Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [24820-24840]

IDΛήμμαΕρμηνεία
24055κατσαδιάζωκα-τσα-διά-ζω ρ. (μτβ.) {κατσάδια-σα, (σπάν.) κατσαδιά-στηκε} (προφ.): μαλώνω κάποιον, του φωνάζω, τον επιπλήττω. Πβ. αποπαίρνω, βάζω πόστα. Βλ. βρίζω, μπινελικώνω.
24056κατσάδιασμακα-τσά-δια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): κατσάδα.
24057κατσαπλιάςκα-τσα-πλιάς ουσ. (αρσ.) (κυρ. παλαιότ.-υβριστ.): κλέφτης, ληστής· αλήτης, απατεώνας. Βλ. -άς.
24058κατσαρίδακα-τσα-ρί-δα ουσ. (θηλ.) {κατσαρίδων}: ΖΩΟΛ. εξαιρετικά ανθεκτικό, κυρ. νυκτόβιο έντομο (γένος Blatta), με φτερά και γυαλιστερό σώμα ελλειπτικού σχήματος, που έχει χρώμα από ανοιχτό καφέ ή ερυθρό έως μαύρο, κινείται ταχύτατα και ορισμένα είδη του ζουν σε κτίρια και αποχετεύσεις: αμερικανική/ασιατική/γερμανική ~. Σιχαίνεται/φοβάται τις ~ες. Πρέπει να καθαρίσω το σπίτι γιατί θα πιάσουμε ~ες. Βλ. απολύμανση, κατσαριδοκτόνο. ● Υποκ.: κατσαριδούλα (η): ΣΥΝ. κατσαριδάκι (2) [< αρχ. κανθαρίς]
24059κατσαριδάκικα-τσα-ρι-δά-κι ουσ. (ουδ.) 1. (προφ., για αυτοκίνητο) σκαραβαίος. ΣΥΝ. σκαθάρι (3) 2. μικρή κατσαρίδα. ΣΥΝ. κατσαριδούλα
24060κατσαριδοκτόνοκα-τσα-ρι-δο-κτό-νο ουσ. (ουδ.): εντομοκτόνο για την καταπολέμηση κατσαρίδων και άλλων ερπόντων εντόμων. Βλ. πυρεθρίνη, -κτόνο.
24061κατσαρόλακα-τσα-ρό-λα ουσ. (θηλ.): κυκλικό, βαθύ, μεταλλικό μαγειρικό σκεύος με δύο λαβές και καπάκι· συνεκδ. ο αντίστοιχος τρόπος μαγειρέματος: ανοξείδωτη/αντικολλητική/μεγάλη/πυρίμαχη ~. ~ εμαγιέ. Κόλλησαν τα μακαρόνια στην ~. (σε συνταγές) Βάζετε το κοτόπουλο/βράζουμε το νερό σε (μια) ~. Πβ. τέντζερης. Βλ. καζάνι, μαρμίτα, χύτρα ταχύτητας.|| Ψητό (της) ~ας. Γεμιστά/μοσχαράκι στην ~ (βλ. φούρνος). ● Υποκ.: κατσαρολάκι & (λαϊκό) κατσαρόλι (το), κατσαρολίτσα (η) [< βεν. cazzarola]
24062κατσαρολικάκα-τσα-ρο-λι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. κατσαρολικό} (προφ.): σύνολο από μαγειρικά σκεύη, κυρ. κατσαρόλες και τηγάνια. Πβ. κουζινικά, τεντζερέδια. Βλ. γυαλ-, πιατ-ικά.
24063κατσαρομάλλης, α, ικο κα-τσα-ρο-μάλ-λης επίθ./ουσ.: σγουρομάλλης. Βλ. -μάλλης. ΣΥΝ. κατσαρός
24064κατσαρός, ή, ό κα-τσα-ρός επίθ.: (κυρ. για μαλλιά) κυματιστός ή με μπούκλες· (κατ' επέκτ.) που έχει κυματοειδή μορφή. Πβ. σπαστός, φριζέ. ΑΝΤ. ίσιος.|| ~ά: μαρούλια. ΣΥΝ. σγουρός ● Ουσ.: κατσαρός (ο), κατσαρή (η): κατσαρομάλλης. ● ΦΡ.: τρίχες κατσαρές βλ. τρίχα [< μεσν. κατσαρός]
24065κατσάρωμακα-τσά-ρω-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κατσαρώνω: το ~ των μαλλιών. Πβ. περμανάντ, φριζάρισμα. ΑΝΤ. ισιωτική.|| Κιτρίνισμα και ~ των φύλλων της ντομάτας (: από ιό). ΑΝΤ. ίσιωμα (1)
24066κατσαρώνωκα-τσα-ρώ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κατσάρω-σα, κατσαρώ-σω, -μένος, κατσαρών-οντας}: κάνω κάτι κατσαρό: Η υγρασία ~σε το χαρτί.|| Η κομμώτρια μου ~σε τα μαλλιά. Πβ. κρεπάρω, φριζάρω, σγουραίνω. ΑΝΤ. ισιώνω (1) ● κατσαρώνει: (για μαλλί) γίνεται κατσαρό: Έχω τόσο ίσιο μαλλί που δεν ~ με τίποτα.
24067κάτσεβλ. κάθομαι
24068κάτσειβλ. κάθομαι
24069κατσέρκα-τσέρ ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. αθλητής του κατς. Βλ. παλαιστής. [< γαλλ. catcheur, 1924]
24070κάτσερκά-τσερ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (στο μπέιζμπολ και το σόφτμπολ) παίκτης που βρίσκεται με λυγισμένα τα γόνατα απέναντι από τον πίτσερ και προσπαθεί να πιάσει με ένα μεγάλο γάντι την μπάλα που του πετά· η αντίστοιχη θέση στο γήπεδο. Βλ. μπάτερ. [< αγγλ. catcher]
50811κατσής

