κβά-ντο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ. κβάντ-α} & (σπάν.) κβάντουμ: ΦΥΣ. ελάχιστη διακριτή ποσότητα και μονάδα μέτρησης μιας φυσικής ιδιότητας, π.χ. ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας, στροφορμής: ~α φωτός (= φωτόνια). Η θεωρία των ~ων. [< γερμ. Quantum, 1900, αγγλ. quantum, 1902, γαλλ. ~, 1911]
24204
κβαντομηχανική
κβα-ντο-μη-χα-νι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Κ): ΦΥΣ. θεωρία που περιγράφει τη συμπεριφορά της ύλης σε ατομική και υποατομική κλίμακα· κατ' επέκτ. ο αντίστοιχος κλάδος, κβαντική μηχανική. Βλ. κυματομηχανική. [< αγγλ. quantum mechanics, 1922]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.