| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 24027 | κατοστάρικο | κα-το-στά-ρι-κο ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) εκατοστάρικο (προφ.) 1. χαρτονόμισμα αξίας εκατό ευρώ: Μου κόστισε δύο ~α (= διακόσια ευρώ). Βλ. εικοσ-, πενηντ-άρικο. ΣΥΝ. εκατόευρο, κατοστάευρο 2. (παλαιότ.) κέρμα ή χαρτονόμισμα αξίας εκατό δραχμών. ● Υποκ.: κατοσταρικάκι (το) | |
| 24028 | κατοστή | βλ. εκατοστή | |
| 24029 | κατοστίζω | βλ. εκατοστίζω | |
| 24030 | κάτου | βλ. κάτω | |
| 24031 | κατουράω | βλ. κατουρώ | |
| 24032 | κατούρημα | κα-τού-ρη-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): ούρηση· η αντίστοιχη ανάγκη: Πάει για ~ (= πιπί, τσίσα). (εμφατ.) Δεν έχει χρόνο ούτε για ~!|| Τον έπιασε ~. [< μεσν. κατούρημα] | |
| 24033 | κατουρλής & κατρουλής | κα-τουρ-λής ουσ. (αρσ.) {θηλ. κατουρλού κ. κατρουλού} (προφ.) 1. (κυρ. για μωρό ή παιδί) που κατουριέται πάνω του ή κατουρά συχνά. 2. (μτφ.-μειωτ.) δειλός, φοβητσιάρης. Πβ. χέστης. Βλ. -λής. [< μεσν. κατουρλής] | |
| 24034 | κατουρλίλα | βλ. κατρουλίλ | |
| 24035 | κατουρλιό | βλ. κατρουλιό | |
| 24036 | κάτουρο | κά-του-ρο ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. ούρα. Πβ. κατρουλιό, τσίσα. 2. (μτφ.) νερό, ποτό ή αναψυκτικό που δεν είναι πια δροσερό και δεν πίνεται ευχάριστα. [< μεσν. κάτουρον] | |
| 24037 | κατουρώ | [κατουρῶ] κα-του-ρώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κατουρ-ά κ. -άει κ. (σπανιότ.) -εί | κατούρ-ησα, -ιέμαι, -ήθηκα, -ημένος, -ώντας} & κατουράω (προφ.) 1. ουρώ: Θέλει/πήγε να ~ήσει.|| (για παιδί) ~ησε το κρεβατάκι του (= έβρεξε). 2. (μτφ.) αδιαφορώ, περιφρονώ: Δεν μας ~άς (= άσε μας ήσυχους, παράτα μας)! Κατούρα τους! ΣΥΝ. χέζω (4) ● Παθ.: κατουριέμαι 1. νιώθω την ανάγκη να ουρήσω. 2. {συνήθ. στον αόρ.} (+ από, μτφ.-εμφατ.) για να δηλωθεί συναίσθημα που βιώνεται πολύ έντονα: ~ήθηκα από τη συγκίνηση/τον φόβο/τη χαρά μου (= συγκινήθηκα, φοβήθηκα, χάρηκα πάρα πολύ). Έχει ~ηθεί από τα/στα γέλια (= ξεκαρδίστηκε). Πβ. τα κάνω πάνω μου. ● ΦΡ.: δεν ξέρει από πού κατουράει η κότα βλ. κότα, κατουρώ/ξερνώ αίμα βλ. αίμα, όποιος χέζει/κατουράει στη θάλασσα, το βρίσκει στ' αλάτι βλ. χέζω, στο/σε πηγάδι κατούρησα; βλ. πηγάδι, φιλάει κατουρημένες ποδιές βλ. ποδιά [< 1: αρχ. κατουρῶ] | |
| 24039 | κατοχή | κα-το-χή ουσ. (θηλ.) 1. ιδιοκτησία, κτήση, κυριότητα: νόμιμη/παράνομη ~. ~ άδειας/ακινήτων/μετοχών. Άνιση ~ πλούτου (βλ. κατανομή). (ΝΟΜ.) Νομή και ~. Έχει στην ~ του πολλά κεφάλαια.|| ~ πληροφοριών/προσόντων. Τα έγγραφα βρέθηκαν/περιήλθαν στην ~ του.|| Σύλληψη για ~ ναρκωτικών. Βλ. οπλο~.|| (ΑΘΛ., για παίκτη ή ομάδα) Πήρε την ~ της μπάλας. 2. ΣΤΡΑΤ. κατάληψη κράτους ή τμήματός του από εχθρικά στρατεύματα, προσωρινή κυριαρχία σε αυτό: διεθνής/μερική/πλήρης/στυγνή ~. ~ εδαφών. Δυνάμεις/στρατός ~ής. Μια χώρα τελεί υπό ξένη ~. Έθεσαν υπό την ~ τους την ... Το νησί πέρασε στην ~ των ...|| (προφ.) Αντέξαμε σε πολέμους και ~ές. 3. (μτφ.) γνώση σε βάθος: ~ της αλήθειας.|| ~ μιας γλώσσας σε υψηλό επίπεδο. ~ της μάθησης/τεχνογνωσίας. Βλ. κατάκτηση. ● ΣΥΜΠΛ.: (Γερμανική) Κατοχή: ΙΣΤ. η περίοδος 1941-1944, κατά την οποία οι Γερμανοί (και οι δυνάμεις του Άξονα) είχαν καταλάβει την Ελλάδα· γενικότ. η αντίστοιχη περίοδος στην Ευρώπη. Βλ. (Εθνική) Αντίσταση, Δεκεμβριανά, Εμφύλιος.|| Απελευθέρωση από τη Γερμανική ~., κατοχικό σύνδρομο βλ. κατοχικός [< 1: μτγν. κατοχή, γαλλ. possession 2: γαλλ. occupation] | |
