Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [24820-24840]

IDΛήμμαΕρμηνεία
24068κάτσειβλ. κάθομαι
24069κατσέρκα-τσέρ ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. αθλητής του κατς. Βλ. παλαιστής. [< γαλλ. catcheur, 1924]
24070κάτσερκά-τσερ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (στο μπέιζμπολ και το σόφτμπολ) παίκτης που βρίσκεται με λυγισμένα τα γόνατα απέναντι από τον πίτσερ και προσπαθεί να πιάσει με ένα μεγάλο γάντι την μπάλα που του πετά· η αντίστοιχη θέση στο γήπεδο. Βλ. μπάτερ. [< αγγλ. catcher]
24071κατσιάζωκα-τσιά-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κάτσια-σα, -σμένος} (προφ.): κάνω κάτι να ζαρώσει, του χαλώ τη μορφή· μαζεύω, συρρικνώνομαι: Σιγά με τα φιλιά, θα με ~σεις! Μου το ~σες το μαλλί!|| ~σαν τα ρούχα (: μπήκαν στο πλύσιμο). ~σμένα: φυτά (= μαραμένα). Πβ. σουφρώνω. [< μεσν. κατσιάζω]
24072κάτσιασμακά-τσια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): το αποτέλεσμα του κατσιάζω. Πβ. ζάρωμα, σούφρωμα.
24073κατσίβελος, κατσιβέλακα-τσί-βε-λος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (ιδιωμ.): τσιγγάνος, τσιγγάνα. [< μεσν. κατσίβελος]
24074κατσίκακα-τσί-κα ουσ. (θηλ.) 1. ΖΩΟΛ. μηρυκαστικό ζώο της τάξης των οπληφόρων (γένος Capra), με κέρατα και μακρύ ίσιο τρίχωμα· κυρ. το θηλυκό του· συνεκδ. το κρέας του ή το αντίστοιχο φαγητό: άσπρη/καφέ/μαύρη ~. Οικόσιτη ~. Γάλα (= κατσικίσιο)/κοπριά/μαλλί ~ας. Πβ. αίγα, αίγαγρος, γκιόσα, κρι-κρι, τράγος. Βλ. αγελάδα, αφθώδης πυρετός, βρουκέλλωση.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ με χυλοπίτες. ΣΥΝ. γίδα 2. (υβριστ.) δύστροπη γυναίκα. Βλ. γαϊδούρα, γουρούνα, δαμάλα, κάργια, κότα, φοράδα. ● Υποκ.: κατσικούλα (η) ● ΦΡ.: μασάει η κατσίκα ταραμά; βλ. ταραμάς [< μεσν. κατσίκα < κατσίκι]
24075κατσίκικα-τσί-κι ουσ. (ουδ.) {κατσικιού} 1. ΖΩΟΛ. νεαρή κατσίκα, γενικότ. κατσίκα· συνεκδ. το κρέας της ή το αντίστοιχο φαγητό. Πβ. βετούλι, ζυγούρι. Βλ. αγριοκάτσικο, αρνί, πρόβατο. ΣΥΝ. γίδι (1), ερίφιο 2. (μτφ.-προφ.) ευκίνητος άνθρωπος, γεμάτος ζωντάνια: Σκαρφάλωσε/χοροπηδάει σαν ~. ● Υποκ.: κατσικάκι (το): ΣΥΝ. ρίφι ● ΦΡ.: θα γελάσει και το παρδαλό κατσίκι βλ. παρδαλός [< μεσν. κατσίκι < τουρκ. keç(i)+ -ίκι]
24076κατσικίσιος, ια, ιο κα-τσι-κί-σιος επίθ.: που προέρχεται ή παράγεται από την κατσίκα: ~ιο: βούτυρο/γάλα/κρέας/τυρί. Βλ. αγελαδινός, αρνίσιος, πρόβειος, -ίσιος. ΣΥΝ. αίγειος, γίδινος
24077κατσικόδρομοςκα-τσι-κό-δρο-μος ουσ. (αρσ.) (προφ.): κακοτράχαλος στενός δρόμος. Πβ. γιδόστρατα. Βλ. -δρομος.
24078κατσικοκλέφτηςκα-τσι-κο-κλέ-φτης ουσ. (αρσ.) (προφ.) 1. (μτφ.) μικροαπατεώνας. 2. (κυρ. παλαιότ.) κλέφτης κατσικιών ή γενικότ. αιγοπροβάτων. Πβ. ζωοκλέφτης. Βλ. κλεφτοκοτάς.
24079κατσικοπόδαρος, η, ο κα-τσι-κο-πό-δα-ρος επίθ. (μειωτ.): γρουσούζης, γκαντέμης. ΣΥΝ. τραγοπόδαρος (2)
24080κατσικοχώρικα-τσι-κο-χώ-ρι ουσ. (ουδ.) (μειωτ.): ορεινό και δυσπρόσιτο χωριό ή γενικότ. απομακρυσμένη περιοχή. Πβ. βλαχοχώρι, κατσάβραχα.
