| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 24169 | καφετιέρα | κα-φε-τιέ-ρα ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρική συσκευή που παρασκευάζει γαλλικό ή/και ιταλικό καφέ· συνεκδ. η αποσπώμενη γυάλινη κανάτα της: οικιακή ~. ~ εσπρέσο (= εσπρεσιέρα)/καπουτσίνο/φίλτρου. Η θερμαινόμενη πλάκα της ~ας. Βλ. βραστήρας. 2. επιτραπέζιο σκεύος για το σερβίρισμα του καφέ: πορσελάνινη ~. Βλ. γαλατ-, τσαγ-ιέρα. [< γαλλ. cafetière, ιταλ. caffettiera] | |
| 24170 | καφρίλα | κα-φρί-λα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} & καφριλίκι (το) (αργκό): άξεστη συμπεριφορά. Πβ. γουρουνιά. Βλ. -ίλα. | |
| 24171 | κάφρος | κά-φρος ουσ. (αρσ.) (προφ.-μειωτ.): απολίτιστος, άξεστος, αγενής. Πβ. αγριάνθρωπος, αγροίκος. Βλ. αναίσθητος, χοντρόπετσος. [< ιταλ. cafro] | |
| 24172 | καφτάνι | κα-φτά-νι ουσ. (ουδ.) 1. καλοκαιρινό ριχτό γυναικείο φόρεμα με μήκος μέχρι τους γοφούς, τα γόνατα ή τον αστράγαλο: ~ για την παραλία. Πβ. καμιζόλα, πουκαμίσα, τουνίκ. 2. επίσημο ανδρικό ανατολίτικο ένδυμα, φαρδύ, μακρύ και πολυτελές. [< τουρκ. kaftan] | |
| 24173 | κάφτρα | βλ. καύτρα | |
| 24174 | καφωδείο | [καφωδεῑο] κα-φω-δεί-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): μικρός χώρος όπου παρουσιάζονται μουσικά δρώμενα και σερβίρεται καφές και άλλα ροφήματα. Βλ. βιβλιοκαφέ, καφεθέατρο. [< γαλλ. café chantant] | |
| 24175 | καχεκτικός | , ή, ό κα-χε-κτι-κός επίθ.: που εμφανίζει συμπτώματα καχεξίας, αναιμικός: άρρωστος και ~. Βλ. αδύνατος, κάτισχνος.|| ~ό: σώμα/φυτό.|| (μτφ.) ~ή: οικονομία. Πβ. ασθενικός. ΑΝΤ. εύρωστος. [< μτγν. καχεκτικός, γαλλ. cachectique, αγγλ. cachectic(al)] | |
| 24176 | καχεκτικότητα | κα-χε-κτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): (μτφ.) ιδιότητα του καχεκτικού: ~ φυτών. || ~ στις επενδύσεις/της κοινωνίας των πολιτών. | |
| 24177 | καχεξία | κα-χε-ξί-α ουσ. (θηλ.) 1. μεγάλη εξασθένηση του οργανισμού, που οφείλεται σε υποσιτισμό ή βαριά ασθένεια και χαρακτηρίζεται από απώλεια βάρους και καταβολή: καρδιακή (: σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια)/καρκινική (: σε καρκινοπαθείς) ~. Βλ. αθρεψία, ανορεξία. 2. (μτφ.) παρακμή, ύφεση: ~ της αγοράς/των ασφαλιστικών ταμείων/του χρηματιστηρίου. Πβ. μαρασμός. ΑΝΤ. ευρωστία [< αρχ. καχεξία, γαλλ. cachexie, γερμ. Kachexie, αγγλ. cachexy] | |
| 24178 | καχύποπτος | , η, ο κα-χύ-πο-πτος επίθ.: που διαβλέπει πάντα και συνήθ. αδικαιολόγητα κάτι ύποπτο πίσω από τις πράξεις και τα λόγια των άλλων, που δεν δείχνει εμπιστοσύνη σε κανέναν: Είναι ~ με τους πάντες (και τα πάντα).|| ~ο: βλέμμα. Πβ. δύσπιστος. ΣΥΝ. φιλύποπτος ● επίρρ.: καχύποπτα [< αρχ. καχύποπτος] | |
