Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [24880-24900]

IDΛήμμαΕρμηνεία
24111καυλόςκαυ-λός ουσ. (αρσ.): ΒΟΤ. το τμήμα του φυτού που βρίσκεται πάνω από την επιφάνεια της γης. Πβ. βλαστός. Βλ. κορμός. [< αρχ. καυλός]
24112καύλωμακαύ-λω-μα ουσ. (ουδ.) (λ. ταμπού): καύλα.
24113καυλώνωκαυ-λώ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {καύλω-σα, -μένος, καυλών-οντας} (λ. ταμπού) 1. έχω σεξουαλική διέγερση ή έντονη επιθυμία για σεξουαλική επαφή. 2. ερεθίζω σεξουαλικά κάποιον. Πβ. διεγείρω. 3. (μτφ.) εκδηλώνω έντονη και ξαφνική επιθυμία ή υπέρμετρο ενθουσιασμό για κάτι. [< μεσν. καυλώνω]
24114καύμα[καῦμα] καύ-μα ουσ. (ουδ.) {καύμ-ατος | -ατα} (λόγ.) & (λαϊκό) κάμα: αφόρητη ζέστη, καύσωνας. ● ΣΥΜΠΛ.: κυνικά καύματα: ΜΕΤΕΩΡ. καλοκαιρινές μέρες με καύσωνα: τα ~ ~ του Ιουλίου. [< μτγν. κυνικά καύματα] [< αρχ. καῦμα]
24115καυσαέριακαυ-σα-έ-ρι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. καυσαέριο}: αέρια που εκπέμπονται από τους κινητήρες εσωτερικής καύσης των οχημάτων και αποτελούν σημαντική αιτία ατμοσφαιρικής ρύπανσης· γενικότ. αέρια προϊόντα μιας καύσης, απαέρια: επιπτώσεις των ~ίων στην υγεία (: αναπνευστικά προβλήματα, άσθμα, καρκίνος του πνεύμονα). Στα ~ (των αυτοκινήτων) περιέχονται μονοξείδιο κα διοξείδιο του άνθρακα, οξείδια του αζώτου, υδρογονάνθρακες, ενώσεις του μολύβδου, αιθάλη, διοξείδιο του θείου και αλδεΰδες. Βλ. αμόλυβδη, εξάτμιση, νέφος, όξινη βροχή, ρύπος, φαινόμενο του θερμοκηπίου. ● ΣΥΜΠΛ.: κάρτα (ελέγχου) καυσαερίων βλ. κάρτα [< γαλλ. gaz d'échappement]
24116καυσαλγίακαυ-σαλ-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. έντονος και επίμονος πόνος που δίνει την αίσθηση καψίματος και σχετίζεται με βλάβες των περιφερικών νεύρων: ~ του στόματος. Βλ. -αλγία, καύσος. [< γαλλ. causalgie, αγγλ. causalgia]
6169καυση

[ἀποτεφρωτήρας] α-πο-τε-φρω-τή-ρας ουσ. (αρσ.) & αποτεφρωτής: ΤΕΧΝΟΛ. κλίβανος για καύση αποβλήτων ή νεκρών οργανισμών: πυρολυτικός ~. ~ απορριμμάτων. ~ες υψηλών θερμοκρασιών. Βλ. -τήρας. [< γαλλ. incinérateur]

24117καύσηκαύ-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΧΗΜ. αντίδραση καυσίμου με οξυγόνο, με αποτέλεσμα την παραγωγή θερμικής, ηλεκτρικής ή μηχανικής ενέργειας: ατελής/τέλεια ~. Βραδεία (βλ. βραδύκαυστος)/ταχεία ~. Βλ. καυστήρας, μετάκαυση. 2. (επίσ.) κάψιμο: ~ απορριμμάτων.|| ~ των νεκρών (= αποτέφρωση· βλ. ταφή).καύσεις (οι): ΒΙΟΧ. οξειδώσεις των θρεπτικών ουσιών των τροφών στα κύτταρα των ιστών: Ο οργανισμός κάνει ~. Με τη γυμναστική αυξάνονται οι ~ του λίπους. Βλ. θερμίδα, καταβολισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: μηχανή/κινητήρας εσωτερικής καύσης/καύσεως βλ. κινητήρας [< 1: γαλλ. combustion 2: αρχ. καῦσις]
