Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58830 εγγραφές  [2460-2480]

IDΛήμμαΕρμηνεία
1489αιτιοκράτης[αἰτιοκράτης] αι-τι-ο-κρά-της ουσ. (αρσ.) (λόγ.): οπαδός της αιτιοκρατίας. ΣΥΝ. ντετερμινιστής [< γερμ. Determinist]
21401αιτιοκρατία [ἰντετερμινισμός] ι-ντε-τερ-μι-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. φιλοσοφική θεωρία σύμφωνα με την οποία οι ενέργειες και επιλογές των ατόμων δεν προσδιορίζονται από συγκεκριμένα εξωτερικά αίτια, αλλά είναι προϊόν ελεύθερης βούλησης. Βλ. -ισμός. ΑΝΤ. αιτιοκρατία (1), ντετερμινισμός [< γαλλ. indéterminisme, γερμ. Indeterminismus]
1490αιτιοκρατία[αἰτιοκρατία] αι-τι-ο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΦΙΛΟΣ. θεωρία σύμφωνα με την οποία κάθε πράξη ή φαινόμενο έχει κάποια αιτία, έχει προκαθοριστεί από τις συνθήκες που την/το προκάλεσαν: η αρχή της ~ας. Πβ. νομοτέλεια. ΣΥΝ. ντετερμινισμός ΑΝΤ. ιντετερμινισμός 2. (γενικότ.) σχέση αιτιότητας μεταξύ πράξεων ή φαινομένων: ιστορική/μηχανική/φυσική ~. [< γερμ. Determinismus]
1491αιτιοκρατικός, ή, ό [αἰτιοκρατικός] αι-τι-ο-κρα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αιτιοκρατία: ~ός: νόμος. ~ή: σχέση. ΣΥΝ. ντετερμινιστικός ● επίρρ.: αιτιοκρατικά [< γερμ. deterministisch]
1492αιτιολογημένος, η, ο [αἰτιολογημένος] αι-τι-ο-λο-γη-μέ-νος επίθ. (επίσ.): που έχει αιτιολογηθεί: ~η: απόφαση/γνώμη/έκθεση/κρίση/πρόταση (πβ. τεκμηριωμένη). ~ο: βούλευμα/πόρισμα. ~ες: αναφορές/αντιρρήσεις. ~α: επιχειρήματα. Παράταση προθεσμίας σε (δεόντως/επαρκώς) ~ες περιπτώσεις. ΑΝΤ. αναιτιολόγητος ● επίρρ.: αιτιολογημένα ● βλ. αιτιολογώ
1493αιτιολόγηση[αἰτιολόγηση] αι-τι-ο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -ήσεως | -ήσεις, -ήσεων}: εξήγηση των αιτίων: αναλυτική/επαρκής/επιστημονική/λεπτομερής/σύντομη/τεκμηριωμένη ~. ~ αιτήματος/απόφασης/γνώμης/επιλογών/πράξης/συμπεράσματος/φαινομένου. Χωρίς ~.|| (ΝΟΜ.) Υποχρέωση ~ης. Γραπτές ~ήσεις ψήφου. Βλ. δικαιολόγηση.
