| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 23996 | κατοικήσιμος | , η, ο κα-τοι-κή-σι-μος επίθ. (λόγ.): κατάλληλος για κατοίκηση: οικία χαρακτηρισμένη μη ~η. Οικόπεδα εντός ~ης περιοχής. ΑΝΤ. ακατοίκητος (2) ● ΣΥΜΠΛ.: κατοικήσιμη ζώνη: ΑΣΤΡΟΝ. περιοχή του Διαστήματος όπου επικρατούν συνθήκες κατάλληλες για ύπαρξη ζωής. [< γαλλ. habitable] | |
| 23997 | κατοικητήριο | κα-τοι-κη-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ., κυρ. σε εκκλησ. κείμενα): κατοικία: (μτφ.) Το σώμα είναι ~ του νου και της ψυχής. Πβ. ενδιαίτημα. Βλ. -τήριο. [< μτγν. κατοικητήριον] | |
| 23998 | κατοικία | κα-τοι-κί-α ουσ. (θηλ.) 1. (επίσ.) στεγασμένος και συνήθ. επιπλωμένος χώρος όπου κατοικεί κάποιος· σπίτι: αγροτική/ανεξάρτητη/αστική/δεύτερη/διώροφη/εξοχική/ιδιωτική/ισόγεια/παραδοσιακή/παραθαλάσσια/πέτρινη/πρώτη/τουριστική ~. Πολυτελείς (βλ. βίλα, έπαυλη)/προκατασκευασμένες/φοιτητικές ~ες. Διεύθυνση/τόπος ~ας (= διαμονής). Ενοικιάσεις/πωλήσεις ~ών. ~ που αποτελείται από δύο επίπεδα (βλ. μεζονέτα). ~ πέντε δωματίων (= πεντάρι). Άλλαξε ~ (= μετακόμισε). Πβ. εστία, οίκημα, οικία, οίκος, σπιτικό, στέγη. Βλ. διπλο~, μονο~, πολυ~, τριπλο~. 2. ΝΟΜ. (σύμφωνα με τον Αστικό Κώδικα) ο σταθερός νομικός δεσμός προσώπου με τον τόπο της κύριας και μόνιμης εγκατάστασής του. ● ΣΥΜΠΛ.: εργατικές κατοικίες: συγκρότημα ή συγκροτήματα διαμερισμάτων που παρέχονται στα οικονομικά χαμηλότερα στρώματα εργαζομένων., τελευταία κατοικία (μτφ.): τάφος: Φίλοι και συγγενείς οδήγησαν/συνόδευσαν τον εκλιπόντα στην ~ του ~. [< 1: μτγν. κατοικία] | |
| 23999 | κατοικίδιος | , α, ο κα-τοι-κί-δι-ος επίθ.: (για ζώο) που ζει μέσα σε ανθρώπινη κατοικία ή κοντά σε αυτή, σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο: ~α: γάτα (βλ. αγριόγατα). ~οι: χοίροι (βλ. αγριογούρουνο). Πβ. εξημερωμένος, ήμερος, οικόσιτος. Βλ. αγρίμι, άγριος. ● Ουσ.: κατοικίδια (τα) {κατοικιδί-ων | σπανιότ. στον εν. κατοικίδιο}: ΖΩΟΛ. ζώα που ζουν στο σπίτι μαζί με τον άνθρωπο, συνήθ. για συντροφιά, ή γενικότ. κοντά του: μικρά ~. Νομοθεσία για τα ~ (π.χ. στα ΜΜΜ, στις πολυκατοικίες). Εκπαίδευση/ξενοδοχεία ~ων. Καταστήματα ~ων (= πετ σοπ).|| Ιδιοκτήτης/φροντίδα ~ου. Χάθηκε/χαρίζεται ~ο. [< μτγν. κατοικίδιος] | |
| 24000 | κατοικίζω | κα-τοι-κί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κατοίκι-σε, κατοικί-σει} (σπάν.-λόγ.): εγκαθίσταμαι σε έναν τόπο. Βλ. αποικίζω, μετοικώ. [< αρχ. κατοικίζω] | |
| 24001 | κατοίκιση | βλ. κατοίκηση | |