24118καύσιμακαύ-σι-μα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. καύσιμο}: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. μείγμα συνήθ. ουσιών από το οποίο παράγεται, μέσω καύσης ή πυρηνικής αντίδρασης, θερμική ενέργεια που είναι εκμεταλλεύσιμη, δηλ. που μπορεί να μετατραπεί σε μηχανική: (συμβατικά ~:) αέρια (βλ. βουτ-, προπ-άνιο, υγρ-, υδρ-, φωτ-αέριο)/στερεά (βλ. γαι-, ξυλ-άνθρακας, κάρβουνο, κοκ, μπρικέτα)/υγρά (βλ. βενζίνη, κηροζίνη, μαζούτ, ντίζελ, πετρέλαιο) ~. Πυρηνικά ~ (βλ. ουράνιο). Φυσικά ή τεχνητά ~. ~ θέρμανσης/κίνησης. Ναυτιλιακά ~. || (κυρ. για τα υγρά ~:) Ανάφλεξη/διαρροή ~ίμων. Πρατήριο ~ίμων (= βενζινάδικο). Το αυτοκίνητο έμεινε από ~ (βλ. κινητήρας). ● ΣΥΜΠΛ.: εναλλακτικά καύσιμα: που είναι φιλικά προς το περιβάλλον, προέρχονται από τους φυσικούς πόρους της Γης και μπορούν να αντικαταστήσουν το πετρέλαιο. Βλ. αγρο~, βιο-καύσιμα, υδρογόνο, φυσικό αέριο., κυψέλη καυσίμου/ενεργειακή κυψέλη βλ. κυψέλη [< γαλλ. carburants]
24119καύσιμος, η, ο καύ-σι-μος επίθ.: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. που μπορεί να καεί, ώστε να παραχθεί θερμική ενέργεια: ~η: ύλη. ~ο: αέριο/στερεό/υγρό. [< αρχ. καύσιμος, γαλλ. carburant]
24120καυσόξυλακαυ-σό-ξυ-λα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. καυσόξυλο}: ακατέργαστα ξύλα που χρησιμοποιούνται ως καύσιμη ύλη, κυρ. για θέρμανση στο σπίτι (σε τζάκι ή σόμπα): στεγνά/συσκευασμένα ~. ~ ξηραντηρίου. Πβ. κούτσουρο. [< γαλλ. bois à brûler]
24121καύσος[καῦσος] καύ-σος ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. αίσθημα καψίματος: οπισθοστερνικός/στομαχικός ~ (= καούρα, πύρωση). ~ κατά την ούρηση (πβ. τσούξιμο). Πβ. καΐλα, φλόγωση. Βλ. καυσαλγία. [< αρχ. καῦσος]
24122καυστήραςκαυ-στή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή μέσα στην οποία πραγματοποιείται η καύση: ~ (υγρ)αερίου. Ο ~ του καλοριφέρ. Συντήρηση ~α. ~ες θέρμανσης. Τεχνικός ~ων (= καυστηρατζής). Βλ. λέβητας, μετα~, -τήρας. [< αρχ. καυστήρ ‘έργαλείο για καυτηριασμό’, γαλλ. brûleur]
24123καυστηρατζήςκαυ-στη-ρα-τζής ουσ. (αρσ.) (προφ.): αυτός που ασχολείται επαγγελματικά με την εγκατάσταση, συντήρηση και επισκευή καυστήρων· τεχνικός καυστήρων. Βλ. -τζής.
24124καυστικός, ή, ό καυ-στι-κός επίθ. 1. (μτφ.) που επικρίνει με ιδιαίτερα έντονο, πνευματώδη, ειρωνικό, περιπαικτικό ή/και σαρκαστικό τρόπο: ~ή: γλώσσα/κριτική/κωμωδία/σάτιρα. ~ό: άρθρο/σχόλιο/χιούμορ.|| Ήταν/υπήρξε ιδιαίτερα ~ για/με τη στάση τους/κατά των αντιπάλων του. Πβ. αιχμηρός, δηκτικός, δριμύς, οξύς, τσουχτερός. Βλ. καυτηριάζω. 2. ΧΗΜ. (για αλκαλική ένωση) που προκαλεί διάβρωση, καταστροφή ζωντανού ιστού· (για ουσία) που δημιουργεί έγκαυμα στο δέρμα. ~ό: υγρό. Βλ. καυτηριασμός.|| Βλ. ακουαφόρτε, ασβέστης, βιτριόλι. 3. (για τρόφιμα) καυτερός· που προκαλεί κάψιμο: Το πιπέρι έχει έντονα ~ή γεύση.|| (ΙΑΤΡ.) ~ός: πόνος. Βλ. καύσος. ● ΣΥΜΠΛ.: καυστική σόδα & καυστικό νάτριο: ΧΗΜ. υδροξείδιο του νατρίου (σύμβ. NaOH)· λευκή κρυσταλλική ουσία που χρησιμοποιείται για την παρασκευή χαρτιού, σαπουνιού, τεχνητού μεταξιού, χημικών και φαρμακευτικών προϊόντων και στη διύλιση πετρελαίου., καυστική ποτάσα βλ. ποτάσα [< μτγν. καυστικός ‘ικανός να καίει, διαβρωτικός’ 2: γαλλ. caustique, γερμ. kaustisch, αγγλ. caustic 3: αρχ. ~]
