Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [24800-24820]

IDΛήμμαΕρμηνεία
24048κατραπακιάκα-τρα-πα-κιά ουσ. (θηλ.) (προφ.) ΣΥΝ. καρπαζιά 1. (μτφ.) ισχυρό πλήγμα: Έφαγε γερή/δυνατή ~. Πβ. γροθιά, κόλαφος, χαστούκι, χτύπημα. 2. σφαλιάρα, φάπα: Του 'δωσε μια ~.
24049κατρουλίλακα-τρου-λί-λα ουσ. (θηλ.) & κατουρλίλα (προφ.): δυσοσμία ούρων. Βλ. -ίλα.
24050κατρουλιόκα-τρου-λιό ουσ. (ουδ.) & κατουρλιό (προφ.): κάτουρο.
24051κατςουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. είδος ελεύθερης πάλης στην οποία επιτρέπονται όλες σχεδόν οι λαβές και τα χτυπήματα (ακόμη και κάτω από τη μέση), με έντονο το στοιχείο του εντυπωσιασμού των θεατών: αμερικανικό ~. Πρωταθλητής του ~.|| (ειρων. για να δηλωθεί βίαιο, σκληρό παιχνίδι:) Ο αγώνας θύμιζε περισσότερο ~ παρά ποδόσφαιρο. [< γαλλ. catch, 1919 < αγγλ. catch-as-catch-can]
24052κατσαβίδικα-τσα-βί-δι ουσ. (ουδ.) {κατσαβιδιού}: ΤΕΧΝΟΛ. εργαλείο για (ξε)βίδωμα, που αποτελείται από λεπτό μεταλλικό άξονα με μακρόστενο το κάτω άκρο του, ώστε να εισχωρεί στην εγκοπή της βίδας, και κυλινδρική πλαστική λαβή στο άνω άκρο του: επαναφορτιζόμενο/ηλεκτρικό/κρουστικό/παλμικό ~. ~ σταυρός (= σταυροκατσάβιδο). Πβ. βιδολόγος, δραπανοκατσάβιδο, καρυδάκι, φιλιέρα. Βλ. κλειδί, μπλακεντέκερ.|| Διάρρηξη/επίθεση με ~. ● Υποκ.: κατσαβιδάκι (το) [< βεν. cazzavide, ιταλ. cacciavite]
24053κατσάβραχακα-τσά-βρα-χα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. κατσάβραχο} (προφ.): απόκρημνο, βραχώδες μέρος· (μτφ.-μειωτ.) ορεινή, απομακρυσμένη περιοχή: Περπατήσαμε μέσα/σκαρφαλώσαμε στα ~.|| Πήγαμε εκδρομή σε κάτι ~. Πβ. κατσικοχώρι.
24054κατσάδακα-τσά-δα ουσ. (θηλ.) (προφ.): επίπληξη, μάλωμα: Μου έβαλε/έριξε μια ~! Έφαγε γερή ~! Δεν γλίτωσαν την ~. Βλ. βρίσιμο, μπινελίκι. ΣΥΝ. κατσάδιασμα [< βεν. cazzada]
24055κατσαδιάζωκα-τσα-διά-ζω ρ. (μτβ.) {κατσάδια-σα, (σπάν.) κατσαδιά-στηκε} (προφ.): μαλώνω κάποιον, του φωνάζω, τον επιπλήττω. Πβ. αποπαίρνω, βάζω πόστα. Βλ. βρίζω, μπινελικώνω.
24056κατσάδιασμακα-τσά-δια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): κατσάδα.
24057κατσαπλιάςκα-τσα-πλιάς ουσ. (αρσ.) (κυρ. παλαιότ.-υβριστ.): κλέφτης, ληστής· αλήτης, απατεώνας. Βλ. -άς.
