| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 24015 | κατοπτρικός | , ή, ό κα-το-πτρι-κός επίθ. 1. ΟΠΤ. που σχετίζεται με το κάτοπτρο: ~ός: φακός. ~ό: τηλεσκόπιο (: χρησιμοποιεί κοίλο παραβολικό κάτοπτρο). Βλ. διαθλαστ-, διοπτρ-ικός.|| (ΦΥΣ.) ~ή: ανάκλαση. 2. που κατοπτρίζει ή κατοπτρίζεται: ~ή: επιφάνεια.|| ~ή: εικόνα. ~ό: είδωλο. ● ΣΥΜΠΛ.: κατοπτρική γραφή: στην οποία τα γράμματα έχουν αντίθετη φορά, ώστε να αναγνωρίζονται μόνο μέσω καθρέφτη: η ~ ~ ως κρυπτογραφική μέθοδος/σύμπτωμα δυσλεξίας (π.χ. ε αντί 3). Χρήση της ~ής ~ής στα ασθενοφόρα (: ώστε η λ. ΑΣΘΕΝΟΦΟΡΟ να μπορεί να διαβαστεί από τους οδηγούς των προπορευόμενων οχημάτων, κοιτάζοντάς την μέσα από τον καθρέφτη τους)., κατοπτρικοί νευρώνες βλ. νευρώνες [< μτγν. κατοπτρικός ‘σχετικός με τον καθρέπτη’, γαλλ. catoptrique, αγγλ. catoptric] | |
| 24016 | κατοπτρισμός | κα-το-πτρι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. (λόγ.) αντικατοπτρισμός. Βλ. -ισμός. 2. ΠΛΗΡΟΦ. αντιγραφή δεδομένων σε περισσότερους από έναν σκληρούς δίσκους, με σκοπό την αποτροπή της απώλειάς τους σε περίπτωση βλάβης. Πβ. μπακ-απ. [< 2: αγγλ. mirroring] | |
| 24017 | κάτοπτρο | κά-το-πτρο ουσ. (ουδ.) {κατόπτρου} 1. ΟΠΤ. κάθε λεία και γυαλιστερή επιφάνεια που αντανακλά το φως και αντικατοπτρίζει τις εικόνες (είδωλα) προσώπων και πραγμάτων: κοίλο/κυρτό/πολυεδρικό ~. Ηλιακό ~. Το ~ του τηλεσκοπίου. Πβ. ανακλαστήρας, γυαλί. 2. (λόγ.) καθρέφτης. Βλ. -τρο. ● ΣΥΜΠΛ.: δορυφορικό πιάτο βλ. πιάτο, κατοπτρικοί νευρώνες βλ. νευρώνες [< 2: αρχ. κάτοπτρον] | |
| 24018 | κατόρθωμα | κα-τόρ-θω-μα ουσ. (ουδ.) {κατορθώμ-ατος | -ατα}: επίτευγμα: μεγάλο επιστημονικό/τεχνολογικό ~. Πβ. επιτυχία.|| (ειρων.) Σιγά το ~! Όλοι γελάνε με τα ~ατά του (= γκάφες, καμώματα). ΣΥΝ. άθλος ● κατορθώματα (τα): ανδραγαθήματα: ηρωικά/ναυτικά/στρατιωτικά ~. [< αρχ. κατόρθωμα] | |
| 24019 | κατορθώνω | κα-τορ-θώ-νω ρ. (μτβ.) {κατόρθω-σα, κατορθώ-σει, -θηκε, κατορθών-οντας}: πετυχαίνω, πραγματοποιώ τον στόχο μου, ύστερα από πολλή προσπάθεια: ~σε να κερδίσει το χρυσό στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Δεν έχει ~σει τίποτα στην ζωή του (: είναι αποτυχημένος). Κατέκτησε την κορυφή, ~οντας να ανανεώσει την τέχνη του χορού. Πβ. καταφέρνω. ΑΝΤ. αποτυγχάνω ● ΦΡ.: κατορθώνει το ακατόρθωτο: επιτυγχάνει κάτι που θεωρείται ανέφικτο. [< αρχ. κατορθῶ, μεσν. κατορθώνω] | |
| 24020 | κατορθωτός | , ή, ό κα-τορ-θω-τός επίθ.: που μπορεί να κατορθωθεί: Είναι δύσκολα/δεν φαίνεται ~ή η επίτευξη συμφωνίας. Δεν έγινε ~ό να ... Πβ. δυνα-, εφικ-τός, επιτεύξ-, πραγματοποιήσ-ιμος. ΑΝΤ. ακατόρθωτος | |
