας} ΣΥΝ. κατεβαίνω ΑΝΤ. ανεβαίνω, ανηφορίζω 1. κινούμαι ή περπατώ σε κατηφορικό δρόμο ή έδαφος: Άρχισα να ~ την οδό .../προς το μετρό. Αφήνοντας το χιονοδρομικό, ~ουμε ως τον οικισμό ... 2. (προφ.) μετακινούμαι προς ένα νοτιότερο γεωγραφικό σημείο: Θα ~σω για/προς Πελοπόννησο. ● κατηφορίζει ΑΝΤ. ανηφορίζει 1. {κυρ. στον ενεστ.} γίνεται κατηφορικός: Λίγο πιο κάτω το μονοπάτι ~. 2. (μτφ.) παρουσιάζει κάμψη: ~ η δημοτικότητά του (= πέφτει). [< μεσν. κατηφορίζω] | |
| 23970 | κατηφορικός | , ή, ό κα-τη-φο-ρι-κός επίθ. ΑΝΤ. ανηφορικός 1. που έχει, παρουσιάζει κλίση προς τα κάτω: ~ός: δρόμος. ~ή: διαδρομή. ~ό: δάπεδο/έδαφος. Απότομες ~ές στροφές. Πβ. επικλινής. ΣΥΝ. κατάντης, κατωφερής, πρανής 2. (μτφ.) καθοδικός, πτωτικός: ~ή η πορεία της οικονομίας. ● επίρρ.: κατηφορικά [< μεσν. κατηφορικός] | |
| 23971 | κατηφόρισμα | κα-τη-φό-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (σπάν.-προφ.): η ενέργεια του κατηφορίζω: ~ με τα πόδια.|| Το απότομο ~ των νερών του ποταμού. ΑΝΤ. ανηφόρισμα | |
| 23972 | κατήφορος | κα-τή-φο-ρος ουσ. (αρσ.) ΣΥΝ. κατηφόρα ΑΝΤ. ανήφορος 1. δρόμος ή έδαφος που παρουσιάζει κλίση προς τα κάτω: απότομος ~. Πβ. κατωφέρεια. 2. (μτφ.) καθοδική πορεία· ξεπεσμός, παρακμή: Οι τιμές έχουν πάρει τον ~ο (= την κατιούσα, την κάτω βόλτα). Δεν έχει σταματημό ο ~ της ομάδας.|| Ηθικός/πνευματικός ~. ΣΥΝ. κατρακύλα ● ΦΡ.: το μάτι σου τ΄αλλήθωρο (που τρέχει στον κατήφορο) βλ. αλλήθωρος [< μεσν. κατήφορος] | |
| 23973 | κατήχηση | κα-τή-χη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. διδασκαλία της χριστιανικής θρησκείας: ορθόδοξη ~. ~ των νέων/πιστών. Βλ. θρησκευτικά, ιεραποστολή. 2. (κατ' επέκτ.) μύηση σε δόγμα ή μυστική οργάνωση: ~ στη Φιλική Εταιρεία. 3. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) προσπάθεια προσηλυτισμού: πολιτική ~. Βλ. προπαγάνδα.|| Σταμάτα να μου κάνεις ~ (= κήρυγμα)! Πβ. δασκάλεμα. [< 1: μτγν. κατήχησις, γαλλ. catéchèse, αγγλ. catechesis] | |
| 23974 | κατηχητής | κα-τη-χη-τής ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. κατηχήτρια}: πρόσωπο που κάνει κατήχηση· ειδικότ. κληρικός ή λαϊκός που διδάσκει στο κατηχητικό. Πβ. μυητής, μυσταγωγός.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Εφημέριος και ~ της ενορίας. Βλ. ιεροκήρυκας, πνευματικός. [< μτγν. κατηχητής, γαλλ. catéchiste, αγγλ. catechist] | |
| 23975 | κατηχητικός | , ή, ό κα-τη-χη-τι-κός επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που αναφέρεται στην κατήχηση και ειδικότ. στο κατηχητικό: ~ή: διακονία/διδασκαλία/δράση/σχολή. ~ό: έργο. ~ά: μαθήματα. Βλ. ηθικοπλαστ-, ιεραποστολ-ικός. ● Ουσ.: κατηχητική (η) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Κ): ΘΕΟΛ. κλάδος με αντικείμενο την ιστορία, τη θεωρία και την πράξη της κατήχησης., κατηχητικό (το) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Κ) & κατηχητικό σχολείο: αυτό που λειτουργεί εβδομαδιαία στο πλαίσιο της ενορίας, συνήθ. μετά την κυριακάτικη λειτουργία, με σκοπό τη χριστιανική και ηθική διαπαιδαγώγηση παιδιών σχολικής ηλικίας: Πάει στο ~ (= κυριακό σχολείο). [< γαλλ. catéchisme] ● ΦΡ.: είναι του κατηχητικού (ειρων.): κυρ. για συντηρητική και συνεσταλμένη κοπέλα. Πβ. αρσακειάδα, θεούσα. [< μτγν. κατηχητικός, γαλλ. catéchistique, αγγλ. catechistic] | |
| 23976 | κατηχούμενος | κα-τη-χού-με-νος ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. κατηχούμενη (λόγ. κατηχουμένη)}: ΕΚΚΛΗΣ. (για ενήλικο) που κατηχείται, προκειμένου να βαφτιστεί· (κατ' επέκτ.) που μυείται σε ένα δόγμα ή μια ιδεολογία. Βλ. ακατήχητος, κατηχητής, νεοφώτιστος. [< μτγν. κατηχούμενος, γαλλ. catéchumène, γερμ. Katechumene] | |
| 23977 | κατηχώ | [κατηχῶ] κα-τη-χώ ρ. (μτβ.) {κατηχ-εί | κατήχ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ούμενος, -ώντας}: ΕΚΚΛΗΣ. κάνω κατήχηση. Πβ. διδάσκω, κηρύσσω.|| Πβ. μυσταγωγώ, μυώ, προσηλυτίζω. [< μτγν. κατηχῶ, catéchiser] | |
| 23978 | κάτι | κά-τι αόρ. αντων. {άκλ.} 1. αόριστο πράγμα ή γεγονός: Σου θυμίζει ~; Ήθελα ~ καλύτερο/το διαφορετικό. Είμαι σίγουρη ότι ~ ξέχασα. ~ κάνουμε λάθος. Θα πάρετε ~; Πες ~ (= οτιδήποτε)! Ξέρεις ~ και δεν μας το λες; Έχεις ~ μαζί μου (: σ' έχει ενοχλήσει/πειράξει ~ που είπα/έκανα); Να και ~ ευχάριστο/καινούργιο! Δεν έχω να προσθέσω ~. ~ δεν πάει καλά/ετοιμάζει/μυρίζει/συμβαίνει/τρέχει. Να σου φτιάξω ~ να φας; Να σε ρωτήσω και ~ ακόμα/άλλο; Η ατμόσφαιρα είχε ~ από τα παλιά. ~ σαν (κι) αυτό. Μπορεί να είναι γρίπη ή ~ τέτοιο (= ανάλογο, σχετικό). ~ τέτοια ακούω και τρελαίνομαι. Πβ. κατιτί, τίποτα.|| (ειδικότ.) Δεν λέω, όλοι ~ πρόσφεραν (: ο καθένας συνέβαλε με τον τρόπο του). Στο μπάσκετ ~ κάνετε (: τα πηγαίνετε σχετικά καλά). 2. (+ πληθ.) κάποιοι, μερικοί: Είναι ~ στιγμές ... Ήμουν με ~ φίλους. Έχεις καλό γούστο, όχι σαν ~ άλλους (= μερικούς μερικούς) εδώ μέσα ... 3. (επιτατ.) για να εκφραστεί έντονη επιδοκιμασία ή αποδοκιμασία: Κοίτα/πω πω ~ μάτια!|| Έλεγε ~ βλακείες! 4. (προφ.-ειρων.) αξιόλογος, σπουδαίος: Άλλος ένας γραφικός που νομίζει πως ~ είναι. ΣΥΝ. κάποιος (2) ● ΦΡ.: αυτό το κάτι (προφ.): το ιδιαίτερο γνώρισμα: Δεν ξέρω τι είναι ~ ~ που έχει (και τον κάνει ξεχωριστό)/που του λείπει! Ψάχνω ~ ~!, και κάτι (προφ.): και λίγο παραπάνω, περισσότερο: μεσάνυχτα ~ ~. Είναι ένας μήνας ~ ~ που έφυγε., κάτι (λίγο) ... κάτι (λίγο) ... (προφ.): ως παράθεση των αιτίων, των λόγων που οδήγησαν σε μια κατάσταση: ~ ~ η κούραση, ~ ~ ο καιρός, δεν περάσαμε καλά., κάτι είναι κι αυτό! (προφ.): για να δηλωθεί συγκαταβατικά ικανοποίηση ως έναν βαθμό, όχι πλήρης: Τουλάχιστον ζήτησε συγγνώμη, ~ ~!, κάτι λίγο (προφ.): ευγενική απάντηση αντί του "ναι", που δηλώνει μετριασμό: -Κουράστηκες; -Ε, ~ ~ (= λιγάκι)!, κάτι λίγοι (προφ.): ελάχιστοι: Έμειναν ~ ~. Έχει μάθει ~ ~ες ελληνικές λέξεις. Ξέρω ~ ~α από υπολογιστές., κάτι παραπάνω (προφ.): λίγο πιο πολύ: Άξιζε/θα κοστίσει ~ ~. Προσπαθούμε για το ~ ~.