| 24040 | κατοχικός | , ή, ό κα-το-χι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη στρατιωτική κατοχή περιοχής ή χώρας· ειδικότ. που αναφέρεται στη Γερμανική Κατοχή: ~ή: κυβέρνηση (βλ. κουίσλινγκ). ~ό: καθεστώς (βλ. ψευδοκράτος). ~ά: στρατεύματα.|| Ο ~ χειμώνας 1941-42. Τα ~ά χρόνια. Βλ. μετα~. ● ΣΥΜΠΛ.: κατοχικό σύνδρομο & σύνδρομο της Κατοχής: τάση, κυρ. όσων έζησαν στην Κατοχή, να καταναλώνουν ή να αποθηκεύουν μεγάλες ποσότητες αγαθών, συνήθ. τροφίμων, από φόβο μήπως τα στερηθούν μελλοντικά. | |
| 24041 | κάτοχος | κά-το-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (επίσ.) 1. αυτός που έχει στην κατοχή του κάτι: νόμιμος/προηγούμενος (= προ~) ~. ~ εκτάσεων γης/ομολόγων. (ΝΟΜ.) ~ και δικαιούχος περιουσιακών στοιχείων. ΣΥΝ. ιδιοκτήτης, κτήτορας, κύριος. Βλ. συγ~.|| ~ άδειας εργασίας/εισιτηρίου διαρκείας. Το όνομα του κατόχου της κάρτας.|| ~ του Νόμπελ λογοτεχνίας/παγκοσμίου ρεκόρ/πτυχίου ΑΕΙ. 2. (μτφ.) πολύ καλός γνώστης: ~ ξένης γλώσσας. ~οι της τέχνης του μαρμάρου. [< μτγν. κάτοχος] | |
| 24042 | κατοχυρώνω | κα-το-χυ-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {κατοχύρω-σε, κατοχυρώ-θηκε, -θεί, κατοχυρών-οντας, κατοχυρω-μένος} (απαιτ. λεξιλόγ.): διασφαλίζω, εξασφαλίζω κάτι από διεκδίκηση τρίτου ή καταπάτηση: Το Σύνταγμα ~ει το απαραβίαστο της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής. Η ελεύθερη πρόσβαση στο διαδίκτυο έχει ~θεί νομοθετικά. ~μένες: εφευρέσεις (βλ. δίπλωμα ευρεσιτεχνίας). ~μένα: αγαθά (πβ. κεκτημένα)/πνευματικά δικαιώματα. Πβ. προ-στατεύω, -φυλάσσω. ● Παθ.: κατοχυρώνεται (μτφ.): αναγνωρίζεται, καταξιώνεται: Βραβείο που έχει ~θεί στη συνείδηση του κόσμου ως έγκυρο. [< μεσν. κατοχυρώνω] | |
| 24043 | κατοχύρωση | κα-το-χύ-ρω-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κατοχυρώνω: θεσμική/νομική/οικονομική/συνταγματική ~. ~ εμπορικών σημάτων και λογοτύπων/πατέντας/πνευματικών δικαιωμάτων (βλ. κοπιράιτ).|| ~ βαθμολογίας.|| Επαγγελματική ~ πτυχιούχων. Πβ. δι-, εξ-ασφάλιση, προστασία. [< μεσν. κατοχύρωσις] | |
| 24044 | κάτοψη | κά-το-ψη ουσ. (θηλ.): ΑΡΧΙΤ. σχεδιάγραμμα που απεικονίζει σε οριζόντια τομή κτίσμα ή κατασκευή, όπως θα φαινόταν αν τα παρατηρούσε κάποιος από ψηλά: ~ ακινήτου/εκθεσιακού χώρου/κτιρίου/οικοδομής. Μουσείο/σχολείο σε ~. ~όψεις κατοικιών. Βλ. μακέτα, όψη. [< μτγν. κάτοψις] | |
| 24045 | κατρακύλα | κα-τρα-κύ-λα ουσ. (θηλ.) & κατρακύλισμα (το) & (σπάν.) κατρακύλημα (το) (προφ.): πορεία προς το χειρότερο, πτώση: δημοσκοπική/εκλογική/χρηματιστηριακή ~. Συνεχίζεται η ~ των τιμών του πετρελαίου. Πβ. κατολίσθηση.|| Η ομάδα έχει πάρει την ~ (= τον κατήφορο, την κατιούσα, την κάτω βόλτα).|| Ηθική ~ της εποχής (= κατάπτωση, ξεπεσμός, παρακμή). | |
| 24046 | κατρακυλώ | [κατρακυλῶ] κα-τρα-κυ-λώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κατρακύλ-ησα, -ώντας} & κατρακυλάω (προφ.) 1. (μτφ.) σημειώνω κάμψη, ακολουθώ καθοδική πορεία: ~ούν οι δείκτες στις ξένες χρηματιστηριακές αγορές/οι πωλήσεις/οι τιμές (= κατολισθαίνουν).|| (κυρ. για αθλητική ομάδα) Από την πρώτη θέση ~ησαν στην έκτη (= κατέβηκαν, υποβιβάστηκαν).|| ~ησε στα ναρκωτικά (= έπεσε). 2. κυλώ απότομα σε επικλινή επιφάνεια: ~ησε (σ)τις σκάλες (= κουτρουβάλησε). [< μεσν. κατρακυλώ] | |
| 24047 | κατράμι | κα-τρά-μι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. (μτφ.) κατάμαυρος: ρούχα μαύρα (σαν) ~. Το πρόσωπό του ήταν ~ απ' τον καπνό. 2. πίσσα από ρητινούχα ξύλα. [< μεσν. κατράμι < ιταλ. catrame] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