Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [24740-24760]

IDΛήμμαΕρμηνεία
23988κάτισχνος, η, ο κά-τι-σχνος επίθ. (λόγ.-επιτατ.) : πάρα πολύ αδύνατος. Πβ. αποσκελετωμένος, αποστεωμένος, κοκαλιάρης, λιπόσαρκος, πετσί και κόκαλο. ΑΝΤ. παχύς, χοντρός.|| (σπάν.-μτφ.) ~η: πλειοψηφία (= πολύ μικρή). Πβ. ισχνός. [< μτγν. κάτισχνος]
23989κατισχύεικα-τι-σχύ-ει ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κατίσχυ-σε} (λόγ.-επιτατ.): υπερισχύει: Σε περίπτωση ισοψηφίας, ~ η ψήφος του προέδρου.|| (+ γεν.) Ειδικές απαγορευτικές διατάξεις ~ουν του παρόντος άρθρου. [< αρχ. κατισχύω]
23990κατίσχυσηκα-τί-σχυ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.-επιτατ.): υπερίσχυση: οικονομική ~. ~ της ειρήνης. Πβ. επικράτηση.
23991κατιτίκα-τι-τί αόρ. αντων. {άκλ.} (προφ.) & κάτι τι & (λαϊκό) κατιτίς: κάτι, συνήθ. λίγο ή μικρό: Όλοι έφεραν το ~ τους. Έχει το ~ της (= κάτι το διαφορετικό, το ιδιαίτερο). Έχει ~ το γνώριμο.
23992κατιφέςκα-τι-φές ουσ. (αρσ.) & καντιφές 1. ΒΟΤ. ποώδες εποχιακό καλλωπιστικό φυτό (γένος Tagetes), με πριονωτά αρωματικά φύλλα και μεγάλα κίτρινα, πορτοκαλί ή/και καφέ άνθη, που έχουν το σχήμα του γαρίφαλου. 2. ΛΑΟΓΡ. (σπάν.) μεταξωτό βελούδο. Βλ. -ές. [< τουρκ. kadife]
23993κατιών, ούσα, όν κα-τι-ών επίθ. ΑΝΤ. ανιών 1. (επιστ.) που έχει κατεύθυνση προς τα κάτω, που φθίνει: ~ούσα: διάταξη/κίνηση/πορεία/σύνδεση (: μέσω δορυφόρου)/φορά (= καθοδική). Με ~ούσα σειρά (= φθίνουσα). Κείμενα ταξινομημένα κατά ~ούσα ημερομηνία δημοσίευσης.|| (ΙΑΤΡ.) ~ούσα: αορτή. Οπίσθιος/πρόσθιος ~ κλάδος της στεφανιαίας αρτηρίας.|| (ΜΟΥΣ.) ~ούσα: κλίμακα (: που οι φθόγγοι της κατεβαίνουν από τους οξύτερους στους χαμηλότερους). ~όν: διάστημα. ΑΝΤ. ανοδικός (2) 2. ΝΟΜ. (για πρόσ.) που κατάγεται άμεσα ή έμμεσα από κάποιον: ~όντες: συγγενείς. ~όντα: μέλη (οικογένειας).|| (ως ουσ.) ~όντες πρώτου βαθμού (: γιοι-κόρες). ~όντες εξ αίματος δευτέρου βαθμού (: εγγονοί). ΣΥΝ. απόγονοι. ● ΦΡ.: παίρνει την κατιούσα (μτφ.): για κάτι που παρουσιάζει πτωτική πορεία: Η καριέρα του έχει αρχίσει να ~ ~ (= τον κατήφορο, την κατηφόρα). ΣΥΝ. παίρνει την κάτω βόλτα ΑΝΤ. παίρνει την ανιούσα ● βλ. κατιόν [< 1: γαλλ. descendant 2: μτγν. κατιών]
23994κατοικημένος, η, ο κα-τοι-κη-μέ-νος επίθ.: που κατοικείται: ~α: νησιά/χωριά. Αναβάθμιση φυσικού και ~ου περιβάλλοντος (: ανθρωπογενούς, δομημένου, τεχνητού). Το όριο ταχύτητας εντός ~ων περιοχών. Βλ. αραιο~, έρημος, πυκνο~. ΑΝΤ. ακατοίκητος (1) ● βλ. κατοικώ
