Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [24880-24900]

IDΛήμμαΕρμηνεία
24125καυστικότητακαυ-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του καυστικού: (μτφ.) Σατιρίζει με ~ πρόσωπα και καταστάσεις. Πβ. αιχμηρ-, δηκτικ-ότητα, δριμ-, οξ-ύτητα.|| (ΧΗΜ.) Η ~ του οινοπνεύματος. [< γαλλ. causticité, αγγλ. causticity]
24126καύσωναςκαύ-σω-νας ουσ. (αρσ.) {καυσών-ων} & (λόγ.) καύσων {καύσωνος} 1. ΜΕΤΕΩΡ. εξαιρετικά υψηλή θερμοκρασία του αέρα (για την Ελλάδα, ίση ή μεγαλύτερη των 39 βαθμών Κελσίου κατά τη διάρκεια της ημέρας και μεγαλύτερη των 26 κατά τη νύχτα), η οποία συνοδεύεται από άπνοια, παρατηρείται σε ευρεία γεωγραφική έκταση και διαρκεί δύο τουλάχιστον εικοσιτετράωρα: αφόρητος/μίνι (: μικρής διάρκειας)/παρατεταμένος ~. Επεισόδια/συνθήκες ~α. Καλοκαιρινοί ~ες (βλ. κυνικά καύματα). Προστασία από τον ~α. Επικρατεί/έρχεται/προβλέπεται ~. Άρχισε να υποχωρεί ο ~. Έχει ~α. Σε κλοιό ~α η Ελλάδα. Έκτακτα μέτρα για τον ~α που πλήττει τη χώρα. Αυξήθηκε η συχνότητα των ~ων. Πβ. ζέστη, κάψα, λάβρα, λιοπύρι. Βλ. θερμοπληξία, παγετός. 2. (μτφ.) έντονη κινητικότητα, αναστάτωση: απεργιακός/πολιτικός ~. Πβ. πυρετός. ● ΣΥΜΠΛ.: κύμα καύσωνα/ψύχους βλ. κύμα [< μτγν. καύσων]
24127καυτερός, ή, ό καυ-τε-ρός επίθ.: που προκαλεί αίσθηση καψίματος στο στόμα και στον λαιμό λόγω της πολύ πικάντικης γεύσης του: ~ή: πιπεριά (πβ. τσίλι)/σάλτσα. ~ό: καρύκευμα (βλ. ταμπάσκο)/κρεμμύδι/πιπέρι. ~ά: μπαχαρικά. Πβ. καυστικός, καυτός.|| (ως ουσ.) ~ή (= τυροκαυτερή). Τα ~ά (ενν. φαγητά). Βλ. -ερός. [< μεσν. καυτερός]
24128καυτηριάζωκαυ-τη-ρι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {καυτηρία-σε, καυτηριά-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, καυτηριάζ-οντας} 1. (μτφ.) ασκώ σκληρή κριτική σε κάποιον ή κάτι, το(ν) επικρίνω έντονα: Στο έργο του ~ει τα κακώς κείμενα. Πβ. καταγγέλλω, μαστιγώνω, στηλιτεύω, στιγματίζω. Βλ. καυστικός. 2. ΙΑΤΡ. κάνω καυτηριασμό. [< μτγν. καυτηριάζω ‘καίω ή σημαδεύω με φωτιά’, γαλλ. cautériser, αγγλ. cauterize]
24129καυτηριασμός & καυτηρίασηκαυ-τη-ρι-α-σμός ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. θεραπευτική μέθοδος κατά την οποία προκαλείται έγκαυμα στους ιστούς ενός μέρους του σώματος με ειδικό εργαλείο ή χημικές ουσίες: ~ κονδυλωμάτων. ~ του τραύματος/των πληγών. Βλ. διαθερμία, ηλεκτροκαυτηρίαση, κρυοπηξία. 2. (μτφ.) αιχμηρή κριτική: ~ καταστάσεων/προσώπων/συμπεριφορών. Πβ. μαστίγωμα, στηλίτευση, στιγματισμός. [< πβ. μεσν. καυστηριασμός & καυστηρίασις ‘κάψιμο με πυρακτωμένο σίδηρο’, μτγν. καυτηρίασις, γαλλ. cautérisation, αγγλ. cauterization]
24130καυτός, ή, ό καυ-τός επίθ. 1. πάρα πολύ ζεστός· (για τροφή) καυτερός: ~ός: αέρας (πβ. λίβας)/μήνας. ~ό: λάδι/νερό/ρόφημα. Πβ. ζεματιστός.|| (μτφ.) ~ά: δάκρυα.|| ~ή: πιπεριά. ~ό: πιπέρι. Πβ. πικάντικος. 2. (μτφ.) πολύ έντονος, που διεγείρει το ενδιαφέρον ή την ερωτική διάθεση: ~ός: διάλογος (: αντιπαράθεση). ~ή: αποκάλυψη/είδηση/επικαιρότητα (= συνταρακτική). ~ό: ερώτημα/θέμα (= φλέγον). ~ά: προβλήματα. || ~ή: φωτογραφία (= ερωτική, τολμηρή). ~ό: βλέμμα/ειδύλλιο (= παθιασμένο, φλογερό). ~ά: εσώρουχα (= προκλητικά). Πβ. θερμός. ● ΣΥΜΠΛ.: καυτή πατάτα (μτφ.-προφ.): ευαίσθητο, επίμαχο ή αμφιλεγόμενο ζήτημα που εγκυμονεί συνήθ. δυσάρεστες συνέπειες για όποιον ασχοληθεί μαζί του: η ~ ~ του ασφαλιστικού. [< αγγλ. hot potato, 1952] , ζεστό χρήμα βλ. χρήμα, καυτή ανάσα βλ. ανάσα [< 1: αρχ. καυστός 2: γαλλ. brûlant, αγγλ. hot]
24131καύτρακαύ-τρα ουσ. (θηλ.) & κάφτρα: καιγόμενη άκρη τσιγάρου, πούρου ή σπανιότ. φιτιλιού· (συνήθ. συνεκδ.) η πυρωμένη στάχτη που δημιουργείται: σημάδια από ~ες στις πολυθρόνες.καύτρες (οι): (σε πυρκαγιά) καιγόμενα κομματάκια από φύλλα, καρπούς ή φλοιούς δέντρων, που μεταφέρονται με τους δυνατούς ανέμους: Η φωτιά μπορεί να μεταδοθεί από τις ~. Το μπαλκόνι είναι γεμάτο ~. [< μεσν. καύτρα]
24132καύχημακαύ-χη-μα ουσ. (ουδ.): κάτι για το οποίο καυχιέται κάποιος: ~α: του ελληνισμού/της ορθοδοξίας. Το δημαρχείο είναι το ~ της πόλης. Πβ. καμάρι, κόσμημα, στολίδι, τιμή. ΑΝΤ. ντροπή (1) [< αρχ. καύχημα]
24133καύχησηκαύ-χη-ση ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) καυχησιά: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καυχιέμαι: αλαζονική ~. Πβ. κομπασμός, κομπορρημοσύνη, περιαυτολογία. ΣΥΝ. καυχησιολογία [< μτγν. καύχησις]
24134καυχησιάρηςκαυ-χη-σιά-ρης ουσ. (αρσ.) , καυχησιάρα (η): που έχει την τάση να καυχιέται. Πβ. κομπαστής, κομπορρήμων, φανφαρόνος. Βλ. -ιάρης. ΑΝΤ. ταπεινόφρων [< μεσν. καυχησιάρης]
24135καυχησιολογίακαυ-χη-σι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): καύχηση. Πβ. κομπασμός. Βλ. -λογία.
24136καυχησιολογώ[καυχησιολογῶ] καυ-χη-σι-ο-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {καυχησιολογ-είς ... | μόνο στον ενεστ.} (λόγ.): καυχιέμαι. Βλ. -λογώ.
24137καυχιέμαικαυ-χιέ-μαι ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {καυχή-θηκε, -θεί, (λόγ. μτχ. ενεστ.) καυχ-ώμενος} & (λόγ.) καυχώμαι: αυτοεπαινούμαι ή υπερηφανεύομαι για κάτι: ~ται για τις γνωριμίες του. ~ήθηκε ότι είναι πιο όμορφη από ... Πβ. αλαζονεύ-, επαίρ-, κοκορεύ-, παινεύ-ομαι, καυχησιο-, περιαυτο-λογώ, κομπάζω. [< αρχ. καυχῶμαι]
24138καφάοκα-φά-ο ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ΚΑΦΑΟ: ΤΕΧΝΟΛ. κατανεμητής καλωδίων (τηλεπικοινωνιακού δικτύου), με τη μορφή κουτιού: τα ~ του ΟΤΕ. Ζωγραφική σε ~. καμερών (διαχείρισης κυκλοφορίας). [< γερμ. Kabelverzweiger]
24139καφάσικα-φά-σι ουσ. (ουδ.): ξύλινο ή πλαστικό κιβώτιο που χρησιμοποιείται για την τοποθέτηση, προστασία και μεταφορά κυρ. οπωροκηπευτικών: ~ια με ντομάτες/ροδάκινα.|| Ένα ~ μπίρες. Πβ. κασόνι. ΣΥΝ. τελάρο (1) ● ΦΡ.: μου 'χει φύγει το μυαλό/το καφάσι/το κεφάλι/ο νους/το τσερβέλο βλ. μυαλό [< μεσν. καφάσι]
52187Καφάσι

