Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [2480-2500]

IDΛήμμαΕρμηνεία
1514άιφον[ἄιφον] ά-ι-φον ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & άι-φον & iPhone: ΤΕΧΝΟΛ. είδος πολυτηλεφώνου. Βλ. άιποντ. [< αγγλ. εμπορ. ονομασ. iPhone, 2007]
1515αιχμαλωσία[αἰχμαλωσία] αιχ-μα-λω-σί-α ουσ. (θηλ.): βίαιη συνήθ. σύλληψη και κράτηση κάποιου (από εχθρούς), συνεκδ. η κατάσταση ή ο τόπος όπου κάποιος βρίσκεται αιχμάλωτος: ~ αμάχων/ζώων/ναυτών (ΣΥΝ. αιχμαλώτιση, ΑΝΤ. απελευθέρωση). Σε συνθήκες ~ας. Διαφεύγω/επιστρέφω από την ~. Κρατείται υπό ~. Παρέμεινε σε ~. Οι κατακτητές προέβησαν σε σφαγές, λεηλασίες και ~ες. Βλ. δουλεία, σκλαβιά. ΑΝΤ. ελευθερία [< μτγν. αἰχμαλωσία]
1516αιχμαλωτίζω[αἰχμαλωτίζω] αιχ-μα-λω-τί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {αιχμαλώτι-σα, -σει, -στηκα, -στεί, -σμένος} 1. πιάνω αιχμάλωτο: ~ τα γυναικόπαιδα/ένα ζώο. ~στηκε, αλλά κατάφερε να δραπετεύσει. ~σμένη: περιοχή/χώρα. ΑΝΤ. απελευθερώνω (1), ελευθερώνω (1) 2. (μτφ.) προσελκύω, μαγεύω: ~ τις αισθήσεις/το βλέμμα (των περαστικών)/το ενδιαφέρον/το κοινό/τη σκέψη/τη φαντασία κάποιου. Η γοητεία/ο τρόπος που μιλάει σε ~ει από την πρώτη στιγμή (πβ. θέλγω, μαγνητίζω, σαγηνεύω).|| Ο φακός της μηχανής ~σε (= συνέλαβε) την ομορφιά του τοπίου. [< 1: μτγν. αἰχμαλωτίζω 2: γαλλ. captiver]
1517αιχμαλώτιση[αἰχμαλώτιση] αιχ-μα-λώ-τι-ση ουσ. (θηλ.) & αιχμαλωτισμός (ο): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αιχμαλωτίζω: ~ εχθρικών δυνάμεων (ΣΥΝ. αιχμαλωσία). ~ πουλιών.|| (μτφ.) ~ της στιγμής (κυρ. σε φωτογραφίσεις). [< μεσν. αιχμαλώτισις· μτγν. αἰχμαλωτισμός]
1518αιχμάλωτος, η, ο [αἰχμάλωτος] αιχ-μά-λω-τος επίθ./ουσ. {αιχμαλώτ-ου | -ων, -ους} (κυρ. ως ουσ.) 1. που έχει χάσει την ελευθερία του, με βίαιο συνήθ. τρόπο, και βρίσκεται υπό την εξουσία άλλου: αλυσοδεμένος ~. ~ των εχθρών/του καθεστώτος/των ληστών/των πειρατών. ~ πολέμου. ~οι και όμηροι. Ανακριτής ~ων. Απελευθέρωση/διάσωση/εκτέλεση/εξαγορά/εξέγερση/κακοποίηση/στρατόπεδο ~ων. Κρατείται/συνελήφθη ~. Βασανίζουν/παραδίδουν/σκοτώνουν τους ~ους. Πιάστηκε ~ στη μάχη. Πβ. κρατούμενος.|| (ως επίθ.) ~ος: στρατιώτης. ~η: πατρίδα. ~ο: πτηνό. 2. (μτφ., κυρ. για πρόσ.) δέσμιος, εξαρτημένος από κάτι ή σπανιότ. κάποιον: ~ της γοητείας (της)/της γραφειοκρατίας/του έρωτα/των παθών του/μιας σχέσης/της τεχνολογίας/του φόβου/του χρόνου. ~ συμφερόντων, δεσμεύσεων και εξαρτήσεων. (Βρίσκομαι/πέφτω) ~ στα δίχτυα/χέρια κάποιου.|| Η οικονομία ~η της διεθνούς κρίσεως (πβ. έρμαιο, δεσμώτης, δούλος, υποχείριο). ● ΣΥΜΠΛ.: ανταλλαγή αιχμαλώτων βλ. ανταλλαγή [< 1: αρχ. αἰχμάλωτος 2: γαλλ. captif]
