Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [24920-24940]

IDΛήμμαΕρμηνεία
24164καφεστίασηκα-φε-στί-α-ση ουσ. (θηλ.): παροχή καφέ και εστίασης: επιχειρήσεις/καταστήματα ~ης. Οι επαγγελματίες/ο κλάδος της ~ης.
24165καφετέριακα-φε-τέ-ρι-α ουσ. (θηλ.) & (παλαιότ.) καφετερία: κατάστημα, χώρος διασκέδασης και ψυχαγωγίας, κυρ. νέων ατόμων, όπου σερβίρονται διάφορα είδη καφέ, αναψυκτικά, ροφήματα, οινοπνευματώδη, ελαφρά ή/και πρόχειρα γεύματα και γλυκά: παραλιακή/πολυσύχναστη ~. Τα τραπεζάκια της ~ας. Εστιατόρια/κλαμπ και ~ες. Βλ. καφέ μπαρ, σνακ μπαρ. ΣΥΝ. καφέ [< αμερικ. cafeteria, 1894, γαλλ. cafétéria, 1925, ιταλ. caffetteria]
24166καφετζήςκα-φε-τζής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. καφετζού} (λαϊκό): ιδιοκτήτης καφενείου. Βλ. -τζής. [< τουρκ. kahveci]
24167καφετζούκα-φε-τζού ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): γυναίκα που ασχολείται συστηματικά, επαγγελματικά ή ερασιτεχνικά, με την καφεμαντεία. Βλ. -ού1.
24168καφετής, -ιά, -ί κα-φε-τής επίθ. & καφετί {άκλ.} (προφ.): που έχει καφέ χρώμα. Βλ. κανελής, καστανός, κεραμιδής. ● Ουσ.: καφετί (το) {άκλ.}: το αντίστοιχο χρώμα.
24169καφετιέρακα-φε-τιέ-ρα ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρική συσκευή που παρασκευάζει γαλλικό ή/και ιταλικό καφέ· συνεκδ. η αποσπώμενη γυάλινη κανάτα της: οικιακή ~. ~ εσπρέσο (= εσπρεσιέρα)/καπουτσίνο/φίλτρου. Η θερμαινόμενη πλάκα της ~ας. Βλ. βραστήρας. 2. επιτραπέζιο σκεύος για το σερβίρισμα του καφέ: πορσελάνινη ~. Βλ. γαλατ-, τσαγ-ιέρα. [< γαλλ. cafetière, ιταλ. caffettiera]
24170καφρίλακα-φρί-λα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} & καφριλίκι (το) (αργκό): άξεστη συμπεριφορά. Πβ. γουρουνιά. Βλ. -ίλα.
24171κάφροςκά-φρος ουσ. (αρσ.) (προφ.-μειωτ.): απολίτιστος, άξεστος, αγενής. Πβ. αγριάνθρωπος, αγροίκος. Βλ. αναίσθητος, χοντρόπετσος. [< ιταλ. cafro]
24172καφτάνικα-φτά-νι ουσ. (ουδ.) 1. καλοκαιρινό ριχτό γυναικείο φόρεμα με μήκος μέχρι τους γοφούς, τα γόνατα ή τον αστράγαλο: ~ για την παραλία. Πβ. καμιζόλα, πουκαμίσα, τουνίκ. 2. επίσημο ανδρικό ανατολίτικο ένδυμα, φαρδύ, μακρύ και πολυτελές. [< τουρκ. kaftan]
24173κάφτραβλ. καύτρα
24174καφωδείο[καφωδεῑο] κα-φω-δεί-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): μικρός χώρος όπου παρουσιάζονται μουσικά δρώμενα και σερβίρεται καφές και άλλα ροφήματα. Βλ. βιβλιοκαφέ, καφεθέατρο. [< γαλλ. café chantant]
24175καχεκτικός, ή, ό κα-χε-κτι-κός επίθ.: που εμφανίζει συμπτώματα καχεξίας, αναιμικός: άρρωστος και ~. Βλ. αδύνατος, κάτισχνος.|| ~ό: σώμα/φυτό.|| (μτφ.) ~ή: οικονομία. Πβ. ασθενικός. ΑΝΤ. εύρωστος. [< μτγν. καχεκτικός, γαλλ. cachectique, αγγλ. cachectic(al)]
24176καχεκτικότητακα-χε-κτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): (μτφ.) ιδιότητα του καχεκτικού: ~ φυτών. || ~ στις επενδύσεις/της κοινωνίας των πολιτών.