23995κατοίκησηκα-τοί-κη-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) κατοίκιση: εγκατάσταση και διαμονή σε ένα μέρος ή σπίτι: πυκνότητα ~ης ενός δήμου. Κτίριο ακατάλληλο για ~ (: κατεδαφιστέο). Η πρωιμότερη ~ του νησιού ανάγεται ... Βλ. εγ~, ιδιο~, πυκνο~, συγ~. [< αρχ. κατοίκησις ‘τόπος διαμονής’ & κατοίκισις ‘εγκατάσταση, ίδρυση (αποικίας, πόλης)’]
23996κατοικήσιμος, η, ο κα-τοι-κή-σι-μος επίθ. (λόγ.): κατάλληλος για κατοίκηση: οικία χαρακτηρισμένη μη ~η. Οικόπεδα εντός ~ης περιοχής. ΑΝΤ. ακατοίκητος (2) ● ΣΥΜΠΛ.: κατοικήσιμη ζώνη: ΑΣΤΡΟΝ. περιοχή του Διαστήματος όπου επικρατούν συνθήκες κατάλληλες για ύπαρξη ζωής. [< γαλλ. habitable]
23997κατοικητήριοκα-τοι-κη-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ., κυρ. σε εκκλησ. κείμενα): κατοικία: (μτφ.) Το σώμα είναι ~ του νου και της ψυχής. Πβ. ενδιαίτημα. Βλ. -τήριο. [< μτγν. κατοικητήριον]
23998κατοικίακα-τοι-κί-α ουσ. (θηλ.) 1. (επίσ.) στεγασμένος και συνήθ. επιπλωμένος χώρος όπου κατοικεί κάποιος· σπίτι: αγροτική/ανεξάρτητη/αστική/δεύτερη/διώροφη/εξοχική/ιδιωτική/ισόγεια/παραδοσιακή/παραθαλάσσια/πέτρινη/πρώτη/τουριστική ~. Πολυτελείς (βλ. βίλα, έπαυλη)/προκατασκευασμένες/φοιτητικές ~ες. Διεύθυνση/τόπος ~ας (= διαμονής). Ενοικιάσεις/πωλήσεις ~ών. ~ που αποτελείται από δύο επίπεδα (βλ. μεζονέτα). ~ πέντε δωματίων (= πεντάρι). Άλλαξε ~ (= μετακόμισε). Πβ. εστία, οίκημα, οικία, οίκος, σπιτικό, στέγη. Βλ. διπλο~, μονο~, πολυ~, τριπλο~. 2. ΝΟΜ. (σύμφωνα με τον Αστικό Κώδικα) ο σταθερός νομικός δεσμός προσώπου με τον τόπο της κύριας και μόνιμης εγκατάστασής του. ● ΣΥΜΠΛ.: εργατικές κατοικίες: συγκρότημα ή συγκροτήματα διαμερισμάτων που παρέχονται στα οικονομικά χαμηλότερα στρώματα εργαζομένων., τελευταία κατοικία (μτφ.): τάφος: Φίλοι και συγγενείς οδήγησαν/συνόδευσαν τον εκλιπόντα στην ~ του ~. [< 1: μτγν. κατοικία]
23999κατοικίδιος, α, ο κα-τοι-κί-δι-ος επίθ.: (για ζώο) που ζει μέσα σε ανθρώπινη κατοικία ή κοντά σε αυτή, σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο: ~α: γάτα (βλ. αγριόγατα). ~οι: χοίροι (βλ. αγριογούρουνο). Πβ. εξημερωμένος, ήμερος, οικόσιτος. Βλ. αγρίμι, άγριος. ● Ουσ.: κατοικίδια (τα) {κατοικιδί-ων | σπανιότ. στον εν. κατοικίδιο}: ΖΩΟΛ. ζώα που ζουν στο σπίτι μαζί με τον άνθρωπο, συνήθ. για συντροφιά, ή γενικότ. κοντά του: μικρά ~. Νομοθεσία για τα ~ (π.χ. στα ΜΜΜ, στις πολυκατοικίες). Εκπαίδευση/ξενοδοχεία ~ων. Καταστήματα ~ων (= πετ σοπ).|| Ιδιοκτήτης/φροντίδα ~ου. Χάθηκε/χαρίζεται ~ο. [< μτγν. κατοικίδιος]
24000κατοικίζωκα-τοι-κί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κατοίκι-σε, κατοικί-σει} (σπάν.-λόγ.): εγκαθίσταμαι σε έναν τόπο. Βλ. αποικίζω, μετοικώ. [< αρχ. κατοικίζω]
