| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 24130 | καυτός | , ή, ό καυ-τός επίθ. 1. πάρα πολύ ζεστός· (για τροφή) καυτερός: ~ός: αέρας (πβ. λίβας)/μήνας. ~ό: λάδι/νερό/ρόφημα. Πβ. ζεματιστός.|| (μτφ.) ~ά: δάκρυα.|| ~ή: πιπεριά. ~ό: πιπέρι. Πβ. πικάντικος. 2. (μτφ.) πολύ έντονος, που διεγείρει το ενδιαφέρον ή την ερωτική διάθεση: ~ός: διάλογος (: αντιπαράθεση). ~ή: αποκάλυψη/είδηση/επικαιρότητα (= συνταρακτική). ~ό: ερώτημα/θέμα (= φλέγον). ~ά: προβλήματα. || ~ή: φωτογραφία (= ερωτική, τολμηρή). ~ό: βλέμμα/ειδύλλιο (= παθιασμένο, φλογερό). ~ά: εσώρουχα (= προκλητικά). Πβ. θερμός. ● ΣΥΜΠΛ.: καυτή πατάτα (μτφ.-προφ.): ευαίσθητο, επίμαχο ή αμφιλεγόμενο ζήτημα που εγκυμονεί συνήθ. δυσάρεστες συνέπειες για όποιον ασχοληθεί μαζί του: η ~ ~ του ασφαλιστικού. [< αγγλ. hot potato, 1952] , ζεστό χρήμα βλ. χρήμα, καυτή ανάσα βλ. ανάσα [< 1: αρχ. καυστός 2: γαλλ. brûlant, αγγλ. hot] | |
| 24131 | καύτρα | καύ-τρα ουσ. (θηλ.) & κάφτρα: καιγόμενη άκρη τσιγάρου, πούρου ή σπανιότ. φιτιλιού· (συνήθ. συνεκδ.) η πυρωμένη στάχτη που δημιουργείται: σημάδια από ~ες στις πολυθρόνες. ● καύτρες (οι): (σε πυρκαγιά) καιγόμενα κομματάκια από φύλλα, καρπούς ή φλοιούς δέντρων, που μεταφέρονται με τους δυνατούς ανέμους: Η φωτιά μπορεί να μεταδοθεί από τις ~. Το μπαλκόνι είναι γεμάτο ~. [< μεσν. καύτρα] | |
| 24132 | καύχημα | καύ-χη-μα ουσ. (ουδ.): κάτι για το οποίο καυχιέται κάποιος: ~α: του ελληνισμού/της ορθοδοξίας. Το δημαρχείο είναι το ~ της πόλης. Πβ. καμάρι, κόσμημα, στολίδι, τιμή. ΑΝΤ. ντροπή (1) [< αρχ. καύχημα] | |
| 24133 | καύχηση | καύ-χη-ση ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) καυχησιά: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καυχιέμαι: αλαζονική ~. Πβ. κομπασμός, κομπορρημοσύνη, περιαυτολογία. ΣΥΝ. καυχησιολογία [< μτγν. καύχησις] | |
| 24134 | καυχησιάρης | καυ-χη-σιά-ρης ουσ. (αρσ.) , καυχησιάρα (η): που έχει την τάση να καυχιέται. Πβ. κομπαστής, κομπορρήμων, φανφαρόνος. Βλ. -ιάρης. ΑΝΤ. ταπεινόφρων [< μεσν. καυχησιάρης] | |
| 24135 | καυχησιολογία | καυ-χη-σι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): καύχηση. Πβ. κομπασμός. Βλ. -λογία. | |
| 24136 | καυχησιολογώ | [καυχησιολογῶ] καυ-χη-σι-ο-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {καυχησιολογ-είς ... | μόνο στον ενεστ.} (λόγ.): καυχιέμαι. Βλ. -λογώ. | |