24177καχεξίακα-χε-ξί-α ουσ. (θηλ.) 1. μεγάλη εξασθένηση του οργανισμού, που οφείλεται σε υποσιτισμό ή βαριά ασθένεια και χαρακτηρίζεται από απώλεια βάρους και καταβολή: καρδιακή (: σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια)/καρκινική (: σε καρκινοπαθείς) ~. Βλ. αθρεψία, ανορεξία. 2. (μτφ.) παρακμή, ύφεση: ~ της αγοράς/των ασφαλιστικών ταμείων/του χρηματιστηρίου. Πβ. μαρασμός. ΑΝΤ. ευρωστία [< αρχ. καχεξία, γαλλ. cachexie, γερμ. Kachexie, αγγλ. cachexy]
24178καχύποπτος, η, ο κα-χύ-πο-πτος επίθ.: που διαβλέπει πάντα και συνήθ. αδικαιολόγητα κάτι ύποπτο πίσω από τις πράξεις και τα λόγια των άλλων, που δεν δείχνει εμπιστοσύνη σε κανέναν: Είναι ~ με τους πάντες (και τα πάντα).|| ~ο: βλέμμα. Πβ. δύσπιστος. ΣΥΝ. φιλύποπτος ● επίρρ.: καχύποπτα [< αρχ. καχύποπτος]
24179καχυποψίακα-χυ-πο-ψί-α ουσ. (θηλ.): καχύποπτη στάση: Υπάρχει ~ για τις πραγματικές τους προθέσεις. Τους αντιμετωπίζει/βλέπει με (έντονη) ~. Διακατέχεται από ~. Πβ. δυσπιστία. ΣΥΝ. φιλυποψία [< μεσν. καχυποψία]
24180κάψα1κά-ψα ουσ. (θηλ.) 1. (επιστ.) προστατευτικό περίβλημα διαφόρων δομών ή βακτηρίων: (ΑΝΑΤ.) ινώδης ~. Αρθρική (πβ. θύλακας)/κρανιακή/νεφρική ~. Η έξω/έσω ~ του εγκεφάλου.|| (ΒΙΟΛ.) Η ~ του πνευμονιόκοκκου. 2. ΤΕΧΝΟΛ. το μπροστινό μέρος του μικροφώνου: δυναμική/πυκνωτική (καρδιοειδής) ~. ~ πέτου (πβ. ψείρα). 3. ΒΟΤ. είδος καρπού, ο οποίος περιέχεται σε ξηρό περίβλημα (κέλυφος). 4. ΧΗΜ. δοχείο τήξης ή εξάτμισης. [< 1,2,4: γαλλ. capsule 3: μεσν. κάψα]
24181κάψα2κά-ψα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. πολύ υψηλή θερμοκρασία, αφόρητη ζέστη: μες στην ~ του ήλιου/καλοκαιριού. Πβ. καύσωνας, λάβρα, λιοπύρι. 2. (μτφ.) λαχτάρα, πόθος: Του 'φυγε η ~ για ... Πβ. καψούρα, κόλλημα. ● ΦΡ.: έχει κάψες (ειρων.): ζεσταίνεται· έχει έντονη ερωτική επιθυμία. [< μεσν. κάψα]
24182καψαλίζωκα-ψα-λί-ζω ρ. (μτβ.) {καψάλι-σε, καψαλί-στηκε, -σμένος, καψαλίζ-οντας} (προφ.): καίω κάτι ελαφρά, επιφανειακά: (σε συνταγές:) ~ετε το κοτόπουλο. ~στηκαν (λιγάκι) τα μαλλιά/ρούχα της. Πβ. τσουρουφλίζω.
24183καψάλισμακα-ψά-λι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καψαλίζω: πυρκαγιά από ~ χόρτων. Πβ. τσουρούφλισμα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.