| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 1494 | αιτιολογία | [αἰτιολογία] αι-τι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): εξήγηση των αιτίων, αιτιολόγηση ή η ίδια η αιτία: αντιφατική/ελλιπής/επαρκής/εσφαλμένη/πειστική ~. Η ~ (= το αιτιολογικό) μιας δικαστικής απόφασης/διοικητικής πράξης. Βλ. δικαιολογία.|| (ΙΑΤΡ., το σύνολο των αιτίων μιας ασθένειας) Γενετική/νευρολογική/ψυχολογική ~. ~ και πρόληψη. Νεανική οστεοπόρωση άγνωστης (ή αγνώστου) ~ας. Καρκίνος ιογενούς ~ας. Βλ. -λογία. ● ΦΡ.: με την αιτιολογία/με το αιτιολογικό (+ ότι/του): προβάλλοντας ως αιτία, λόγω: Η αίτησή του απορρίφθηκε ~ ~ ότι ... Κλήθηκε σε απολογία ~ ~ της απρεπούς συμπεριφοράς. Βλ. με το σκεπτικό. [< αρχ. αἰτιολογία, γαλλ. étiologie, αγγλ. (a)etiology] | |
| 1495 | αιτιολογικός | , ή, ό [αἰτιολογικός] αι-τι-ο-λο-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τα αίτια κατάστασης, ενέργειας, φαινομένου: ~ός: μηχανισμός/παράγοντας. ~ή: ανάλυση/βάση/έκθεση/θεραπεία/κρίση/σύνδεση/σχέση. ~ό: έγγραφο/στοιχείο. Πβ. αιτιώδης.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ός: σύνδεσμος (: που εισάγει αιτιολογική πρόταση, π.χ. γιατί, επειδή). ● Ουσ.: αιτιολογικό (το): ΝΟΜ. σκεπτικό στο οποίο στηρίζεται απόφαση δικαστηρίου και γενικότ. παρουσίαση των λόγων που οδήγησαν σε πράξη ή απόφαση, αιτιολογία: επίσημο ~. Το ~ της αγωγής/αίτησης. Καταγράφω/παραθέτω/υποβάλλω το ~. Απολύθηκε χωρίς ~. Βλ. διατακτικό. ● επίρρ.: αιτιολογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: αιτιολογική μετοχή: ΓΡΑΜΜ. που δηλώνει αιτία: Θέλοντας (= επειδή ήθελε) να τον αποφύγει, άλλαξε δρόμο., αιτιολογική πρόταση: ΓΡΑΜΜ. δευτερεύουσα η οποία δηλώνει την αιτία της ενέργειας που εκφράζει το ρήμα της κύριας πρότασης: λ.χ. πικράθηκε, επειδή τον εγκατέλειψε. ● ΦΡ.: με την αιτιολογία/με το αιτιολογικό βλ. αιτιολογία [< μτγν. αἰτιολογικός, αγγλ. (a)etiologic(al), γαλλ. étiologique] | |
| 1496 | αιτιολογώ | [αἰτιολογῶ] αι-τι-ο-λο-γώ ρ. (μτβ.) {αιτιολογ-είς ..., -ώντας | αιτιολόγ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, (σπάν.) -ούμενος, -ημένος}: εξηγώ τις αιτίες, τους λόγους, συχνά με στόχο την απόδειξη της ορθότητας, τεκμηριώνω: ~ ένα αίτημα/μια απόφαση/μια άποψη/έναν ισχυρισμό/μια πράξη/μια πρόταση/έναν χαρακτηρισμό. Ο εξεταζόμενος υποχρεούται να ~εί τις απαντήσεις του. ~ησε πλήρως τη στάση του. Η τυχόν αποδοχή ή απόρριψη της ένστασης ~είται σαφώς. Πβ. δικαιολογώ, επεξηγώ. Βλ. -λογώ. ● βλ. αιτιολογημένος [< μτγν. αἰτιολογῶ, γαλλ. motiver] | |
| 1497 | αιτιοπαθογένεια | [αἰτιοπαθογένεια] αι-τι-ο-πα-θο-γέ-νει-α ουσ. (θηλ.) & αιτιοπαθογένεση: ΙΑΤΡ. το σύνολο των αιτίων που οδηγούν σε παθολογικές καταστάσεις: ~ των μαθησιακών διαταραχών/της παχυσαρκίας/ενός συνδρόμου. ~ και θεραπεία της νόσου. | |