| 24021 | κατοστάευρο | κα-το-στά-ευ-ρο ουσ. (ουδ.) (προφ.): χαρτονόμισμα των εκατό ευρώ. ΣΥΝ. εκατόευρο, κατοστάρικο (1) | |
| 24022 | κατοστάρα | κα-το-στά-ρα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) εκατοστάρα (προφ.) 1. ποσό ή μέγεθος ίσο με εκατό μονάδες: Πλήρωσα καμιά ~ ευρώ. Πβ. κατοστάρι, κατοστάρικο. Βλ. -άρης, -άρα, -άρι.|| (ως επίθ.) ~ μηχανή (: εκατό κυβικών). ~ λάμπα (: ισχύος εκατό βατ). 2. (στο μπάσκετ) οι εκατό, τουλάχιστον, πόντοι που πετυχαίνει ή δέχεται μια ομάδα. | |
| 24023 | κατοσταράκι | κα-το-στα-ρά-κι ουσ. (ουδ.) (κυρ. παλαιότ.-λαϊκό): δοχείο ούζου ή σπανιότ. κρασιού, με περιεκτικότητα εκατό δράμια. Πβ. κατοστάρι. | |
| 24024 | κατοστάρης | κα-το-στά-ρης ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) εκατοστάρης (προφ.) 1. δρομέας των εκατό μέτρων. Πβ. σπρίντερ. Βλ. διακοσ-, τετρακοσ-άρης. 2. (σε ομαδικά αθλήματα, π.χ. μπάσκετ ή ποδόσφαιρο) αθλητής που έχει συμπληρώσει εκατό συμμετοχές με την Εθνική Ομάδα της χώρας του. | |
| 24025 | κατοστάρι | κα-το-στά-ρι ουσ. (ουδ.) & εκατοστάρι (προφ.) 1. ΑΘΛ. (στον στίβο) αγώνας δρόμου ή (στην κολύμβηση) απόσταση εκατό μέτρων. Βλ. διακοσάρι. 2. για να δηλωθεί ποσότητα εκατό μονάδων. Πβ. κατοστάρα. Βλ. πενηντάρι. 3. κατοσταράκι. 4. κατοστάρικο. [< μεσν. εκατοστάριν 'βάρος εκατό δραμιών'] | |
| 24026 | κατοσταριά | & εκατοσταριά (προφ.) βλ. -αριά1 | |
| 24027 | κατοστάρικο | κα-το-στά-ρι-κο ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) εκατοστάρικο (προφ.) 1. χαρτονόμισμα αξίας εκατό ευρώ: Μου κόστισε δύο ~α (= διακόσια ευρώ). Βλ. εικοσ-, πενηντ-άρικο. ΣΥΝ. εκατόευρο, κατοστάευρο 2. (παλαιότ.) κέρμα ή χαρτονόμισμα αξίας εκατό δραχμών. ● Υποκ.: κατοσταρικάκι (το) | |
| 24028 | κατοστή | βλ. εκατοστή | |
| 24029 | κατοστίζω | βλ. εκατοστίζω | |
| 24030 | κάτου | βλ. κάτω | |
| 24031 | κατουράω | βλ. κατουρώ | |
| 24032 | κατούρημα | κα-τού-ρη-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): ούρηση· η αντίστοιχη ανάγκη: Πάει για ~ (= πιπί, τσίσα). (εμφατ.) Δεν έχει χρόνο ούτε για ~!|| Τον έπιασε ~. [< μεσν. κατούρημα] | |
| 24033 | κατουρλής & κατρουλής | κα-τουρ-λής ουσ. (αρσ.) {θηλ. κατουρλού κ. κατρουλού} (προφ.) 1. (κυρ. για μωρό ή παιδί) που κατουριέται πάνω του ή κατουρά συχνά. 2. (μτφ.-μειωτ.) δειλός, φοβητσιάρης. Πβ. χέστης. Βλ. -λής. [< μεσν. κατουρλής] | |
| 24034 | κατουρλίλα | βλ. κατρουλίλ |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