24058κατσαρίδακα-τσα-ρί-δα ουσ. (θηλ.) {κατσαρίδων}: ΖΩΟΛ. εξαιρετικά ανθεκτικό, κυρ. νυκτόβιο έντομο (γένος Blatta), με φτερά και γυαλιστερό σώμα ελλειπτικού σχήματος, που έχει χρώμα από ανοιχτό καφέ ή ερυθρό έως μαύρο, κινείται ταχύτατα και ορισμένα είδη του ζουν σε κτίρια και αποχετεύσεις: αμερικανική/ασιατική/γερμανική ~. Σιχαίνεται/φοβάται τις ~ες. Πρέπει να καθαρίσω το σπίτι γιατί θα πιάσουμε ~ες. Βλ. απολύμανση, κατσαριδοκτόνο. ● Υποκ.: κατσαριδούλα (η): ΣΥΝ. κατσαριδάκι (2) [< αρχ. κανθαρίς]
24059κατσαριδάκικα-τσα-ρι-δά-κι ουσ. (ουδ.) 1. (προφ., για αυτοκίνητο) σκαραβαίος. ΣΥΝ. σκαθάρι (3) 2. μικρή κατσαρίδα. ΣΥΝ. κατσαριδούλα
24060κατσαριδοκτόνοκα-τσα-ρι-δο-κτό-νο ουσ. (ουδ.): εντομοκτόνο για την καταπολέμηση κατσαρίδων και άλλων ερπόντων εντόμων. Βλ. πυρεθρίνη, -κτόνο.
24061κατσαρόλακα-τσα-ρό-λα ουσ. (θηλ.): κυκλικό, βαθύ, μεταλλικό μαγειρικό σκεύος με δύο λαβές και καπάκι· συνεκδ. ο αντίστοιχος τρόπος μαγειρέματος: ανοξείδωτη/αντικολλητική/μεγάλη/πυρίμαχη ~. ~ εμαγιέ. Κόλλησαν τα μακαρόνια στην ~. (σε συνταγές) Βάζετε το κοτόπουλο/βράζουμε το νερό σε (μια) ~. Πβ. τέντζερης. Βλ. καζάνι, μαρμίτα, χύτρα ταχύτητας.|| Ψητό (της) ~ας. Γεμιστά/μοσχαράκι στην ~ (βλ. φούρνος). ● Υποκ.: κατσαρολάκι & (λαϊκό) κατσαρόλι (το), κατσαρολίτσα (η) [< βεν. cazzarola]
24062κατσαρολικάκα-τσα-ρο-λι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. κατσαρολικό} (προφ.): σύνολο από μαγειρικά σκεύη, κυρ. κατσαρόλες και τηγάνια. Πβ. κουζινικά, τεντζερέδια. Βλ. γυαλ-, πιατ-ικά.
24063κατσαρομάλλης, α, ικο κα-τσα-ρο-μάλ-λης επίθ./ουσ.: σγουρομάλλης. Βλ. -μάλλης. ΣΥΝ. κατσαρός
24064κατσαρός, ή, ό κα-τσα-ρός επίθ.: (κυρ. για μαλλιά) κυματιστός ή με μπούκλες· (κατ' επέκτ.) που έχει κυματοειδή μορφή. Πβ. σπαστός, φριζέ. ΑΝΤ. ίσιος.|| ~ά: μαρούλια. ΣΥΝ. σγουρός ● Ουσ.: κατσαρός (ο), κατσαρή (η): κατσαρομάλλης. ● ΦΡ.: τρίχες κατσαρές βλ. τρίχα [< μεσν. κατσαρός]
24065κατσάρωμακα-τσά-ρω-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κατσαρώνω: το ~ των μαλλιών. Πβ. περμανάντ, φριζάρισμα. ΑΝΤ. ισιωτική.|| Κιτρίνισμα και ~ των φύλλων της ντομάτας (: από ιό). ΑΝΤ. ίσιωμα (1)
24066κατσαρώνωκα-τσα-ρώ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κατσάρω-σα, κατσαρώ-σω, -μένος, κατσαρών-οντας}: κάνω κάτι κατσαρό: Η υγρασία ~σε το χαρτί.|| Η κομμώτρια μου ~σε τα μαλλιά. Πβ. κρεπάρω, φριζάρω, σγουραίνω. ΑΝΤ. ισιώνω (1) ● κατσαρώνει: (για μαλλί) γίνεται κατσαρό: Έχω τόσο ίσιο μαλλί που δεν ~ με τίποτα.
24067κάτσεβλ. κάθομαι

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.