Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [24740-24760]

IDΛήμμαΕρμηνεία
23975κατηχητικός, ή, ό κα-τη-χη-τι-κός επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που αναφέρεται στην κατήχηση και ειδικότ. στο κατηχητικό: ~ή: διακονία/διδασκαλία/δράση/σχολή. ~ό: έργο. ~ά: μαθήματα. Βλ. ηθικοπλαστ-, ιεραποστολ-ικός. ● Ουσ.: κατηχητική (η) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Κ): ΘΕΟΛ. κλάδος με αντικείμενο την ιστορία, τη θεωρία και την πράξη της κατήχησης., κατηχητικό (το) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Κ) & κατηχητικό σχολείο: αυτό που λειτουργεί εβδομαδιαία στο πλαίσιο της ενορίας, συνήθ. μετά την κυριακάτικη λειτουργία, με σκοπό τη χριστιανική και ηθική διαπαιδαγώγηση παιδιών σχολικής ηλικίας: Πάει στο ~ (= κυριακό σχολείο). [< γαλλ. catéchisme] ● ΦΡ.: είναι του κατηχητικού (ειρων.): κυρ. για συντηρητική και συνεσταλμένη κοπέλα. Πβ. αρσακειάδα, θεούσα. [< μτγν. κατηχητικός, γαλλ. catéchistique, αγγλ. catechistic]
23976κατηχούμενοςκα-τη-χού-με-νος ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. κατηχούμενη (λόγ. κατηχουμένη)}: ΕΚΚΛΗΣ. (για ενήλικο) που κατηχείται, προκειμένου να βαφτιστεί· (κατ' επέκτ.) που μυείται σε ένα δόγμα ή μια ιδεολογία. Βλ. ακατήχητος, κατηχητής, νεοφώτιστος. [< μτγν. κατηχούμενος, γαλλ. catéchumène, γερμ. Katechumene]
23977κατηχώ[κατηχῶ] κα-τη-χώ ρ. (μτβ.) {κατηχ-εί | κατήχ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ούμενος, -ώντας}: ΕΚΚΛΗΣ. κάνω κατήχηση. Πβ. διδάσκω, κηρύσσω.|| Πβ. μυσταγωγώ, μυώ, προσηλυτίζω. [< μτγν. κατηχῶ, catéchiser]
23978κάτικά-τι αόρ. αντων. {άκλ.} 1. αόριστο πράγμα ή γεγονός: Σου θυμίζει ~; Ήθελα ~ καλύτερο/το διαφορετικό. Είμαι σίγουρη ότι ~ ξέχασα. ~ κάνουμε λάθος. Θα πάρετε ~; Πες ~ (= οτιδήποτε)! Ξέρεις ~ και δεν μας το λες; Έχεις ~ μαζί μου (: σ' έχει ενοχλήσει/πειράξει ~ που είπα/έκανα); Να και ~ ευχάριστο/καινούργιο! Δεν έχω να προσθέσω ~. ~ δεν πάει καλά/ετοιμάζει/μυρίζει/συμβαίνει/τρέχει. Να σου φτιάξω ~ να φας; Να σε ρωτήσω και ~ ακόμα/άλλο; Η ατμόσφαιρα είχε ~ από τα παλιά. ~ σαν (κι) αυτό. Μπορεί να είναι γρίπη ή ~ τέτοιο (= ανάλογο, σχετικό). ~ τέτοια ακούω και τρελαίνομαι. Πβ. κατιτί, τίποτα.|| (ειδικότ.) Δεν λέω, όλοι ~ πρόσφεραν (: ο καθένας συνέβαλε με τον τρόπο του). Στο μπάσκετ ~ κάνετε (: τα πηγαίνετε σχετικά καλά). 2. (+ πληθ.) κάποιοι, μερικοί: Είναι ~ στιγμές ... Ήμουν με ~ φίλους. Έχεις καλό γούστο, όχι σαν ~ άλλους (= μερικούς μερικούς) εδώ μέσα ... 3. (επιτατ.) για να εκφραστεί έντονη επιδοκιμασία ή αποδοκιμασία: Κοίτα/πω πω ~ μάτια!|| Έλεγε ~ βλακείες! 4. (προφ.