24125καυστικότητακαυ-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του καυστικού: (μτφ.) Σατιρίζει με ~ πρόσωπα και καταστάσεις. Πβ. αιχμηρ-, δηκτικ-ότητα, δριμ-, οξ-ύτητα.|| (ΧΗΜ.) Η ~ του οινοπνεύματος. [< γαλλ. causticité, αγγλ. causticity]
24126καύσωναςκαύ-σω-νας ουσ. (αρσ.) {καυσών-ων} & (λόγ.) καύσων {καύσωνος} 1. ΜΕΤΕΩΡ. εξαιρετικά υψηλή θερμοκρασία του αέρα (για την Ελλάδα, ίση ή μεγαλύτερη των 39 βαθμών Κελσίου κατά τη διάρκεια της ημέρας και μεγαλύτερη των 26 κατά τη νύχτα), η οποία συνοδεύεται από άπνοια, παρατηρείται σε ευρεία γεωγραφική έκταση και διαρκεί δύο τουλάχιστον εικοσιτετράωρα: αφόρητος/μίνι (: μικρής διάρκειας)/παρατεταμένος ~. Επεισόδια/συνθήκες ~α. Καλοκαιρινοί ~ες (βλ. κυνικά καύματα). Προστασία από τον ~α. Επικρατεί/έρχεται/προβλέπεται ~. Άρχισε να υποχωρεί ο ~. Έχει ~α. Σε κλοιό ~α η Ελλάδα. Έκτακτα μέτρα για τον ~α που πλήττει τη χώρα. Αυξήθηκε η συχνότητα των ~ων. Πβ. ζέστη, κάψα, λάβρα, λιοπύρι. Βλ. θερμοπληξία, παγετός. 2. (μτφ.) έντονη κινητικότητα, αναστάτωση: απεργιακός/πολιτικός ~. Πβ. πυρετός. ● ΣΥΜΠΛ.: κύμα καύσωνα/ψύχους βλ. κύμα [< μτγν. καύσων]
24127καυτερός, ή, ό καυ-τε-ρός επίθ.: που προκαλεί αίσθηση καψίματος στο στόμα και στον λαιμό λόγω της πολύ πικάντικης γεύσης του: ~ή: πιπεριά (πβ. τσίλι)/σάλτσα. ~ό: καρύκευμα (βλ. ταμπάσκο)/κρεμμύδι/πιπέρι. ~ά: μπαχαρικά. Πβ. καυστικός, καυτός.|| (ως ουσ.) ~ή (= τυροκαυτερή). Τα ~ά (ενν. φαγητά). Βλ. -ερός. [< μεσν. καυτερός]
24128καυτηριάζωκαυ-τη-ρι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {καυτηρία-σε, καυτηριά-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, καυτηριάζ-οντας} 1. (μτφ.) ασκώ σκληρή κριτική σε κάποιον ή κάτι, το(ν) επικρίνω έντονα: Στο έργο του ~ει τα κακώς κείμενα. Πβ. καταγγέλλω, μαστιγώνω, στηλιτεύω, στιγματίζω. Βλ. καυστικός. 2. ΙΑΤΡ. κάνω καυτηριασμό. [< μτγν. καυτηριάζω ‘καίω ή σημαδεύω με φωτιά’, γαλλ. cautériser, αγγλ. cauterize]
24129καυτηριασμός & καυτηρίασηκαυ-τη-ρι-α-σμός ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. θεραπευτική μέθοδος κατά την οποία προκαλείται έγκαυμα στους ιστούς ενός μέρους του σώματος με ειδικό εργαλείο ή χημικές ουσίες: ~ κονδυλωμάτων. ~ του τραύματος/των πληγών. Βλ. διαθερμία, ηλεκτροκαυτηρίαση, κρυοπηξία. 2. (μτφ.) αιχμηρή κριτική: ~ καταστάσεων/προσώπων/συμπεριφορών. Πβ. μαστίγωμα, στηλίτευση, στιγματισμός. [< πβ. μεσν. καυστηριασμός & καυστηρίασις ‘κάψιμο με πυρακτωμένο σίδηρο’, μτγν. καυτηρίασις, γαλλ. cautérisation, αγγλ. cauterization]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.