Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [24840-24860]

IDΛήμμαΕρμηνεία
24088κάτωθενκά-τω-θεν επίρρ. (λόγ.) & (λαϊκό) κάτωθε 1. (συνήθ. + γεν.) κάτω από ή από κάτω: ~ των ερειπίων βρέθηκε ...|| ~ υπάρχει ... Βλ. -θεν. ΑΝΤ. άνωθεν (1) 2. κάτωθι. [< αρχ. κάτωθεν]
24089κάτωθικά-τω-θι επίρρ. (λόγ.): κατωτέρω, παρακάτω: Το πρόγραμμα των εκδηλώσεων έχει ως ~ (= ως ακολούθως).|| (συνήθ. ως επίθ.) Θα πρέπει να υποβληθούν τα ~ δικαιολογητικά ... Ο ~ υπογεγραμμένος ...|| (ως ουσ.) Σας γνωστοποιούμε τα ~ ... (= ακόλουθα, εξής). Βλ. -θι. ΣΥΝ. κάτωθεν (2) ΑΝΤ. ανωτέρω [< μεσν. κάτωθι]
24090ΚατωιταλιώτικαΚα-τω-ι-τα-λιώ-τι-κα ουσ. (ουδ.) & Κατωιταλικά (τα) & (επίσ.) Κατωιταλική (η) (κ. με πεζό το αρχικό κ): ΓΛΩΣΣ. ελληνική διάλεκτος που μιλιόταν μέχρι τις αρχές του εικοστού αιώνα σε περιοχές της νότιας Καλαβρίας και της Απουλίας. Βλ. Καππαδοκικά, Κυπρ-, Ποντ-ιακά, Τσακώνικα. ΣΥΝ. Γκρίκο
24091κατωκάσικα-τω-κά-σι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): το κάτω τμήμα της κάσας, συνήθ. πόρτας. Βλ. κούφωμα, περσίδα. ΑΝΤ. ανωκάσι
24092κατωσέντονοκα-τω-σέ-ντο-νο ουσ. (ουδ.) (προφ.): σεντόνι που στρώνεται ακριβώς πάνω από το στρώμα: ~ με λάστιχο. ΑΝΤ. πανωσέντονο
24093κατώτατος, η, ο κα-τώ-τα-τος επίθ. {λόγ. θηλ. κατωτάτη} ΑΝΤ. ανώτατος 1. που βρίσκεται στο πιο χαμηλό επίπεδο ποσοτικά, τοπικά ή ποιοτικά: ~η: αμοιβή/σύνταξη/τιμή. ~ο: επίδομα (ανεργίας)/όριο/ποσό. Πβ. ελάχιστος, μικρότερος.|| Τα ~α στρώματα της ατμόσφαιρας. Πβ. τελευταίος.|| Τηλεοπτικές εκπομπές ~άτου επιπέδου. Πβ. χείριστος. Βλ. μεσαίος. 2. που κατέχει ιεραρχικά τη χαμηλότερη θέση ή βρίσκεται στην πιο χαμηλή βαθμίδα: ~ο: στέλεχος. ~οι: υπάλληλοι. Τα ~α κοινωνικά στρώματα.|| ~ο: κλιμάκιο (= εισαγωγικό). [< αρχ. κατώτατος]
24094κατώτερος, η, ο κα-τώ-τε-ρος επίθ. {(ως ουσ. λόγ.) αρσ.-ουδ. -έρου, θηλ. -έρα, -έρας | -έρων, αρσ. -έρους} ΑΝΤ. ανώτερος 1. που βρίσκεται σε χαμηλότερη βαθμίδα, που κατέχει ιεραρχικά πιο χαμηλή θέση συγκριτικά με κάποιον ή κάτι άλλο: ~η: εκπαίδευση (: πρωτοβάθμια)/μόρφωση. (ως ουσ.) (Α', Β', Γ') ~έρα (: τάξη στο ωδείο).|| ~ος: υπάλληλος. ~ο: κλιμάκιο/πλήρωμα/προσωπικό. ~α: δικαστήρια (: πρωτο-, δευτερο-βάθμια). Ανήκουν στα ~α κοινωνικά στρώματα. (ως ουσ.) Έχει καλές σχέσεις με τους ~έρους του (= υφισταμένους). 2. που βρίσκεται σε χαμηλότερο σημείο τοπικά, ποσοτικά ή ποιοτικά σε σχέση με κάποιον ή κάτι άλλο: στους ~ους ορόφους. (ΑΝΑΤ.) Το ~ο αναπνευστικό/ουροποιητικό/πεπτικό (ενν. σύστημα).|| ~ος: μισθός. ~η: σύνταξη. ~ο: εισόδημα. (+ άρθ.) Το ~ο όριο ηλικίας (= κατώτατο). (+ β' όρος σύγκρισης) Θερμοκρασία ~η από οκτώ βαθμούς. Βαθμολογία ~η των πέντε μονάδων. Πβ. λιγότ-, μικρότ-ερος.|| Ύφασμα ~ης (= δεύτερης) ποιότητας (: ευτελέστερο, υποδεέστερο).|| ~α: ένστικτα (= ζωώδη, πρωτόγονα).|| (για πρόσ.) ~ άνθρωπος (= αναξιο-, μικρο-πρεπής). Αισθάνεται ~ (: ότι μειονεκτεί). (+ β' όρος σύγκρισης) Αποδείχθηκε ~ των περιστάσεων/των προσδοκιών μας. Μην τους υποτιμάς, δεν είναι ~οί σου (= χειρότεροι)! 3. ΒΙΟΛ. που θεωρείται εξελικτικά ατελέστερος: ~οι: οργανισμοί (βλ. πρωτόζωα). ~α: φυτά (βλ. βρυό-, πτεριδό-φυτα). ● επίρρ.: κατώτερα ● ΣΥΜΠΛ.: ανώτατος/ανώτερος/κατώτερος αξιωματικός βλ. αξιωματικός ● ΦΡ.: παιδιά ενός κατώτερου θεού: άνθρωποι που ζουν στο περιθώριο κάτω από άθλιες συνθήκες. [< αγγλ. children of a lesser god] [< αρχ. κατώτερος, γαλλ. inférieur]