1519αιχμή[αἰχμή] αιχ-μή ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) το πιο βασικό, ισχυρό ή κρίσιμο σημείο, το αποκορύφωμα κατάστασης, δραστηριότητας, φαινομένου και η αντίστοιχη χρονική στιγμή: η ~ της ανάπτυξης/της επιστήμης/του προβληματισμού/της προόδου. Η ~ της εξέλιξης/της πρωτοπορίας. Θέματα ~ής (= σημαντικά, καυτά, σπουδαία). Έρευνα ~ής (: η οποία στηρίζεται σε σύγχρονα επιστημονικά πορίσματα και σε προηγμένη τεχνολογία). Αίτημα/προϊόντα/υπηρεσίες ~ής. Απεργιακές κινητοποιήσεις με ~ τα οικονομικά προβλήματα. Βρίσκεται/παραμένει στην ~ της επικαιρότητας. Πολιτική αντιπαράθεση με σημείο ~ής την παιδεία.|| (ΦΥΣ.) ~ τάσης.|| Κυκλοφοριακή/τουριστική ~. Στην ~ της σεζόν. 2. οξεία, μυτερή άκρη αντικειμένου: κοφτερή/μεταλλική ~. ~ ακοντίου/βελόνας/βέλους/μαχαιριού/ξίφους. Πβ. άκρο, μύτη.|| ~ της καμπύλης (= κορυφή).αιχμές (οι) (μτφ.): υπαινιγμοί, υπονοούμενα, έμμεσες κατηγορίες: ~ για παραλείψεις. ~ σε βάρος/εναντίον/κατά της κυβέρνησης. Διατυπώνει/εξαπολύει/ρίχνει (δημόσια) ~. Απαντώ σε ~. Άφησε προσωπικές ~ κατά του ...|| (σπάν. στον εν.) Πολιτική ~ή. Πβ. νύξη, σπόντα. [< γαλλ. pointe] ● ΣΥΜΠΛ.: αιχμή του δόρατος (μτφ.): το πιο ισχυρό όπλο για την εφαρμογή (επιθετικής) πολιτικής και γενικότ. για την επίτευξη στόχου: Ο πολιτισμός/τουρισμός πρέπει να είναι η ~ ~ για την ανάπτυξη. [< αγγλ. spear head] , περίοδος αιχμής: χρονικό διάστημα με την πλέον αυξημένη κίνηση, δουλειά: εμπορική/καλοκαιρινή ~ ~. ~ ~ των διακοπών/των εορτών/της τουριστικής κίνησης. Αύξηση δρομολογίων/προσλήψεων εποχικού προσωπικού/πτήσεων σε ~ους ~. ΑΝΤ. νεκρή περίοδος., τεχνολογία αιχμής: η πιο εξελιγμένη, προηγμένη, πρωτοποριακή τεχνολογία. Πβ. υψηλή τεχνολογία. [< αγγλ. leading-edge technology, 1977, γαλλ. technologie de pointe] , ώρα/ώρες αιχμής: περίοδος κορύφωσης της κυκλοφοριακής κίνησης ή της (ενεργειακής) κατανάλωσης: Αύξηση δρομολογίων/μποτιλιάρισμα/συνωστισμός σε ~ ~. ~ ~ της ζήτησης (ηλεκτρικού ρεύματος). [< γαλλ. heures de pointe, 1911] [< 2: αρχ. αἰχμή, γαλλ. pointe]
1520αιχμηρός, ή, ό [αἰχμηρός] αιχ-μη-ρός επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) καυστικός, δηκτικός και γενικότ. έντονος: ~ός: διάλογος/(πολιτικός) λόγος. ~ή: γλώσσα/επίθεση/κριτική/πένα//σάτιρα. ~ό: κείμενο/ύφος/χιούμορ. Είναι ~ στις δηλώσεις/στα σχόλιά του. ~ά βέλη αντάλλαξαν κυβέρνηση και αντιπολίτευση. Πβ. δριμύς.|| ~ό: βλέμμα (= οξύ). ΣΥΝ. κοφτερός (2) 2. μυτερός, οξύς: ~ή: γωνία/κορυφή/λεπίδα/μύτη/προεξοχή. ~ό: αγκάθι (= σουβλερό)/άκρο/αντικείμενο/εργαλείο/όργανο. ~ές: άκρες. Βλ. -ηρός. ΣΥΝ. κοφτερός (1)
1521αιχμηρότητα[αἰχμηρότητα] αιχ-μη-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του αιχμηρού: ~ μαχαιριού/ξυραφιού.|| (μτφ.) Η ~ ενός κειμένου/της κριτικής (πβ. οξύτητα). ~ στον λόγο (πβ. ειρωνεία, καυστικότητα, σαρκασμός). Εκφράζει τις απόψεις του/σκιαγραφεί την κοινωνία με ~. Βλ. -ότητα.