| 24002 | κατοικοεδρεύω | κα-τοι-κο-ε-δρεύ-ω ρ. (αμτβ.) {κατοικοεδρεύ-σει} (κυρ. ειρων.): ζω, κατοικώ και εδρεύω σε έναν τόπο: ~ουν στην αλλοδαπή.|| (συνήθ. μτφ.) Πού ~εις (= συχνάζεις); | |
| 24003 | κάτοικος | κά-τοι-κος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {κατοίκ-ου | -ων, -ους}: αυτός που κατοικεί σε ένα μέρος: μόνιμος ~ εξωτερικού. Οι ~οι των ορεινών περιοχών/της πρωτεύουσας. Σεισμική δόνηση αναστάτωσε τους ~ους του νησιού. Το χωριό έχει μόλις εκατό ~ους (πβ. πληθυσμός). Βλ. αστός, ντόπιος, πολίτης, συγ~. [< αρχ. κάτοικος] | |
| 24004 | κατοικώ | [κατοικῶ] κα-τοι-κώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κατοικ-είς ... | κατοίκ-ησα, -ήσω, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ώντας, -ούμενος, -ημένος} (επίσ.): είμαι μόνιμα εγκατεστημένος, έχω το σπίτι μου σε ένα μέρος: Γεννήθηκε και ~εί (= διαμένει, ζει) στην ... Πού ~είτε (= μένετε); Πβ. κάθομαι. Βλ. μετοικώ, συγ~.|| Επιστήμονες εκτιμούν ότι ο άνθρωπος θα ~ήσει στη Σελήνη (πβ. εποικίζω). ● Παθ.: κατοικείται: έχει κατοίκους: Το χωριό δεν ~ τον χειμώνα. Η περιοχή ~ήθηκε για πρώτη φορά στα αρχαϊκά χρόνια. ● βλ. κατοικημένος [< αρχ. κατοικῶ] | |
| 24005 | κατολισθαίνει | κα-το-λι-σθαί-νει ρ. (αμτβ.) {κατολίσθ-ησε} (λόγ.) 1. παθαίνει κατολίσθηση: ~ησε τμήμα του βουνού/του οδοστρώματος (= κατέρρευσε). 2. (μτφ.) σημειώνει καθοδική πορεία: Η δημοτικότητά του έχει ~ήσει (= κατρακυλήσει, μειωθεί, πάρει την κατιούσα, πέσει). [< μτγν. κατολισθαίνω, κατολισθάνω] | |
| 24006 | κατολίσθηση | κα-το-λί-σθη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. (σε φυσικά ή τεχνητά πρανή) ξαφνική ή αργή μετακίνηση εδαφικής μάζας ή πετρωμάτων, λόγω βαρύτητας: ~ σε εργοτάξιο/ορυχείο. Κίνδυνος καθίζησης-~ης. ~ήσεις εξαιτίας έντονων βροχοπτώσεων. Ο δρόμος παραμένει κλειστός λόγω ~ης (βράχων· πβ. κατά-πτωση, -ρρευση). Έγιναν/προκλήθηκαν/σημειώθηκαν μεγάλες ~ήσεις. Βλ. εξολίσθηση, κατακρήμνιση, χιονοστιβάδα.|| Υποβρύχιες ~ήσεις. 2. (μτφ.) καθοδική πορεία: ~ των μισθών (= μείωση, πτώση). Πβ. κατρακύλα. [< μτγν. κατολίσθησις, γαλλ. glissement de terrain] | |
| 24007 | κατονομάζω | κα-το-νο-μά-ζω ρ. (μτβ.) {κατονόμα-σα, κατονομά-σει, -στηκε, -στεί, κατονομάζ-οντας, -όμενος}: αναφέρω κάποιον ονομαστικά: Γιατί δεν ~εις την πηγή σου (πβ. αποκαλύπτεις, μαρτυράς, φανερώνεις); Το ~όμενο λιμάνι προορισμού. ΣΥΝ. ονομάζω, ονοματίζω.|| (αρνητ. συνυποδ.) Έχουν ~στεί ως οργανωτές της συμπλοκής. Πβ. καταγγέλλω. [< αρχ. κατονομάζω, γαλλ. dénommer] | |