| 1498 | αίτιος | [αἴτιος] αί-τι-ος ουσ. (αρσ.) (+ γεν./για): πρόσωπο που φέρει την ευθύνη για κάτι συνήθ. αρνητικό, δυσάρεστο: ο ~ της καταστροφής/του πολέμου/της συμφοράς/της τραγωδίας. ~ για το λάθος/όλα (ΣΥΝ. υπεύθυνος, φταίχτης). Όποιος και αν ήταν ο κύριος ~, θα τιμωρηθεί παραδειγματικά. Πβ. υπ~. Βλ. αν~, πρωτ~, συν~. [< αρχ. αἴτιος] | |
| 1500 | αιτιώδης | , ης, ες [αἰτιώδης] αι-τι-ώ-δης επίθ. {αιτιώδ-ους | -εις (ουδ. -η), -ών} (λόγ.): που περιέχει την αιτία ενός πράγματος: ~ης: παράγοντας. ~ης: αρχή.|| (ΝΟΜ.) ~ης: δικαιοπραξία. Βλ. -ώδης. ΣΥΝ. αιτιακός ● επίρρ.: αιτιωδώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: αιτιώδης συνάφεια: ΝΟΜ. η σχέση ανάμεσα στη ζημία και το γεγονός που την προκάλεσε: απόδειξη/εξακρίβωση της ~ους ~ας. [< γερμ. Kausalzusammenhang] , αιτιώδης σχέση: σχέση αιτίας και αποτελέσματος: ~ ~ γεγονότων/καταστάσεων/μεταβλητών/φαινομένων. Διερεύνηση/ερμηνεία της/ύπαρξη ~ους ~ης. Υφίσταται ~ ~ ανάμεσα σε ... [< αγγλ. causal relationship] [< μτγν. αἰτιώδης, γαλλ. causal] | |
| 1501 | αιτιώμαι | [αἰτιῶμαι] αι-τι-ώ-μαι ρ. (μτβ.) {αιτι-άται, -ώμενος, μόνο στον ενεστ.} (επίσ.): θεωρώ, κατηγορώ κάποιον/κάτι ως υπεύθυνο για κάτι δυσάρεστο, μέμφομαι: Ο προσφεύγων ~άται ότι υπήρξε θύμα εκμετάλλευσης. Τα πλημμελή μέτρα ασφαλείας ~ώνται οι εμπειρογνώμονες για το ατύχημα. [< αρχ. αἰτιῶμαι] | |
| 1502 | αϊτο- | βλ. αετο- | |
| 1503 | αϊτός | βλ. αετός | |
| 1504 | αιτούμαι | βλ. αιτώ | |
| 1505 | αϊτοφωλιά | βλ. αετοφωλιά | |
| 1506 | αιτώ | [αἰτῶ] αι-τώ ρ. (μτβ.) {αιτ-είς ...| αιτ-ούμαι, αιτ-ήθηκε, αιτ-ών, -ούμενος, κυρ. μεσοπαθ.} (επίσ.): αξιώνω, ζητώ: ~ άδεια παραμονής/άσυλο/χάρη. (+αιτ.) ~ούμαι ακρόαση/αποζημίωση/σύνταξη/τριήμερη αναρρωτική άδεια. (σπάν.-λόγ.+γεν.) ~ούμαι επιδόματος/υποτροφίας/χρηματοδότησης. ~είται να του δοθεί επιχορήγηση. ~ήθηκε την παρουσία εισαγγελέων. Πβ. απ~. Βλ. παρ~. ● Μτχ.: αιτούμενος , η, ο 1. (για πρόσ.) που ζητά κάτι: ο ~ την έκδοση διαβατηρίου.|| (ως ουσ.) Ο ~ συμπληρώνει και υπογράφει την αίτηση. Φωτοτυπία ταυτότητας του ~ένου. 2. που ζητείται: ο ~ αριθμός (αντιτύπων). Η ~η επιχορήγηση. Το ~ο δάνειο/ποσό. Βλ. απ~.|| (ως ουσ.) Το ~ο δεν είναι να καταλογίσουμε ευθύνες. Η εξασφάλιση των δικαιωμάτων των παιδιών είναι ένα διαρκές ~ο. Πβ. ζητούμενο. [< αρχ. αἰτῶ] | |
| 1507 | Αιτωλοακαρνάνας | [Αἰτωλοακαρνάνας] Αι-τω-λο-α-καρ-νά-νας επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής την Αιτωλοακαρνανία. | |
