| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 24144 | καφε- | κ. καφέ- κ. καφ- & (λαϊκό) καφεδο- κ. καφεδό-: το ουσιαστικό καφές ως α' συνθετικό λέξεων, με αναφορά στον καρπό ή το ρόφημα: καφε-κοπτείο.|| Καφε-ζαχαροπλαστείο. Kαφ-ωδείο.|| Καφεδο-μάγαζο. Καφεδό-μπρικο. | |
| 24143 | καφέα | βλ. καφεόδεντρο | |
| 24146 | καφέα | κα-φέ-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. καφεόδεντρο. [< αγγλ. coffea] | |
| 24147 | καφεδής | , -ιά, -ί κα-φε-δής επίθ. (σπάν.-λαϊκό): καφετής. | |
| 24148 | καφεδιά | κα-φε-διά ουσ. (θηλ.) (αργκό): καφές. Βλ. φραπεδιά. | |
| 24149 | καφεδο- | βλ. καφε- | |
| 24150 | καφεζαχαροπλαστείο | [καφεζαχαροπλαστεῖο] κα-φε-ζα-χα-ρο-πλα-στεί-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): κατάστημα που λειτουργεί συγχρόνως ως ζαχαροπλαστείο και καφετέρια. | |
| 24151 | καφεθέατρο | κα-φε-θέ-α-τρο ουσ. (ουδ.): μικρός χώρος όπου παρουσιάζονται θεατρικά ή μουσικά δρώμενα και σερβίρονται ποτά. Βλ. βιβλιοκαφέ, καφωδείο. [< γαλλ. café-théâtre, περ. 1965] | |
| 24152 | καφεΐνη | κα-φε-ΐ-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. αλκαλοειδές (σύμβ. C8H10N4O2) που βρίσκεται στα φύλλα, τους σπόρους ή τους καρπούς διάφορων φυτών, π.χ. του καφεόδεντρου, του κακαόδεντρου, του τεϊόδεντρου, και αποτελεί διεγερτικό του κεντρικού νευρικού συστήματος: Αυξημένη πρόσληψη ~ης μπορεί να προκαλέσει νευρικότητα. Πβ. τεΐνη. Βλ. ντεκαφεϊνέ, ξανθίνη. [< γαλλ. caféine] | |
| 24153 | καφεκοπτείο | [καφεκοπτεῖο] κα-φε-κο-πτεί-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): κατάστημα όπου γίνεται χαρμάνιασμα, καβούρδισμα, κοπή και πώληση καφέ· πωλούνται, επίσης, σε αυτό γλυκίσματα, ξηροί καρποί και ποτά. Βλ. καφεπωλείο. | |
| 24154 | καφεκόπτης | κα-φε-κό-πτης ουσ. (αρσ.) 1. συσκευή (μύλος) που αλέθει τους κόκκους του καφέ. 2. ιδιοκτήτης καφεκοπτείου. | |
| 24155 | καφεμαντεία | κα-φε-μα-ντεί-α ουσ. (θηλ.): μαντική μέθοδος κατά την οποία πιστεύεται ότι το μέλλον μπορεί να προβλεφθεί, παρατηρώντας είτε τα σχέδια-σύμβολα που δημιουργεί το κατακάθι του καφέ, όταν αναποδογυριστεί το φλιτζάνι, είτε τις φουσκάλες που σχηματίζονται στο καϊμάκι. Βλ. καφετζού, -μαντεία. | |
| 24156 | καφενειακός | , ή, ό κα-φε-νει-α-κός επίθ. (μειωτ.): χαμηλού επιπέδου: ~ή: συζήτηση (= καφενείου). ~ά: σχόλια. | |
| 24157 | καφενείο | [καφενεῖο] κα-φε-νεί-ο ουσ. (ουδ.) 1. παραδοσιακό κατάστημα όπου συχνάζουν κυρ. άνδρες μέσης και τρίτης ηλικίας, για να παίξουν συνήθ. τάβλι και χαρτιά, και στο οποίο σερβίρονται (ελληνικός) καφές, οινοπνευματώδη, αναψυκτικά και ορεκτικά: το ~ του χωριού. Βλ. καφετζής.|| (κατ' επέκτ., αντίστοιχος χώρος συγκέντρωσης ανθρώπων των γραμμάτων και των τεχνών:) Καλλιτεχνικό/φιλολογικό ~. Βλ. καφεθέατρο, καφωδείο, λέσχη. ΣΥΝ. καφενές 2. (μτφ.-προφ.-αρνητ. συνυποδ.) χώρος ή σύνολο ανθρώπων όπου επικρατεί φασαρία και έλλειψη τάξης και πειθαρχίας: Εδώ είναι σχολείο, δεν είναι ~!|| (συνήθ. στο ποδόσφαιρο) Ομάδα-~. ● Υποκ.: καφενεδάκι (το): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: συζήτηση/κουβέντα καφενείου: διάλογος χωρίς σοβαρά και βάσιμα επιχειρήματα. Πβ. καφενειακός. | |
| 24158 | καφενές | κα-φε-νές ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): καφενείο. Βλ. -ές. [< μεσν. καφενές < τουρκ. kahvehane] | |