-ειρων.) αξιόλογος, σπουδαίος: Άλλος ένας γραφικός που νομίζει πως ~ είναι. ΣΥΝ. κάποιος (2) ● ΦΡ.: αυτό το κάτι (προφ.): το ιδιαίτερο γνώρισμα: Δεν ξέρω τι είναι ~ ~ που έχει (και τον κάνει ξεχωριστό)/που του λείπει! Ψάχνω ~ ~!, και κάτι (προφ.): και λίγο παραπάνω, περισσότερο: μεσάνυχτα ~ ~. Είναι ένας μήνας ~ ~ που έφυγε., κάτι (λίγο) ... κάτι (λίγο) ... (προφ.): ως παράθεση των αιτίων, των λόγων που οδήγησαν σε μια κατάσταση: ~ ~ η κούραση, ~ ~ ο καιρός, δεν περάσαμε καλά., κάτι είναι κι αυτό! (προφ.): για να δηλωθεί συγκαταβατικά ικανοποίηση ως έναν βαθμό, όχι πλήρης: Τουλάχιστον ζήτησε συγγνώμη, ~ ~!, κάτι λίγο (προφ.): ευγενική απάντηση αντί του "ναι", που δηλώνει μετριασμό: -Κουράστηκες; -Ε, ~ ~ (= λιγάκι)!, κάτι λίγοι (προφ.): ελάχιστοι: Έμειναν ~ ~. Έχει μάθει ~ ~ες ελληνικές λέξεις. Ξέρω ~ ~α από υπολογιστές., κάτι παραπάνω (προφ.): λίγο πιο πολύ: Άξιζε/θα κοστίσει ~ ~. Προσπαθούμε για το ~ ~.|| (επιτατ.) Οι επιδόσεις τους ήταν ~ ~ από καλές (= άριστες)., παρά κάτι (προφ.): κάπως λιγότερο από, σχεδόν: Είναι τριάντα ~ ~., είπες κάτι/τίποτα; βλ. λέω, έχει να πει κάτι/έχει κάτι να πει βλ. λέω, κάτι μας είπες (τώρα)! βλ. λέω, κάτι μέσα μου (μού) λέει/κάτι μου λέει ότι/πως ... βλ. λέω, κάτι μου λέει βλ. λέω, κάτι τρέχει στα γύφτικα βλ. γύφτικος, κόψε κάτι βλ. κόβω, όλο και (κάποιος/κάτι) ... βλ. όλο, το κάτι άλλο! βλ. άλλος ● βλ. κάποιος [< μεσν. κάτι]
23980κατίκικα-τί-κι ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ελληνικό παραδοσιακό τυρί, λευκό, κρεμώδες και με υπόξινη δροσερή γεύση, που παράγεται από κατσικίσιο ή αιγοπρόβειο γάλα: ~ Δομοκού (βλ. ΠΟΠ). Βλ. κότατζ, μασκαρπόνε. [< τουρκ. katik]
23981κατιμάςκα-τι-μάς ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) 1. (μτφ.) τιποτένιος άνθρωπος ή πράγμα χαμηλής ποιότητας. ΑΝΤ. τεφαρίκι 2. (σπάν.) μικρό κομμάτι κρέας δεύτερης διαλογής, που προσθέτει ο κρεοπώλης στο ζύγι, προκειμένου να το πουλήσει. Βλ. φιλέτο. [< τουρκ. katma]
23982κατίνακα-τί-να ουσ. (θηλ.) (μετωνυμ.-λαϊκό): γυναίκα χαμηλού επιπέδου, αδιάκριτη, κουτσομπόλα και αναξιοπρεπής: οι ~ες της γειτονιάς. Είναι μεγάλη ~! Πβ. κλώσα, κότα, κυράτσα, τσόκαρο. Βλ. γυναικούλα. [< γαλλ. catin]
23983κατιναριόκα-τι-να-ριό ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-μειωτ.): (περιληπτ.) πλήθος από κατίνες· σπανιότ. κατίνα· κατ' επέκτ. η αντίστοιχη συμπεριφορά. Βλ. -αριό.
23984κατινιάκα-τι-νιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-μειωτ.): κατινίστικη πράξη, συμπεριφορά ή κουβέντα: Είναι μεγάλη ~ να τους σχολιάζεις πίσω από την πλάτη τους. Κάνει ~ιές. Πβ. αδιακρισία, κουτσομπολιό, μικροπρέπεια.
23985κατινίστικος, η, ο κα-τι-νί-στι-κος επίθ. (λαϊκό-μειωτ.): αδιάκριτος, κουτσομπολίστικος, μικροπρεπής: ~η: συζήτηση. ~ες: εκπομπές (πβ. σκανδαλοθηρικός· βλ. κιτρινισμός). Πβ. γυναικουλίστικος. Βλ. -ίστικος.