| 24179 | καχυποψία | κα-χυ-πο-ψί-α ουσ. (θηλ.): καχύποπτη στάση: Υπάρχει ~ για τις πραγματικές τους προθέσεις. Τους αντιμετωπίζει/βλέπει με (έντονη) ~. Διακατέχεται από ~. Πβ. δυσπιστία. ΣΥΝ. φιλυποψία [< μεσν. καχυποψία] | |
| 24180 | κάψα1 | κά-ψα ουσ. (θηλ.) 1. (επιστ.) προστατευτικό περίβλημα διαφόρων δομών ή βακτηρίων: (ΑΝΑΤ.) ινώδης ~. Αρθρική (πβ. θύλακας)/κρανιακή/νεφρική ~. Η έξω/έσω ~ του εγκεφάλου.|| (ΒΙΟΛ.) Η ~ του πνευμονιόκοκκου. 2. ΤΕΧΝΟΛ. το μπροστινό μέρος του μικροφώνου: δυναμική/πυκνωτική (καρδιοειδής) ~. ~ πέτου (πβ. ψείρα). 3. ΒΟΤ. είδος καρπού, ο οποίος περιέχεται σε ξηρό περίβλημα (κέλυφος). 4. ΧΗΜ. δοχείο τήξης ή εξάτμισης. [< 1,2,4: γαλλ. capsule 3: μεσν. κάψα] | |
| 24181 | κάψα2 | κά-ψα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. πολύ υψηλή θερμοκρασία, αφόρητη ζέστη: μες στην ~ του ήλιου/καλοκαιριού. Πβ. καύσωνας, λάβρα, λιοπύρι. 2. (μτφ.) λαχτάρα, πόθος: Του 'φυγε η ~ για ... Πβ. καψούρα, κόλλημα. ● ΦΡ.: έχει κάψες (ειρων.): ζεσταίνεται· έχει έντονη ερωτική επιθυμία. [< μεσν. κάψα] | |
| 24182 | καψαλίζω | κα-ψα-λί-ζω ρ. (μτβ.) {καψάλι-σε, καψαλί-στηκε, -σμένος, καψαλίζ-οντας} (προφ.): καίω κάτι ελαφρά, επιφανειακά: (σε συνταγές:) ~ετε το κοτόπουλο. ~στηκαν (λιγάκι) τα μαλλιά/ρούχα της. Πβ. τσουρουφλίζω. | |
| 24183 | καψάλισμα | κα-ψά-λι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καψαλίζω: πυρκαγιά από ~ χόρτων. Πβ. τσουρούφλισμα. | |
| 24184 | κάψει | βλ. καίω | |
| 24185 | καψερός | , ή, ό κα-ψε-ρός επίθ. (λαϊκό): καημένος, κακομοίρης: Τι έπαθε ο ~! Πβ. δυστυχής, ταλαίπωρος, φουκαράς. Βλ. -ερός. [< μεσν. καψερός] | |
| 58691 | καψίδιο | κα-ψί-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΧ. πρωτεϊνικό περίβλημα που προστατεύει το γενετικό υλικό ενός ιού. [< γαλλ. capside, 1959, αγγλ. capsid, 1959] | |
| 24186 | καψιμί | κα-ψι-μί ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): χώρος σε κέντρα εκπαίδευσης και μονάδες του Στρατού Ξηράς όπου οι στρατευμένοι μπορούν να ψυχαγωγηθούν, π.χ. να δουν τηλεόραση ή να ακούσουν μουσική, και να αγοράσουν πρόχειρο φαγητό, αναψυκτικά ή ψιλικά· συνεκδ. τα ίδια τα φαγητά και ποτά που προέρχονται από αυτό. Πβ. εντευκτήριο, καντίνα, κυλικείο. [< Κ(έντρο) Ψ(υχαγωγίας) Μ(ονάδας)] | |
| 24187 | καψιμιτζής | κα-ψι-μι-τζής ουσ. (αρσ.) (προφ.): στρατιώτης στον οποίον έχει ανατεθεί η λειτουργία και διαχείριση του καψιμί. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