|| (επιτατ.) Οι επιδόσεις τους ήταν ~ ~ από καλές (= άριστες)., παρά κάτι (προφ.): κάπως λιγότερο από, σχεδόν: Είναι τριάντα ~ ~., είπες κάτι/τίποτα; βλ. λέω, έχει να πει κάτι/έχει κάτι να πει βλ. λέω, κάτι μας είπες (τώρα)! βλ. λέω, κάτι μέσα μου (μού) λέει/κάτι μου λέει ότι/πως ... βλ. λέω, κάτι μου λέει βλ. λέω, κάτι τρέχει στα γύφτικα βλ. γύφτικος, κόψε κάτι βλ. κόβω, όλο και (κάποιος/κάτι) ... βλ. όλο, το κάτι άλλο! βλ. άλλος ● βλ. κάποιος [< μεσν. κάτι] | |
| 23980 | κατίκι | κα-τί-κι ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ελληνικό παραδοσιακό τυρί, λευκό, κρεμώδες και με υπόξινη δροσερή γεύση, που παράγεται από κατσικίσιο ή αιγοπρόβειο γάλα: ~ Δομοκού (βλ. ΠΟΠ). Βλ. κότατζ, μασκαρπόνε. [< τουρκ. katik] | |
| 23981 | κατιμάς | κα-τι-μάς ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) 1. (μτφ.) τιποτένιος άνθρωπος ή πράγμα χαμηλής ποιότητας. ΑΝΤ. τεφαρίκι 2. (σπάν.) μικρό κομμάτι κρέας δεύτερης διαλογής, που προσθέτει ο κρεοπώλης στο ζύγι, προκειμένου να το πουλήσει. Βλ. φιλέτο. [< τουρκ. katma] | |
| 23982 | κατίνα | κα-τί-να ουσ. (θηλ.) (μετωνυμ.-λαϊκό): γυναίκα χαμηλού επιπέδου, αδιάκριτη, κουτσομπόλα και αναξιοπρεπής: οι ~ες της γειτονιάς. Είναι μεγάλη ~! Πβ. κλώσα, κότα, κυράτσα, τσόκαρο. Βλ. γυναικούλα. [< γαλλ. catin] | |
| 23983 | κατιναριό | κα-τι-να-ριό ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-μειωτ.): (περιληπτ.) πλήθος από κατίνες· σπανιότ. κατίνα· κατ' επέκτ. η αντίστοιχη συμπεριφορά. Βλ. -αριό. | |
| 23984 | κατινιά | κα-τι-νιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-μειωτ.): κατινίστικη πράξη, συμπεριφορά ή κουβέντα: Είναι μεγάλη ~ να τους σχολιάζεις πίσω από την πλάτη τους. Κάνει ~ιές. Πβ. αδιακρισία, κουτσομπολιό, μικροπρέπεια. | |
| 23985 | κατινίστικος | , η, ο κα-τι-νί-στι-κος επίθ. (λαϊκό-μειωτ.): αδιάκριτος, κουτσομπολίστικος, μικροπρεπής: ~η: συζήτηση. ~ες: εκπομπές (πβ. σκανδαλοθηρικός· βλ. κιτρινισμός). Πβ. γυναικουλίστικος. Βλ. -ίστικος. | |
| 23986 | κατιόν | κα-τι-όν ουσ. (ουδ.) {κατιόντ-ος | -α, -ων}: ΧΗΜ. άτομο με θετικό ηλεκτρικό φορτίο, το οποίο στην ηλεκτρόλυση κατευθύνεται προς την κάθοδο· θετικό ιόν. ΑΝΤ. ανιόν ● βλ. κατιών [< αρχ. κατιόν 'που κατεβαίνει προς τα κάτω΄, γαλλ.-αγγλ. cation] | |
| 23987 | κατιονικός | , ή, ό κα-τι-ο-νι-κός επίθ. & κατιοντικός: ΧΗΜ. που σχετίζεται με τα κατιόντα. Βλ. ιοντικός. [< αγγλ. cationic, περ. 1920, γαλλ. cationique] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