| 24159 | καφενόβιος | , α, ο κα-φε-νό-βι-ος επίθ./ουσ. (προφ.-μειωτ.): που περνά την ώρα του στο καφενείο· αργόσχολος. Βλ. -βιος, μπαρόβιος. [< γαλλ. pilier de café] | |
| 24160 | καφεόδεντρο | κα-φε-ό-δε-ντρο ουσ. (ουδ.) & (λόγ.) καφεόδενδρο: ΒΟΤ. θαμνώδες αειθαλές φυτό των τροπικών περιοχών (οικογ. Rubiaceae, γένος Coffea), το οποίο καλλιεργείται για τους καρπούς του (δρύπες) που μοιάζουν με κεράσι και φέρουν μέσα τους δύο σπέρματα (σπόρους), από την επεξεργασία των οποίων παράγεται ο καφές. Βλ. κακαόδεντρο. ΣΥΝ. καφέα [< αγγλ. coffee-tree, Coffea] | |
| 24161 | καφεπωλείο | [καφεπωλεῖο] κα-φε-πω-λεί-ο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): κατάστημα πώλησης καφέ. Βλ. καφεκοπτείο, -πωλείο. | |
| 24162 | καφεπώλης | κα-φε-πώ-λης ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): ιδιοκτήτης καφεπωλείου. Βλ. -πώλης. [< γαλλ. cafetier] | |
| 24163 | καφές | κα-φές ουσ. (αρσ.) {καφ-έδες} 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ρόφημα από καβουρδισμένους και αλεσμένους σπόρους καφεόδεντρου: αρωματικός/αχνιστός/δυνατός/ελαφρύς/ζεστός/κρύος (βλ. φραπέ)/μυρωδάτος/παγωμένος ~. Ιρλανδικός/ιταλικός (βλ. εσπρέσο, καπουτσίνο, μοκατσίνο, φρέντο, φρεντοτσίνο) ~. ~ με γάλα/χωρίς ζάχαρη. Μια κούπα ~έ. Μηχανή (για) ~έ (= καφετιέρα). Αυτόματο μηχάνημα ~έ. Σερβίτσιο (του) ~έ. Μια γουλιά/ρουφηξιά ~έ. Ο ~ είναι σκέτο δηλητήριο/φαρμάκι (: πολύ πικρός). Πιες έναν ~έ, να ξενυστάξεις (βλ. καφεΐνη). Έχω κόψει τους ~έδες. Κάνει ωραίους ~έδες. Βλ. ντεκαφεϊνέ.|| (ειδικότ., για ελληνικό ~έ:) ~ στο γκαζάκι/στο καμινέτο/στη χόβολη. Το κατακάθι του ~έ. Μου χύθηκε ο ~. -Πώς πίνεις τον ~έ σου; -Βαρύ/γλυκό/γλυκύ βραστό/μέτριο/σκέτο. Λέει τον ~έ (βλ. καφετζού).|| (σε συνταγές:) Ένα φλιτζάνι (του) ~έ ζάχαρη. 2. ΒΟΤ. (συνεκδ.) το καφεόδεντρο ή κυρ. οι σπόροι του: φυτείες ~έ.|| Αραβικός (βλ. μόκα)/βραζιλιάνικος/κολομβιανός ~ (: ποικιλίες ~έ). Αλεσμένος/φρεσκοκομμένος ~. Βλ. χαρμάνι, -ές. ● Υποκ.: καφεδάκι (το) & (σπάν.) καφεδάκος (ο): στη σημ. 1: Να σου φτιάξω ένα ~; ● ΣΥΜΠΛ.: ελληνικός καφές & (προφ.) ελληνικός: που βράζεται σε μπρίκι με νερό και συνήθ. ζάχαρη. Βλ. καϊμάκι., καφές φίλτρου/γαλλικός καφές: που παράγεται κατά τη διέλευση ζεστού νερού από χάρτινο, πλαστικό ή μεταλλικό φίλτρο (καφετιέρας), στο οποίο έχουν τοποθετηθεί αλεσμένοι κόκκοι καφέ. [< γαλλ. café filtre] , πρωινός καφές 1. (μτφ.) πρωινή σύσκεψη: ~ ~ μεταξύ του πρωθυπουργού και των στενών του συνεργατών. Τι συζητήθηκε στον ~ό ~έ; Βλ. μπρίφινγκ. 2. που πίνεται το πρωί. [< αγγλ. morning coffee] , στιγμιαίος καφές: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. καφές σε κόκκους, ο οποίος διαλύεται αμέσως με λίγο ζεστό ή κρύο νερό. Πβ. νες καφέ, φραπέ. [< αγγλ. instant coffee, 1901] , τούρκικος καφές: ο ελληνικός., καραβίσιος καφές βλ. καραβίσιος ● ΦΡ.: διάλειμμα για καφέ (κυρ. σε συνέδρια ή σεμινάρια): σύντομη διακοπή για καφέ, αναψυκτικά και ελαφρά εδέσματα. [< αγγλ. coffee break, 1951] , πάμε για (έναν) καφέ; (προφ.): τρόπος για να ζητήσει, να προτείνει κάποιος συνάντηση ή ραντεβού συνήθ. σε καφετέρια: ~ ~ ή ποτό; Τι λέτε, ~ ~ (= είστε για έναν ~έ); Πήγαμε ~ και τα είπαμε λιγάκι., ο καφές της παρηγοριάς βλ. παρηγοριά [< μεσν. καφές, ιταλ. caffé, γαλλ. café < τουρκ. kahve] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