τσερ-βέ-λο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): κεφάλι, εγκέφαλος, λογικό, κυρ. στις ● ΦΡ.: μου 'χει φύγει το μυαλό/το καφάσι/το κεφάλι/ο νους/το τσερβέλο βλ. μυαλό, χάνω το μυαλό/τα μυαλά/το τσερβέλο μου βλ. μυαλό [< ιταλ. cervello]

24140καφασωτός, ή, ό κα-φα-σω-τός επίθ.: που έχει διάκενα: ~ή: πέργκολα. ● Ουσ.: καφασωτό (το): αντίστοιχη, συνήθ. ξύλινη κατασκευή: ~ για αναρριχώμενο φυτό. Πβ. δικτύωμα, δικτυωτό.
24141καφέκα-φέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: καφετέρια. Βλ. βιβλιο~. [< γαλλ. café]
24142καφέκα-φέ επίθ./ουσ. {άκλ.}: που έχει το χρώμα του καφέ: ~ αρκούδα/μάτια. Σκούρο ~ (= βεγκέ). Βλ. καμηλό, καστανό, σοκολατί.|| (ως ουσ.) Σου πάει το ~ (= καφετί). (στον πληθ.) Τα ~ (ενν. ρούχα). [< γαλλ. café]
24145καφέ μπαρκα-φέ μπαρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: κατάστημα που λειτουργεί ως καφετέρια τις πρωινές και απογευματινές ώρες και ως μπαρ τις βραδινές. [< γαλλ. café-bar]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.