| 1508 | αιτών | , ούσα, ούν [αἰτῶν] αι-τών επίθ.: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. που ζητά κάτι, συνήθ. με αίτησή του: ~ών: οργανισμός. ~ούσα: Αρχή/εταιρεία/υπηρεσία/χώρα. ~ούν: δικαστήριο/κράτος. ● Ουσ.: αιτών, αιτούσα (ο/η): πρόσωπο ή φορέας που αιτείται κάτι: ο ~ απασχόληση/άσυλο (πβ. αιτούμενος). Στοιχεία/υπεύθυνη δήλωση ~ούντος. Οι ~ούντες θα πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα κριτήρια ... Ο Αιτών/Η Αιτούσα (: σε έντυπο αίτησης πριν από την υπογραφή εκείνου που αιτεί). Βλ. βεβαιών, δηλών, υπογράφων. [< αρχ. αἰτῶν, γαλλ. réquerant] | |
| 1509 | αίφνης | [αἴφνης] αίφ-νης επίρρ. (λόγ.) 1. ξαφνικά: ~ όλα άλλαξαν. Εκεί που πήγαιναν όλα καλά, ~ προέκυψε κι άλλο πρόβλημα. Πβ. εξ~, ξάφνου. 2. (σπάν. για τυχαία επιλογή) ας πούμε, για παράδειγμα. [< αρχ. αἴφνης] | |
| 1510 | αιφνιδιάζω | [αἰφνιδιάζω] αιφ-νι-δι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {αιφνιδία-σα, -σει, -στηκα, -στεί, -σμένος, αιφνιδιάζ-οντας}: ξαφνιάζω, εκπλήσσω, αφαιρώ από κάποιον τη δυνατότητα να αντιδράσει, ενεργώντας αναπάντεχα: ~ τον αντίπαλο. ~ κάποιον ευχάριστα/δυσάρεστα. Το τέλος του βιβλίου ~ει τον αναγνώστη. Η παραίτησή του ~σε τους πάντες. Αναρχικοί επιτέθηκαν ~οντας (= καταλαμβάνοντας εξαπίνης) τους αστυνομικούς. ~στηκε από την απόφαση του δικαστηρίου. ~σμένος από την ερώτηση του δημοσιογράφου. [< μτγν. αἰφνιδιάζω] | |
| 1511 | αιφνιδιασμός | [αἰφνιδιασμός] αιφ-νι-δι-α-σμός ουσ. (αρσ.): απροσδόκητη ενέργεια που ξαφνιάζει και προκαλεί αδυναμία αποτελεσματικής αντίδρασης· ειδικότ. επιθετική ενέργεια που εκδηλώνεται ξαφνικά: εκλογικός/κυβερνητικός/πολιτικός ~. Απόπειρα/τακτική ~ού. ~ της τελευταίας στιγμής. (Α)πέτυχε ο ~. Επιχειρώ/σχεδιάζω ~ό. Έχασε το πλεονέκτημα του ~ού. Χωρίς ~ούς. Πβ. κατάπληξη, ξάφνιασμα.|| (ΣΤΡΑΤ.) Στρατηγικός/τακτικός ~. ~ εχθρού/στρατού. Τροπή σε φυγή μετά τον ~ό.|| (σε ομαδικά αθλήματα, κυρ. ποδόσφαιρο, μπάσκετ) ~ της αντίπαλης άμυνας. Γκολ/καλάθι/κάρφωμα στον ~ό. Η ομάδα/ο παίκτης έφυγε στον ~ό. [< μεσν. αιφνιδιασμός] | |
| 1512 | αιφνιδιαστικός | , ή, ό [αἰφνιδιαστικός] αιφ-νι-δι-α-στι-κός επίθ.: που αιφνιδιάζει: ~ός: έλεγχος (της εφορίας). ~ή: απομάκρυνση (του διοικητή)/απόφαση/εμφάνιση/επίθεση/επίσκεψη/έρευνα/κίνηση/πρόταση. ~ό: ταξίδι/χτύπημα. Με ~ό τρόπο. ΣΥΝ. αιφνίδιος, ξαφνικός ● επίρρ.: αιφνιδιαστικά & (λόγ.) -ώς [ῶς] | |
| 1513 | αιφνίδιος | , α, ο [αἰφνίδιος] αιφ-νί-δι-ος επίθ. (επίσ.): αναπάντεχος, απροσδόκητος: ~ος: θάνατος. ~α: αλλαγή (του καιρού)/αποχώρηση/επιδείνωση (της υγείας)/παραίτηση. ΣΥΝ. αιφνιδιαστικός, ξαφνικός ● επίρρ.: αιφνίδια & (λόγ.) αιφνιδίως [< αρχ. αἰφνίδιος] | |
| 1514 | άιφον | [ἄιφον] ά-ι-φον ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & άι-φον & iPhone: ΤΕΧΝΟΛ. είδος πολυτηλεφώνου. Βλ. άιποντ. [< αγγλ. εμπορ. ονομασ. iPhone, 2007] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