23986κατιόνκα-τι-όν ουσ. (ουδ.) {κατιόντ-ος | -α, -ων}: ΧΗΜ. άτομο με θετικό ηλεκτρικό φορτίο, το οποίο στην ηλεκτρόλυση κατευθύνεται προς την κάθοδο· θετικό ιόν. ΑΝΤ. ανιόν ● βλ. κατιών [< αρχ. κατιόν 'που κατεβαίνει προς τα κάτω΄, γαλλ.-αγγλ. cation]
23987κατιονικός, ή, ό κα-τι-ο-νι-κός επίθ. & κατιοντικός: ΧΗΜ. που σχετίζεται με τα κατιόντα. Βλ. ιοντικός. [< αγγλ. cationic, περ. 1920, γαλλ. cationique]
23988κάτισχνος, η, ο κά-τι-σχνος επίθ. (λόγ.-επιτατ.) : πάρα πολύ αδύνατος. Πβ. αποσκελετωμένος, αποστεωμένος, κοκαλιάρης, λιπόσαρκος, πετσί και κόκαλο. ΑΝΤ. παχύς, χοντρός.|| (σπάν.-μτφ.) ~η: πλειοψηφία (= πολύ μικρή). Πβ. ισχνός. [< μτγν. κάτισχνος]
23989κατισχύεικα-τι-σχύ-ει ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κατίσχυ-σε} (λόγ.-επιτατ.): υπερισχύει: Σε περίπτωση ισοψηφίας, ~ η ψήφος του προέδρου.|| (+ γεν.) Ειδικές απαγορευτικές διατάξεις ~ουν του παρόντος άρθρου. [< αρχ. κατισχύω]
23990κατίσχυσηκα-τί-σχυ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.-επιτατ.): υπερίσχυση: οικονομική ~. ~ της ειρήνης. Πβ. επικράτηση.
23991κατιτίκα-τι-τί αόρ. αντων. {άκλ.} (προφ.) & κάτι τι & (λαϊκό) κατιτίς: κάτι, συνήθ. λίγο ή μικρό: Όλοι έφεραν το ~ τους. Έχει το ~ της (= κάτι το διαφορετικό, το ιδιαίτερο). Έχει ~ το γνώριμο.
23992κατιφέςκα-τι-φές ουσ. (αρσ.) & καντιφές 1. ΒΟΤ. ποώδες εποχιακό καλλωπιστικό φυτό (γένος Tagetes), με πριονωτά αρωματικά φύλλα και μεγάλα κίτρινα, πορτοκαλί ή/και καφέ άνθη, που έχουν το σχήμα του γαρίφαλου. 2. ΛΑΟΓΡ. (σπάν.) μεταξωτό βελούδο. Βλ. -ές. [< τουρκ. kadife]
23993κατιών, ούσα, όν κα-τι-ών επίθ. ΑΝΤ. ανιών 1. (επιστ.) που έχει κατεύθυνση προς τα κάτω, που φθίνει: ~ούσα: διάταξη/κίνηση/πορεία/σύνδεση (: μέσω δορυφόρου)/φορά (= καθοδική). Με ~ούσα σειρά (= φθίνουσα). Κείμενα ταξινομημένα κατά ~ούσα ημερομηνία δημοσίευσης.|| (ΙΑΤΡ.) ~ούσα: αορτή. Οπίσθιος/πρόσθιος ~ κλάδος της στεφανιαίας αρτηρίας.|| (ΜΟΥΣ.) ~ούσα: κλίμακα (: που οι φθόγγοι της κατεβαίνουν από τους οξύτερους στους χαμηλότερους). ~όν: διάστημα. ΑΝΤ. ανοδικός (2) 2. ΝΟΜ. (για πρόσ.) που κατάγεται άμεσα ή έμμεσα από κάποιον: ~όντες: συγγενείς. ~όντα: μέλη (οικογένειας).|| (ως ουσ.) ~όντες πρώτου βαθμού (: γιοι-κόρες). ~όντες εξ αίματος δευτέρου βαθμού (: εγγονοί). ΣΥΝ. απόγονοι. ● ΦΡ.: παίρνει την κατιούσα (μτφ.): για κάτι που παρουσιάζει πτωτική πορεία: Η καριέρα του έχει αρχίσει να ~ ~ (= τον κατήφορο, την κατηφόρα). ΣΥΝ. παίρνει την κάτω βόλτα ΑΝΤ. παίρνει την ανιούσα ● βλ. κατιόν [< 1: γαλλ. descendant 2: μτγν. κατιών]
23994κατοικημένος, η, ο κα-τοι-κη-μέ-νος επίθ.: που κατοικείται: ~α: νησιά/χωριά. Αναβάθμιση φυσικού και ~ου περιβάλλοντος (: ανθρωπογενούς, δομημένου, τεχνητού). Το όριο ταχύτητας εντός ~ων περιοχών. Βλ. αραιο~, έρημος, πυκνο~. ΑΝΤ. ακατοίκητος (1) ● βλ. κατοικώ
23995κατοίκησηκα-τοί-κη-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) κατοίκιση: εγκατάσταση και διαμονή σε ένα μέρος ή σπίτι: πυκνότητα ~ης ενός δήμου. Κτίριο ακατάλληλο για ~ (: κατεδαφιστέο). Η πρωιμότερη ~ του νησιού ανάγεται ... Βλ. εγ~, ιδιο~, πυκνο~, συγ~. [< αρχ. κατοίκησις ‘τόπος διαμονής’ & κατοίκισις ‘εγκατάσταση, ίδρυση (αποικίας, πόλης)’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.