Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [24760-24780]

IDΛήμμαΕρμηνεία
24008κατονομασίακα-το-νο-μα-σί-α ουσ. (θηλ.): απλή αναφορά ή αποκάλυψη, φανέρωση του ονόματος προσώπου, αντικειμένου, φαινομένου. [< μτγν. κατονομασία ‘όνομα, ονομασία’, γαλλ. dénomination]
24009κατόπικα-τό-πι επίρρ. (λαϊκό): στη ● ΦΡ.: παίρνω (κάποιον) στο κατόπι: τον ακολουθώ κατά πόδας: Τον πήρε ~ (= από πίσω) να δει πού θα πάει.|| Έτρεξε (στο) ~ (= ξοπίσω) της.|| Η αστυνομία είναι στο ~ του (= τον καταδιώκει, τον παρακολουθεί). [< μεσν. κατόπι]
24010κατόπινκα-τό-πιν πρόθ. (λόγ.) 1. (+ γεν.) μετά, ύστερα από: ~ ενεργειών μου/εξετάσεων/συμφωνίας.|| (λογιότ.) ~ αυτού/τούτου, ... 2. (ως επίρρ.) έπειτα, στη συνέχεια: Τέλειωσε το πανεπιστήμιο και πήγε, ~, στρατό. ● ΦΡ.: κατόπιν εορτής (συνήθ. ειρων.): καθυστερημένα: Έφτασαν/κατάλαβα το λάθος μου ~ ~ (= αργά, ετεροχρονισμένα).|| (ως επίθ.) ~ ~ εξαγγελίες. Βλ. δώρο(ν) άδωρο(ν)., κατόπιν αιτήματος βλ. αίτημα, κατόπιν εντολής βλ. εντολή, κατόπιν παραγγελίας βλ. παραγγελία [< αρχ. κατόπιν]
24011κατοπινός, ή, ό κα-το-πι-νός επίθ. (προφ.): που ακολουθεί κάποιον ή κάτι χρονικά: οι ~ές γενιές (= επόμενες, ερχόμενες)/εξελίξεις. Τα ~ά χρόνια (= προσεχή, ύστερα). Πβ. ακόλουθος.|| Ποδοσφαιριστής και ~ (: στη συνέχεια) προπονητής (βλ. πρώην). Οι σύγχρονοι και ~οί (= μεταγενέστεροι) μελετητές. ΣΥΝ. μετέπειτα (1) ΑΝΤ. προηγούμενος, πρωτύτερος ● επίρρ.: κατοπινά
23684κατόπτευση

κα-τα-σκό-πευ-ση ουσ. (θηλ.): μυστική παρακολούθηση: ~ των εργαζομένων/της προσωπικής ζωής.|| ~ στρατηγικών στόχων. Πβ. κατασκοπεία, κατόπτευση. [< μεσν. κατασκόπευσις]