24095κατωτερότητακα-τω-τε-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) ΑΝΤ. ανωτερότητα 1. η ιδιότητα του κατώτερου: κοινωνική ~. Πνευματική ~ (= μειονεκτικότητα, μειονεξία, υστέρηση). 2. αναξιοπρέπεια: (Επ)έδειξε ~. Πβ. μικροπρέπεια. Βλ. -ότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: σύμπλεγμα/κόμπλεξ/αίσθημα ανωτερότητας/κατωτερότητας (/μειονεξίας) βλ. σύμπλεγμα [< γαλλ. infériorité]
24096κατωτέρωκα-τω-τέ-ρω επίρρ. (λόγ.): παρακάτω: Το άρθρο τροποποιήθηκε όπως/ως ~ ...|| (ως επίθ.) Οι ~ προϋποθέσεις.|| (ως ουσ.) Επιλέξτε ένα από τα ~. Πβ. ακόλουθος, εξής. ΣΥΝ. κάτωθι ΑΝΤ. ανωτέρω [< αρχ. κατωτέρω]
24097κατωφέρειακα-τω-φέ-ρει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κατηφόρα: απότομη/ολισθηρή ~. Χιονοδρομικοί αγώνες ταχύτητας σε ~.|| ~ του δρόμου. Μοναστήρι χτισμένο σε μια ~ του βουνού (= πλαγιά). ΑΝΤ. ανωφέρεια ● ΣΥΜΠΛ.: ηπειρωτική κατωφέρεια: ΓΕΩΛ. τμήμα του υποθαλάσσιου ανάγλυφου με μεγάλη κλίση. Βλ. (υφαλο)κρηπίδα. [< αγγλ. continental slope, 1900] [< μτγν. κατωφέρεια]
24098κατωφερής, ής, ές κα-τω-φε-ρής επίθ. {κατωφερ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): κατηφορικός: ~ής: δρόμος.|| (μτφ.) ~ής: πορεία (= καθοδική). ΑΝΤ. ανωφερής [< αρχ. κατωφερής]
24099κατώφλικα-τώ-φλι ουσ. (ουδ.) 1. το κάτω οριζόντιο τμήμα του ανοίγματος της πόρτας, που αποτελείται συνήθ. από ξύλινη, πέτρινη ή μεταλλική λωρίδα· κατ' επέκτ. είσοδος, πόρτα. Πβ. ποδιά. Βλ. ανώφλι, κάσα. 2. ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. ουδός: το ~ της συνείδησης (: το όριο μεταξύ συνειδητού-υποσυνείδητου ή συνειδητού-ασυνείδητου).|| Tο ~ της ακοής/του πόνου. ~ ευαισθησίας. 3. ΜΑΘ. -ΦΥΣ.-ΟΙΚΟΝ. το όριο, η ελάχιστη τιμή πέρα από την οποία αρχίζει να εκδηλώνεται ένα φαινόμενο. ● ΦΡ.: περνώ το κατώφλι 1. μπαίνω σε στεγασμένο χώρο: Ο υπουργός πέρασε ~ του πρωθυπουργικού μεγάρου.|| (μτφ.) Πέρασε ~ του Κοινοβουλίου (= εκλέχθηκε βουλευτής). 2. (μτφ.) εισέρχομαι σε μια κατάσταση: Έχουμε περάσει ~ μιας καινούργιας εποχής., στο κατώφλι (+ γεν.): στις απαρχές: ~ ~ της νέας χιλιετίας/του νέου αιώνα. Βρίσκεται/είναι ~ ~ (= στα πρόθυρα) του θανάτου (βλ. ετοιμοθάνατος). [< γαλλ. au seuil ] [< 1: μεσν. κατώφλιν 2,3: γερμ. Schwelle, γαλλ. seuil, αγγλ. threshold]
24100κάτωχρος, η, ο κά-τω-χρος επίθ. (επιτατ.): κατάχλομος.
23887κατ’ εμέβλ. εγώ
23979κατ’ ιδίανβλ. ίδιος1
24038κατ’ ουσία(ν)βλ. ουσία
24101καυγαδίζωβλ. καβγαδίζω
24102καυγάςβλ. καβγάς
24103καυγατζήςβλ. καβγατζής
24104καυδιανός, ή, ό καυ-δι-α-νός επίθ. & (σπάν.) καβδιανός: μόνο στη ● ΦΡ.: περνώ (κάτω/μέσα) από καυδιανά δίκρανα (απαιτ. λεξιλόγ.): αναγκάζομαι να δεχτώ εξευτελιστικούς, ταπεινωτικούς όρους. [< λατ. Furculae Caudinae]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.