| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 24105 | καυκαλήθρα | καυ-κα-λή-θρα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} & καυκαλίδα: ΒΟΤ. αρωματικό αγριόχορτο (επιστ. ονομασ. Tordylium apulum) με οδοντωτά ή σχιστά φύλλα, που χρησιμοποιείται στη μαγειρική, κυρ. στις χορτόπιτες. Βλ. ζοχοί, λάπαθο, μυρώνι, σέσκουλο, -ήθρα. [< μτγν. καυκαλίς] | |
| 24106 | καύκαλο | καύ-κα-λο ουσ. (ουδ.) & καυκί (λαϊκό) 1. όστρακο: άδειο ~ χελώνας (= καβούκι· βλ. ταρταρούγα). ΣΥΝ. κέλυφος (1) 2. κρανίο. [< μεσν. καύκαλον] | |
| 24107 | καύλα | καύ-λα ουσ. (θηλ.) (λ. ταμπού) 1. σεξουαλική διέγερση ή έντονη επιθυμία για σεξουαλική επαφή: Έχει ~ες. Πβ. καύλωμα, σηκωμάρα, στύση. Βλ. ηδονή, λαγνεία. 2. (μτφ.) ωραία γυναίκα ή ωραίος άνδρας· κάτι που προκαλεί μεγάλο ενθουσιασμό σε κάποιον, που του αρέσει πολύ. 3. (μτφ.) λαχτάρα, πάθος: Έχει ~ με τα/η ~ του είναι τα αυτοκίνητα. Πβ. κάψα, μανία, τρέλα. | |
| 24108 | καυλί | καυ-λί ουσ. (ουδ.) (λ. ταμπού): βάλανος· κυρ. κατ' επέκτ. πέος. ΣΥΝ. πούτσος, ψωλή [< μτγν. καυλίον ‘μικρό καλάμι’] | |
| 24109 | καυλιάρης, καυλιάρα | καυ-λιά-ρης ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λ. ταμπού): πρόσωπο με συχνή και έντονη επιθυμία για συνουσία. Πβ. φιλήδονος. | |
| 24110 | καυλιάρικος | , η, ο καυ-λιά-ρι-κος επίθ. (λ. ταμπού): που προκαλεί, έχει ή φανερώνει έντονη επιθυμία για συνουσία. ● επίρρ.: καυλιάρικα | |
| 24111 | καυλός | καυ-λός ουσ. (αρσ.): ΒΟΤ. το τμήμα του φυτού που βρίσκεται πάνω από την επιφάνεια της γης. Πβ. βλαστός. Βλ. κορμός. [< αρχ. καυλός] | |
| 24112 | καύλωμα | καύ-λω-μα ουσ. (ουδ.) (λ. ταμπού): καύλα. | |
| 24113 | καυλώνω | καυ-λώ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {καύλω-σα, -μένος, καυλών-οντας} (λ. ταμπού) 1. έχω σεξουαλική διέγερση ή έντονη επιθυμία για σεξουαλική επαφή. 2. ερεθίζω σεξουαλικά κάποιον. Πβ. διεγείρω. 3. (μτφ.) εκδηλώνω έντονη και ξαφνική επιθυμία ή υπέρμετρο ενθουσιασμό για κάτι. [< μεσν. καυλώνω] | |
| 24114 | καύμα | [καῦμα] καύ-μα ουσ. (ουδ.) {καύμ-ατος | -ατα} (λόγ.) & (λαϊκό) κάμα: αφόρητη ζέστη, καύσωνας. ● ΣΥΜΠΛ.: κυνικά καύματα: ΜΕΤΕΩΡ. καλοκαιρινές μέρες με καύσωνα: τα ~ ~ του Ιουλίου. [< μτγν. κυνικά καύματα] [< αρχ. καῦμα] | |
