Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [24940-24960]

IDΛήμμαΕρμηνεία
24184κάψειβλ. καίω
24185καψερός, ή, ό κα-ψε-ρός επίθ. (λαϊκό): καημένος, κακομοίρης: Τι έπαθε ο ~! Πβ. δυστυχής, ταλαίπωρος, φουκαράς. Βλ. -ερός. [< μεσν. καψερός]
58691καψίδιοκα-ψί-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΧ. πρωτεϊνικό περίβλημα που προστατεύει το γενετικό υλικό ενός ιού. [< γαλλ. capside, 1959, αγγλ. capsid, 1959]
24186καψιμίκα-ψι-μί ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): χώρος σε κέντρα εκπαίδευσης και μονάδες του Στρατού Ξηράς όπου οι στρατευμένοι μπορούν να ψυχαγωγηθούν, π.χ. να δουν τηλεόραση ή να ακούσουν μουσική, και να αγοράσουν πρόχειρο φαγητό, αναψυκτικά ή ψιλικά· συνεκδ. τα ίδια τα φαγητά και ποτά που προέρχονται από αυτό. Πβ. εντευκτήριο, καντίνα, κυλικείο. [< Κ(έντρο) Ψ(υχαγωγίας) Μ(ονάδας)]
24187καψιμιτζήςκα-ψι-μι-τζής ουσ. (αρσ.) (προφ.): στρατιώτης στον οποίον έχει ανατεθεί η λειτουργία και διαχείριση του καψιμί.
24188κάψιμοκά-ψι-μο ουσ. (ουδ.) {καψίμ-ατος | -ατα} (προφ.) 1. καταστροφή ενός υλικού με φωτιά: ~ κλαδιών/ξερών χόρτων/σκουπιδιών (βλ. ΧΥΤΑ). ~ των νεκρών (= αποτέφρωση). Πβ. καύση.|| ~ των δασών. Πβ. εμπρησμός.|| (μτφ., κατανάλωση:) ~ των θερμίδων/του λίπους με γυμναστική. Βλ. καύσεις. 2. πρόκληση εγκαύματος· συνεκδ. έγκαυμα: ~ του δέρματος. Πβ. ζεμάτισμα.|| ~ατα στην πλάτη και το πρόσωπο (: εξαιτίας υπερέκθεσης στον ήλιο). 3. πόνος που οφείλεται ή δίνει την εντύπωση ότι προέρχεται από την επαφή συγκεκριμένου σημείου του σώματος με φωτιά ή με καυτό αντικείμενο: ~ στη γλώσσα από ζεστό ρόφημα.|| Βήχας και ~ στον λαιμό (βλ. φαρυγγίτιδα). ~ στον οισοφάγο/στο στήθος/στο στομάχι (= καούρα). Νιώθει (ένα) ~ κατά την ούρηση (= τσούξιμο). Πβ. καύσος. [< μεσν. κάψιμο]
24189καψόνικα-ψώ-νι ουσ. (ουδ.) 1. (στρατ. αργκό) σκληρή και συνήθ. εξευτελιστική δοκιμασία που επιβάλλεται παράτυπα από αξιωματικό σε στρατιώτη ή στρατιώτες ως τιμωρία ή μέσο πειθαρχίας: Τα ~ια έχουν καταργηθεί. Βλ. αγγαρεία. 2. (κατ' επέκτ.) ταλαιπωρία στην οποία υποβάλλεται κάποιος: Ο καιρός τους έκανε ~. [παλαιότ. ορθογρ. καψώνι]
24190κάψουλακά-ψου-λα ουσ. (θηλ.) 1. ΦΑΡΜΑΚ. χάπι με μορφή μικρής, συνήθ. κυλινδρικής θήκης από ζελατίνη, μέσα στην οποία περιέχεται φαρμακευτική ουσία. Βλ. υπόθετο. 2. επανδρωμένο διαστημόπλοιο: διαστημική ~ (πβ. θαλαμίσκος). [< 1: ιταλ. capsula, γαλλ. capsule 2: αγγλ. capsule, 1954]
24191καψούλικα-ψού-λι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: μικρό περίβλημα (θήκη) πυρίτιδας ή άλλης εκρηκτικής ύλης· χρησιμοποιείται κυρ. ως κροτίδα ή σε ψεύτικα, συνήθ. παιδικά πιστόλια: πλαστικά ~ια. Πβ. εμπύρευμα, πυροκροτητής. Βλ. φυσίγγιο. ΣΥΝ. καψύλιο
24192καψούρακα-ψού-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. έντονος έρωτας, συνήθ. φευγαλέος ή/και χωρίς ανταπόκριση· συνεκδ. το πρόσωπο για το οποίο νιώθει κάποιος έτσι: Έχει ~ (με ...). 2. (κατ' επέκτ.) μεγάλη αγάπη, πάθος για κάτι· συνεκδ. το αντίστοιχο αντικείμενο: Το αμάξι του είναι η ~ του. Πβ. κάψα2, κόλλημα. Βλ. -ούρα2.