| 24137 | καυχιέμαι | καυ-χιέ-μαι ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {καυχή-θηκε, -θεί, (λόγ. μτχ. ενεστ.) καυχ-ώμενος} & (λόγ.) καυχώμαι: αυτοεπαινούμαι ή υπερηφανεύομαι για κάτι: ~ται για τις γνωριμίες του. ~ήθηκε ότι είναι πιο όμορφη από ... Πβ. αλαζονεύ-, επαίρ-, κοκορεύ-, παινεύ-ομαι, καυχησιο-, περιαυτο-λογώ, κομπάζω. [< αρχ. καυχῶμαι] | |
| 24138 | καφάο | κα-φά-ο ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ΚΑΦΑΟ: ΤΕΧΝΟΛ. κατανεμητής καλωδίων (τηλεπικοινωνιακού δικτύου), με τη μορφή κουτιού: τα ~ του ΟΤΕ. Ζωγραφική σε ~. καμερών (διαχείρισης κυκλοφορίας). [< γερμ. Kabelverzweiger] | |
| 24139 | καφάσι | κα-φά-σι ουσ. (ουδ.): ξύλινο ή πλαστικό κιβώτιο που χρησιμοποιείται για την τοποθέτηση, προστασία και μεταφορά κυρ. οπωροκηπευτικών: ~ια με ντομάτες/ροδάκινα.|| Ένα ~ μπίρες. Πβ. κασόνι. ΣΥΝ. τελάρο (1) ● ΦΡ.: μου 'χει φύγει το μυαλό/το καφάσι/το κεφάλι/ο νους/το τσερβέλο βλ. μυαλό [< μεσν. καφάσι] | |
| 52187 | Καφάσι | τσερ-βέ-λο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): κεφάλι, εγκέφαλος, λογικό, κυρ. στις ● ΦΡ.: μου 'χει φύγει το μυαλό/το καφάσι/το κεφάλι/ο νους/το τσερβέλο βλ. μυαλό, χάνω το μυαλό/τα μυαλά/το τσερβέλο μου βλ. μυαλό [< ιταλ. cervello] | |
| 24140 | καφασωτός | , ή, ό κα-φα-σω-τός επίθ.: που έχει διάκενα: ~ή: πέργκολα. ● Ουσ.: καφασωτό (το): αντίστοιχη, συνήθ. ξύλινη κατασκευή: ~ για αναρριχώμενο φυτό. Πβ. δικτύωμα, δικτυωτό. | |
| 24141 | καφέ | κα-φέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: καφετέρια. Βλ. βιβλιο~. [< γαλλ. café] | |
| 24142 | καφέ | κα-φέ επίθ./ουσ. {άκλ.}: που έχει το χρώμα του καφέ: ~ αρκούδα/μάτια. Σκούρο ~ (= βεγκέ). Βλ. καμηλό, καστανό, σοκολατί.|| (ως ουσ.) Σου πάει το ~ (= καφετί). (στον πληθ.) Τα ~ (ενν. ρούχα). [< γαλλ. café] | |
| 24145 | καφέ μπαρ | κα-φέ μπαρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: κατάστημα που λειτουργεί ως καφετέρια τις πρωινές και απογευματινές ώρες και ως μπαρ τις βραδινές. [< γαλλ. café-bar] | |
| 24144 | καφε- | κ. καφέ- κ. καφ- & (λαϊκό) καφεδο- κ. καφεδό-: το ουσιαστικό καφές ως α' συνθετικό λέξεων, με αναφορά στον καρπό ή το ρόφημα: καφε-κοπτείο.|| Καφε-ζαχαροπλαστείο. Kαφ-ωδείο.|| Καφεδο-μάγαζο. Καφεδό-μπρικο. | |
| 24143 | καφέα | βλ. καφεόδεντρο | |
| 24146 | καφέα | κα-φέ-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. καφεόδεντρο. [< αγγλ. coffea] | |
| 24147 | καφεδής | , -ιά, -ί κα-φε-δής επίθ. (σπάν.-λαϊκό): καφετής. | |
| 24148 | καφεδιά | κα-φε-διά ουσ. (θηλ.) (αργκό): καφές. Βλ. φραπεδιά. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