| 24115 | καυσαέρια | καυ-σα-έ-ρι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. καυσαέριο}: αέρια που εκπέμπονται από τους κινητήρες εσωτερικής καύσης των οχημάτων και αποτελούν σημαντική αιτία ατμοσφαιρικής ρύπανσης· γενικότ. αέρια προϊόντα μιας καύσης, απαέρια: επιπτώσεις των ~ίων στην υγεία (: αναπνευστικά προβλήματα, άσθμα, καρκίνος του πνεύμονα). Στα ~ (των αυτοκινήτων) περιέχονται μονοξείδιο κα διοξείδιο του άνθρακα, οξείδια του αζώτου, υδρογονάνθρακες, ενώσεις του μολύβδου, αιθάλη, διοξείδιο του θείου και αλδεΰδες. Βλ. αμόλυβδη, εξάτμιση, νέφος, όξινη βροχή, ρύπος, φαινόμενο του θερμοκηπίου. ● ΣΥΜΠΛ.: κάρτα (ελέγχου) καυσαερίων βλ. κάρτα [< γαλλ. gaz d'échappement] | |
| 24116 | καυσαλγία | καυ-σαλ-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. έντονος και επίμονος πόνος που δίνει την αίσθηση καψίματος και σχετίζεται με βλάβες των περιφερικών νεύρων: ~ του στόματος. Βλ. -αλγία, καύσος. [< γαλλ. causalgie, αγγλ. causalgia] | |
| 24117 | καύση | καύ-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΧΗΜ. αντίδραση καυσίμου με οξυγόνο, με αποτέλεσμα την παραγωγή θερμικής, ηλεκτρικής ή μηχανικής ενέργειας: ατελής/τέλεια ~. Βραδεία (βλ. βραδύκαυστος)/ταχεία ~. Βλ. καυστήρας, μετάκαυση. 2. (επίσ.) κάψιμο: ~ απορριμμάτων.|| ~ των νεκρών (= αποτέφρωση· βλ. ταφή). ● καύσεις (οι): ΒΙΟΧ. οξειδώσεις των θρεπτικών ουσιών των τροφών στα κύτταρα των ιστών: Ο οργανισμός κάνει ~. Με τη γυμναστική αυξάνονται οι ~ του λίπους. Βλ. θερμίδα, καταβολισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: μηχανή/κινητήρας εσωτερικής καύσης/καύσεως βλ. κινητήρας [< 1: γαλλ. combustion 2: αρχ. καῦσις] | |
| 24118 | καύσιμα | καύ-σι-μα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. καύσιμο}: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. μείγμα συνήθ. ουσιών από το οποίο παράγεται, μέσω καύσης ή πυρηνικής αντίδρασης, θερμική ενέργεια που είναι εκμεταλλεύσιμη, δηλ. που μπορεί να μετατραπεί σε μηχανική: (συμβατικά ~:) αέρια (βλ. βουτ-, προπ-άνιο, υγρ-, υδρ-, φωτ-αέριο)/στερεά (βλ. γαι-, ξυλ-άνθρακας, κάρβουνο, κοκ, μπρικέτα)/υγρά (βλ. βενζίνη, κηροζίνη, μαζούτ, ντίζελ, πετρέλαιο) ~. Πυρηνικά ~ (βλ. ουράνιο). Φυσικά ή τεχνητά ~. ~ θέρμανσης/κίνησης. Ναυτιλιακά ~. || (κυρ. για τα υγρά ~:) Ανάφλεξη/διαρροή ~ίμων. Πρατήριο ~ίμων (= βενζινάδικο). Το αυτοκίνητο έμεινε από ~ (βλ. κινητήρας). ● ΣΥΜΠΛ.: εναλλακτικά καύσιμα: που είναι φιλικά προς το περιβάλλον, προέρχονται από τους φυσικούς πόρους της Γης και μπορούν να αντικαταστήσουν το πετρέλαιο. Βλ. αγρο~, βιο-καύσιμα, υδρογόνο, φυσικό αέριο., κυψέλη καυσίμου/ενεργειακή κυψέλη βλ. κυψέλη [< γαλλ. carburants] | |