1494αιτιολογία[αἰτιολογία] αι-τι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): εξήγηση των αιτίων, αιτιολόγηση ή η ίδια η αιτία: αντιφατική/ελλιπής/επαρκής/εσφαλμένη/πειστική ~. Η ~ (= το αιτιολογικό) μιας δικαστικής απόφασης/διοικητικής πράξης. Βλ. δικαιολογία.|| (ΙΑΤΡ., το σύνολο των αιτίων μιας ασθένειας) Γενετική/νευρολογική/ψυχολογική ~. ~ και πρόληψη. Νεανική οστεοπόρωση άγνωστης (ή αγνώστου) ~ας. Καρκίνος ιογενούς ~ας. Βλ. -λογία. ● ΦΡ.: με την αιτιολογία/με το αιτιολογικό (+ ότι/του): προβάλλοντας ως αιτία, λόγω: Η αίτησή του απορρίφθηκε ~ ~ ότι ... Κλήθηκε σε απολογία ~ ~ της απρεπούς συμπεριφοράς. Βλ. με το σκεπτικό. [< αρχ. αἰτιολογία, γαλλ. étiologie, αγγλ. (a)etiology]
1495αιτιολογικός, ή, ό [αἰτιολογικός] αι-τι-ο-λο-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τα αίτια κατάστασης, ενέργειας, φαινομένου: ~ός: μηχανισμός/παράγοντας. ~ή: ανάλυση/βάση/έκθεση/θεραπεία/κρίση/σύνδεση/σχέση. ~ό: έγγραφο/στοιχείο. Πβ. αιτιώδης.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ός: σύνδεσμος (: που εισάγει αιτιολογική πρόταση, π.χ. γιατί, επειδή). ● Ουσ.: αιτιολογικό (το): ΝΟΜ. σκεπτικό στο οποίο στηρίζεται απόφαση δικαστηρίου και γενικότ. παρουσίαση των λόγων που οδήγησαν σε πράξη ή απόφαση, αιτιολογία: επίσημο ~. Το ~ της αγωγής/αίτησης. Καταγράφω/παραθέτω/υποβάλλω το ~. Απολύθηκε χωρίς ~. Βλ. διατακτικό. ● επίρρ.: αιτιολογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: αιτιολογική μετοχή: ΓΡΑΜΜ. που δηλώνει αιτία: Θέλοντας (= επειδή ήθελε) να τον αποφύγει, άλλαξε δρόμο., αιτιολογική πρόταση: ΓΡΑΜΜ. δευτερεύουσα η οποία δηλώνει την αιτία της ενέργειας που εκφράζει το ρήμα της κύριας πρότασης: λ.χ. πικράθηκε, επειδή τον εγκατέλειψε. ● ΦΡ.: με την αιτιολογία/με το αιτιολογικό βλ. αιτιολογία [< μτγν. αἰτιολογικός, αγγλ. (a)etiologic(al), γαλλ. étiologique]
1496αιτιολογώ[αἰτιολογῶ] αι-τι-ο-λο-γώ ρ. (μτβ.) {αιτιολογ-είς ..., -ώντας | αιτιολόγ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, (σπάν.) -ούμενος, -ημένος}: εξηγώ τις αιτίες, τους λόγους, συχνά με στόχο την απόδειξη της ορθότητας, τεκμηριώνω: ~ ένα αίτημα/μια απόφαση/μια άποψη/έναν ισχυρισμό/μια πράξη/μια πρόταση/έναν χαρακτηρισμό. Ο εξεταζόμενος υποχρεούται να ~εί τις απαντήσεις του. ~ησε πλήρως τη στάση του. Η τυχόν αποδοχή ή απόρριψη της ένστασης ~είται σαφώς. Πβ. δικαιολογώ, επεξηγώ. Βλ. -λογώ. ● βλ. αιτιολογημένος [< μτγν. αἰτιολογῶ, γαλλ. motiver]
1497αιτιοπαθογένεια[αἰτιοπαθογένεια] αι-τι-ο-πα-θο-γέ-νει-α ουσ. (θηλ.) & αιτιοπαθογένεση: ΙΑΤΡ. το σύνολο των αιτίων που οδηγούν σε παθολογικές καταστάσεις: ~ των μαθησιακών διαταραχών/της παχυσαρκίας/ενός συνδρόμου. ~ και θεραπεία της νόσου.