24001κατοίκισηβλ. κατοίκηση
24002κατοικοεδρεύωκα-τοι-κο-ε-δρεύ-ω ρ. (αμτβ.) {κατοικοεδρεύ-σει} (κυρ. ειρων.): ζω, κατοικώ και εδρεύω σε έναν τόπο: ~ουν στην αλλοδαπή.|| (συνήθ. μτφ.) Πού ~εις (= συχνάζεις);
24003κάτοικοςκά-τοι-κος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {κατοίκ-ου | -ων, -ους}: αυτός που κατοικεί σε ένα μέρος: μόνιμος ~ εξωτερικού. Οι ~οι των ορεινών περιοχών/της πρωτεύουσας. Σεισμική δόνηση αναστάτωσε τους ~ους του νησιού. Το χωριό έχει μόλις εκατό ~ους (πβ. πληθυσμός). Βλ. αστός, ντόπιος, πολίτης, συγ~. [< αρχ. κάτοικος]
24004κατοικώ[κατοικῶ] κα-τοι-κώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κατοικ-είς ... | κατοίκ-ησα, -ήσω, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ώντας, -ούμενος, -ημένος} (επίσ.): είμαι μόνιμα εγκατεστημένος, έχω το σπίτι μου σε ένα μέρος: Γεννήθηκε και ~εί (= διαμένει, ζει) στην ... Πού ~είτε (= μένετε); Πβ. κάθομαι. Βλ. μετοικώ, συγ~.|| Επιστήμονες εκτιμούν ότι ο άνθρωπος θα ~ήσει στη Σελήνη (πβ. εποικίζω). ● Παθ.: κατοικείται: έχει κατοίκους: Το χωριό δεν ~ τον χειμώνα. Η περιοχή ~ήθηκε για πρώτη φορά στα αρχαϊκά χρόνια. ● βλ. κατοικημένος [< αρχ. κατοικῶ]
24005κατολισθαίνεικα-το-λι-σθαί-νει ρ. (αμτβ.) {κατολίσθ-ησε} (λόγ.) 1. παθαίνει κατολίσθηση: ~ησε τμήμα του βουνού/του οδοστρώματος (= κατέρρευσε). 2. (μτφ.) σημειώνει καθοδική πορεία: Η δημοτικότητά του έχει ~ήσει (= κατρακυλήσει, μειωθεί, πάρει την κατιούσα, πέσει). [< μτγν. κατολισθαίνω, κατολισθάνω]
24006κατολίσθησηκα-το-λί-σθη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. (σε φυσικά ή τεχνητά πρανή) ξαφνική ή αργή μετακίνηση εδαφικής μάζας ή πετρωμάτων, λόγω βαρύτητας: ~ σε εργοτάξιο/ορυχείο. Κίνδυνος καθίζησης-~ης. ~ήσεις εξαιτίας έντονων βροχοπτώσεων. Ο δρόμος παραμένει κλειστός λόγω ~ης (βράχων· πβ. κατά-πτωση, -ρρευση). Έγιναν/προκλήθηκαν/σημειώθηκαν μεγάλες ~ήσεις. Βλ. εξολίσθηση, κατακρήμνιση, χιονοστιβάδα.|| Υποβρύχιες ~ήσεις. 2. (μτφ.) καθοδική πορεία: ~ των μισθών (= μείωση, πτώση). Πβ. κατρακύλα. [< μτγν. κατολίσθησις, γαλλ. glissement de terrain]
24007κατονομάζωκα-το-νο-μά-ζω ρ. (μτβ.) {κατονόμα-σα, κατονομά-σει, -στηκε, -στεί, κατονομάζ-οντας, -όμενος}: αναφέρω κάποιον ονομαστικά: Γιατί δεν ~εις την πηγή σου (πβ. αποκαλύπτεις, μαρτυράς, φανερώνεις); Το ~όμενο λιμάνι προορισμού. ΣΥΝ. ονομάζω, ονοματίζω.|| (αρνητ. συνυποδ.) Έχουν ~στεί ως οργανωτές της συμπλοκής. Πβ. καταγγέλλω. [< αρχ. κατονομάζω, γαλλ. dénommer]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.