| 24119 | καύσιμος | , η, ο καύ-σι-μος επίθ.: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. που μπορεί να καεί, ώστε να παραχθεί θερμική ενέργεια: ~η: ύλη. ~ο: αέριο/στερεό/υγρό. [< αρχ. καύσιμος, γαλλ. carburant] | |
| 24120 | καυσόξυλα | καυ-σό-ξυ-λα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. καυσόξυλο}: ακατέργαστα ξύλα που χρησιμοποιούνται ως καύσιμη ύλη, κυρ. για θέρμανση στο σπίτι (σε τζάκι ή σόμπα): στεγνά/συσκευασμένα ~. ~ ξηραντηρίου. Πβ. κούτσουρο. [< γαλλ. bois à brûler] | |
| 24121 | καύσος | [καῦσος] καύ-σος ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. αίσθημα καψίματος: οπισθοστερνικός/στομαχικός ~ (= καούρα, πύρωση). ~ κατά την ούρηση (πβ. τσούξιμο). Πβ. καΐλα, φλόγωση. Βλ. καυσαλγία. [< αρχ. καῦσος] | |
| 24122 | καυστήρας | καυ-στή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή μέσα στην οποία πραγματοποιείται η καύση: ~ (υγρ)αερίου. Ο ~ του καλοριφέρ. Συντήρηση ~α. ~ες θέρμανσης. Τεχνικός ~ων (= καυστηρατζής). Βλ. λέβητας, μετα~, -τήρας. [< αρχ. καυστήρ ‘έργαλείο για καυτηριασμό’, γαλλ. brûleur] | |
| 24123 | καυστηρατζής | καυ-στη-ρα-τζής ουσ. (αρσ.) (προφ.): αυτός που ασχολείται επαγγελματικά με την εγκατάσταση, συντήρηση και επισκευή καυστήρων· τεχνικός καυστήρων. Βλ. -τζής. | |
| 24124 | καυστικός | , ή, ό καυ-στι-κός επίθ. 1. (μτφ.) που επικρίνει με ιδιαίτερα έντονο, πνευματώδη, ειρωνικό, περιπαικτικό ή/και σαρκαστικό τρόπο: ~ή: γλώσσα/κριτική/κωμωδία/σάτιρα. ~ό: άρθρο/σχόλιο/χιούμορ.|| Ήταν/υπήρξε ιδιαίτερα ~ για/με τη στάση τους/κατά των αντιπάλων του. Πβ. αιχμηρός, δηκτικός, δριμύς, οξύς, τσουχτερός. Βλ. καυτηριάζω. 2. ΧΗΜ. (για αλκαλική ένωση) που προκαλεί διάβρωση, καταστροφή ζωντανού ιστού· (για ουσία) που δημιουργεί έγκαυμα στο δέρμα. ~ό: υγρό. Βλ. καυτηριασμός.|| Βλ. ακουαφόρτε, ασβέστης, βιτριόλι. 3. (για τρόφιμα) καυτερός· που προκαλεί κάψιμο: Το πιπέρι έχει έντονα ~ή γεύση.|| (ΙΑΤΡ.) ~ός: πόνος. Βλ. καύσος. ● ΣΥΜΠΛ.: καυστική σόδα & καυστικό νάτριο: ΧΗΜ. υδροξείδιο του νατρίου (σύμβ. NaOH)· λευκή κρυσταλλική ουσία που χρησιμοποιείται για την παρασκευή χαρτιού, σαπουνιού, τεχνητού μεταξιού, χημικών και φαρμακευτικών προϊόντων και στη διύλιση πετρελαίου., καυστική ποτάσα βλ. ποτάσα [< μτγν. καυστικός ‘ικανός να καίει, διαβρωτικός’ 2: γαλλ. caustique, γερμ. kaustisch, αγγλ. caustic 3: αρχ. ~] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