| 24008 | κατονομασία | κα-το-νο-μα-σί-α ουσ. (θηλ.): απλή αναφορά ή αποκάλυψη, φανέρωση του ονόματος προσώπου, αντικειμένου, φαινομένου. [< μτγν. κατονομασία ‘όνομα, ονομασία’, γαλλ. dénomination] | |
| 24009 | κατόπι | κα-τό-πι επίρρ. (λαϊκό): στη ● ΦΡ.: παίρνω (κάποιον) στο κατόπι: τον ακολουθώ κατά πόδας: Τον πήρε ~ (= από πίσω) να δει πού θα πάει.|| Έτρεξε (στο) ~ (= ξοπίσω) της.|| Η αστυνομία είναι στο ~ του (= τον καταδιώκει, τον παρακολουθεί). [< μεσν. κατόπι] | |
| 24010 | κατόπιν | κα-τό-πιν πρόθ. (λόγ.) 1. (+ γεν.) μετά, ύστερα από: ~ ενεργειών μου/εξετάσεων/συμφωνίας.|| (λογιότ.) ~ αυτού/τούτου, ... 2. (ως επίρρ.) έπειτα, στη συνέχεια: Τέλειωσε το πανεπιστήμιο και πήγε, ~, στρατό. ● ΦΡ.: κατόπιν εορτής (συνήθ. ειρων.): καθυστερημένα: Έφτασαν/κατάλαβα το λάθος μου ~ ~ (= αργά, ετεροχρονισμένα).|| (ως επίθ.) ~ ~ εξαγγελίες. Βλ. δώρο(ν) άδωρο(ν)., κατόπιν αιτήματος βλ. αίτημα, κατόπιν εντολής βλ. εντολή, κατόπιν παραγγελίας βλ. παραγγελία [< αρχ. κατόπιν] | |
| 24011 | κατοπινός | , ή, ό κα-το-πι-νός επίθ. (προφ.): που ακολουθεί κάποιον ή κάτι χρονικά: οι ~ές γενιές (= επόμενες, ερχόμενες)/εξελίξεις. Τα ~ά χρόνια (= προσεχή, ύστερα). Πβ. ακόλουθος.|| Ποδοσφαιριστής και ~ (: στη συνέχεια) προπονητής (βλ. πρώην). Οι σύγχρονοι και ~οί (= μεταγενέστεροι) μελετητές. ΣΥΝ. μετέπειτα (1) ΑΝΤ. προηγούμενος, πρωτύτερος ● επίρρ.: κατοπινά | |
| 23684 | κατόπτευση | κα-τα-σκό-πευ-ση ουσ. (θηλ.): μυστική παρακολούθηση: ~ των εργαζομένων/της προσωπικής ζωής.|| ~ στρατηγικών στόχων. Πβ. κατασκοπεία, κατόπτευση. [< μεσν. κατασκόπευσις] | |
| 24012 | κατόπτευση | κα-τό-πτευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): παρακολούθηση, παρατήρηση χώρου από κατάλληλο, ψηλότερο σημείο: ~ με κάμερες. (παλαιότ.) Πύργος ~ης (βλ. βίγλα, παρατηρητήριο, σκοπιά). Πβ. έλεγχος, επιθεώρηση, επόπτευση.|| Δορυφορική ~ (της επιφάνειας της Γης).|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ του εχθρού. Πβ. κατασκόπευση.|| (μτφ.) ~ των προβλημάτων (= εξέταση). [< μτγν. κατόπτευσις ‘παρατήρηση’] | |
| 24013 | κατοπτεύω | κα-το-πτεύ-ω ρ. (μτβ.) {σπάν. κατόπτευ-σε} (λόγ.): κάνω κατόπτευση: Κλειστό κύκλωμα ~ει (= καταγράφει) τις κινήσεις όσων μπαίνουν στην τράπεζα. Πβ. ελέγχω, επιθεωρώ, εποπτεύω, κατασκοπεύω, παρατηρώ. [< αρχ. κατοπτεύω] | |
| 24014 | κατοπτρίζει | κα-το-πτρί-ζει ρ. (μτβ.) {κατόπτρι-σε, -στηκε, -σμένος, κατοπτρίζ-οντας} (λόγ.): αντικατοπτρίζει. [< μτγν. κατοπτρίζω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