24081κατσούφηςκα-τσού-φης ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. κατσούφα} (προφ.): αυτός που έχει συνοφρυωμένη όψη, επειδή είναι κακόκεφος, στενοχωρημένος ή δυσαρεστημένος. ΣΥΝ. κατηφής, μουρτζούφλης, σκουντούφλης (1), σκυθρωπός ΑΝΤ. εύθυμος, κεφάτος, χαρούμενος (1)
24082κατσουφιάζωκα-τσου-φιά-ζω ρ. (αμτβ.) {κατσούφια-σα, -σμένος} (προφ.): γίνομαι κατσούφης: Γιατί ~σες; ~σε το πρόσωπό του, μόλις έμαθε ότι δεν θα έρθουν. Πβ. σκοτειν-, συννεφ-ιάζω, συνοφρυώνομαι. ΣΥΝ. σκυθρωπιάζω ● Μτχ.: κατσουφιασμένος , η, ο: Είναι μονίμως ~ (= κατηφής, σκυθρωπός). ~ο: ύφος (= κατσούφικο).|| (μτφ.) ~ σήμερα ο καιρός (= μουντός, συννεφιασμένος). [< μτγν. κατηφιῶ]
24083κατσούφιασμακα-τσού-φια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): το αποτέλεσμα του κατσουφιάζω. Πβ. κατήφεια, σκυθρωπότητα, συνοφρύωση.
24084κατσούφικος, η, ο κα-τσού-φι-κος επίθ. (προφ.): κατσουφιασμένος: ~ο: πρόσωπο. ● επίρρ.: κατσούφικα
24086κάτωκά-τω επίρρ. & (λαϊκό) κάτου 1. στο έδαφος ή σε χαμηλότερο επίπεδο σε σχέση με κάποιο σημείο αναφοράς: Με έριξε ~. Κοιμήθηκαν ~ (στο πάτωμα). Πβ. καταγής, κατάχαμα, χάμω.|| Καθίστε ~ (: στις θέσεις σας)! Κατέβα ~ (απ' την καρέκλα)! Σκύψε ~ (= χαμηλά)! Πήγε ~ δεξιά/προς τα ~. Τι γίνεται εδώ/εκεί ~; Λίγο πιο ~/παρα~ βρίσκεται ... (πβ. μακριά, παραπέρα). Φεύγει για ~ (: περιοχή στον νότο).|| ~ απ' το κρεβάτι/τη σκάλα. ~ στο υπόγειο. Από τη μέση και ~. Πόνος ~ απ' το γόνατο. Πέρασα ~ από το σπίτι σου.|| (μτφ.) ~ από τη βάση/το μηδέν/το όριο της φτώχειας. ~ από αυτές τις συνθήκες. ~ από την επίδραση/την επιρροή ... ΣΥΝ. υπό.|| (λιγότερο:) ~ από ... λεπτά το λίτρο. Πενήντα τοις εκατό ~ οι τιμές! (+ γεν.) Ακατάλληλο ~ των δεκαεπτά. Οικισμός ~ των πεντακοσίων κατοίκων. Αγορές ~ των ... ευρώ.|| (ως επίθ.) Η ~ γειτονιά. Στο ~ μέρος/τμήμα της σελίδας. Εξαιρούνται οι πιο ~ (= εξής, κάτωθι) περιπτώσεις. (ΑΝΑΤ.) Η ~ γνάθος. Τα ~ άκρα/μέλη (= πόδια). (σε τοπωνύμια) ~ Μηλιά/Παναγιά/Πατήσια. ΑΝΤ. άνω.|| (ως ουσ., προφ.) Οι από ~ (: αυτοί που μένουν στον ~ όροφο). ΑΝΤ. πάνω & επάνω (1) 2. {επιφών.} ως έκφραση αποδοκιμασίας ή απειλής: ~ οι κλέφτες/ο φασισμός! ΑΝΤ. ζήτω.|| ~ τα ξερά σου! Πβ. μακριά τα χέρια σου. ● ΣΥΜΠΛ.: άνω (και) κάτω τελεία βλ. τελεία, Κάτω Βουλή βλ. βουλή, οι Κάτω Χώρες βλ. χώρα ● ΦΡ.: δεν το βάζω κάτω (προφ.): δεν σταματώ να αγωνίζομαι, να προσπαθώ: ~ ~ (= δεν απογοητεύομαι) εύκολα/με τίποτα/στις δυσκολίες. Κουράστηκα, αλλά δεν θα το βάλω ~ (= δεν θα υποκύψω). Μην το ~εις ~ (= μην κάνεις πίσω, μην υποχωρείς)!, είμαι στα κάτω μου (προφ.): έχω κακή διάθεση, είμαι πεσμένος ψυχολογικά. Πβ. νιώθω/αισθάνομαι/είμαι