1523αιώνιος

, α, ο [αἰώνιος] αι-ώ-νι-ος επίθ. {κ. λόγ. θηλ. αιωνία} 1. άχρονος, χωρίς αρχή και τέλος, που μένει ανέπαφος στο πέρασμα των αιώνων και δεν υπόκειται σε αλλαγές, που υπάρχει για πάντα: (ΘΕΟΛ.) ο ~ Θεός. Ο ~ κύκλος της ζωής και του θανάτου (: που διαρκεί εσαεί).|| ~α: αγάπη/ευγνωμοσύνη/νιότη. ~ες: αλήθειες. ~α: ιδανικά. ~α τιμή και δόξα στους νεκρούς του πολέμου. Το ~ο μήνυμα του ανθρωπισμού. Το ηλεκτρονικό κείμενο δεν υπόκειται στη φθορά, γίνεται σχεδόν ~ο (= άφθαρτο). Οι ~ες και σταθερές αρχές του Σύμπαντος. Οι ~ες αξίες της ελευθερίας και της δικαιοσύνης. Πβ. αέναος, αθάνατος, ακατάλυτος, διηνεκής, παντοτινός. ΑΝΤ. εφήμερος, πρόσκαιρος, προσωρινός 2. (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) που δεν σταματά, υπάρχει ή γίνεται διαρκώς, που παραμένει συνεχώς στην ίδια θέση ή κατάσταση ή χαρακτηρίζεται σταθερά από μια ιδιότητα, μόνιμος, ίδιος: ~ος: φαύλος κύκλος (της βίας)/φόβος (του θανάτου). ~α: αγάπη (= παντοτινή)/(ειρων.) βλακεία/γκρίνια. ~ο: επιχείρημα/κλισέ. ~οι: εχθροί (= προαιώνιοι, βλ. ~οι αντίπαλοι). ~α: βάσανα (= ατέλειωτα)/παράπονα. Ο φθόνος, το ~ο (= χαρακτηριστικό, σταθερό) μειονέκτημά του. Η ~α κατάρα του διχασμού. (υβριστ.) Οι ~οι γλείφτες. (οικ.-ειρων.) ~ γυναικάς (= αδιόρθωτος)/πρωταθλητής (= διαδοχικός, επί πολλά συναπτά έτη). 3. που έχει διαχρονική αξία ή πλούσια ιστορία· κλασικός, ανυπέρβλητος: ~α: μελωδία/ντίβα. ~ο: μνημείο/τραγούδι. Οι ~ες αξίες της κλασικής εποχής. Πβ. αθάνατος, απαράμιλλος, ιδεώδης, τέλειος. ● Ουσ.: αιώνιο (το) (λόγ.): η έλλειψη αρχής και τέλους στον χρόνο: Οι έννοιες του Απόλυτου, του ~ου και του Άπειρου ταιριάζουν στον Θεό. ● επίρρ.: αιώνια & (λόγ.) αιωνίως ● ΣΥΜΠΛ.: αιώνια επιστροφή: ΦΙΛΟΣ. επανάληψη γεγονότων κατά τη διάρκεια της ιστορίας. Πβ. παλιγγενεσία. [< γαλλ. retour éternel] , αιώνιοι (αντίπαλοι): ΑΘΛ. (συνήθ. για αθλητικό σύλλογο, σπάν. για αθλητή) καθένας από τους δύο παραδοσιακούς-ιστορικούς (και κορυφαίους σε μια χώρα ή πόλη) διεκδικητές ενός τίτλου σε άθλημα: (ως ουσ.) Ακάθεκτοι οι ~ συνέχισαν την πορεία τους προς τον τίτλο., η αιώνια γυναίκα/το αιώνιο θηλυκό: που ασκεί έλξη και γοητεία στους άντρες (ανεξάρτητα από εποχές και πρότυπα). [< γαλλ. l' éternel féminin] , αιώνια ανάπαυση βλ. ανάπαυση, αιώνιο πρόβλημα βλ. πρόβλημα, αιώνιο πυρ βλ. πυρ, αιώνιο σκοτάδι βλ. σκοτάδι, αιώνιος έφηβος βλ. έφηβος, έφηβη, αιώνιος