1498αίτιος[αἴτιος] αί-τι-ος ουσ. (αρσ.) (+ γεν./για): πρόσωπο που φέρει την ευθύνη για κάτι συνήθ. αρνητικό, δυσάρεστο: ο ~ της καταστροφής/του πολέμου/της συμφοράς/της τραγωδίας. ~ για το λάθος/όλα (ΣΥΝ. υπεύθυνος, φταίχτης). Όποιος και αν ήταν ο κύριος ~, θα τιμωρηθεί παραδειγματικά. Πβ. υπ~. Βλ. αν~, πρωτ~, συν~. [< αρχ. αἴτιος]
1500αιτιώδης, ης, ες [αἰτιώδης] αι-τι-ώ-δης επίθ. {αιτιώδ-ους | -εις (ουδ. -η), -ών} (λόγ.): που περιέχει την αιτία ενός πράγματος: ~ης: παράγοντας. ~ης: αρχή.|| (ΝΟΜ.) ~ης: δικαιοπραξία. Βλ. -ώδης. ΣΥΝ. αιτιακός ● επίρρ.: αιτιωδώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: αιτιώδης συνάφεια: ΝΟΜ. η σχέση ανάμεσα στη ζημία και το γεγονός που την προκάλεσε: απόδειξη/εξακρίβωση της ~ους ~ας. [< γερμ. Kausalzusammenhang] , αιτιώδης σχέση: σχέση αιτίας και αποτελέσματος: ~ ~ γεγονότων/καταστάσεων/μεταβλητών/φαινομένων. Διερεύνηση/ερμηνεία της/ύπαρξη ~ους ~ης. Υφίσταται ~ ~ ανάμεσα σε ... [< αγγλ. causal relationship] [< μτγν. αἰτιώδης, γαλλ. causal]
1501αιτιώμαι[αἰτιῶμαι] αι-τι-ώ-μαι ρ. (μτβ.) {αιτι-άται, -ώμενος, μόνο στον ενεστ.} (επίσ.): θεωρώ, κατηγορώ κάποιον/κάτι ως υπεύθυνο για κάτι δυσάρεστο, μέμφομαι: Ο προσφεύγων ~άται ότι υπήρξε θύμα εκμετάλλευσης. Τα πλημμελή μέτρα ασφαλείας ~ώνται οι εμπειρογνώμονες για το ατύχημα. [< αρχ. αἰτιῶμαι]
1502αϊτο-βλ. αετο-
1503αϊτόςβλ. αετός
1504αιτούμαιβλ. αιτώ
1505αϊτοφωλιάβλ. αετοφωλιά
1506αιτώ[αἰτῶ] αι-τώ ρ. (μτβ.) {αιτ-είς ...| αιτ-ούμαι, αιτ-ήθηκε, αιτ-ών, -ούμενος, κυρ. μεσοπαθ.} (επίσ.): αξιώνω, ζητώ: ~ άδεια παραμονής/άσυλο/χάρη. (+αιτ.) ~ούμαι ακρόαση/αποζημίωση/σύνταξη/τριήμερη αναρρωτική άδεια. (σπάν.-λόγ.+γεν.) ~ούμαι επιδόματος/υποτροφίας/χρηματοδότησης. ~είται να του δοθεί επιχορήγηση. ~ήθηκε την παρουσία εισαγγελέων. Πβ. απ~. Βλ. παρ~. ● Μτχ.: αιτούμενος , η, ο 1. (για πρόσ.) που ζητά κάτι: ο ~ την έκδοση διαβατηρίου.|| (ως ουσ.) Ο ~ συμπληρώνει και υπογράφει την αίτηση. Φωτοτυπία ταυτότητας του ~ένου. 2. που ζητείται: ο ~ αριθμός (αντιτύπων). Η ~η επιχορήγηση. Το ~ο δάνειο/ποσό. Βλ. απ~.|| (ως ουσ.) Το ~ο δεν είναι να καταλογίσουμε ευθύνες. Η εξασφάλιση των δικαιωμάτων των παιδιών είναι ένα διαρκές ~ο. Πβ. ζητούμενο. [< αρχ. αἰτῶ]
1507Αιτωλοακαρνάνας[Αἰτωλοακαρνάνας] Αι-τω-λο-α-καρ-νά-νας επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής την Αιτωλοακαρνανία.
1508αιτών, ούσα, ούν [αἰτῶν] αι-τών επίθ.: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. που ζητά κάτι, συνήθ. με αίτησή του: ~ών: οργανισμός. ~ούσα: Αρχή/εταιρεία/υπηρεσία/χώρα. ~ούν: δικαστήριο/κράτος. ● Ουσ.: αιτών, αιτούσα (ο/η): πρόσωπο ή φορέας που αιτείται κάτι: ο ~ απασχόληση/άσυλο (πβ. αιτούμενος). Στοιχεία/υπεύθυνη δήλωση ~ούντος. Οι ~ούντες θα πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα κριτήρια ... Ο Αιτών/Η Αιτούσα (: σε έντυπο αίτησης πριν από την υπογραφή εκείνου που αιτεί). Βλ. βεβαιών, δηλών, υπογράφων. [< αρχ. αἰτῶν, γαλλ. réquerant]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.