24193καψουρεύομαικα-ψου-ρεύ-ο-μαι ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {καψουρεύ-τηκε} (λαϊκό) 1. ερωτεύομαι σφοδρά κάποιον, συχνά χωρίς ανταπόκριση: την/τον ~ηκε. 2. (κατ' επέκτ.) αισθάνομαι έντονο πάθος για κάτι.
24194καψούρηςκα-ψού-ρης ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. καψούρα} (λαϊκό): που έχει καψούρα.
24195καψούρικος, η, ο κα-ψού-ρι-κος επίθ. (λαϊκό, συνήθ. για τραγούδι): που αναφέρεται στην καψούρα.
24196καψουροτράγουδοκα-ψου-ρο-τρά-γου-δο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): τραγούδι, συνήθ. λαϊκό, που εκφράζει ερωτικό πόθο ή/και καημό, απογοήτευση.
24197καψύλιοκα-ψύ-λι-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): καψούλι: ~ια: επιπωμάτωσης/φιαλών/φυσιγγίων. [< γαλλ. capsule]
24198κάψωβλ. καίω
24199καψώνωκα-ψώ-νω ρ. (αμτβ.) {κάψω-σα, -μένος} (λαϊκό) 1. ζεσταίνομαι πάρα πολύ. ΣΥΝ. ανάβω (5) 2. διεγείρομαι ερωτικά. [< μεσν. καψώνω]
24200καώβλ. καίω
24201κβάζαρκβά-ζαρ ουσ. (αρσ. + ουδ.) {άκλ. κ. (σπάν.) πληθ. -ς}: ΑΣΤΡΟΝ. υπέρλαμπρο και πολύ μακρινό ουράνιο σώμα (γαλαξιακός πυρήνας) που μοιάζει με αστέρι, αλλά διακρίνεται από αυτό εξαιτίας της μετατόπισης προς το ερυθρό που παρουσιάζει το φάσμα του και λόγω των ραδιοκυμάτων που εκπέμπει. Πβ. ραδιο-γαλαξίας, -πηγή. Βλ. μαύρη τρύπα. ΣΥΝ. ημιαστέρας [< αγγλ. quasar < quasi stellar < quas(i-stell)ar (radio source), 1964, γαλλ. ~, 1965]
24202κβαντικός, ή, ό κβα-ντι-κός επίθ.: ΦΥΣ.-ΜΑΘ. που έχει σχέση με τα κβάντα: ~ός: αριθµός. ~ή: θεωρία/λογική/φυσική. ~ό: κενό.|| (μτφ.) ~ό: άλμα (= ξαφνική και τεράστια αλλαγή ή πρόοδος). ● ΣΥΜΠΛ.: κβαντική μηχανική: ΦΥΣ. κβαντομηχανική., κβαντική χημεία: ΧΗΜ. κλάδος της θεωρητικής χημείας που εξηγεί τα χημικά φαινόμενα μέσω της κβαντομηχανικής: μοριακή ~ ~. ΣΥΝ. κβαντοχημεία [< αγγλ. quantum chemistry, 1944] , κβαντική ηλεκτροδυναμική βλ. ηλεκτροδυναμική, κβαντική χρωμοδυναμική βλ. χρωμοδυναμική [< αγγλ. quantum, 1914, γαλλ. quantique, περ. 1920]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.