τι-μω-ρί-α ουσ. (θηλ.): ποινή που επιβάλλεται για παράτυπη, παράνομη ή αξιόμεμπτη πράξη: άδικη/άμεση/απάνθρωπη/αποτελεσματική/αποτρεπτική/ατιμωτική/αυστηρή/βαριά/δίκαιη/επιεικής/ομαδική/παραδειγματική/πειθαρχική/ποινική/σκληρή/σοβαρή/συλλογική/σχολική/σωματική (βλ. βία) ~. ~ των επίορκων/των παραβατών/των υπευθύνων. ~ αστυνομικού με οριστική/προσωρινή παύση. Διαφεύγουν της ~ας/την ~ οι ένοχοι. Δεν άξιζε τέτοια ~. Υπόκειμαι σε ~. Βλ. αυτο~, πάταξη, πειθαρχία, σωφρονισμός.|| Βλέπει το διάβασμα σαν ~ (πβ. αγγαρεία, καταναγκαστικά έργα).|| (προφ.) Για ~ σου δεν θα δεις τηλεόραση. Αν δεν κάτσεις ήσυχη, σε περιμένει ~. ΑΝΤ. ανταμοιβή, επιβράβευση.|| Αγωνιστική ~. Σιωπηρή ~ διαιτητή/παίκτη (: αφαίρεση του δικαιώματος συμμετοχής στις επόμενες αγωνιστικές). ~ της ομάδας από την πειθαρχική επιτροπή. ~ για αντιαθλητική συμπεριφορά. Μείωση της ~ας. Κινδυνεύει με ~. Εκτίει την ~ του.|| (σε εκκλησιαστικά κείμενα) Η αιώνια/επίγεια/μεταθανάτια ~ των ασεβών.|| Η ~ της απληστίας. ΣΥΝ. κολασμός ● ΣΥΜΠΛ.: Θεία Δίκη βλ. δίκη ● ΦΡ.: βάζω κάποιον τιμωρία (συνήθ. για μικρά παιδιά): τον τιμωρώ: Ο δάσκαλος μας έβαλε ~ να γράψουμε ..., έγκλημα και τιμωρία βλ. έγκλημα [< μτγν. τιμωρία]

24071κατσιάζωκα-τσιά-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κάτσια-σα, -σμένος} (προφ.): κάνω κάτι να ζαρώσει, του χαλώ τη μορφή· μαζεύω, συρρικνώνομαι: Σιγά με τα φιλιά, θα με ~σεις! Μου το ~σες το μαλλί!|| ~σαν τα ρούχα (: μπήκαν στο πλύσιμο). ~σμένα: φυτά (= μαραμένα). Πβ. σουφρώνω. [< μεσν. κατσιάζω]
24072κάτσιασμακά-τσια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): το αποτέλεσμα του κατσιάζω. Πβ. ζάρωμα, σούφρωμα.
24073κατσίβελος, κατσιβέλακα-τσί-βε-λος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (ιδιωμ.): τσιγγάνος, τσιγγάνα. [< μεσν. κατσίβελος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.