24012κατόπτευσηκα-τό-πτευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): παρακολούθηση, παρατήρηση χώρου από κατάλληλο, ψηλότερο σημείο: ~ με κάμερες. (παλαιότ.) Πύργος ~ης (βλ. βίγλα, παρατηρητήριο, σκοπιά). Πβ. έλεγχος, επιθεώρηση, επόπτευση.|| Δορυφορική ~ (της επιφάνειας της Γης).|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ του εχθρού. Πβ. κατασκόπευση.|| (μτφ.) ~ των προβλημάτων (= εξέταση). [< μτγν. κατόπτευσις ‘παρατήρηση’]
24013κατοπτεύωκα-το-πτεύ-ω ρ. (μτβ.) {σπάν. κατόπτευ-σε} (λόγ.): κάνω κατόπτευση: Κλειστό κύκλωμα ~ει (= καταγράφει) τις κινήσεις όσων μπαίνουν στην τράπεζα. Πβ. ελέγχω, επιθεωρώ, εποπτεύω, κατασκοπεύω, παρατηρώ. [< αρχ. κατοπτεύω]
24014κατοπτρίζεικα-το-πτρί-ζει ρ. (μτβ.) {κατόπτρι-σε, -στηκε, -σμένος, κατοπτρίζ-οντας} (λόγ.): αντικατοπτρίζει. [< μτγν. κατοπτρίζω]
24015κατοπτρικός, ή, ό κα-το-πτρι-κός επίθ. 1. ΟΠΤ. που σχετίζεται με το κάτοπτρο: ~ός: φακός. ~ό: τηλεσκόπιο (: χρησιμοποιεί κοίλο παραβολικό κάτοπτρο). Βλ. διαθλαστ-, διοπτρ-ικός.|| (ΦΥΣ.) ~ή: ανάκλαση. 2. που κατοπτρίζει ή κατοπτρίζεται: ~ή: επιφάνεια.|| ~ή: εικόνα. ~ό: είδωλο. ● ΣΥΜΠΛ.: κατοπτρική γραφή: στην οποία τα γράμματα έχουν αντίθετη φορά, ώστε να αναγνωρίζονται μόνο μέσω καθρέφτη: η ~ ~ ως κρυπτογραφική μέθοδος/σύμπτωμα δυσλεξίας (π.χ. ε αντί 3). Χρήση της ~ής ~ής στα ασθενοφόρα (: ώστε η λ. ΑΣΘΕΝΟΦΟΡΟ να μπορεί να διαβαστεί από τους οδηγούς των προπορευόμενων οχημάτων, κοιτάζοντάς την μέσα από τον καθρέφτη τους)., κατοπτρικοί νευρώνες βλ. νευρώνες [< μτγν. κατοπτρικός ‘σχετικός με τον καθρέπτη’, γαλλ. catoptrique, αγγλ. catoptric]
24016κατοπτρισμόςκα-το-πτρι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. (λόγ.) αντικατοπτρισμός. Βλ. -ισμός. 2. ΠΛΗΡΟΦ. αντιγραφή δεδομένων σε περισσότερους από έναν σκληρούς δίσκους, με σκοπό την αποτροπή της απώλειάς τους σε περίπτωση βλάβης. Πβ. μπακ-απ. [< 2: αγγλ. mirroring]
24017κάτοπτροκά-το-πτρο ουσ. (ουδ.) {κατόπτρου} 1. ΟΠΤ. κάθε λεία και γυαλιστερή επιφάνεια που αντανακλά το φως και αντικατοπτρίζει τις εικόνες (είδωλα) προσώπων και πραγμάτων: κοίλο/κυρτό/πολυεδρικό ~. Ηλιακό ~. Το ~ του τηλεσκοπίου. Πβ. ανακλαστήρας, γυαλί. 2. (λόγ.) καθρέφτης. Βλ. -τρο. ● ΣΥΜΠΛ.: δορυφορικό πιάτο βλ. πιάτο, κατοπτρικοί νευρώνες βλ. νευρώνες [< 2: αρχ. κάτοπτρον]
24018κατόρθωμακα-τόρ-θω-μα ουσ. (ουδ.) {κατορθώμ-ατος | -ατα}: επίτευγμα: μεγάλο επιστημονικό/τεχνολογικό ~. Πβ. επιτυχία.|| (ειρων.) Σιγά το ~! Όλοι γελάνε με τα ~ατά του (= γκάφες, καμώματα). ΣΥΝ. άθλος ● κατορθώματα (τα): ανδραγαθήματα: ηρωικά/ναυτικά/στρατιωτικά ~. [< αρχ. κατόρθωμα]
24019κατορθώνωκα-τορ-θώ-νω ρ. (μτβ.) {κατόρθω-σα, κατορθώ-σει, -θηκε, κατορθών-οντας}: πετυχαίνω, πραγματοποιώ τον στόχο μου, ύστερα από πολλή προσπάθεια: ~σε να κερδίσει το χρυσό στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Δεν έχει ~σει τίποτα στην ζωή του (: είναι αποτυχημένος). Κατέκτησε την κορυφή, ~οντας να ανανεώσει την τέχνη του χορού. Πβ. καταφέρνω. ΑΝΤ. αποτυγχάνω ● ΦΡ.: κατορθώνει το ακατόρθωτο: επιτυγχάνει κάτι που θεωρείται ανέφικτο. [< αρχ. κατορθῶ, μεσν. κατορθώνω]
24020κατορθωτός, ή, ό κα-τορ-θω-τός επίθ.: που μπορεί να κατορθωθεί: Είναι δύσκολα/δεν φαίνεται ~ή η επίτευξη συμφωνίας. Δεν έγινε ~ό να ... Πβ. δυνα-, εφικ-τός, επιτεύξ-, πραγματοποιήσ-ιμος. ΑΝΤ. ακατόρθωτος
24021κατοστάευροκα-το-στά-ευ-ρο ουσ. (ουδ.) (προφ.): χαρτονόμισμα των εκατό ευρώ. ΣΥΝ. εκατόευρο, κατοστάρικο (1)
24022κατοστάρακα-το-στά-ρα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) εκατοστάρα (προφ.) 1. ποσό ή μέγεθος ίσο με εκατό μονάδες: Πλήρωσα καμιά ~ ευρώ. Πβ. κατοστάρι, κατοστάρικο. Βλ. -άρης, -άρα, -άρι.|| (ως επίθ.) ~ μηχανή (: εκατό κυβικών). ~ λάμπα (: ισχύος εκατό βατ). 2. (στο μπάσκετ) οι εκατό, τουλάχιστον, πόντοι που πετυχαίνει ή δέχεται μια ομάδα.
24023κατοσταράκικα-το-στα-ρά-κι ουσ. (ουδ.) (κυρ. παλαιότ.-λαϊκό): δοχείο ούζου ή σπανιότ. κρασιού, με περιεκτικότητα εκατό δράμια. Πβ. κατοστάρι.
24024κατοστάρηςκα-το-στά-ρης ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) εκατοστάρης (προφ.) 1. δρομέας των εκατό μέτρων. Πβ. σπρίντερ. Βλ. διακοσ-, τετρακοσ-άρης. 2. (σε ομαδικά αθλήματα, π.χ. μπάσκετ ή ποδόσφαιρο) αθλητής που έχει συμπληρώσει εκατό συμμετοχές με την Εθνική Ομάδα της χώρας του.
24025κατοστάρικα-το-στά-ρι ουσ. (ουδ.) & εκατοστάρι (προφ.) 1. ΑΘΛ. (στον στίβο) αγώνας δρόμου ή (στην κολύμβηση) απόσταση εκατό μέτρων. Βλ. διακοσάρι. 2. για να δηλωθεί ποσότητα εκατό μονάδων. Πβ. κατοστάρα. Βλ. πενηντάρι. 3. κατοσταράκι. 4. κατοστάρικο. [< μεσν. εκατοστάριν 'βάρος εκατό δραμιών']
24026κατοσταριά& εκατοσταριά (προφ.) βλ. -αριά1

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.