κάπως. ΣΥΝ. είμαι (στα) ντάουν (μου) ΑΝΤ. είμαι στα πάνω μου, είμαι/βρίσκομαι από κάτω (προφ.): σε μειονεκτική θέση: Κουράστηκα να ~ ~/να με έχουν συνέχεια από κάτω!, κάτω κάτω (επιτατ.): στο πιο χαμηλό σημείο: Τι διακρίνεις ~ ~;, με παίρνει από κάτω/αποκάτω (προφ.): πέφτω ψυχολογικά, απελπίζομαι, απογοητεύομαι: Χάσαμε, αλλά δεν θα μας πάρει ~ (= δεν θα χάσουμε το κουράγιο μας)! ΣΥΝ. τα βάφω μαύρα, μια και κάτω (προφ.): με μια κίνηση: Άδειασε το ποτήρι ~ ~ (= μια/μία κι έξω, μονορούφι)., ο κάτω κόσμος (λαϊκό-λογοτ.): ο κόσμος των νεκρών. ΣΥΝ. Άδης (1) ΑΝΤ. ο πάνω κόσμος/ετούτος ο κόσμος, πέφτω κάτω 1. σωριάζομαι: Έπεσε ~ και χτύπησε. Πέστε ~.|| (μτφ.-εμφατ.) ~ ~ από τα γέλια (= ξεκαρδίζομαι). 2. (μτφ.-προφ.) αρρωσταίνω, καταρρέω: Έπεσα ~ με σαράντα πυρετό., στο κάτω κάτω (της γραφής) (προφ.): άλλωστε, εξάλλου: ~ ~ δεν χάθηκε κι ο κόσμος! Πβ. εν τέλει, έπειτα, και στην τελική, σε τελική/σε τελευταία ανάλυση, στο φινάλε., τα βάζω κάτω (προφ.): σκέφτομαι προσεκτικά, υπολογίζω την κατάσταση: Τα έβαλα ~ και τα λογάριασα. Βάλτα ~, σκέψου τα ήρεμα κι έπειτα αποφάσισε., τον βάζει κάτω (προφ.) 1. τον φέρνει σε τέτοια θέση, ώστε να μην μπορεί να αντιδράσει: Με ~ (= καθίζει) ~, που λες, και αρχίζει να μου τα ψέλνει.|| (κυριολ.) Τον έβαλε (= έριξε) ~ κι άρχισε να τον χτυπά. 2. υπερτερεί έναντι κάποιου: ~ ~ στην πονηριά., ως/μέχρι/ίσαμε κάτω: ως την άκρη, το τέλος: Το μονοπάτι κατεβαίνει ~ ~., άνω-κάτω βλ. άνω, από πάνω μέχρι/ως κάτω βλ. πάνω & επάνω, βάζω το κεφάλι κάτω βλ. κεφάλι, κάτω απ' τ' αυλάκι βλ. αυλάκι, κάτω από τη/μπροστά στη μύτη μου βλ. μύτη, κάτω από τη/υπό (τη) σημαία βλ. σημαία, κάτω από το τραπέζι βλ. τραπέζι, κάτω τα χέρια από ... βλ. χέρι, κάτω του μετρίου βλ. μέτριος, μια πάνω (και) μια κάτω βλ. πάνω & επάνω, μπαμ και κάτω βλ. μπαμ, πάει κάτω βλ. πηγαίνω & πάω, παίρνει την κάτω βόλτα βλ. βόλτα, πάνω κάτω βλ. πάνω & επάνω, πίσω από τις λέξεις βλ. λέξη, που να/όσο και να χτυπάς τον κώλο σου κάτω βλ. κώλος, το μήλο κάτω απ' τη μηλιά (θα πέσει) βλ. μήλο, φέρνω/έρχονται τα πάνω κάτω βλ. πάνω & επάνω, χτύπημα κάτω από τη ζώνη/μέση βλ. χτύπημα [< αρχ. κάτω]
24085κατω-& (σπάν.) κατώ-: το επίρρημα κάτω ως α' συνθετικό ουσιαστικών και επιθέτων: κατω-σέντονο/~φερής. Κατώ-φλι. ΑΝΤ. ανω- & ανώ-
24087κατώγι & κατώικα-τώ-γι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): (ημι)υπόγειο ή ισόγειο παραδοσιακού σπιτιού, που λειτουργούσε συνήθ. ως αποθήκη ή κελάρι. Βλ. ανώγι. ● ΦΡ.: ο καθένας/ο Μανόλης με τα λόγια χτίζει ανώγια και κατώγια βλ. λόγια [< μεσν. κατώι]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.