ύπνος βλ. ύπνος, αιώνιος φοιτητής βλ. φοιτητής, φοιτήτρια, ερωτικό τρίγωνο βλ. τρίγωνο, η αιώνια πόλη βλ. πόλη, η αιώνια/η άλλη/η μετά θάνατον/η μέλλουσα ζωή βλ. ζωή, το αιώνιο/μεγάλο/τελευταίο/στερνό/αγύριστο ταξίδι βλ. ταξίδι ● ΦΡ.: αιωνία σου/του/της η μνήμη (ευχετ.): (σε επικήδειο λόγο, άρθρο) μακάρι να είναι παντοτινή η ανάμνηση του εκλιπόντος. Πβ. Θεός σχωρέσ' τον/την!, εις τας αιωνίους μονάς/στις αιώνιες μονές βλ. μονή [< αρχ. αἰώνιος, γαλλ. éternel, perpétuel]

1524αιωνιότητα[αἰωνιότητα] αι-ω-νι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. η ιδιότητα του αιώνιου, που δεν έχει αρχή και τέλος, διαρκεί παντοτινά: ~ των ιδεών/της κίνησης/του πνεύματος/του Σύμπαντος/της ύλης/της ψυχής. ~ και αφθαρσία. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. αθανασία (1) 2. χρονικό διάστημα που διαρκεί πολύ, δεν έχει τέλος, είναι ή φαίνεται άπειρο: αίσθηση/στιγμή ~ας. 3. ΕΚΚΛΗΣ. η μέλλουσα ζωή: μακάρια ~. Αναπαύεται στη γαλήνη της ~ας. Απεδήμησε στην/έφυγε για την/πέρασε στην ~. Βλ. επίγεια ζωή. [< 1: μτγν. αἰωνιότης 2,3: γαλλ. éternité, γερμ. Ewigkeit]
1525αιωνόβιος, α, ο [αἰωνόβιος] αι-ω-νό-βι-ος επίθ.: που έχει ξεπεράσει ή πλησιάζει τον ένα αιώνα ζωής· κατ' επέκτ. που έχει πολύ μεγάλη διάρκεια: (για πρόσ.) Είναι σχεδόν ~. ~ο: δέντρο (= μακρόβιο). || (σπάν.-μτφ.) ~ος: φοιτητής (= αιώνιος). ~α: παράδοση (ΣΥΝ. μακροχρόνια). Βλ. -βιος, υπερ~. ΑΝΤ. βραχύβιος [< μτγν. αἰωνόβιος, γαλλ. séculaire]
1526αιώρα[αἰώρα] αι-ώ-ρα ουσ. (θηλ.) 1. κρεβάτι από δίχτυ ή ανθεκτικό ύφασμα που κρέμεται από δύο αντικριστά σταθερά σημεία: αυτοσχέδια/πτυσσόμενη ~. ~ για τον κήπο. Κάθομαι/κοιμάμαι/ξαπλώνω/χαλαρώνω στην ~. 2. (λόγ.-παλαιότ.) κούνια. [< αρχ. αἰώρα ‘κουνιστή πολυθρόνα’]
1527αιώρημα[αἰώρημα] αι-ώ-ρη-μα ουσ. (ουδ.) {αιωρήμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. ΧΗΜ. ανομοιογενές μείγμα που αποτελείται από πολύ μικρά στερεά σωματίδια ή υγρά σταγονίδια διεσπαρμένα σε ρευστή ουσία: ~ λιπάσματος. Ατμοσφαιρικά/στερεά/υδατικά ~ατα. ~ατα και γαλακτώματα. Καθίζηση/κατακράτηση/πολυμερισμός/φίλτρο ~άτων. ΣΥΝ. εναιώρημα 2. ΑΡΧ. (στο αρχαίο θέατρο) ξύλινος γερανός, τοποθετημένος πίσω από τη σκηνή, για την εμφάνιση των υποκριτών που υποδύονταν τους "από μηχανής θεούς". ΣΥΝ. μηχανή (7) [< 1: γαλλ. suspension 2: αρχ. αἰώρημα]
1528αιώρηση[αἰώρηση] αι-ώ-ρη-ση ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -ήσεως | -ήσεις, -ήσεων} (επιστ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αιωρούμαι: ~ εκκρεμούς/σκόνης. ~ στο κενό. (ΑΘΛ.) Ασκήσεις ~ης στους ζυγούς. Πβ. ταλάντευση, ταλάντωση.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Τρένο μαγνητικής ~ης (: που κινείται με πολύ μεγάλη ταχύτητα, υψωμένο λίγο πάνω από τις ράγες, με τη βοήθεια μαγνητικών πεδίων. Βλ. αερότρενο). ΣΥΝ. μετεωρισμός (3) [< αρχ. αἰώρησις, γαλλ. oscillation]
1529αιωροπτερισμός[αἰωροπτερισμός] αι-ω-ρο-πτε-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΑΘΛ. πτήση με αιωρόπτερο. Πβ. ανεμοπορία. Βλ. -ισμός. [< αγγλ. hang gliding, 1971]
1530αιωροπτεριστής[αἰωροπτεριστής] αι-ω-ρο-πτε-ρι-στής ουσ. (αρσ.): ΑΘΛ. αθλητής του αιωροπτερισμού. [< αγγλ. hang glider, 1973]
1531αιωρόπτερο[αἰωρόπτερο] αι-ω-ρό-πτε-ρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -έρου}: ΑΘΛ. ατομική, ιπτάμενη αεραθλητική κατασκευή, συνήθ. χωρίς μηχανή, που αποτελείται από ύφασμα τεντωμένο πάνω σε μεταλλικό, τριγωνικό σκελετό, απ' όπου κρέμεται ο αιωροπτεριστής με κατάλληλο εξοπλισμό: πτήση/(ελεύθερη) πτώση με ~. Βλ. αλεξίπτωτο πλαγιάς, ανεμόπτερο, παραπέντε. ΣΥΝ. αετός (5) [< αγγλ. hang glider, 1930, γαλλ. εμπορ. ονομασ. deltaplane, 1974]
1532αιωρούμαι[αἰωροῦμαι] αι-ω-ρού-μαι ρ. (αμτβ.) {αιωρ-είσαι ... | αιωρ-ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος} (λόγ.) 1. κινούμαι ή στέκομαι στο κενό ή σε υγρό, ταλαντεύομαι: Το εκκρεμές ~είται. Ένα έντονο άρωμα ~είται στην ατμόσφαιρα. Η Γη/ο δορυφόρος ~είται στο Διάστημα/στο Σύμπαν. ~ούνται κρεμασμένοι στους ζυγούς. ~ούμενη: γέφυρα (= κρεμαστή)/σκόνη. ~ούμενοι: μικροοργανισμοί. ~ούμενα: σταγονίδια/σωματίδια. 2. (μτφ., για πρόσ.) αμφιταλαντεύομαι: ~ μεταξύ αλήθειας και ψέματος/λογικής και πάθους/χαράς και λύπης. Πβ. επαμφοτερίζω, μετεωρίζομαι, παλαντζάρω.αιωρείται: (για ζήτημα) είναι σε εκκρεμότητα, είναι πιθανό: (Άφησε να) ~ το ενδεχόμενο νέων απεργιών/ένα κλίμα μυστηρίου. ~ούνται ερωτηματικά για τα αίτια της δολοφονίας. ΣΥΝ. επικρέμαται, πλανιέται [< 1: αρχ. αἰωροῦμαι 2: γαλλ. balancer, osciller]
1533ΑΚ(ο): Αστικός Κώδικας.
1536ακαβούρντιστος, η, ο [ἀκαβούρντιστος] α-κα-βούρ-ντι-στος επίθ. & ακαβούρδιστος: που δεν έχει καβουρντιστεί: ~ος: καφές. ~η: βύνη. ~οι: ξηροί καρποί. ΑΝΤ. καβουρντισμένος.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.